Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ιάκωβος Καϊσερλίδης, Αρ.Υπόθεσης:506/2007, 18.07.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:506/2007 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Ιάκωβος Καϊσερλίδης Κατηγορουμένου --------------------- Ημερομηνία: 18.07.2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για κατηγορούμενο: κ. Γ.Α.Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Για Δίκη Εντός Δίκης) H παρούσα ενδιάμεση απόφαση μου αφορά την αποδοχή ή την απόρριψη της προσπάθειας για την κατάθεση ως τεκμηρίων δύο τραπεζικών εγγράφων τα οποία παραδόθηκαν στον εξεταστή της υπόθεσης Αστ. 3725 Μ. Αποστόλου (Μ.Κ.1), όταν αυτός διερευνούσε την υπόθεση, από τον υπάλληλο της Alpha Bank Ltd Αντώνη Κούμα (Μ.Κ.2) μετά από οδηγίες τις οποίες, όπως ανέφερε, πήρε από τους προϊσταμένους του στη Τράπεζα. Το ένα έγγραφο είναι κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε στην εν λόγω τράπεζα ο κατηγορούμενος κατά τον Οκτώβριο του 2000 και το άλλο είναι μια απόδειξη πληρωμής σε μετρητά με ημερομηνία 16.10.2000 της επιταγής 90177927 η οποία όπως εξηγήθηκε από τον Μ.Κ.2 είναι εσωτερικό έγγραφο της τράπεζας το οποίο δεν δίδεται κατά τη συναλλαγή στο πελάτη. Τα έγγραφα αυτά σημειώθηκαν ως Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα για σκοπούς δίκης εντός δίκης. Τα πιο πάνω έγγραφα επιχείρησε να καταθέσει όταν κατέθετε ως μάρτυρας στη κυρίως δίκη ο Μ.Κ. 1. Η κατάθεση τους προσέκρουσε σε ένσταση εκ μέρους της Υπεράσπισης και για τούτο διατάχθηκε η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης με σκοπό να αποκαλυφθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν στην κατοχή της αστυνομίας τα πιο πάνω έγγραφα και να αποφασισθεί αν νόμιμα παραδόθηκαν στην αστυνομία και δεν συνιστούν παράνομη ενέργεια οπότε και τα όποια προϊόντα αυτής της παράνομης ενέργειας δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μαρτυρίας. Θα καταγράψω στη συνέχεια τα γεγονότα όπως προέκυψαν από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και για την παράθεση των οποίων δεν υπήρξε αντιπαράθεση, αμφισβήτηση ή αντιδικία εφόσον το όλο ζήτημα ανάγεται στην νομική αντίκριση της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Για τούτο μετά από κάποιες διευκρινήσεις που ζητήθηκαν από τους μάρτυρες υπήρξε γενική υποβολή και προς τους δύο ότι ενήργησαν παράνομα ο μεν πρώτος με το να απαιτήσει την παρουσίαση της κατάστασης λογαριασμού και να την παραλάβει τελικά, με τη διαδικασία που επέλεξε, ο δε δεύτερος με το να συμμορφωθεί σε αυτή άνευ άλλου και μάλιστα παραδίδοντας του την και εν τέλει παραδίδοντας του και το Τεκμήριο Β το οποίο δεν περιλαμβανόταν στην εν λόγω διαταγή. Ο Μ. Κ. 1 στα πλαίσια διερεύνησης των αδικημάτων της κλοπής υπό αντιπροσώπου, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις εναντίον του κατηγορουμένου, αδικήματα που κατ΄ ισχυρισμό είχε διαπράξει τον Οκτώβριο του 2000, εξέδωσε την 1.06.2006 διαταγή, το Τεκμήριο Γ, για την παρουσίαση εγγράφου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 6
