Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Νεόφυτος Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης:8211/06, 28 Ιουλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:8211/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας - ν - Νεόφυτος Νεοφύτου Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 28 Ιουλίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Θεμιστοκλέους στην εκφώνηση της απόφασης η κ. Μιχαήλ Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Μυλωνάς Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της δημόσιας βλάβης καθώς φέρεται ότι στις 20.04.2005 στο ΤΑΕ Λάρνακας στη Λάρνακα εν γνώσει του έδωσε στην Αστυνομία ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα δηλαδή ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του σε απόδειξη με αρ. 2335 ημερομηνίας 29.05.2004 της εταιρείας EMFASIS EXCLUSIVE UNDERWEAR που αφορούσε την παραλαβή χρηματικού ποσού των Λ.Κ.3.950= ως εξόφληση εννιά επιταγών, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι η καταγγελία ήταν ψευδής. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η όλη υπόθεση ξεκίνησε να απασχολεί την αστυνομία μετά από καταγγελία που έκαμε ο κατηγορούμενος με κατάθεση του στις 20.04.2005 (Τεκμήριο 4) όταν η Μ.Κ.4 στα πλαίσια μιας ποινικής υπόθεσης για ακάλυπτες επιταγές που της είχε κινήσει του είχε παρουσιάσει, μέσω του δικηγόρου της, μια απόδειξη της εταιρείας του με αριθμό 2335 και με ημερομηνία 29.05.2004 ότι τάχα του είχε δώσει το ποσό των Λ.Κ.3.950= σε μετρητά, ποσό που αφορούσε συγκεκριμένες επιταγές και της εξέδωσε την πιο πάνω απόδειξη της εταιρείας του (Τεκμήριο 6). Στη κατάθεση του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι στη θέση του παραλήπτη φαινόταν η υπογραφή του και το όνομα του ολογράφως. Λήφθηκε κατάθεση από την Μ.Κ.4 ως το άτομο στο οποίο έπεφταν οι υποψίες η οποία έδωσε την δική της εκδοχή για τα γεγονότα. Μετά από γραφολογικές εξετάσεις και τα συμπεράσματα του γραφολόγου η αστυνομία αποφάσισε αντί της περαιτέρω διερεύνησης του παραπόνου του κατηγορουμένου να εκθέσει σε αυτόν κατηγορία για τη διάπραξη του αδικήματος της δημόσιας βλάβης της ψευδούς δηλαδή καταγγελίας. Επομένως το πιο πάνω περιστατικό της κατ΄ ισχυρισμό εξόφλησης της οφειλής της Μ.Κ.4 προς την εταιρεία του κατηγορουμένου καθίσταται εκ των πραγμάτων κεντρικό σημείο αναφοράς και η απόφαση μου εάν έλαβε χώρα αυτό το περιστατικό ή όχι θα είναι καθοριστική στην έκβαση της υπόθεσης. Ο Αστ. 3645 Μ. Αντωνίου του Τ.Α.Ε. Λάρνακας κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Στην κατάθεση του που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 κάμνει αναφορά στη γραπτή καταγγελία που απήγγειλε στον κατηγορούμενο για διάπραξη του αδικήματος της δημόσιας βλάβης στην οποία απάντησε ότι δεν παραδεχόταν. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 τη γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου. Η Γ/Λοχ. 281 Δ. Νικάνδρου κατέθεσε ως Μ.Κ.2 και ήταν η εξεταστής της υπόθεσης. Ανέφερε ότι στις 20.04.2005 ο κατηγορούμενος κατήγγειλε με κατάθεση του, η οποία στη συνέχεια σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4, ότι στο παρελθόν ήταν ο ιδιοκτήτης καταστήματος με την ονομασία EMFASIS στην οδό Ερμού στη Λάρνακα στο οποίο υπάλληλος ήταν η Μαργαρίτα Αντωνίου. Το 2002 ή εν λόγω υπάλληλος είχε αγοράσει το κατάστημα με τον όρο να διατηρήσει την επωνυμία του καταστήματος και να προμηθεύεται εμπορεύματα από την εταιρεία του. Στην αρχή η συνεργασία τους πήγαινε καλά και χωρίς να παρουσιάζονται προβλήματα, αργότερα όμως οι επιταγές της δεν εξαργυρώνονταν και ζητούσε συνέχεια παρατάσεις για τις πληρωμές της. Για τούτο της είχε κινήσει την υπ΄ αριθμό 13259/04 Ιδιωτική Ποινική υπόθεση για ακάλυπτες επιταγές. Στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής η πιο πάνω, όπως ανέφερε, του παρουσίασε απόδειξη της εταιρείας του που έφερε τον αριθμό 2335 με ημερομηνία έκδοσης την 29.05.2004, ισχυριζόμενη ότι της είχε δοθεί από τον ίδιο όταν είχε εξοφλήσει τις επιταγές που αφορούσε η υπόθεση με μετρητά. Ο κατηγορούμενος δεν παραδεχόταν ότι είχε εκδώσει τέτοια απόδειξη και ότι υπήρξε θύμα πλαστογραφίας και προς τούτο με συμβουλή του δικηγόρου του κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Προς τούτο η μάρτυρας έλαβε από τον κατηγορούμενο στις 2.05.2005 δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής του με την συγκατάθεση του. Από την Μαργαρίτα Αντωνίου έλαβε επίσης στις 9.07.2005 δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής της και στις 19.07.2005, η ίδια πιο πάνω της παρέδωσε την πρωτότυπη απόδειξη της εταιρείας EMFASIS με αριθμό
- Στις 29.07.2005 έλαβε από τον κατηγορούμενο άλλα δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής με απορροφιτικό πεννάκι σύμφωνα με οδηγίες του γραφολόγου Υπ/μου Ελ. Χριστοδούλου. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος του παρέδωσε και εννέα έγγραφα με την υπογραφή του τα οποία είχαν υπογραφεί σε ανύποπτο χρόνο χωρίς την υπόδειξη της αστυνομίας. Στις 8.8.2005 έλαβε από την Μαργαρίτα Αντωνίου άλλα δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής της με απορροφητικό πεννάκι όπως ήταν οι οδηγίες του γραφολόγου. Τα πιο πάνω δείγματα τα παρέδωσε στον Λοχ. 1506 Δ. Γεωργίου του ΤΑΕ Λάρνακας για να τα μεταφέρει στο Αρχηγείο της Αστυνομίας για επιστημονικές εξετάσεις. Επειδή από το πόρισμα του γραφολόγου δεν προέκυπτε ότι η Μαργαρίτα Αντωνίου είχε πλαστογραφήσει την εν λόγω απόδειξη αποφασίστηκε ότι προέκυπτε το αδίκημα της δημόσιας βλάβης εναντίον του κατηγορούμενου και προς τούτο κατηγορήθηκε. Η Μ.Κ.2 στην αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη κατάθεση του δεν κατονομάζει κάποιο συγκεκριμένο άτομο πως έκαμε την πλαστογραφία αλλά ότι το συγκεκριμένο έγγραφο που παρουσιάστηκε ήταν πλαστό. Διευκρίνισε όμως ότι δεν είχε άλλο ύποπτο πρόσωπο εκτός από την Μαργαρίτα Αντωνίου. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι ο ίδιος συμπλήρωσε οποιοδήποτε στοιχείο στην εν λόγω απόδειξη. Η μάρτυρας δεν γνώριζε εάν η Μαργαρίτα Αντωνίου είχε τελικά πληρώσει τις επιταγές μετά την επίδειξη της πιο πάνω απόδειξης. Η κατάθεση του Λοχία 1506 Δημήτρη Γεωργίου του Τ.Α.Ε. Λάρνακας σημειώθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 5 και σε αυτή αναφέρεται για τη παραλαβή και μεταφορά στο Αρχηγείο της Αστυνομίας των Τεκμηρίων - τα δείγματα υπογραφής και γραφής - στα οποία έκαμε αναφορά η Μ.Κ.2, τα οποία παρέδωσε στον Υπ/μο Ε. Χριστοδούλου του εργαστηρίου εξέτασης εγγράφων. Η Πρωτοκολλητής στο Ε.Δ. Λάρνακας Μ. Τσιάππα κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Είχε στην κατοχή της τον Ποινικό Φάκελο της υπόθεσης 4940/2006 η οποία αφορούσε κατηγορητήριο το οποίο καταχώρησε η εταιρεία EMFASIS UNDERWEAR LTD εναντίον της Μαργαρίτας Αντωνίου. Η υπόθεση αφορούσε δύο κατηγορίες για ακάλυπτες επιταγές. Κατατέθηκε επίσης από τη μάρτυρα και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6 η πρωτότυπη απόδειξη με αριθμό 2335 με ημερομηνία 29.05.2004 η οποία αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.3.950= και η οποία είχε κατατεθεί στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης μαζί με είκοσι δείγματα υπογραφής. Στην αντεξέταση της η μάρτυρας ανέφερε ότι η κατηγορούμενη Μαργαρίτα Αντωνίου στην υπόθεση αυτή βρέθηκε ένοχη και στις δύο κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν δύο ακάλυπτες επιταγές των Λ.Κ.1.000= η κάθε μια. Επιβλήθηκε στην εκεί κατηγορούμενη πρόστιμο και καταδικάστηκε στα έξοδα όπως θα ψηφίζονταν από τον Πρωτοκολλητή. Η πιο πάνω απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. Κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 7 η έκθεση του γραφολόγου Ανώτερου Υπ/μου Μαρκίδη με ημερομηνία 28.03.2006 η οποία αφορούσε την επίδικη απόδειξη. Το αποτέλεσμα της εξέτασης όπως καταγράφεται σε αυτή δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το δικαστήριο. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό:
- Η αμφισβητούμενη γραφή/ συμπλήρωση στην απόδειξη που αναφέρεται πιο πάνω, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής που αποδίδονται στο Νεόφυτο Νεοφύτου και Μαργαρίτα Αντωνίου, παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους και κατά τη γνώμη του κανένας από αυτούς δεν μπορεί να συνδεθεί.
- Η αμφισβητούμενη υπογραφή/ μονογραφή είναι μία γραφική παράσταση που δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε γράμματα του αλφαβήτου και είναι εύκολη στον τρόπο σχηματισμού της. Παρόλο τούτο, περιλαμβάνει κάποια τεχνική στον τρόπο σχηματισμού της. Η ίδια τεχνική και μορφή υπάρχουν και στα αντίστοιχα δείγματα υπογραφής που αποδίδονται στο Νεόφυτο Νεοφύτου και ως εκ τούτου δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η υπογραφή αυτή να έγινε από τον Νεόφυτο Νεοφύτου.
- Η αμφισβητούμενη υπογραφή στο όνομα ¨Νεόφυτος Νεοφύτου¨ σε σύγκριση με τα αντίστοιχα δείγματα που αποδίδονται στο Νεόφυτο Νεοφύτου, παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους και κατά τη γνώμη του η υπογραφή αυτή έγινε από το Νεόφυτο Νεοφύτου. Η Μαργαρίτα Αντωνίου κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Αναγνώρισε την κατάθεση της που έδωσε στην αστυνομία και η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σε αυτή καταγράφει τη δική της εκδοχή σε σχέση με την εν λόγω απόδειξη την οποία υποστηρίζει ότι της την είχε δώσει ο κατηγορούμενος όταν του έδωσε σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ.3.950= που αφορούσαν διάφορες επιταγές που δεν είχαν καλυφθεί από την τράπεζα της και αφού αφαίρεσε από το οφειλόμενο ποσό την έκπτωση που της έκαμνε δηλαδή 10%. Τις επιταγές παρά τις συνεχείς ενοχλήσεις της δεν της τις επέστρεφε, παρά τη συμφωνία τους, και τούτο γιατί ισχυριζόταν ότι του χρωστούσε τόκους. Στην αντεξέταση της, όταν της ζητήθηκε, έκαμε κάποιους υπολογισμούς όπου συμπεριέλαβε το ποσό που έδωσε σε μετρητά, όπως ισχυρίστηκε, στον κατηγορούμενο και για τούτο η απόδειξη αφορούσε το ποσό που όφειλε πλην του ποσοστού 10% που ήταν η έκπτωση που εδικαιούτο, ισχυριζόμενη ότι είχε ξοφλήσει ό,τι χρωστούσε στον κατηγορούμενο. Δεν αρνήθηκε ότι είχε πάρει την επιστολή που της απέστειλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 10 και ο οποίος αξίωνε από αυτή την πληρωμή των επιταγών στις οποίες αναφερόταν αλλά ισχυρίστηκε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν του είχε πει ότι έχει εξοφλήσει τις εν λόγω επιταγές. Η νομική συμβουλή που της είχε δοθεί όταν πήρε την επιστολή, το Τεκμήριο 10, ήταν ότι θα έδειχναν την απόδειξη στο Δικαστήριο εάν καταχωρείτο υπόθεση εναντίον της. Παραδέχθηκε ότι είχαν καταχωρηθεί εναντίον της οι ποινικές υποθέσεις με αριθμό 13259/04 και 4940/
- Η πρώτη αφορούσε δεκαεπτά επιταγές οι οποίες συμποσούνταν στο ποσό των Λ.Κ.5.700=. Στο τέλος πλήρωσε συνολικά το ποσό των Λ.Κ.6.200= συμπεριλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων. Πλήρωσε τελικά το πιο πάνω ποσό εξ ανάγκης για να μη τρέχει στο δικαστήριο εφόσον τότε ήταν έγκυος και για κάποιο λόγω συνελήφθη και παρέμεινε μάλιστα και υπό κράτηση. Έτσι υποχρεωτικά πλήρωσε τις επιταγές για δεύτερη φορά για να μη πάει φυλακή. Παραδέχθηκε ακόμα ότι είχε εγείρει πολιτική αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με αριθμό 2244/2006 εναντίον του κατηγορουμένου διεκδικώντας τα ποσά που κατ΄ ισχυρισμό της κατέβαλε για δεύτερη φορά σε αυτόν χωρίς να του τα οφείλει. Την αγωγή αυτή την απέσυρε μετά από συμβουλή του δικηγόρου της χωρίς επιφύλαξη καθώς την είχε συμβουλέψει ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος να προχωρήσει αυτή την υπόθεση εφόσον καταδικάστηκε ήδη από άλλο Δικαστήριο στην ποινική υπόθεση 4940/
- Δεν αρνήθηκε αρχικά ότι όταν εργαζόταν ως υπάλληλος στην εταιρεία του κατηγορούμενου είχε πρόσβαση σε έγγραφα αυτής της εταιρείας ενώ στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε αρνούμενη ότι είχε μια τέτοια πρόσβαση επικαλούμενη ταυτόχρονα άγνοια γιατί δεν βρέθηκε στα αρχεία της εταιρείας, όπως της υποβλήθηκε, το συγκεκριμένο μπλοκ των αποδείξεων της εταιρείας από το οποίο αφαιρέθηκε η επίδικη απόδειξη. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Η κυρίως εξέταση του έγινε υπό τη μορφή γραπτής δήλωσης σύμφωνα με το Άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Κατέγραψε σε αυτή ότι γνώριζε τη Μ.Κ.4 για πολλά χρόνια εφόσον υπήρξε υπάλληλος σε κατάστημα λιανικής πώλησης που διατηρούσε η εταιρεία EMFASIS UNDERWEAR LTD στη Λάρνακα της οποίας ήταν διευθύνων σύμβουλος. Τον Οκτώβριο του 2002 η εταιρεία του και η Μ.Κ.4 συμφώνησαν να αγοράσει η Μ.Κ.4 την πιο πάνω επιχείρηση. Η συμφωνία διαλάμβανε ότι η εταιρεία του θα συνέχιζε να προμηθεύει το πιο πάνω κατάστημα με διάφορα εμπορεύματα της ειδικότητας της. Η Μ.Κ.4 εμπορευόταν και με την εμπορική επωνυμία MAGY TRADING. Η πληρωμή των εμπορευμάτων που την προμήθευε γινόταν με τραπεζικές επιταγές. Κάποια στιγμή οι επιταγές αυτές άρχισαν να επιστρέφονται απλήρωτες λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους. Τον Ιούλιο του 2004 η εταιρεία του είχε στην κατοχή της και ήταν η δικαιούχος δεκαεπτά απλήρωτων τραπεζικών επιταγών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Στήριξης Νέων Λτδ με εκδότρια την Μ.Κ.4 που αφορούσαν διάφορες ημερομηνίες και διάφορα ποσά για συνολικό ποσό Λ.Κ.5.700=. ΟΙ επιταγές επιστράφηκαν πίσω απλήρωτες καθ΄όσον δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα ή και για τον λόγο ότι είχε κλείσει ο λογαριασμός της. Προς τούτο στις 14.07.2004 μέσω δικηγόρου της απέστειλε επιστολή, η οποία της επιδόθηκε προσωπικά στις 16.07.2004 με την οποία απαιτούσαν την πληρωμή των επιταγών σε δεκαπέντε μέρες. Η Μ.Κ.4 σε επικοινωνία που είχε με τον δικηγόρο της εταιρείας ζήτησε πίστωση χρόνου χωρίς όμως και πάλι να ανταποκριθεί, για τούτο καταχωρήθηκε η Ποινική Υπόθεση 13259/2004 του Ε. Δ. Λάρνακας στις 19.11.
- Για να αποσυρθεί η υπόθεση, η Μ.Κ.4 η οποία εκπροσωπείτο στη δίκη από δικηγόρο, πρότεινε να εκδώσει προς όφελος της εταιρείας του έξι νέες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.6.200= προς αντικατάσταση των πιο πάνω επιταγών και εξόφληση των δικηγορικών εξόδων. Ούτε και αυτές οι επιταγές εξαργυρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της. Και πάλι ειδοποιήθηκε από τον δικηγόρο του και αυτή προσφέρθηκε να τις πληρώσει με μετρητά, όπως και έκαμε μερικώς με την πληρωμή τεσσάρων από τις επιταγές για το ποσό των Λ.Κ.4.200= και έτσι παρέμειναν απλήρωτες δύο από αυτές. Καταχωρήθηκε νέα ποινική υπόθεση η υπ΄αριθμό 4940/2006 στην οποία μετά από ακροαματική διαδικασία εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Μ.Κ.4 στις στις 20.09.2007 με την οποία βρέθηκε ένοχη για την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Μετά την έκδοση της απόφασης η Μ.Κ.4 κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.2.000= και της επιβλήθηκε χρηματική ποινή. Η απόφαση αυτή δεν εφεσιβλήθηκε. Όταν εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η υπόθεση 13259/2004 ο δικηγόρος της Μ.Κ.4 του είχε παρουσιάσει μια απόδειξη της εταιρείας του με αριθμό 2335 για το ποσό των Λ.Κ.3.950= στην οποία αναφέρονταν αριθμοί επιταγών που αφορούσε η υπόθεση. Στη θέση του παραλήπτη φαινόταν η υπογραφή του κατηγορούμενου και το όνομα του ολογράφως. Ήταν ο ισχυρισμός της Μ.Κ.4 ότι του είχε δώσει σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ.3.950= για την εξόφληση των επιταγών που ήταν το αντικείμενο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ίδιος όταν προβλήθηκε αυτός ο ισχυρισμός ξαφνιάστηκε καθώς ουδέποτε η Μ.Κ.4 του είχε δώσει τέτοιο ποσό. Η υπογραφή στην εν λόγω απόδειξη έμοιαζε πράγματι με τη δική του πλην όμως ήταν σίγουρος ότι ουδέποτε υπέγραψε τέτοια απόδειξη με συμπληρωμένα τα στοιχεία του ονόματος του, τους αριθμούς των επιταγών και του χρηματικού ποσού και των ημερομηνιών. Τα στοιχεία αυτά στην εν λόγω απόδειξη συμπληρώθηκαν από άγνωστο σε αυτόν άτομο. Με τη συμβουλή του δικηγόρου του καθώς ήταν σίγουρος ότι δεν του είχε πληρωθεί το ποσό αυτό και ότι δεν εξέδωσε την εν λόγω απόδειξη έδωσε κατάθεση στην αστυνομία για το θέμα αυτό στις 20.04.
- Το έκαμε εφόσον ήταν σίγουρος και εξακολουθούσε να είναι σίγουρος ότι το ισχυριζόμενο περιστατικό που ανέφερε η Μ.Κ.4 στην κατάθεση της ουδέποτε έλαβε χώρα. Σε καμιά περίπτωση δεν έκδωσε την εν λόγω απόδειξη, ούτε την παρέδωσε στην Μ.Κ.4 ούτε και είσπραξε το ποσό που αναφέρεται σε αυτή. Δεν γνωρίζει πως βρέθηκε η υπογραφή του και το όνομα του ολογράφως στην εν λόγω απόδειξη τα οποία όντως μοιάζουν με τα δικά του. Επεσήμανε ότι ουδέποτε υπέγραψε απόδειξη με υπογραφή και με αναγραφή ολογράφως του ονόματος του όπως φαίνεται στην εν λόγω απόδειξη. Κατά τη διάρκεια που ήταν υπάλληλος της Εταιρείας του η Μ.Κ.4 είχε πρόσβαση σε μπλοκ αποδείξεων της Εταιρείας του. Παρά τις προσπάθειες του δεν κατάφερε να εντοπίσει το συγκεκριμένο μπλοκ αποδείξεων από το οποίο εξεδόθη η συγκεκριμένη απόδειξη. Πιθανολόγησε ότι ίσως αυτό το μπλοκ να παρέμεινε στο κατάστημα όταν το είχε πωλήσει στη Μ.Κ.
- Από έρευνα που έκαμε στο Λογιστήριο της Εταιρείας του διαπίστωσε ότι για τις εισπράξεις που έκανε η εταιρεία κατά τα έτη 2001 και 2002 η εταιρεία χρησιμοποιούσε αποδείξεις που αποκόπηκαν από μπλοκ με αριθμό 2351 μέχρι
- Οι εν λόγω αποδείξεις εξεδόθησαν μεταξύ των ημερομηνιών 9.08.2001 μέχρι 15.01.
- Επίσης οι αποδείξεις από το μπλοκ με αριθμούς 2251 έως 2300 εξεδόθησαν μεταξύ των ημερομηνιών 11.07.2001 έως 3.09.
- Κατέθεσε ολόκληρο το φάιλ της εταιρείας με τις σχετικές αποδείξεις. Από έρευνα που έκαμε διαπίστωσε ότι η εταιρεία δεν εξέδωσε καμιά απόδειξη από το μπλοκ με αριθμούς 2301 μέχρι
- Για το έτος 2004 η εταιρεία εξέδιδε αποδείξεις από μπλοκ αποδείξεων που έφεραν αριθμούς πέραν του αριθμού
- Προς τούτο καταχώρησε τέσσερα σχετικά μπλοκ. Για το έτος 2003 καταχώρησε μπλοκ αποδείξεων με αριθμούς 3651 -
- Τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.4 ότι η εταιρεία του της χρωστούσε χρήματα ως έκπτωση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αντίθετα ήταν αυτή που όφειλε στην εταιρεία του χρήματα για την προμήθεια εμπορευμάτων. Ενεργούσε πάντοτε με καλή πίστη και ποτέ δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει βλάβη σε κανένα και ειδικά στο δημόσιο με την καταγγελία που έκαμε στην αστυνομία. Εξέφρασε παράπονο ότι η αστυνομία δεν διερεύνησε σωστά την δική του καταγγελία αλλά και το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει καθώς προχώρησαν αμέσως σε γραπτή κατηγορία και καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης βασιζόμενοι μόνο στο πόρισμα του γραφολόγου και ίσως σε όσα ισχυρίστηκε στην κατάθεση της η Μ.Κ.4 χωρίς να διερευνήσουν και να ακούσουν ξανά και να ζητήσουν από αυτόν νέες διευκρινίσεις. Στη κατάθεση του ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε περαιτέρω και έδωσε εξηγήσεις για σειρά εγγράφων τα οποία είτε είχαν κατατεθεί ως τεκμήρια από τους μάρτυρες κατηγορίας είτε εκ συμφώνου ή σε αυτά τα οποία κατέθεσε ο ίδιος. Κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι όσα κατέθεσε και κατά την κυρίως εξέταση του είναι τα αληθινά γεγονότα που διέπουν την υπόθεση. Κατέθεσε επί πλέον τρία μπλοκ αποδείξεων της εταιρείας του τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 16,17 και 18 αντίστοιχα και αφορούν αποδείξεις που αρχίζουν από τους αριθμούς 3951 με ημερομηνία έκδοσης της πρώτης 21.06.2004 μέχρι 4.900 με τελευταία ημερομηνία την 24.12.
- Εξήγησε ότι οι ημερομηνίες και οι αριθμοί των αποδείξεων δεν ακολουθούν κάποια χρονολογική σειρά λόγω του ότι τέτοια μπλοκ αποδείξεων όπως είναι η πρακτική που ακολουθούσε η εταιρεία του κρατούσαν τρεις διαφορετικοί μεταπωλητές της εταιρείας και ο καθένας εξέδιδε αποδείξεις ανάλογα με τις πωλήσεις που έκανε. Δεν μπορούσε να υποθέσει πως βρέθηκε το συγκεκριμένο μπλοκ αποδείξεων από το οποίο εκδόθηκε η συγκεκριμένη απόδειξη στα χέρια της Μ.Κ.4 η οποία εν πάση περιπτώσει κατά τη διάρκεια που ήταν υπάλληλος της εταιρείας τους είχε πρόσβαση στις αποδείξεις της εταιρείας. Επέμενε ότι στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας του δεν φαίνεται να είχε εκδοθεί οποιαδήποτε άλλη απόδειξη από το συγκεκριμένο μπλοκ από το οποίο εκδόθηκε η επίδικη απόδειξη. Αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι τα όσα ανέφερε είναι προϊόν δεύτερης σκέψης για να αποφύγει τις ευθύνες του για μια ψευδή καταγγελία που έκαμε στην αστυνομία τονίζοντας ταυτόχρονα πως δεν μπορούσε να ξέρει ποιανού γράμματα ήταν αυτά που αναγράφονται επί της απόδειξης πέραν της υπογραφής και της ολόγραφης αναγραφής του ονόματος του τα οποία πράγματι μοιάζουν με τα δικά του. Επέμενε ότι δεν έγινε ποτέ συνάντηση τους με σκοπό να του δώσει μετρητά χρήματα η Μ.Κ.4 προς εξόφληση του χρέους της προς την εταιρεία του και μάλιστα στην παρουσία τρίτου ατόμου όπως αυτή ισχυρίστηκε. Απέδωσε την περιγραφή μιας τέτοιας συνάντησης τους όπως έγινε από την Μ.Κ.4 ως αποκύημα της φαντασίας της για να αποφύγει τις ευθύνες της από το υπόλοιπο του χρέους της. Σε περαιτέρω σημεία της μαρτυρίας και αναφορά στο έγγραφο υλικό που έχει κατατεθεί θα αναφερθώ με λεπτομέρεια κατά τον σχολιασμό της μαρτυρίας κατά το στάδιο της αξιολόγησης της. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η κα Θεμιστοκλέους πέραν της υιοθέτησης των όσων ανέφερε και κατά την αγόρευση της κατά το στάδιο του εκ Α΄ Όψεως εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή βάσισε την υπόθεση της στην μαρτυρία του γραφολόγου όπου τουλάχιστον ως προς τον συντάκτη της ολόγραφης αναγραφής του ονόματος του κατηγορουμένου ήταν απόλυτος ότι γράφτηκε από τον κατηγορούμενο. Εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απόδειξε πέραν από κάθε αμφιβολία της υπόθεσης της. Ήταν η εισήγηση του κ. Μυλωνά ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι πολύ αδύνατη. Αφήνει κενά, παρουσιάζει ασάφειες ακόμα και αυτή η μαρτυρία του γραφολόγου, σε σημείο που το Δικαστήριο να μην μπορεί να αποφανθεί στο βαθμό που επιβάλλεται δηλαδή πέραν από κάθε αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορουμένου. Η μαρτυρία της Μ.Κ.4 έβριθε από αντιφάσεις και κενά και δεν συνάδει με την λογική ενώ εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γίνει πιστευτός από το Δικαστήριο σε αντίθεση με την Μ.Κ.4 η οποία για να αποφύγει τις όποιες δικές της ευθύνες για το χρέος της προς την εταιρεία του κατηγορούμενου όταν αντιμετώπιζε ποινική υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσίασε μια φτιαχτή ιστορία ότι τάχα είχε εξοφλήσει τον κατηγορούμενο. Δεν επέμενε όμως σε αυτόν τον ισχυρισμό της και για τούτο συμφώνησε και εξέδωσε άλλες μεταχρονολογημένες επιταγές προς εξόφληση αυτών για τις οποίες αντιμετώπιζε την ποινική υπόθεση. Χαρακτήρισε πλημμελή την διερεύνηση της υπόθεσης από την αστυνομία. Γι΄αυτούς τους λόγους εισηγήθηκε όπως αθωωθεί ο κατηγορούμενος καθώς ούτε η γνώση του κατηγορουμένου (mens rea) όπως απαιτείται προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος αποδείχθηκε αλλά ούτε και αυτό το actus reus του αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί λόγω αμφιβολιών που προκλήθηκαν τόσο συνεπεία της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής όσο και των στοιχείων που παρουσίασε ο κατηγορούμενος με τα οποία ανέτρεψε τη θέση της Μ.Κ.
- Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ : Το Άρθρο 115 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 στο οποίο βασίζεται το αδίκημα διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨Όποιος, γνωρίζει ότι δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος δημόσιας βλάβης, και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου¨. Καθίσταται σαφές από το λεκτικό της πιο πάνω πρόνοιας ότι προς απόδειξη του αδικήματος απαιτείται η γνώση (mens rea) εκ μέρους του κατηγορουμένου ότι αυτά για τα οποία καταγγέλλει είναι ψευδή και ότι δεν έχει στην πραγματικότητα προκληθεί οποιοδήποτε αδίκημα για το οποίο γίνεται η καταγγελία. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης να δω, να ακούσω, να παρατηρήσω λόγια και αντιδράσεις εκ μέρους των μαρτύρων και του κατηγορουμένου οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως και στη συνέχεια να διεξέλθω με προσοχή όλα τα έγγραφα - τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν εκ μέρους και των δύο πλευρών. Έχοντας μεταξύ άλλων υπόψη την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση που είχαν οι μάρτυρες, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την διαπιστωθείσα ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται, να αγνοούν ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614), θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης, το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως, θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Καυκαρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165). Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά, όπως λέχθηκε πολλές φορές σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου. Εξετάζεται όμως μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ.
- Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία, και αντικρίζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου κάτω από το φακό αυτών των αρχών, θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της και θα εξαγάγω τα συμπεράσματα μου σε σχέση με ποια από τις δύο εκδοχές θα αποδεχθώ. Οι Μ.Κ.1,2 και 3 έκαμαν αναφορά στα όσα περιήλθαν στη γνώση τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και δέχομαι τα όσα ανέφεραν ως αληθινά και ανταποκρινόμενα στην αλήθεια. Θα προβώ σε κάποια σχόλια στη συνέχεια μόνο σε σχέση με τη διερεύνηση του αδικήματος από τη Μ.Κ.2, που ήταν η ανακριτής της υπόθεσης. Όπως φάνηκε από τη μαρτυρία, ενώ η αστυνομία είχε ενώπιον της ένα παράπονο - καταγγελία εκ μέρους του κατηγορουμένου με την οποία δεν κατονόμαζε συγκεκριμένο πρόσωπο, όπως προκύπτει από την κατάθεση του (Τεκμήριο 4), σταμάτησε την περαιτέρω διερεύνηση του και αντί αυτού βασιζόμενη στην γραφολογική εξέταση του Τεκμηρίου 6 όπως προκύπτει από την έκθεση του γραφολόγου (Τεκμήριο 7) και ίσως στην κατάθεση της Μ.Κ.4 (Τεκμήριο 8) στην οποία βασίστηκε κάμνοντας την στη ουσία πιστευτή, αποφάσισε να του εκθέσει κατηγορία για τη διάπραξη του αδικήματος της δημόσιας βλάβης που όπως προσδιορίζεται στις λεπτομέρειες αφορούσε ψευδή καταγγελία του για κατά φαντασία ποινικό αδίκημα ότι τάχα πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του και ενώ γνώριζε ότι η καταγγελία ήταν ψευδής. Με αυτά ως παραδεκτά γεγονότα θα προχωρήσω στη συνέχεια σε κάποιες παρατηρήσεις: - Προκύπτει από την κατάθεση του κατηγορουμένου ότι το σύνολο του εγγράφου είναι πλαστό υπό την έννοια ότι δεν το εξέδωσε ο ίδιος όπως έχει. Σημειώνω τι είναι που λέγει ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του και έχει σημασία: ¨Στη θέση του παραλήπτη, λέγει, φαίνεται η υπογραφή μου και το όνομα μου ολογράφως¨ και στη συνέχεια: ¨ Εγώ αρνήθηκα ότι έγινε κάτι τέτοιο και του είπα - του δικηγόρου της - ότι δεν υπέγραψα τέτοια απόδειξη¨. Επομένως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό που χρησιμοποιεί ο κατηγορούμενος στη κατάθεση του ότι εκείνο που ισχυρίζεται ότι δεν είχε κάμει ήταν να εκδώσει την απόδειξη ως έχει, με το περιεχόμενο της. Πουθενά δεν λέγει κατηγορηματικά ότι η μονογραφή και η ολόγραφη αναγραφή του ονόματος του δεν είναι δικά του. Εκείνο το οποίο κατάγγελλε είναι ότι παρουσιάστηκε ψευδώς ότι εξέδωσε τη συγκεκριμένη απόδειξη όπως αυτή είναι συμπληρωμένη, για τον συγκεκριμένο σκοπό, της εξόφλησης δηλαδή κάποιων επιταγών που αναγράφονταν σε αυτή. - Έχει σημασία όμως και τι λέγει η έκθεση του γραφολόγου η οποία έγινε παραδεκτή και από την Υπεράσπιση. Στο υπ΄ αριθμό 1 συμπέρασμα του ο γραφολόγος καταλήγει ότι όλα τα αναγραφόμενα επί της πιο πάνω απόδειξης παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους και κατά τη γνώμη του κανένας από τους δύο, δηλαδή ο κατηγορούμενος και η Μ.Κ.4 δεν μπορεί να συνδεθεί με αυτά. Για το ζήτημα της μονογραφής δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να ανήκει στον κατηγορούμενο ενώ για την ολόγραφη αναγραφή του ονόματος καταλήγει σε θετική άποψη ότι αυτή ανήκει στον κατηγορούμενο. Παρατηρώ επομένως ότι η έκθεση από μόνη της αφήνει αμφιβολίες και δεν μπορεί με βάσει μόνο αυτή να καταλήξει κάποιος στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ψευδώς κατάγγειλε όσα κατάγγειλε και μάλιστα χωρίς να κατονομάζει οποιονδήποτε ως τον πλαστογράφο της απόδειξης και αυτό εφόσον όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που είναι χειρόγραφα συμπληρωμένα στην απόδειξη δεν τα είχε συμπληρώσει ο κατηγορούμενος. - Εφόσον έτσι είχαν τα πράγματα η αστυνομία, κατά την άποψη μου, θα έπρεπε εάν ήθελε να προχωρήσει σε μια σε βάθος διερεύνηση της υπόθεσης, να καλέσει ξανά τον κατηγορούμενο, πράγμα που δεν έκαμε, για να δώσει περεταίρω εξηγήσεις και στοιχεία που θα στοιχειοθετούσαν την καταγγελία του. Θεώρησε ότι η καταγγελία περί πλαστογραφίας εφόσον επηρέαζε και έδειχνε ουσιαστικά μόνο την Μ.Κ.4, όπως ανέφερε και η Μ.Κ.2 ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι αρκούσε η θέση της η οποία έγινε άνευ άλλου πιστευτή, με αποτέλεσμα αμέσως να κατηγορηθεί ο κατηγορούμενος για ψευδή καταγγελία. Με μια τέτοια τροπή που πήρε η υπόθεση μετά την έκθεση του γραφολόγου θα έπρεπε ο κατηγορούμενος να είχε κληθεί να δώσει εξηγήσεις επί των ισχυρισμών της ¨ύποπτης¨ τότε Μ.Κ.4 και όχι να κλητευθεί απευθείας χωρίς άλλη διερεύνηση και να κατηγορηθεί για το υπό εκδίκαση αδίκημα. Στη συνέχεια θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.4 στην οποία στηρίζεται στην ουσία η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εφόσον έγινε πιστευτή από την αστυνομία. Η μάρτυρας παραδέχθηκε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα μετά την αγορά της επιχείρησης καταστήματος στο οποίο είχε εργαστεί τα προηγούμενα χρόνια ως υπάλληλος και του οποίου ιδιοκτήτρια ήταν η εταιρεία του κατηγορούμενου. Τα όσα επακολούθησαν στις οικονομικές τους σχέσεις εν πολλοίς έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Ενώπιον του Δικαστηρίου θα μπορούσα να πω ότι παρουσιάστηκε άνετη, αυθόρμητη, ετοιμόλογη και μου φάνηκε ότι είναι μια έξυπνη κοπέλα με αυξημένη την αίσθηση του κινδύνου που διέτρεχε να υποπέσει σε αντιφάσεις και αυτό φάνηκε από την ετοιμότητα της κάθε φορά να εφευρίσκει τρόπο να προσπερνά τους σκοπέλους της αντεξέτασης χωρίς όμως να είναι πάντοτε πειστική με τις εξηγήσεις που έδιδε οι οποίες σε κάποιες περιπτώσεις μεγάλωναν την σύγχυση. Η μαρτυρία της αντικριζόμενη ως σύνολο αλλά και σε σύγκριση με την άλλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου είτε προφορική είτε έγγραφη παρουσιάζει κενά και εύλογα ερωτηματικά ως προς τις ενέργειες της οι οποίες θα μπορούσα να πω πως χαρακτηρίζονται από αφέλεια κάτι που δεν ταίριαζε στην μάρτυρα. - Η οικονομική επομένως δυσκολία στην οποία βρέθηκε, την οποία παραδέχθηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου, την οδήγησε στην έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών οι οποίες σε κάποιο στάδιο παρέμειναν απλήρωτες αποτέλεσμα ήταν να πληρώνει σε μετρητά μερικές από αυτές, να ζητά να μη κατατίθενται στη τράπεζα και περαιτέρω παράταση χρόνου για την πληρωμή τους κ.λ.π. Τελικά εξασφαλίζει βιβλιάριο επιταγών από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Στήριξης Νέων το οποίο συμφώνησε να της παράσχει δάνειο και εξέδωσε προς όφελος της εταιρείας του κατηγορουμένου δεκαεπτά μεταχρονολογημένες επιταγές ύψους Λ.Κ.5.700= προς εξόφληση του χρέους της. Καμιά από τις επιταγές δεν πληρώθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να κινήσει εναντίον της ιδιωτική ποινική υπόθεση στις 19.11.2004 την υπόθεση 13259/2004 στο Ε.Δ. Λάρνακας. Σε κάποιο στάδιο προς διευθέτηση της υπόθεσης αυτής και προς αποφυγή των ευθυνών της από ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Μ.Κ.4 εξέδωσε έξι μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.6.200= καλύπτοντας και τα δικηγορικά έξοδα. Ούτε και αυτές οι επιταγές πληρώθηκαν έγκαιρα και μετά από διαβήματα πληρώθηκαν τέσσερις από αυτές και παρέμειναν δύο επιταγές των Λ.Κ.1.000= η κάθε μια απλήρωτες για τις οποίες καταχωρήθηκε νέα ποινική υπόθεση η 4940/2006 του Ε.Δ. Λάρνακας για την οποία και εκδόθηκε απόφαση στις 20.09.
- Μετά από την καταδίκη της πλήρωσε και αυτές τις επιταγές. - Σε σχέση με το περιστατικό που περιέγραψε της εξόφλησης κατά τον ισχυρισμό της του χρέους της προς τον κατηγορούμενο θα πρέπει να πω πως δεν ήταν καθόλου πειστική. Δεν εξήγησε ποια ανάγκη την οδήγησε να επιδείξει τέτοια βιασύνη και να κάμει αυτή τη διευθέτηση απόγευμα Σαββάτου, όπως ισχυρίζεται, όταν το λογιστικό γραφείο της εταιρείας του κατηγορουμένου ήταν κλειστό και δεν ήταν εύκολο γι΄αυτόν να βρει τα στοιχεία που χρειάζονταν. Παρόλο ότι είχε πληρώσει σε μετρητά όπως ισχυρίστηκε και πήρε την επίδικη απόδειξη προς τούτο τότε ποιος ο λόγος να επιμένει να της επιστραφούν οι επιταγές εφόσον είχε εξοφλήσει. Εάν η απόδειξη αφορούσε την εξόφληση όλου του χρέους της και όλες τις επιταγές τότε γιατί δεν αξίωσε να τις καταγράψει όλες πάνω στην απόδειξη. Μετά που όπως ισχυρίστηκε αξίωνε από τον κατηγορούμενο να της επιστρέψει τις επιταγές και αυτός δεν το έκαμνε, κρίνω ότι είναι εκ των υστέρων σκέψη της τα όσα ανέφερε και μια απλοϊκή σκέψη, ότι τάχα είχε νομική συμβουλή ότι εάν της κινούσε αγωγή τότε θα παρουσίαζαν την απόδειξη. Αφού όπως λέγει στην κατάθεση της επέμενε να της επιστραφούν πίσω οι επιταγές τις οποίες θα εξοφλούσε ή να της δοθεί εξοφλητική απόδειξη γιατί δεν έκαμε υπομονή μέχρι τη Δευτέρα που θα άνοιγε το γραφείο της εταιρείας του κατηγορουμένου για να πάρει πίσω και τις επιταγές τις οποίες εξόφλησε. Πως θα μπορούσε η απόδειξη την οποία τελικά, όπως ισχυρίζεται, της έδωσε ο κατηγορούμενος, να παρουσιάζει διαφορές στο γραφικό χαρακτήρα η οποία πλην της ολόγραφης αναγραφής του ονόματος του κατηγορουμένου σε κανένα άλλο της σημείο δεν τον συνδέει απόλυτα με τη σύνταξη της, όπως είναι και η μαρτυρία του γραφολόγου. Η μάρτυρας δεν έδωσε κάποια εξήγηση γιατί να συνέβη αυτό εφόσον το μόνο πρόσωπο, όπως ισχυρίστηκε, που είχε συναντήσει ήταν ο κατηγορούμενος. Πως αυτός σε χρονικό διάστημα ½ ώρας κατά την οποία τον ανέμενε για να της προσκομίσει την απόδειξη, θα μπορούσε να σκεφθεί όλα τα πιο πάνω να συντάξει δηλαδή την απόδειξη υπογράφοντας την ο ίδιος αλλά τα υπόλοιπα στοιχεία να τα συμπληρώσει κάποιο άλλο πρόσωπο με απώτερο σκοπό να αρνηθεί στο μέλλον την έκδοση από αυτόν της απόδειξης. Από την άλλη πως γίνεται να συμπεριλαμβάνει επιταγές όπως αυτές είναι η 4000780 και 4000781 οι οποίες σύμφωνα με την κατάσταση του λογαριασμού της την οποία η ίδια κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 είχαν εξοφληθεί δύο και πλέον μήνες πριν την έκδοση αυτής της απόδειξης. Σημειώνω ότι αυτές οι δύο πιο πάνω επιταγές δεν είναι μεταξύ των δεκαεπτά επιταγών για τις οποίες κινήθηκε αργότερα η υπόθεση 13259/
- Εν πάση περιπτώσει το ποσό το οποίο ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε προς εξόφληση του χρέους της προς την εταιρεία του κατηγορούμενου δεν συμπίπτει με τη θέση της ότι αφαίρεσε ένα ποσοστό 10% ως έκπτωση δήθεν που εδικαιούτο. Πώς είναι δυνατό να δικαιούται έκπτωση 10% επί των εμπορευμάτων που αγόραζε από την εταιρεία του κατηγορουμένου και να εκδίδει επιταγές χωρίς να αφαιρεί ταυτόχρονα αυτό το ποσοστό που όπως ισχυρίστηκε το εδικαιούτο και να αποφασίζει αργότερα όταν δεν έχουν πληρωθεί οι επιταγές να τις εξοφλεί αφαιρώντας μόνο τότε το πιο πάνω ποσοστό έκπτωσης. Πως από την άλλη γίνεται να έχει στα χέρια της μια εξοφλητική απόδειξη και να μη προχωρά με την υπεράσπιση της εξόφλησης των επιταγών αλλά να δέχεται να εκδώσει νέες προς εξόφληση των ίδιων επιταγών. Κρίνω ότι η Μ.Κ.4 παρουσίασε μια αλλοπρόσαλλη και ακατανόητη εκδοχή στην οικονομική διαφορά που προέκυψε με τις οφειλές της προς την εταιρεία του κατηγορουμένου και προσπαθούσε, μετά βέβαια την άσκηση πιέσεων εκ μέρους του κατηγορουμένου για την εξόφληση τους, με τη χρησιμοποίηση διαφόρων μέσων μερικά από τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως ¨τεχνικά¨ να ανταπεξέλθει από αυτή την αδιέξοδη κατάσταση της όπως ήταν με την έκδοση νέων μεταχρονολογημένων επιταγών, με το να ζητά να μην κατατίθενται αυτές με τη λήξη τους και να της παρέχεται η ευκαιρία να τις αποπληρώνει σε μετρητά, με την έκδοση άλλων επιταγών προς αντικατάσταση προηγούμενων ή προς αποφυγή της ποινικής ευθύνης ή έστω των σοβαρών συνεπειών που θα είχε για την έκδοση ακάλυπτων επιταγών και την μη εξόφληση τους. Όλη η πιο πάνω στάση της ενσπείρει αμφιβολίες ως προς την γνησιότητα και την αλήθεια των όσων υποστήριξε και στη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε τον μάρτυρα επί του κατηγορητηρίου 5, ο οποίος κατ΄ ισχυρισμό της Μ.Κ.4 ήταν αυτόπτης μάρτυρας της συνάντησης της με τον κατηγορούμενο που είχε ως σκοπό να τον εξοφλήσει. Η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι αυτό το γεγονός υπέκρυπτε κάποια σκοπιμότητα εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν θα ασπαστώ όμως αυτή τη θέση εφόσον έγινε ειλικρινής προσπάθεια εκ μέρους της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής και προς τούτο αναβλήθηκε η ακρόαση της υπόθεσης για να βρεθεί και να κλητευθεί να καταθέσει ως μάρτυρας χωρίς όμως επιτυχία. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η πτυχή της υπόθεσης θα ληφθεί υπόψη αφού ενταχθεί στο σύνολο των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση έχοντας υπόψη όσα δέχεται η νομολογία μας επί αυτού του ζητήματος χωρίς βέβαια να είναι καταλυτική ως προς την τελική μου απόφαση επί της μαρτυρίας (βλ. Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 143 στη σελ. 151 και επ. και τη νομολογία στην οποία γίνεται αναφορά). Υπάρχουν όμως και άλλα σημεία επί της μαρτυρίας της τα οποία επιτείνουν την άποψη μου ότι τελικά αντικριζόμενη ως σύνολο δεν θα μου επέτρεπε να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή οποιονδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων. Πως είναι δυνατό η Μ.Κ.4 να εκδώσει άλλες επιταγές αρχικά προς αντικατάσταση ήδη, κατ΄ ισχυρισμό της, πληρωθέντων επιταγών, να καλύπτει μάλιστα και τα δικηγορικά έξοδα που προκλήθηκαν από την έγερση ποινικής υπόθεσης για την μη εξόφληση τους και στη συνέχεια να εξοφλήσει οικιοθελώς πριν από την έγερση οποιασδήποτε νέας ποινικής υπόθεσης τέσσερις επιταγές για το ποσό των Λ.Κ. 4.200= ποσό το οποίο είχε εξοφλήσει προηγουμένως και διέθετε προς τούτο εξοφλητική απόδειξη. Πως είναι δυνατό να έρχεται να πληρώνει και τις δύο εναπομείνασες επιταγές μετά από την καταδίκη της σε νέα ποινική υπόθεση όπου ο ισχυρισμός της για την εξόφληση τους δεν έγινε πιστευτός και προς τούτο καταδικάστηκε και είναι εδώ που δεν είχε γίνει πιστευτή η μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα της πληρωμής τους, για τον οποίο έκαμα αναφορά πιο πάνω και η απόφαση αυτή να μην έχει εφεσιβληθεί. Πέραν αυτού η δικαιολογία που έδωσε για την απόσυρση χωρίς επιφύλαξη της πολιτικής αγωγής που καταχώρησε με αριθμό 2244/2006 διεκδικώντας τα πιο πάνω ποσά τα οποία κατέβαλε, όπως είναι ο ισχυρισμός της χωρίς να τα χρωστά δεν πείθει αλλά τουναντίον καταδεικνύει το ολιγότερο μια αντιφατική και ανεξήγητη συμπεριφορά. Πως μπορεί να ισχυρίζεται ότι μετά από επιμονή της ο κατηγορούμενος της εξέδωσε την επίδικη απόδειξη και σε αυτή να δέχεται να γραφτούν επιταγές οι οποίες ήδη ήταν εξοφλημένες δύο τουλάχιστον μήνες πριν όπως ήταν οι επιταγές με αριθμούς 40007180 και 40007181 (βλέπε Τεκμήριο 9). Κατά το στάδιο της αντεξέτασης της σε ερώτηση εάν είχε την δυνατότητα και ευχέρεια πρόσβασης σε έγγραφα της εταιρείας αρχικά χωρίς ενδοιασμό και με τον αυθορμητισμό που την χαρακτήριζε απάντησε μονολεκτικά και κατά απόλυτο τρόπο πως ναι είχε τέτοια πρόσβαση. Στη συνέχεια όμως αντιλαμβανόμενη ίσως το σφάλμα της και που θα την οδηγούσε μια τέτοια παραδοχή άλλαξε στάση και προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που προκάλεσε αυτή η παραδοχή της χωρίς όμως με μεγάλη επιτυχία εφόσον ήταν φανερή πλέον η σύγχυση στην οποία περιήλθε. Η νομολογία μας δέχεται την εφαρμογή των κανόνων της λογικής. Όπως αναφέρθηκε στην Πολ. Έφεση Χλόη Κυριάκου v. Άννας Γρίβα,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 825: ¨Η εφαρμογή των κανόνων της λογικής δεν είναι έξω από τα όρια της δικαστικής συλλογιστικής, αλλά είναι το κύριο εργαλείο για την εκλογίκευση του μαρτυρικού υλικού για την εξαγωγή συμπερασμάτων¨. Όλα τα πιο πάνω τα οποία προκύπτουν από την μαρτυρία της Μ.Κ.4 όταν ειδωθούν στο σύνολο τους με οδηγούν στο αβίαστο συμπέρασμα ότι δεν χαρακτηρίζονται ούτε από συνοχή αλλά ούτε και από λογική η οποία αναμενόταν από κάποια έξυπνη κατά τα άλλα κοπέλα η οποία είχε και τη συνδρομή δικηγόρου σε κάθε στάδιο της επίλυσης των οικονομικών της διαφορών με τον κατηγορούμενο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν θα αποδεχθώ την μαρτυρία της και κυρίως επί του επίμαχου σημείου της συνάντησης της δηλαδή με τον κατηγορούμενο τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα και την εξόφληση του εκδίδοντας της την επίδικη απόδειξη. Από την άλλη ο κατηγορούμενος με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του και τα στοιχεία που προσκόμισε από τα λογιστικά του βιβλία κατάφερε να πείσει για την ειλικρίνεια του. Οι ισχυρισμοί του συνάδουν απόλυτα με αυτά τα έγγραφα στοιχεία καθώς είναι φανερό ότι αποδείξεις τις οποίες εξέδιδε η εταιρεία του τον Μάιο του 2004 έφεραν αριθμούς πολύ μεγαλύτερους από αυτόν της επίδικης απόδειξης του τεκμηρίου
- Δέχομαι ότι για λόγο που δεν μπορούσε εύκολα να εξηγήσει για τον οποίο μόνο υπόθεση μπορούσε να κάμει το συγκεκριμένο μπλοκ αποδείξεων από το οποίο εκδόθηκε και η επίδικη δεν χρησιμοποιήθηκε από την εταιρεία του για έκδοση άλλης απόδειξης κατά παράδοξο τρόπο. Δέχομαι επίσης ότι όταν αποφάσισε να κάμει τη καταγγελία με παρότρυνση του δικηγόρου του, για την οποία τελικά βρέθηκε κατηγορούμενος, το έκαμε με καλή πίστη και ότι δεν γνώριζε πως το εν λόγω έγγραφο, η απόδειξη 2335 βρέθηκε συνταγμένη και υπογεγραμμένη, κατά τον τρόπο που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Μ.Κ.
- Ο κατηγορούμενος δεν αντεξετάστηκε σε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του και έτσι όσα προκύπτουν από τα έγγραφα που παρουσίασε παρέμειναν αναντίλεκτα και αυτό ουσιαστικά συνάδει με την αποδοχή τους και αυτά παρά την γενική υποβολή περί της δημιουργίας μαρτυρίας που να υποστηρίζει τη θέση του, όπως υποβλήθηκε σε αυτόν κατά το πέρας της αντεξέτασης του (βλ. Phipson on Evidence 12η έκδοση παρ. 1593 σελ. 657, Adidas v. The Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 383). Δέχομαι επομένως ότι όταν κατάγγελλε την υπόθεση στην αστυνομία το έκαμε με καλή πίστη και όχι ψευδώς. Άφησα στο τέλος το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα - γραφολόγου του οποίου τα συμπεράσματα κατατέθηκαν υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων και τα οποία κατέγραψα πιο πάνω. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία μας σε σχέση με την αντίκριση μαρτυρίας πραγματογνώμονα: - Δεν απαιτείται ενίσχυση της μαρτυρίας ενός γραφολόγου καθώς δεν εμπίπτει στη κατηγορία των ¨υπόπτων μαρτύρων (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 683). - Η γνώμη πραγματογνώμονα γίνεται δεκτή υπό την αίρεση της ύπαρξης των γεγονότων στα οποία βασίζεται, αν δεν αποδειχθούν καταρρέει το θεμέλιο της μαρτυρίας του. - Το Δικαστήριο λαμβάνει τη μαρτυρία με σκοπό κτήσης των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να μπορεί το ίδιο να εξαγάγει ασφαλέστερα τα συμπεράσματα του, δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα γιατί το βάρος της απόφασης κατά πόσο θα αποδεχθεί τη μια ή την άλλη μαρτυρία ή οποιανδήποτε από αυτές το φέρει πάντα το ίδιο. - Οι πραγματογνώμονες, έχουν καθήκον να δώσουν στο δικαστήριο όλα τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε να μπορέσει να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με την μαρτυρία. - Η μαρτυρία ενός πραγματογνώμονα αξιολογείται όπως κάθε άλλη μαρτυρία, οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι όπως και στις συνήθεις μαρτυρίες. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία η οποία συνίσταται στην ταύτιση της ολόγραφης αναγραφής του ονόματος του κατηγορουμένου επί της επίδικης απόδειξης που όπως ήταν η απόφαση του γραφολόγου ανήκει σε αυτόν. Στην Ξυδιάς κ.ά. v. Αστυνομίας,
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αντίκριση περιστατικής μαρτυρίας: ¨Πριν προχωρήσουμε θα πρέπει να λεχθεί ότι η υπόθεση της Κατηγορίας γενικά στηριζόταν σε περιστατική μαρτυρία, και ο πρωτόδικος Δικαστής ορθά καθοδήγησε τον εαυτό του ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό. Ότι δηλαδή η ουσιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι άμεση και να μην επιδέχεται συμβιβασμούς με άλλες λογικές εξηγήσεις της περιστατικής μαρτυρίας (Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Η δε αδυναμία της Κατηγορούσας Αρχής να αποκλείσει κάθε άλλη λογική εξήγηση που προσφέρει η περιστατική μαρτυρία αναπόφευκτα οδηγεί στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου (βλ. Al Hamad και Salem v. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 117). Θα έπρεπε να προστεθεί εδώ για συμπλήρωση των αρχών που καθιέρωσε η νομολογία μας ότι ένα Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, βέβαια όλα τα στοιχεία που συνιστούν την περιστατική μαρτυρία ως σύνολο¨. Στη παρούσα βέβαια περίπτωση όπως ήταν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης η επιστημονική μαρτυρία δεν θα μπορούσε να εξετασθεί ασφαλώς ανεξάρτητα από τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Η κατάληξη μου σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς σε συνδυασμό βέβαια στα όσα ο ίδιος ο γραφολόγος κατέληξε με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν ασφαλές να αποδεχθώ δίχως άλλο την μαρτυρία του και εξ αυτού και μόνο να καταλήξω σε συμπέρασμα ενοχής του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Δεν μου διαφεύγει η νομική αρχή ότι η Κατηγορούσα Αρχή φέρει πάντοτε το βάρος της απόδειξης της ενοχής ενός κατηγορουμένου στο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει κανένα απολύτως βάτος απόδειξης της αθωότητας του. Ό,τι ο κατηγορούμενος ισχυριστεί, όταν προβάλλει την υπεράσπιση του, οδηγεί στην αθώωση του, όταν τούτο δημιουργεί εύλογη αμφισβήτηση ως προς την ενοχή του. Κρίνω ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής προκάλεσε πολλές αμφιβολίες στο μυαλό μου τις οποίες εξέθεσα πιο πάνω, πέραν αυτού, η ίδια η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής παρουσιάζει κενά, ασάφειες που κατά την άποψη μου δεν στηρίζουν την κατηγορία (βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. σελ. 363, Φλουρής v. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 401, Παφίτης κ.ά.v. Δημοκρατίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 102). Από την άλλη ο κατηγορούμενος ευθαρσώς και με τεκμηριωμένο τρόπο παρουσιάζοντας τα λογιστικά αρχεία της εταιρείας του που αφορούσαν την έκδοση αποδείξεων για τις διάφορες χρονικές περιόδους που ενδιέφεραν κατάφερε και δημιούργησε εύλογες αμφιβολίες σε σχέση με την ενοχή του. Επομένως καταλήγω στην αθώωση του. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο