← Κύπρος

Αστυνομία ν. Κωνσταντίνου Πάτσαλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16912/07, 18 Σεπτεμβρίου, 2008

Αστυνομία ν. Κωνσταντίνου Πάτσαλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16912/07, 18 Σεπτεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16912/07 Αστυνομία ν.

  1. Κωνσταντίνου Πάτσαλου
  2. Κωνσταντίνου Λοίζου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Παπανικολάου. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Μ. Πελεκάνος. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τρεις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απλής επίθεσης. Συγκεκριμένα κατηγορούνται ότι στις 11 Αυγούστου, 2007 στο στρατόπεδο "Α. Σουρουκλή", στη Λάρνακα, επιτέθηκαν παράνομα στον Γεώργιο Παράσχου, στον Ιωάννη Κουμπάρου και στον Ανδρέα Δημοσθένους. Για ν΄ αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις

(4)μάρτυρες. Αρχή έκανε ο Αστυφύλακας 2657, Α. Ανδρέου, (ΜΚ1), ο οποίος εξέτασε την καταγγελία. Κατέθεσε την κατάθεσή του ως Τεκμήριο 1 και τις καταθέσεις των Κατηγορουμένων ως Τεκμήρια 2 και 3 και τη γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε σε κάθε ένα από αυτούς ως Τεκμήρια 4 και
  1. Αναγνώρισε επίσης τους Κατηγορούμενους. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι είχε δεχθεί, στις 13.8.07, καταγγελία από τον Γεώργιο Παράσχου, τον Ιωάννη Κουμπάρου και τον Ανδρέα Δημοσθένους ότι ενώ βρίσκονταν στην πύλη του στρατοπέδου "Α. Σουρουκλή", στις 11.8.07, δέχθηκαν επίθεση από άγνωστα πρόσωπα που επέβαιναν στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΒΧ
  2. Από εξετάσεις που διενήργησε οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι εμπλέκονταν στη διάπραξη του αδικήματος ο Κωνσταντίνος Πάτσαλος και ο Κωνσταντίνος Λοίζου, οι οποίοι κλήθηκαν στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων, έδωσαν κατάθεση και κατηγορήθηκαν γραπτώς. Αντεξετασθείς, ο ΜΚ1, ανέφερε ότι η καταγγελία έγινε τηλεφωνικώς και αναφερόταν στο ότι τ΄ αυτοκίνητο μ΄ αριθμούς εγγραφής ΚΒΧ710 είχε μεταφέρει κάποιο άτομο για να παραλάβει το ΦΑΠ απόλυσής του και ένας από τους επιβαίνοντες σ΄ αυτό πέταξε πέτρες στους σκοπούς, χωρίς να τους χτυπήσει. Ήταν η θέση του ότι μίλησε μ΄ όλους τους μάρτυρες, όταν πήγε να πάρει τις γραπτές καταθέσεις τους στις 29.8.
  3. Ισχυρίστηκε, ότι εντόπισε, μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή, τον ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και ο Κατηγορούμενος 1 σχετίστηκε μ΄ αυτό. Επίσης ήταν η θέση του ότι στον αστυνομικό φάκελο υπάρχει και η κατάθεση του ατόμου που παρέλαβε το ΦΑΠ, η οποία εμπλέκει τους δύο Κατηγορούμενους. Όμως συμφώνησε με τον δικηγόρο των Κατηγορουμένων 1 και 2 ότι δεν είχε διεξαχθεί αναγνωριστική παράταξη. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος μη διεξαγωγής της αναγνωριστικής παράταξης ήταν γιατί οι ίδιοι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν τοποθετήσει τους εαυτούς τους στη σκηνή του αδικήματος. Δεύτερος, κατέθεσε ο Ιωάννης Κουμπάρου, ΜΚ2, ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 την κατάθεσή του. Στην κατάθεσή του κάνει αναφορά στο συμβάν και συγκεκριμένα αναφέρει ότι στις 11.8.07, περίπου η ώρα 07:00, ενώ ήταν αλφαμίτης στην πύλη τον προσέγγισε ένα όχημα με τέσσερις άντρες και μία γυναίκα και του ζήτησαν να τους επιτρέψει την είσοδο. Όταν αρνήθηκε ένας από τους άντρες που κάθονταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου τον πληροφόρησε ότι είχε έρθει να πάρει το απολυτήριό του και τότε επετράπη σ΄ αυτόν η είσοδος. Εκεί βρίσκονταν και ο Λοχίας Ανδρέας Δημοσθένους και ο Ε.Π.Υ. Γιώργος Παράσχου. Τ΄ αυτοκίνητο απομακρύνθηκε και ενώ περίμεναν τον στρατιώτη ο οδηγός και ο συνοδηγός φώναζαν διάφορες εκφράσεις. Όταν επέστρεψε ο στρατιώτης στο αυτοκίνητο ο οδηγός και ο συνοδηγός του πέταξαν από κοντινή απόσταση προς το μέρος που βρισκόντουσαν πέτρες. Αναγνώρισε τον οδηγό του συγκεκριμένου αυτοκινήτου ως τον Κατηγορούμενο 2 και τον συνοδηγό ως τον Κατηγορούμενο
  4. Ανέφερε επίσης ότι το μέγεθος των πέτρων που ρίχθηκαν ήταν 3-4 ίντζες. Οι πέτρες έκαναν τροχιά καμπύλης και πήγαιναν προς το μέρος τους. Κατά την αντεξέταση συμφώνησε με τον συνήγορο των Κατηγορουμένων ότι οι λέξεις που ξεστόμισαν οι Κατηγορούμενοι είναι πολύ συχνές μεταξύ των στρατιωτών καθώς και ότι η φράση "να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου" αναφέρεται όταν κάποιος αποστρατεύεται. Ερωτηθείς κατά πόσο έχει παράπονο απάντησε καταφατικά. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ρίχθηκαν περισσότερες από μια πέτρα. Ήταν η θέση του ότι και οι τρεις βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση αφού τα δύο κουβούκλια απείχαν μόνο έξι μέτρα τ΄ ένα από το άλλο, ο ίδιος δικαιούτο να κινείται ενώ ο άλλος σκοπός ήταν στο κουβούκλιό του και ο Λοχίας ήταν στον λυόμενο χώρο αριστερά του στρατοπέδου που ήταν και ο ίδιος. Θυμόταν ότι είχε δει αυτόν που απολυόταν και είχε πάει για να πάρει το απολυτήριό του πρόσφατα στο Δικαστήριο καθώς επίσης και ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο οδηγός. Δεν θυμόταν όμως αν το χέρι του Κατηγορούμενου 2 ήταν δεμένο. Όταν τους έριξαν τις πέτρες τ΄ αυτοκίνητο βρισκόταν σ΄ απόσταση 30 μέτρων. Οι πέτρες είχαν ριφθεί από μέσα στ΄ αυτοκίνητο από τα μπροστινά παράθυρα και έπαιρναν τροχιά πάνω από την πύλη μέσα στο στρατόπεδο. Υποστήριξε την άποψη ότι αν οι πέτρες είχαν ριφθεί για το έθιμο θα ρίχνονταν πιο χαμηλά, στο έδαφος, και όχι προς το μέρος τους. Ερωτηθείς απάντησε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν θα κατάγγελλε το γεγονός όμως, από τη στιγμή που δημιουργήθηκε θέμα και καταγράφτηκε στο βιβλίο που τηρείται ήταν υπόχρεος να δώσει κατάθεση. Όταν πήγε η Αστυνομία στο στρατόπεδο έδωσαν ο ένας μετά τον άλλο κατάθεση. Στη συνέχεια έδωσε μαρτυρία ο Ανδρέας Δημοσθένους, ΜΚ3, ο οποίος υιοθέτησε και κατέθεσε την κατάθεσή του, η οποία έγινε Τεκμήριο
  5. Σ΄ αυτήν αναφέρει ότι ενώ ήταν σκοπός στην πύλη στις 11.8.07 γύρω στις 07:00 το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΒΧ710 μάρκας ΤΟΥΟΤΑ και χρώματος ασημί, στο οποίο επέβαιναν τέσσερις άντρες και μία γυναίκα, προσέγγισε το κάγκελο με πρόθεση να μπει στο στρατόπεδο. Ο ίδιος μαζί με τον Υποδεκανέα Κουμπάρου και τον Ε.Π.Υ. Παράσχου δεν επέτρεψαν την είσοδό του στο στρατόπεδο και τότε κατέβηκε ένας άντρας, ο οποίος τους πληροφόρησε ότι ήθελε να πάει να παραλάβει τ΄ απολυτήριό του. Του επετράπει η είσοδος και τ΄ αυτοκίνητο μετακινήθηκε λίγο προς τα πίσω. Ενώ περίμεναν τον στρατιώτη ο οδηγός και ο συνοδηγός φώναζαν διάφορες φράσεις που κατά την άποψή του απευθύνονταν στον Ε.Π.Υ. Παράσχου. Όταν ο στρατιώτης τον οποίο περίμεναν μπήκε στ΄ αυτοκίνητο, τ' αυτοκίνητο πλησίασε την πύλη και ο οδηγός και ο συνοδηγός άρχισαν να ρίχνουν πέτρες. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ3 ανέφερε ότι τ΄ αυτοκίνητο τ΄ οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 2 ενώ ο Κατηγορούμενος 1 ήταν συνοδηγός. Τις πέτρες τις έριξαν βγάζοντας τα χέρια από τα παράθυρα, σ΄ απόσταση 3 μέτρων. Αντεξετασθείς ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε συνομιλία με τους Κατηγορούμενους αλλά είχε φωνάξει τον Ε.Π.Υ. Παράσχου. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν ακούει, τις φράσεις που ξεστόμισαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, από άλλους στρατιώτες που είναι μαζί του και ούτε συνηθίζει ν΄ ακούει τις συγκεκριμένες εκφράσεις. Από ότι κατάλαβε οι εκφράσεις απευθύνονταν στον Παράσχου. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι οδηγός ήταν ο Κατηγορούμενος 2 λόγω του ότι θυμόταν τα πρόσωπά τους πολύ καλά. Όμως, δεν είχε δει κατά πόσο το χέρι του Κατηγορούμενου 2 ήταν δεμένο. Ερωτηθείς απάντησε ότι είχε παράπονο γιατί δεν είναι ωραίο να σου ρίχνουν πέτρες, από τις οποίες η μια πέρασε από πολύ κοντά του και αν τον έβρισκε θα του έσπαζε το κεφάλι. Ισχυρίστηκε, ότι έβγαλαν τα χέρια τους από τα μπροστινά παράθυρα και έριξαν πέτρες προς το στρατόπεδο. Ο ίδιος τους παρακολουθούσε στην προσπάθειά του ν΄ αποφύγει τις πέτρες, οι οποίες πήγαιναν πρώτα ψηλά και μετά κατέληγαν στο στρατόπεδο. Για να προφυλαχθεί πήγε δίπλα από τη σκοπιά. Απαντώντας σ΄ ερώτηση που του είχε τεθεί ανέφερε ότι είχε ακούσει ξανά τη φράση "να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου" αλλά ποτέ δεν είχε ακούσει να την βάζουν σε πράξη. Ο ίδιος αν ήταν πολίτης θα πήγαινε στην Αστυνομία γιατί είχε τεθεί σε κίνδυνο ο εαυτός του. Ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τον λόγο που οι Κατηγορούμενοι έριξαν τις πέτρες. Τελευταίος, κατέθεσε ο Γεώργιος Παράσχου, ΜΚ4, ο οποίος έχει τη θέση Επιλοχία Πυροβολικού και εργάζεται στο στρατό ως Ε.Π.Υ. Υιοθέτησε και κατέθεσε την κατάθεσή του, η οποία έγινε Τεκμήριο
  6. Και αυτός με την σειρά του κατέγραψε τα γεγονότα που εξελίχθηκαν στις 07:00 της 11.8.
  7. Ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο Κατηγορούμενος 2 ενώ συνοδηγός του ήταν ο Κατηγορούμενος
  8. Τον απολυόμενο τον αναγνώρισε έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν μαζί μ΄ άλλους δύο στρατιώτες στην πύλη, στον ίδιο χώρο. Όταν προσέγγισε την πύλη τ΄ αυτοκίνητο ο ίδιος έδωσε την άδεια στον απολυμένο να μπει στο στρατόπεδο για να παραλάβει τ΄ απολυτήριο του. Είπε στον οδηγό, ο οποίος είχε μακριά μαλλιά, να μετακινήσει τ΄ αυτοκίνητο γιατί εμπόδιζε την είσοδο/έξοδο προς την πύλη. Ο συνοδηγός του αυτοκινήτου είχε σκουλαρίκι στο φρύδι. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε μιλήσει με τους άλλους δύο στρατιώτες αναφορικά με την εξέλιξη της διαδικασίας. Ανέφερε ότι ο ΜΚ2 είναι με άδεια εξωτερικού ενώ ο ΜΚ3 επέστρεψε στο στρατόπεδο την μέρα που θα έρχονταν Δικαστήριο, οπόταν δεν γνώριζε τη μαρτυρία τους. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε εξεφράσει παράπονο, όμως 11 χρόνια στο στρατό άκουσε ν΄ ανταλλάσσονται οι συγκεκριμένες φράσεις μεταξύ στρατιωτών και όχι στελεχών του στρατού. Αναφορικά δε με το έθιμο της μαύρης πέτρας ήταν η θέση του ότι είχε ακούσει τη φράση, όμως για πρώτη φορά το είχε δει στην πράξη, όταν το έκαναν οι Κατηγορούμενοι. Ισχυρίστηκε, ότι τις πέτρες τις έριξαν ο οδηγός και ο συνοδηγός και ότι αν πράγματι το είχαν κάνει για τον φίλο τους θ΄ έριχναν τις πέτρες έξω από την πύλη του στρατοπέδου και όχι μέσα. Οι πέτρες είχαν περάσει την καγκελόπορτα και έπεσαν μπροστά τους. Τ΄ αυτοκίνητο βρισκόταν στα 2-3 μέτρα ενώ οι ίδιοι βρίσκονταν κοντά στο λυόμενο μέσα από την πύλη. Ο Δημοσθένους ήταν μεταξύ του κουβούκλιου και του λυόμενου. Μέτρησε 4-5 πέτρες και είδε μία από αυτές να κατευθύνεται προς το μέρος του Λοχία Δημοσθένους, ο οποίος έμενε και τους έβλεπε ενώ ο ίδιος καλύφθηκε. Αντιλήφθηκε ότι οι φράσεις που έλεγαν οι Κατηγορούμενοι απευθύνονταν στον ίδιο, ο οποίος είναι μόνιμος και παρόλο που γελούσαν όταν του τις έλεγαν ο ίδιος δεν έχει έχθρα με τους Κατηγορούμενους. Όμως, επέμενε στην άποψη ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τους στόχευαν με τις πέτρες γιατί αυτές κατευθύνθηκαν προς το μέρος τους. Οι Κατηγορούμενοι τις κατεύθυναν πάνω από την καγκελόπορτα. Ο ίδιος είχε ζητήσει τη διερεύνηση του συμβάντος. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο μ΄ ενδιάμεση απόφασή του κάλεσε σ΄ απολογία τους δύο Κατηγορούμενους. Επέλεξαν να προβούν σ΄ ανώμοτη δήλωση. Στην ανώμοτη δήλωσή τους υιοθέτησαν το περιεχόμενο των καταθέσεών τους, Τεκμήρια 2 και
  9. Ο Κατηγορούμενος 1 στην κατάθεσή του αναφέρει ότι στις 11.8.07 είχε πάρει κάποιο φίλο του στο στρατόπεδο της Αλικής για να παραλάβει το απολυτήριό του. Όταν το παρέλαβε, έριξε δύο πέτρες για το έθιμο και χωρίς ν΄ έχει πρόθεση να χτυπήσει οποιονδήποτε. Ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρει στην κατάθεσή του ότι είχε πάει στο στρατόπεδο στην Αλική με τον Κατηγορούμενο 1 και ένα φίλο του για να παραλάβει το απολυτήριο του μαζί με άλλα τρία άτομα μεταξύ των οποίων και ο Ιάκωβος και η Έλενα. Δεν έριξε πέτρες αλλά ούτε και είδε οποιοδήποτε άλλο να ρίχνει πέτρες. Ο ίδιος είχε σπάσει το χέρι του και δεν μπορούσε να ρίξει πέτρες. Ο ίδιος ήταν συνοδηγός, στο αυτοκίνητο, και μιλούσε στο κινητό του. Κλήθηκαν δύο μάρτυρες προς υποστήριξη της υπόθεσης της Υπεράσπισης. Πρώτη, έδωσε μαρτυρία η κα Έλενα Χατζαντώνη, Μ.Υ.1, φοιτήτρια, η οποία εδώ και 5 χρόνια είναι φίλη με τους Κατηγορούμενους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της στις 11.8.07 ήταν μαζί με τους δύο Κατηγορούμενους από το προηγούμενο βράδυ μέχρι τις 08:30 το πρωί της 11.8.07, που απολύθηκε από τον στρατό ο φίλος τους ο Πέτρος. Γύρω στις 06:30-07:45 μπήκαν όλοι στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1, τ΄ οποίο οδηγούσε ο ίδιος, με συνοδηγό τον Κατηγορούμενο
  10. Στο πίσω κάθισμα καθόταν η ίδια και άλλοι δύο φίλοι και κατευθύνθηκαν στο στρατόπεδο για να πάρει ο Πέτρος το χαρτί της απόλυσής του. Ερωτηθείσα αναφορικά με το ποιος οδηγούσε ισχυρίστηκε ότι οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1 και ότι το αριστερό χέρι του Κατηγορούμενου 2 ήταν δεμένο και κατέθεσε και φωτογραφία που έβγαλε το συγκεκριμένο πρωινό ως Τεκμήριο
  11. Όσον αφορά το επεισόδιο ισχυρίστηκε ότι γελούσαν και κοροϊδευαν τον σκοπό στα δεξιά της πύλης για το γεγονός ότι ήταν «νέος». Στην συνέχεια και ενώ ο φίλος τους Πέτρος βρισκόταν εντός του στρατοπέδου η ίδια κατέβηκε με τον Κατηγορούμενο 1 και γύρεψαν μαύρη πέτρα. Βρήκαν τσιακίλι που ήταν μαύρο από την άσφαλτο. Όταν είδαν τον Πέτρο να βγαίνει προχώρησαν μπροστά προς την πύλη με το αυτοκίνητο και μόλις εκείνος μπήκε στο αυτοκίνητο ο Κατηγορούμενος 1, που κρατούσε δύο πέτρες τις έριξε στο κέντρο της πύλης και έφυγαν. Εκεί βρισκόταν ο δεξιός φρουρός με ένα μόνιμο αξιωματικό και στα αριστερά βρισκόταν ένας άλλος φρουρός, ο οποίος ήταν σ΄ απόσταση και δεν διακρίνετο. Ισχυρίστηκε, ότι λόγω του ότι είχε συζητήσει την υπόθεση με τον δικηγόρο των Κατηγορούμενων και ενόψει των όσων της είχαν αναφέρει, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ότι είχαν λεχθεί στο Δικαστήριο, αναφορικά με το ποιος οδηγούσε, θεώρησε σωστό να έρθει στο Δικαστήριο, η ίδια που ήταν παρούσα για να πει αυτά που είχε δει. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι συζήτησε το θέμα με τους Κατηγορούμενους, οι οποίοι της ανέφεραν τι λέχθηκε από τους άλλους μάρτυρες στο Δικαστήριο και ότι τα είχαν πει αντίθετα και ότι της περιέγραψαν τα κύρια γεγονότα που λέχθηκαν στο Δικαστήριο. Ερωτηθείσα ισχυρίστηκε ότι στην δεξιά πλευρά της πύλης του στρατοπέδου ήταν ο σκοπός με τον μόνιμο αξιωματικό και άκουσε τους άλλους που κοροϊδευαν τον μόνιμο γιατί ήταν μόνιμος και πιο μεγάλος. Στα αριστερά υπήρχε και άλλος σκοπός, ο οποίος δεν φαινόταν. Παραδέχθηκε, ότι και η ίδια κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήρε «τσιακιλούδκια» μαύρα από την άσφαλτο. Και το ίδιο έπραξε και ο Κατηγορούμενος
  12. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και δεν του έδωσε κανένας τσιακίλι για να ρίξει. Μόλις μπήκε στο αυτοκίνητο ο Πέτρος, ο Κατηγορούμενος 1 έριξε τις πέτρες στο κέντρο της πύλης. Επέμενε στην θέση της ότι το αυτοκίνητο το οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1 και όχι ο Κατηγορούμενος 2, αφού ανήκει στην μητέρα του Κατηγορούμενου
  13. Αναφορικά με την φωτογραφία, Τεκμήριο 8, ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο μπορεί να ρυθμιστεί η ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, η ημερομηνία που αναγράφει, αλλά παραδέχθηκε ότι όταν αλλάξεις την μπαταρία αλλοιώνονται τα δεδομένα. Ήταν η θέση της ότι τα πραγματικά δεδομένα φαίνονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Παραδέχθηκε ότι είδε τον Κατηγορούμενο 1 να ρίχνει πέτρες όμως ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν είδε κανένα να τρέχει να καλυφθεί. Ο δεξιός σκοπός και ο μόνιμος αξιωματικός, ήταν η θέση της, στέκονταν έξω από το κάγκελο της πύλης, την δεδομένη στιγμή, στέκονταν έξω από την πύλη. Η ίδια είχε ακούσει γι΄ αυτό το έθιμο της «μαύρης πέτρας» γι΄ αυτό και δεν θεώρησε σημαντικό το συγκεκριμένο περιστατικό. Μετά που κατηγορήθηκαν, οι Κατηγορούμενοι, λόγω του ότι ήταν θυμωμένοι, το συζήτησαν μαζί της και της ανέφεραν τι λέχθηκε στο Δικαστήριο. Τότε αποφάσισε ν΄ έρθει στο δικαστήριο για να πει η ίδια τι είχε γίνει. Δεύτερος, κατέθεσε ο κος Κυριακίδης, Μ.Υ.2, Διευθυντής του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών του Νοσοκομείου Λάρνακας. Κατέθεσε το πιστοποιητικό που εξέδωσε και αφορούσε τον Κατηγορούμενο 2 ως Τεκμήριο
  14. Ήταν η θέση του ότι το χέρι του συγκεκριμένου ατόμου είχε μια απλή κάκωση στην αριστερή πηχεοκαρπική και αριστερή άκρα χείρα όμως δεν διαπιστώθηκε κάταγμα. Όταν υπάρχει κάταγμα, ήταν η θέση του, ότι υπάρχει πόνος, πρήξιμο και δυσλειτουργία στο χέρι. Αντεξετασθείς, ανέφερε ότι μετέφερε στο πιστοποιητικό, Τεκμήριο 9, ότι είχε δει, ότι είχε διαπιστώσει. Δεν είχε έντονο οίδημα για να το καταγράψει, ούτε πρήξιμο αλλά ούτε και δερματικές κακώσεις γι΄ αυτό και ο ίδιος δεν κατέγραψε οτιδήποτε από αυτά. Ο ασθενής απλά πονούσε στην συγκεκριμένη περιοχή. Όταν ερωτήθηκε για τον επίδεσμο που φαίνεται στην φωτογραφία - Τεκμήριο 8 - ισχυρίστηκε ότι ο συγκεκριμένος επίδεσμος ήταν εμπορικός γιατί το Νοσοκομείο τοποθετεί ελαστικούς επιδέσμους. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στην κίνηση των δαχτύλων, του αγκώνα και του ώμου. Μετά την ολοκλήρωση και της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και οι δύο συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Ο κος Πελεκάνος με αναφορά σε αποσπάσματα από την μαρτυρία εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ήταν αναξιόπιστη και αντιφατική και κάλεσε το Δικαστήριο ν΄ αποδεχθεί την μαρτυρία της κας Χατζαντώνη που ήταν παρούσα στο επεισόδιο. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στους κινδύνους που ενέχει η αναγνώριση κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς επίσης και στο γεγονός ότι στις κατηγορίες, όπως είναι διατυπωμένες, δεν διαφαίνεται ποιος ήταν ο αυτουργός και ποιος ο συναυτουργός. Έκαμε αναφορά στην έλλειψη πρόθεσης από τον Κατηγορούμενο 1 και εισηγήθηκε ότι θα πρέπει ν΄ αποφασιστεί κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ήταν απερίσκεπτος την συγκεκριμένη ώρα. Ο κος Παπανικολάου υιοθέτησε την αγόρευσή του στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και ισχυρίστηκε ότι η θέση του Κατηγορούμενου 2 ότι δεν μπορούσε να οδηγήσει καταρρίφθηκε από την μαρτυρία του ιατρού Κυριακίδη, Μ.Υ.2, ο οποίος ανέφερε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε θλάση ή οίδημα και ότι μπορούσε να κινήσει τόσο το χέρι του καθώς και τον ώμο και τον αγκώνα του. Όσον αφορά την μαρτυρία της κας Χατζαντώνη, Μ.Υ.1, ήταν η θέση του ότι δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη αφού οι Κατηγορούμενοι της είχαν περιγράψει τι είχε αναφερθεί στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του ότι με την σκοπούμενη ενέργεια, την ρίψη των πέτρων, επέφεραν κάποιο αποτέλεσμα τ΄ οποίο δεν μπορεί ν΄ αγνοηθεί με μόνη δικαιολογία την φράση «να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου» η οποία φράση απλά χρησιμοποιείται μεταφορικά. Όσον αφορά το θέμα του ποιος ήταν ο αυτουργός και ποιος ο συναυτουργός, ισχυρίστηκε ότι ενεργούσαν και οι δύο μαζί με απώτερο στόχο ν΄ ενοχλήσουν τους σκοπούς του στρατοπέδου. Αξιολόγηση της μαρτυρίας - Ευρήματα - Συμπεράσματα. Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε θεωρώ σκόπιμο να θέσω τη νομική βάση πάνω στην οποία το Δικαστήριο αντικρίζει την ανώμοτη κατάθεση κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει την εκδοχή της Υπεράσπισης βλ. R. v. Young
(1964)2 All E.R. 4801 και Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 390. Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ότι αυτή δεν έγινε με όρκο και ότι επομένως δεν τέθηκε στην βάσανο της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να την λάβει υπόψη του πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Τέτοια ανώμοτη κατάθεση βέβαια δεν μπορεί ν΄ έχει την ίδια αξία όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση. Η επιλογή του Κατηγορούμενου να προβεί σε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ζημιογόνα για τον ίδιο, δηλαδή δεν μπορεί να εξισωθεί με ενοχή (βλ. R. v. Bathurst
(1968)2 Q.B. 99, R. v. Sparrow
(1973)2 All E.R. 129, R. v. Mutch
(1973)1 All E.R. 178, Waugh v. R.
(1950)A.C. 203 και Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200), ούτε και μπορεί το γεγονός να θεωρηθεί σαν ενίσχυση της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή. Ό,τι προκύπτει ως σημαντικό από το σύνολο της σχετικής νομολογίας είναι ότι η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στην θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Θα πρέπει, τελικά, να αντικρίζεται μια τέτοια δήλωση σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 494 και Σήφουνας ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 115/06 και 125/06, ημερ. 21.2.
  1. Κατά συνέπεια η ανώμοτη δήλωση των δύο Κατηγορουμένων θα εξεταστεί κάτω από αυτό το πρίσμα. Θα εξετάσω το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας κατά νου τις θέσεις της Υπεράσπισης και την ανώμοτη δήλωση των Κατηγορούμενων 1 και
  2. Όπως αποδεικνύεται στην νομολογία, η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα και πάνω σε αυτή τη βάση θα την προσεγγίσω βλ. C. & A. Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281. Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αρχίζοντας από τον Αστ. 2657, κο Ανδρέου, (Μ.Κ.1), δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του αφού αυτή αναφερόταν στο τι ο ίδιος έπραξε μετά την τηλεφωνική καταγγελία της υπόθεσης. Επίσης με ειλικρίνεια ανέφερε ότι ο λόγος που δεν είχε διεξαχθεί αναγνωριστική παράταξη ήταν γιατί οι ίδιοι οι Κατηγορούμενοι τοποθέτησαν τον εαυτό τους στην σκηνή. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον να εξυπηρετήσει από την υπόθεση αυτή και θεωρώ την μαρτυρία του ειλικρινή και αξιόπιστη. Ερχόμενη τώρα στους άμεσα εμπλεκόμενους με τα γεγονότα μάρτυρες. Θα πρέπει να πω ότι η μαρτυρία τους είχε μια δόση υπερβολής γιατί προφανώς είχαν θυμώσει που τους κοροϊδεψαν οι άλλοι στο αυτοκίνητο καθώς και με τις φράσεις που εξεστόμισαν. Υπέρβαλαν στο ότι φοβήθηκαν που είδαν τις πέτρες ν΄ έρχονται προς το μέρος τους. Όμως, παρά την δόση υπερβολής, η μαρτυρία τους είχε συνοχή. Συμφώνησαν και οι τρεις ότι οδηγός ήταν ο Κατηγορούμενος 2 και συνοδηγός ο Κατηγορούμενος 1 και ότι και οι δύο έριξαν 4-5 πέτρες προς το στρατόπεδο. Αυτός που κατέβηκε και πήρε τις πέτρες ήταν ο συνοδηγός του αυτοκινήτου και ότι οι πέτρες ρίχθηκαν από τα μπροστινά παράθυρα του αυτοκινήτου. Δεν έχω λόγο να μην τους πιστέψω αφού η μαρτυρία και των τριών τους στα βασικά και ουσιαστικά σημεία ήταν η ίδια. Εκεί που διαφέρει είναι στην απόσταση από την οποία ρίχθηκαν οι πέτρες και που ακριβώς βρίσκονταν την δεδομένη στιγμή. Οι όποιες διαφοροποιήσεις αναφορικά με αυτό το κομμάτι της μαρτυρίας των παραπονουμένων δεν επηρεάζουν ουσιαστικά την μαρτυρία τους, την οποία θεωρώ αξιόπιστη. Ερχόμενη τώρα στην μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Όσον αφορά την μαρτυρία του ιατρού Κυριακίδη, Μ.Υ.2, ο οποίος έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να μην τον πιστέψω. Ερχόμενη τώρα στην μαρτυρία της κας Χατζαντώνη, Μ.Υ.1, η οποία ήρθε για να ξεκαθαρίσει το τοπίο, μετά από όσα της είχαν αναφέρει οι Κατηγορούμενοι ότι ειπώθηκαν μέσα στο Δικαστήριο, δεν μπορώ να την αποδεχθώ. Και εξηγώ τους λόγους. Έδειξε και άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι με ένα από τους Κατηγορούμενους είχε ιδιαίτερη σχέση ενώ και με τους δύο πολύ φιλικές σχέσεις. Αυτό δεν θα επηρεάζει την αξία της μαρτυρίας της αν ήταν ειλικρινής. Όμως, η μαρτυρία της τροχιοδρομήθηκε από αυτά που της είχαν αναφέρει οι Κατηγορούμενοι έτσι ώστε να προωθηθεί η δική τους εκδοχή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει τ΄ ακόλουθα: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος.» Ο όρος επίθεση ερμηνεύεται στο σύγγραμμα του Archbold Criminal Practice and Evidence 2002, στην παράγραφο 19-166 ως ακολούθως: «An assault is any act - and not a mere omission to act - by which a person intentionally - or recklessly - causes another to apprehend immediate unlawful violence ... The act must be accompanied by a hostile intent calculated to cause apprehension in the mind of the victim. Where the hostile intent is not present there will be no assault unless it is proved that the alleged assailant was reckless as to whether the complainant would apprehend immediate and unlawful violence.» Βλ. επίσης Blackstones´ Criminal Practice 2003, σελ. 162 κ.έ. Σύμφωνα με τον Blackstone, παρα Β. 2.5, σελίδα 163 είναι αρκετό ο παραπονούμενος ν΄ αντιλαμβάνεται την απειλή της άμεσης βίας και δεν είναι αναγκαίο να φοβηθεί. Δίδει το συγκεκριμένο σύγγραμμα τ΄ ακόλουθο παράδειγμα: αν ο Δ. ρίξει πέτρα προς τον V και η οποία περνά πάνω από το κεφάλι του χωρίς να την προσέξει τότε δεν υπάρχει επίθεση. Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει η πράξη, το ρίξιμο αριθμού πετρών προς το μέρος των τριών στρατιωτών, τις οποίες όλοι οι στρατιώτες είδαν ν΄ έρχονται προς το μέρος τους. Οπόταν, το actus reus της επίθεσης έχει αποδειχθεί. Το νοητικό στοιχείο τώρα που απαιτείται από το συγκεκριμένο αδίκημα είναι να συνειδητοποιεί αυτός που κάνει την πράξη το παράλογο ρίσκο που παίρνει βλ. παρα. 2.7, σελ. 165 του Blackstone´s Criminal Practice 2003 ή να είναι απερίσκεπτος αναφορικά με το θέμα του κατά πόσο το θύμα θα αντιληφθεί την απειλή της άμεσης και παράνομης βίας. Η απερισκεψία - recklessness - επεξηγείται στην παρά. 19-167 του Archbold ως ακολούθως: «Recklessness in common assault, therefore, involves foresight of the possibility that the complainant would apprehend immediate and unlawful violence and taking that risk.» Στην κοινή λογική οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα συνειδητοποιούσε ότι το να ρίξει κάποιος πέτρες προς το μέρος τριών ατόμων ενέχει κάποιο ρίσκο και την πιθανότητα να τους χτυπήσει. Βλ. Elliott v. C (a minor) 77 Cr. App. R. 103. Οι Κατηγορούμενοι τοποθέτησαν τους εαυτούς τους στην σκηνή, δηλαδή στο στρατόπεδο, και ο Κατηγορούμενος 1 δεν αρνήθηκε ότι έριξε πέτρες. Απλά ισχυρίστηκε ότι δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση. Ήταν όμως απερίσκεπτος για τις συνέπειες που θα είχε αυτή του η πράξη. Ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι δεν έριξε πέτρες, όμως, σύμφωνα με την μαρτυρία που έχω αποδεχθεί, τον είδαν οι τρεις στρατιώτες να ρίχνει πέτρες. Τα γεγονότα κατέδειξαν ότι δεν είχαν πρόθεση να χτυπήσουν τους τρεις στρατιώτες αλλά ότι ήταν απερίσκεπτοι ως προς τις συνέπειες της πράξης τους. Με βάση τα πιο πάνω οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.