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 προς τον διευθυντή ή αρμόδιο υπάλληλο υποκαταστήματος της ALPHA BANK LTD στη Λάρνακα. Σύμφωνα με τη διαταγή ο πιο πάνω αστυνομικός ζητούσε από την τράπεζα όπως εντός δεκαπέντε ημερών από την 1.06.2006 να του παρουσιάσει κατάσταση συγκεκριμένου λογαριασμού του κατηγορουμένου. Την πιο πάνω διαταγή την προσυπέγραψε και ο υπεύθυνος του ΤΑΕ Λάρνακας και όπως ανέφερε ο πιο πάνω αστυφύλακας κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και όπως εξάλλου εμφαίνεται και επί του εγγράφου αυτού, έτυχε έγκρισης από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα όπως ίσως συνηθίζεται να γίνεται. Η ένσταση βασίζεται σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι και τα δύο έγγραφα εξασφαλίστηκαν παράνομα και κατά παράβαση του Άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου (Ν.66
(1)/1997). Ο δεύτερος λόγος που προβλήθηκε αφορά παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του κατηγορουμένου της προστασίας της ιδιωτικής του ζωής (Άρθρο 15) όπως προστατεύεται και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Άρθρο 8). Προέκυψε περαιτέρω κατά τη προφορική μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2 ότι σε σχέση με την απόδειξη, το Τεκμήριο Β, δεν είχε εκδοθεί διαταγή, όπως είχε γίνει και για το Τεκμήριο Α με βάσει το Άρθρο 6
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155*. * Άρθρο 6
(1)¨ Ο ανακριτής δύναται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης για ποινικό αδίκημα, αν αυτός θεωρεί την παρουσίαση κάποιου εγγράφου αναγκαία ή επιθυμητή για τους σκοπούς της ανάκρισης, να εκδώσει γραπτή διαταγή στο πρόσωπο υπό την κατοχή ή τον έλεγχο του οποίου βρίσκεται το έγγραφο αυτό ή πιστεύεται ότι βρίσκεται, απαιτώντας από αυτό την παρουσίαση του εγγράφου σε τέτοιο εύλογο τόπο και χρόνο ως ήθελε καθοριστεί στη διαταγή.
(2)Κάθε πρόσωπο που καλείται βάσει γραπτής διαταγής δυνάμει του παρόντος άρθρου να παρουσιάσει έγγραφο, θεωρείται ότι συμμορφώθηκε με τη διαταγή, αν προκάλεσε, την παρουσίαση του εγγράφου αντί να παρεβρεθεί αυτοπροσώπως για να το παρουσιάσει.
(3)Όποιος χωρίς εύλογη αιτία, όταν διαταχτεί δυνάμει του παρόντος άρθρου να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο, αρνείται να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(4)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται για οποιοδήποτε έγγραφο για την παρουσίαση του οποίου απαιτείται από το Νόμο αυτό ή από άλλο Νόμο ένταλμα του Υπουργικού Συμβουλίου ή διάταγμα του Δικαστηρίου¨. Ο λόγος που παραδόθηκε και παραλήφθηκε η πιο πάνω απόδειξη ήταν ότι αυτή ήταν επισυνημμένη στην κατάσταση λογαριασμού και γι΄αυτό ως σχετική με αυτόν αποφάσισε ο Μ.Κ.2 να τη παραδώσει στον αστυνομικό Μ.Κ.1 ο οποίος επίσης θεώρησε καλό εφόσον αφορούσε τη συναλλαγή που διερευνούσε να την παραλάβει. Προκύπτει ακόμα από τη μαρτυρία ότι καμιά από τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο Άρθρο 29* του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου δεν συνέτρεχε τότε έτσι που να καθίστατο δυνατή η παράδοση των πιο πάνω εγγράφων στην αστυνομία με βάσει τον νόμο αυτό. * Άρθρο 29
(1)¨Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με τη τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου - (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό ˙ ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ˙ ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη˙ ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ˙ ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη˙ ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας για την εκτέλεση των καθηκόντων τους˙ ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ˙ ή (ζι) οι πληροφορίες παρέχονται για σκοπούς τήρησης και λειτουργίας του δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 41 προνοουμένου Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών ˙ ή (η) η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της Τράπεζας: Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και σε οποιοδήποτε υποκατάστημα τράπεζας κράτους - μέλους που εγκαταστάθηκε στη Δημοκρατία, ή σε οποιαδήποτε τράπεζα που παρέχει υπηρεσίες διασυνοριακώς, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10Α. Είναι παραδεκτό ότι ο Μ.Κ.1 ενεργούσε με βάσει τις πρόνοιες του Άρθρου 6
(1)της Ποινικής Δικονομίας και δεν τον είχαν απασχολήσει ούτε το Άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου ούτε και οι πρόνοιες των Άρθρων 45* και 46 του περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου οι οποίες παρέχουν και πάλι υπό προϋποθέσεις τη δυνατότητα σε ανακριτή που διερευνά το ενδεχόμενο διάπραξης καθορισμένων αδικημάτων να αιτηθεί την έκδοση δικαστικού διατάγματος αποκάλυψης. Δεν απασχόλησαν ούτε και την Τράπεζα η οποία συμμορφώθηκε στη διαταγή (Τεκμήριο Γ) χωρίς περαιτέρω έρευνα του ζητήματος όπως και δεν τους απασχόλησε και το λεκτικό του διατάγματος όπου αναγράφεται ¨να παρουσιάσουν¨ σε αντιδιαστολή με την διαταγή να ¨παραδώσουν¨ κάτι το οποίο δεν διαλάμβανε όπως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης το διάταγμα, ούτε και προβλέπεται από τον νόμο, το έκαμαν όμως παραδίδοντας όχι μόνο το έγγραφο που ρητά αναγραφόταν σε αυτή τη διαταγή αλλά και την απόδειξη η οποία ήταν εσωτερικό έγγραφο της τράπεζας για συναλλαγή που είχε με τον κατηγορούμενο, όπως θεώρησαν σκόπιμο να κάμουν, εφόσον ήταν επισυνημμένη στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού του και σχετιζόταν με αυτόν. *45-
(1)Άνευ επηρεασμού των διατάξεων άλλων Νόμων, σε σχέση με τη λήψη πληροφοριών ή εγγράφων κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής ανακρίσεων για το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων, για σκοπούς έρευνας σχετικά με τη διάπραξη καθορισμένων αδικημάτων ή σχετικά με έρευνα για διακρίβωση εσόδων ή μέσων, το δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης του ανακριτή της υπόθεσης να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Μέρους.
(2)Για σκοπούς του παρόντος άρθρου έρευνα περιλαμβάνει και έρευνα που διεξάγεται στο εξωτερικό και ανακριτής της υπόθεσης σε σχέση με έρευνα που διεξάγεται στο εξωτερικό περιλαμβάνει οποιοδήποτε ανακριτή δυνάμει του σχετικού νόμου της Δημοκρατίας ο οποίος συνεργάζεται με τον ανακριτή της υπόθεσης.
(3)Πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται διάταγμα αποκάλυψης δυνάμει του άρθρου 46 (Προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης) έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί πάραυτα στον ανακριτή και οποιαδήποτε μεταγενέστερη αλλαγή στις πληροφορίες που έχουν ήδη παρασχεθεί δυνάμει του άρθρου αυτού¨. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η κ. Μιχαήλ εισηγήθηκε όπως γίνει δεκτό το έγγραφο που αφορά την κατάσταση λογαριασμού του κατηγορουμένου η οποία λήφθηκε σύμφωνα με τον νόμο και με βάσει σχετική γραπτή διαταγή του ανακριτή όπως προβλέπεται στο Άρθρο 6 παρ. 1 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, το Τεκμήριο Γ. Έδωσε περαιτέρω τη δική της ερμηνεία του εδ. (δ) της παρ.
(2)του Άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου ο οποίος αφήνει κατά την άποψη της περιθώριο εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου της Ποινικής Δικονομίας. Άφησε το ζήτημα της αποδοχής ή όχι ως τεκμηρίου στη κυρίως δίκη του Τεκμηρίου Β, για την οποία δεν γινόταν πρόνοια στο εν λόγω διάταγμα, να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι προκύπτει καθαρά από τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2 ότι τα έγγραφα τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή επιχειρεί να καταθέσει ως τεκμήρια παραλήφθηκαν από τον ανακριτή της υπόθεσης (Μ.Κ.1) κατά παράβαση σχετικής νομοθετικής διάταξης και κατά παράβαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του κατηγορουμένου για ιδιωτική ζωή. Εισηγήθηκε ότι το δικαίωμα του ανακριτή όπως προνοείται στη παρ. 4 του Άρθρου 6 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί διαλαμβάνονται στην ίδια αυτή παράγραφο. Διερωτήθηκε τι σκοπό θα εξυπηρετούσε η πιο πάνω πρόνοια εάν αφηνόταν στην ευχέρεια του κάθε ανακριτή να εκδίδει παρόμοια διαταγή, όπως έκαμε και ο αστυφύλακας Αποστόλου. Από την άλλη πως θα προστατευόταν το τραπεζικό απόρρητο εάν εφαρμοζόταν κατά το δοκούν από κάθε ανακριτή η πιο πάνω πρόνοια της Ποινικής Δικονομίας και στο τέλος ποιο θα ήταν το εύρος της προστασίας που θα παρείχε η ειδική νομοθεσία για την προστασία του τραπεζικού απορρήτου όπως επιδιώκεται από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο. Ο ανακριτής επέλεξε και ακολούθησε μια παράνομη διαδικασία με σκοπό να εξασφαλίσει τα τεκμήρια που επιδιώκεται σήμερα να κατατεθούν και ως τέτοια δεν θα πρέπει να τύχει της επιδοκιμασίας του Δικαστηρίου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Κατά την άποψη μου είναι σημαντική η πρόνοια της παραγράφου
(4)του Άρθρου 6 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου το οποίο φέρει ως πλαγιότιτλο ¨Διαταγή Παρουσίασης Εγγράφων¨. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή τη πρόνοια οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται για οποιοδήποτε έγγραφο για την παρουσίαση του οποίου απαιτείται από την ίδια την Ποινική Δικονομία ή από άλλο Νόμο ένταλμα του Υπουργικού Συμβουλίου ή διάταγμα του Δικαστηρίου. Τέτοιος νόμος, όπως ήταν και η εισήγηση της Υπεράσπισης, είναι ο περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμος (Ν. 66
(1)/1997) στο άρθρο 29 του οποίου κατοχυρώνεται το Τραπεζικό Απόρρητο. Προέκυψε από τη μαρτυρία των Μ.Κ. ότι καμιά από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται ρητά και περιοριστικά στο εν λόγω άρθρο (παρ.2 (α-η) δεν συνέτρεχαν όταν ο Μ.Κ.2 παρέδιδε στον Μ.Κ.1 τα υπό αναφορά έγγραφα τα οποία είναι παραδεκτό ότι συνιστούν έγγραφα στην έννοια του νόμου και σε αυτά περιέχονται πληροφορίες σε σχέση με συγκεκριμένο λογαριασμό του κατηγορούμενου που ήταν πελάτης της τράπεζας. Σημειώνω ότι οι μάρτυρες ανέφεραν και οι δύο ότι η απόδειξη (Τεκμήριο Β) ήταν επισυνημμένη στον εν λόγω λογαριασμό με τον οποίο και σχετιζόταν, όπως ανέφεραν, και εν πάση περιπτώσει αυτή δεν συμπεριλαμβανόταν στη διαταγή (Τεκμήριο Γ) που επέδωσε στην τράπεζα ο Μ.Κ.1 και έτσι είναι ακόμα ένας πρόσθετος λόγος για να μη γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία. Κατά την άποψη μου η Αστυνομία ενήργησε λανθασμένα και κατά παράβαση της υφιστάμενης νομοθεσίας όταν αποφάσισε να εξασφαλίσει πληροφορίες για τραπεζικό λογαριασμό ενός υπόπτου προσώπου όπως ήταν τότε ο κατηγορούμενος ενεργώντας με βάσει τις πρόνοιες του Άρθρου 6
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου λόγω τόσο της φύσης αυτού του εγγράφου όσο και του περιεχομένου του το οποίο περιέχει στοιχεία που άπτονται της προσωπικής του ζωής, πτυχή που θα εξετάσω στο τελευταίο μέρος της απόφασης μου. Σε αυτό το σημείο θα συμφωνήσω με όσα αναφέρει η έντιμη αδελφή Δικαστής Τ. Καρακάννα στην απόφαση της με ημερομηνία 11.02.2005 στην υπόθεση του Ε.Δ. Λάρνακας 834/2004 Γενικός Εισαγγελέας v. 1. Ξενάκη Κάλλη κ.ά. στις σελ. 7 και 8 τα οποία και παραθέτω: ¨Εάν αποδεχόμουν την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος, τότε στην ουσία θα αναγνώριζα ότι κάποιος αξιωματούχος της Αστυνομίας θα μπορούσε να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων για όλους τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας και να πληροφορηθεί για την κατάσταση των λογαριασμών τους¨. Συμφωνώ ακόμα και με τα όσα προσθέτει και στη συνέχεια της απόφασης της, ότι δηλαδή: ¨Ο σκοπός του άρθρου αυτού δεν ήταν κατά την άποψη μου αυτός, να δώσει τέτοια ευρεία εξουσία στην αστυνομία η οποία θα μπορεί να ενεργεί τελείως ανεξέλεγκτα, σε τέτοια περίπτωση δεν θα υπήρχε ανάγκη για τη θέσπιση του Νόμου 61
(1)του 1996, περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμος του 1996 και ιδιαίτερα οι πρόνοιες των άρθρων 45 και 46. Το άρθρο 45 δίδει στο Δικαστήριο εξουσία όπως εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών ή εγγράφων κατά τη διάρκεια διεξαγωγής ανακρίσεων για το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων ενώ το άρθρο 46* του πιο πάνω Νόμου απαριθμεί τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν για να ασκήσει το Δικαστήριο τις εξουσίες που του παρέχει ο Νόμος¨. * Άρθρο 46-
(1)Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται αίτηση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης δύναται, αν πεισθεί ότι συντρέχουν οι αναφερόμενες στο εδάφιο
(2)προϋποθέσεις να εκδώσει διάταγμα το οποίο καλείται διάταγμα αποκάλυψης, απευθυνόμενο προς ο πρόσωπο το οποίο, κατά την άποψη του, έχει στην κατοχή του την πληροφορία που αναφέρεται στην αίτηση με το οποίο καλεί το εν λόγω πρόσωπο όπως αποκαλύψει ή παραδώσει την πληροφορία στον ανακριτή ή σε άλλο κατονομαζόμενο στο διάταγμα πρόσωπο μέσα σε επτά ημέρες ή μέσα σε άλλη μεγαλύτερη ή μικρότερη προθεσμία την οποία ήθελε ορίσει το δικαστήριο στο διάταγμα αν ήθελε κρίνει αυτό υπό τις περιστάσεις σκόπιμο.
(2)Οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)είναι οι ακόλουθες- (α) Η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο διέπραξε ή έχει ωφεληθεί από τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος˙ (β) η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι η εν λόγω πληροφορία είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία ενδέχεται να είναι ουσιαστικής σημασίας στις έρευνες για τις οποίες έχει υποβληθεί η αίτηση για αποκάλυψη, (γ) το ότι η πληροφορία δεν εμπίπτει στην κατηγορία των προνομιούχων πληροφοριών˙ (δ) η ύπαρξη εύλογης αιτίας ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον να παρασχεθεί ή να αποκαλυφθεί η πληροφορία λαμβανομένου υπόψη- (i) του οφέλους το οποίο ενδέχεται να προκύψει για την έρευνα από την αποκάλυψη ή παροχή της εν λόγω πληροφορίας˙ και (ii) των συνθηκών κατοχής της εν λόγω πληροφορίας από τον κάτοχο της.
(3)Το διάταγμα αποκάλυψης - (α) Εκδίδεται και σε σχέση με πληροφορία που βρίσκεται στην κατοχή κρατικού λειτουργού˙ (β) εφαρμόζεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε νομική ή άλλη διάταξη δυνάμει της οποίας δημιουργείται υποχρέωση για τήρηση μυστικότητας ή επιβάλλονται οποιοιδήποτε περιορισμοί στην αποκάλυψη πληροφορίας˙ (γ) δεν παρέχει δικαίωμα αποκάλυψης ή παράδοσης πληροφοριών οι οποίες είναι προνομιούχες˙ (δ) επιδίδεται μόνον στο πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή του την πληροφορία που αναφέρεται στην αίτηση. Ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι το διάβημα και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον Μ.Κ.1 για να εξασφαλίσει τα πιο πάνω έγγραφα είναι σύμφωνες με τις πρόνοιες του εδαφίου (δ) της παρ. 2 του Άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Κρίνω ότι σε καμιά περίπτωση αυτές οι πρόνοιες δεν θα πρέπει να αντιστρατεύονται το πνεύμα του ίδιου του Νόμου ο οποίος σαφώς θεσπίστηκε για να προστατεύει το Τραπεζικό Απόρρητο όπου εξαιρούνται περιοριστικά μόνο ορισμένες περιπτώσεις όπου μπορούν να δοθούν τέτοια στοιχεία. Θα συμφωνήσω με τον κ. Γεωργίου ότι εάν ο νομοθέτης με αυτή την πρόνοια ήθελε να αποδώσει πίσω τις εξουσίες της αστυνομίας που απορρέουν από τις πρόνοιες του Άρθρου 6
(1)τότε διερωτάται κάποιος πως θα κατοχυρωνόταν το τραπεζικό απόρρητο εφόσον ουσιαστικά δεν θα διαφοροποιούσε καθ΄οιονδήποτε τρόπο το καθεστώς που επικρατούσε πριν την εφαρμογή του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου (Ν.66
(1)/1997). Εν πάση περιπτώσει εάν ήθελε κριθεί πως υπάρχει ασάφεια στην πρόνοια του εδαφίου αυτού, αυτή θα αποφασιζόταν υπέρ του κατηγορουμένου με την εφαρμογή του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου ως πιο ευνοϊκού ως προς τη θέση του κατηγορουμένου (βλ. Γεν. Εισαγγελέας v. Παπαλαζάρου κ.ά.
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 128, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 443). Για τον πιο πάνω λόγο δεν θα αποδεχθώ το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής να κατατεθούν τα πιο πάνω έγγραφα ως τεκμήρια στην κυρίως δίκη καθώς αφορά ζήτημα ουσίας και όχι τύπου. Θα εξετάσω στη συνέχεια και την άλλη εισήγηση της Υπεράσπισης, το ζήτημα δηλαδή κατά πόσο η παράδοση των πιο πάνω εγγράφων από την Τράπεζα στην αστυνομία με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε συνιστούσε ταυτόχρονα και παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής του κατηγορουμένου (Άρθρο 15)* όπως αυτό κατοχυρώνεται και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με τον Νόμο 39 του 1962**. Στη σελ. 108 του συγγράμματος ¨Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας¨ του Α.Ν. Λοίζου αναφέρονται τα εξής: ¨Περιορισμός μπορεί να τεθεί και η επέμβαση να επιτραπεί με νόμο, εφόσον αυτά κρίνονται αναγκαία και στο βαθμό που η ανάγκη επιβάλλει. Η ανάγκη πρέπει να είναι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου την οποία υιοθετεί το Δικαστήριο, όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας¨. Στη Γνωμάτευση στην Αναφορά Αρ. 2/99 του Προέδρου της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2) ημερ. 12.05.2000 σε σχέση με το Νόμο περί Αξιωματούχων του Κράτους και Άλλων Προσώπων (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμος του 1999 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνώρισε ότι τα περιουσιακά στοιχεία του ατόμου αποτελούν μέρος της ιδιωτικής ζωής του ατόμου και ότι η αποκάλυψη και ο έλεγχος συνιστούν επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τονίζεται, ερμηνευτική του Άρθρου 8
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθιστά σαφές ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής δεν περιορίζεται στην εσώτερη ζωή του ανθρώπου, αλλά επεκτείνεται και στις σχέσεις του με τον έξω κόσμο - (Digest of Strasbourg Case - Law relating). *Άρθρο 15:
- Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνει σεβασμού.
- Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της Συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις πάν πρόσωπον¨. **Το Άρθρο 15 του Συντάγματος μας αντιστοιχεί στο άρθρο 8 της Σύμβασης, η οποία προστατεύει σε μια παράγραφο τα δικαιώματα που στο Σύνταγμα προστατεύονται από τα Άρθρα 14,15 και
- Στην υπόθεση Niemietz v. Germany ( Judgment of 16 December 1992 Series A no. 25 - B
(29), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ήταν απρόθυμο να δώσει έναν εξαντλητικό ορισμό του όρου της ¨ιδιωτικής ζωής¨ σε ένα ¨εσωτερικό κύκλο¨ μέσα στον οποίο το άτομο μπορεί να ζει την προσωπική του ζωή όπως αυτό επιλέγει και να αποκλείει από αυτόν απόλυτα τον έξω κόσμο που δεν περιέχεται μέσα σε εκείνον τον κύκλο. Σεβασμός της ιδιωτικής ζωής πρέπει να περιέχει σε κάποιο βαθμό το δικαίωμα να δημιουργεί και να αναπτύσσει σχέσεις με άλλους ανθρώπους¨. (βλ. το σύγγραμμα του Α.Ν. Λοϊζου ¨Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ¨ στη σελ. 104). Στην ίδια πιο πάνω απόφαση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διακήρυξε ότι η έννοια της ιδιωτικής ζωής δεν αποκλείει τις επαγγελματικές ή εμπορικές δραστηριότητες καθόσον σε πολλές περιπτώσεις υφίσταται τέτοια διαπλοκή μεταξύ επαγγελματικών και μη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ώστε προστασία της ιδιωτικής ζωής που εκτείνεται μόνο σε μη επαγγελματικές δραστηριότητες θα κατέληγε σε δυσμενή διάκριση σε βάρος προσώπων στη ζωή των οποίων παρατηρείται αυτή η διαπλοκή. Προκύπτει από τις υποθέσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Leander v. Sweden, judgment of 26 March 1987 Series A no. 116,22 & 48 και Kopp v. Switzerlant judgment of 25 March 199, Reports 1998 -11 & 53 ότι η αποθήκευση από μια Δημόσια Αρχή πληροφοριών σχετικών με την ¨ιδιωτική ζωή¨ ενός ατόμου συνιστά επέμβαση μέσα στην έννοια του άρθρου 8
(1)της Σύμβασης. Η μεταγενέστερη χρήση των πληροφοριών που έχουν αποθηκευτεί δεν επηρεάζει το εύρημα αυτό. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του Άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης το δικαίωμα αυτό μπορεί να τεθεί σε περιορισμούς και καθορίζονται οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες οι επεμβάσεις της Δημόσιας Αρχής στα ως άνω δικαιώματα μπορούν να θεωρηθούν κατά τη σύμβαση ως ανεκτές. Παραθέτω στη συνέχεια αυτές τις προϋποθέσεις:
(1)Η επέμβαση πρέπει να προβλέπεται υπό του νόμου.
(2)Η επέμβαση πρέπει να αποτελεί μέτρο το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν είναι αναγκαίον: (α) διά την εθνικήν ασφάλειαν, (β) την δημοσίαν ασφάλειαν, (γ) την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, (δ) την προάσπισην της τάξεως, (ε) την πρόληψιν των ποινικών παραβάσεων, (στ) την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής και (ζ) την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων¨. Στη προκείμενη περίπτωση ο Μ.Κ.1 διερευνούσε την διάπραξη εκ μέρους του τότε υπόπτου και σήμερα κατηγορουμένου διαφόρων αδικημάτων στα οποία έκαμα αναφορά πιο πάνω. Είχε κρίνει ότι για σκοπούς διερεύνησης των αδικημάτων θα ήταν χρήσιμο να είχε εξασφαλίσει κατάσταση του Τραπεζικού Λογαριασμού του υπόπτου για τον χρόνο για τον οποίο γινόταν η έρευνα. Επέλεξε να ακολουθήσει μια λανθασμένη, παράτυπη και εν τέλει παράνομη, όπως έκρινα πιο πάνω διαδικασία. Η διερεύνηση των αδικημάτων παρείχε σε αυτόν έρεισμα να εξασφαλίσει σχετικό δικαστικό διάταγμα συμμορφούμενος με τις πρόνοιες των Άρθρων 45 και 46 του περί Συγκάλυψης και Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμο (Ν. 61
(1)/1996) εφόσον κατά την άποψη μου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις Άρθρου 46. Σε τέτοια περίπτωση δεν θα ετίθετο ζήτημα παραβίασης είτε του τραπεζικού απορρήτου είτε του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή του κατηγορουμένου. Η κατάσταση λογαριασμού όπως και η απόδειξη η οποία συνδεόταν, κατά τους μάρτυρες, με αυτή, περιέχει προσωπικά δεδομένα του κατηγορουμένου και είναι μέρος της προσωπικής και ιδιωτικής του ζωής η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επομένως η παράδοση και παραλαβή των εγγράφων αυτών κατά τον τρόπο που έγινε κρίνω ότι παραβίασε το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής του κατηγορουμένου και έτσι και γι΄αυτό τον λόγο δεν θα αποδεχόμουν την κατάθεση τους ως τεκμηρίων στην κυρίως δίκη. Εφόσον η κατάληξη μου είναι η πιο πάνω δεν θα αποδεχθώ όπως κατατεθούν τα πιο πάνω έγγραφα ως τεκμήρια στη κυρίως δίκη. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο