← Κύπρος

Αστυνομίας ν. Άντρης Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 6677/08, 7/10/08

Αστυνομίας ν. Άντρης Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 6677/08, 7/10/08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6677/08 Μεταξύ: Αστυνομίας Κατηγορούσας Αρχής και Άντρης Θεοδώρου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 7/10/08 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίπη Για την Κατηγορουμένη: κα. Ζαχαρίου Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμος 80
(1)/
  1. Η κατηγορία του αδικήματος ανατρέχει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του στις 3/4/08, στην οδό Εύξεινου πόντου στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας όπου η κατηγορούμενη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KJP245 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες τον Αστυφύλακα 3555, Μιχάλη Μιχαήλ (ΜΚ1) και τον Κυριάκο Αργυρού (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 αφού υιοθέτησε το Τεκμήριο 1, ανέφερε ότι επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος που οδηγούσε η κατηγορουμένη το όχημα και το μοτοποδήλατο ο ΜΚ
  2. Προκλήθηκαν ζημιές στα δύο αυτοκίνητα ενώ ο συνεπιβάτης του μοτοποδηλάτου Παναγιώτης Αργυρού μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Λάρνακας αφού υπέστη κάταγμα στο μοιραίον οστούν. Κατά την άφιξη του στην σκηνή του δυστυχήματος τα δύο ενεχόμενα ενεχόμενα οχήματα είχαν μετακινηθεί από τις τελικές τους θέσεις στη σκηνή όμως βρίσκονταν οι δύο οδηγοί. Στην παρουσία των δύο οδηγών τους αφού του υπεδείχθηκαν οι θέσεις των αυτοκινήτων τους καθώς και το σημείο σύγκρουσης ο αστυνομικός πήρε ανακρίσεις και ετοίμασε το σχέδιο της σκηνής Τεκμήριο 2 το οποίο επεξήγησε στους δύο οδηγούς οι οποίοι συμφώνησαν με αυτό και το υπέγραψαν στην παρουσία του. Υπέστησαν ζημιές στα δύο οχήματα. Στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η κατηγορουμένη έσπασε ο μπροστινός προφυλακτήρας αριστερή γωνιά, ο μπροστινός ανεμοθώρακας αριστερά είχε δε βουλώσει το μπροστινό αριστερό φτερό ενώ στο όχημα του Μ2 είχαν ζαβώσει οι μπροστινές περόνες και το τιμόνι. Ο καιρός ήταν αίθριος, νύκτα με περιορισμένο οδικό φωτισμό, το οδόστρωμα ήταν στεγνό και η κολώνα οδικού φωτισμού την οποία ο μάρτυρας σημείωσε με το σημείο (Κ) στο τελικό σχέδιο Τεκμήριο 3, που ετοίμασε με βάση το πρόχειρου του δεν φώτιζε επαρκώς το σημείο που έγινε το δυστύχημα. Κατά την ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα ο δρόμος ήταν στεγνός και σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 ΧΑΩ, διπλής κατευθύνσεως και πλάτος 8,60 μέτρα. Η ορατότητα ήταν ικανοποιητική περί τα 100 μέτρα. Ο Μ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη, Τεκμήριο 4 και την κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  3. Η κατηγορουμένη απάντησε δεν παραδέχομαι γιατί δεν είχε φώτα πορείας πουθενά. Ο ΜΚ1 έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ
  4. Επίσης ο ΜΚ2 κατηγορήθηκε γραπτώς και παραδέκτηκε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το σημείο Χ το οποίο του υποδείχθηκε από τους δύο οδηγούς το έβρισκε σύμφωνο αφού έλαβε υπόψη του το γδάρσιμο το οποίο προκλήθηκε από το πατήδι του μοτοποδηλάτου το οποίο έχει σημειώσει με το σημείο Β1 στο σχέδιο του, Τεκμήριο
  5. Έκανε περαιτέρω εξετάσεις σε σχέση με την απόσταση που μπορούσε η κατηγορουμένη να αντιληφθεί το άλλο ενεχόμενο όχημα στο δυστύχημα με βάση τα χαμηλά της φώτα. Συμφώνησε με τις εξετάσεις του τα φώτα της έφεγγαν σε απόσταση περίπου 30 μέτρων. Η απόσταση μετρήθηκε με το μέτρο το οποίο μετρούνται τα τροχαία δυστυχήματα. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι ο φωτισμός ήταν περιορισμένος. Διευκρίνισε ότι το σημείο σύγκρουσης δεν καλυπτόταν πολύ καλά από τον οδικό φωτισμό. Εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο προέβη στην μέτρηση των 30 μέτρων. Μέτρησε μαζί με συνάδελφο του από το σημείο των φώτων πορείας του οχήματος της κατηγορουμένης μέχρι το σημείο που έφεγγαν στο έδαφος. Δεν τοποθετήθηκε το μοτοποδήλατο σε σχετική θέση με βάση την οποία θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό και δεν τοποθετήθηκε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης στη θέση στην οποία βρισκόταν κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Διαπίστωσε ότι τα φώτα του μοτοποδηλάτου δεν άναβαν είτε τα μπροστινά είτε τα πισινά. Ήταν δε η θέση του ότι στο σημείο που έγινε το δυστύχημα όπως ανέφερε επί λέξη ως επί το πλείστον οι περισσότεροι στρίβουν χωρίς να κάνουν στάση. Έδωσε δε τη δική του ερμηνεία σε σχέση με τους ισχυρισμούς του σημείου σύγκρουσης και την πορεία των δύο αυτοκινήτων που λέχθηκε από τον οδηγό ΜΚ2 ότι όταν είδε το όχημα να στρίβει για να το αποφύγει έκανε συγκεκριμένη κίνηση την οποία δεν κατέγραψε στη κατάθεση του. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε τα όσα ανάφερε στη κατάθεση του Τεκμήριο
  6. Ήταν βασικά η θέση του ότι η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 30 ΧΑΩ. Είχε ευθεία πορεία και υπέδειξε την πορεία (Β) στο σχέδιο ενώ στην πορεία του το μοτοποδήλατο δεν είχε μπροστινά φώτα. Σε απόσταση 20 περίπου μέτρων είδε ένα αυτοκίνητο από απέναντι να δείχνει πρόθεση να στρίψει αριστερά σύμφωνα με την πορεία του νομιζάμενος ότι αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο συνέχισε την πορεία του και ξαφνικά το όχημα της κατηγορουμένης έστριψε χωρίς να σταματήσει με αποτέλεσμα να επέλθη η σύγκρουση. Από την σύγκρουση έπεσαν μαζί με τον συνοδηγό του στην άσφαλτο ο οποίος συνοδηγός του μετέβηκε στο Νοσοκομείο. Υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης στον αστυνομικό και συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα Τεκμήριο
  7. Πρόσθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο ότι όταν έφθασε κοντά στο όχημα της κατηγορουμένης ελάττωσε και σε απόσταση 2-3 μέτρων το όχημα της κατηγορουμένης έστριψε δεξιά με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. Έκανε κίνηση προς τα αριστερά για να το αποφύγει ο ίδιος οδήγησε ½ πόδι από το πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία (Β). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η σκηνή του δυστυχήματος ήταν κατοικημένη περιοχή η οποία ήταν φωτισμένη με μεγάλα φώτα πέραν της κολώνας της ΑΗΚ. Ο δρόμος φωτιζόταν και από σπίτι στο οποίο διδάσκονταν και ιδιαίτερα στο οποίο έδειξε ότι ήταν στο σημείο Κ στο δρόμο. Το πισινό φώς του μοτοποδηλάτου του άναβε ανάφερε προηγουμένως και το μπροστινό φώς που είχε σβήσει πάνω σε ράμπα. Είδε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης σε απόσταση 30 μέτρων κινόντας στα 15 έως 20 μέτρα είδε τον δείκτη της αναμμένο για να στρίψει δεξιά και νόμιζε πως τον αντιλήφθηκε. Η απόσταση που είδε το άλλο αυτοκίνητο που ήταν σε κίνηση για να στρίψει ήταν στα 2 μέτρα ενώ δε η πρώτη φορά που είδε το όχημα ήταν στα 15 μέτρα και τότε ελάττωσε την ταχύτητα γιατί το άλλο όχημα θα έστριβε σε πάροδο. Στα 15 μέτρα το αυτοκίνητο ήταν σε κίνηση και έστριβε. Η κατηγορουμένη αφού κλήθηκε σε απολογία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο 4 στην οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 3/4/8 και περί ώρα 20:00 οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην οδό Εύξεινου Πόντου με πρόθεση να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία της ανάβοντας το δεξιό φλας. Σταμάτησε τελείως το όχημα και αφού δεν είδε οτιδήποτε και ο δρόμος φαινόταν καθαρός τότε ξεκίνησε στρίβοντας δεξιά και προτού εισέλθει στην πάροδο στο ύψος περίπου του άλτ ένα όχημα ήρθε και συγκρούστηκε στα αριστερά του οχήματος της. Υπολογίζει ότι το όχημα ερχόταν από απέναντι της. Υπέδειξε στη αστυνομία το σημείο σύγκρουσης η οποία ετοίμασε σχέδιο της σκηνής με το οποίο συμφώνησε. Ο ΜΚ2 της ανέφερε ότι το μοτοποδήλατο του δεν είχε φώτα πορείας ούτε μπροστά ούτε πίσω. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι σταμάτησε εκεί που είναι το άλτ για περίπου μισό λεπτό και έστριψε αφού ο δρόμος απέναντι της ήταν καθαρός. Πριν την σύγκρουση δεν είχε δει καθόλου το άλλο όχημα εξάλλου αυτό δεν φαινόταν στο δρόμο αφού δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός. Σταμάτησε και έλεγξε το δρόμο. Αρνήθηκε υποβολή της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν είχε σταματήσει και δεν είχε ελέγξει το δρόμο. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα την μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Μου έδωσε την εντύπωση του αμερόληπτου εξεταστή στα ευρήματα του στα Τεκμήρια 2 και 3 τα οποία εξάλλου δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Περαιτέρω λαμβάνω τις ζημιές στα δύο οχήματα. Κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα σε σχέση με την μέτρηση των φώτων του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης. Η εν λόγω μέτρηση δεν έχει συσχετιστεί καθόλου με τις συνθήκες του δυστυχήματος και συγκεκριμένα με την θέση του οχήματος της κατηγορουμένης ή με το άλλο ενεχόμενο όχημα στο δυστύχημα. Συνεπώς ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στην μέτρηση εξάλλου ο μάρτυρας δεν έδωσε καμία επιστημονική εξέταση για το πως προέβηκε στα συγκεκριμένα ευρήματα. Πέραν τούτου δεν αποδέχομαι ούτε και τη θέση του η οποία είναι βασισμένη σε εικασίες ότι η κατηγορουμένη δεν σταμάτησε κατά τον χρόνο του αδικήματος. Η θέση ότι οι περισσότεροι στρίβουν χωρίς να σταματήσουν πρόκειται για ........... του μάρτυρα που ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί. Εξάλλου ο μάρτυρας δεν ήταν παρών στο ............ κατά το δυστύχημα και η εν λόγω γνώμη δεν βασίστηκε σε οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη του. Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση του μάρτυρα της αλήθειας η δε μαρτυρία του διέπετο από αντιφάσεις και αοριστίες. Σημειώνω ότι το γεγονός ότι είχε ελαττώσει ταχύτητα όταν έφθασε κοντά στο όχημα της κατηγορουμένης και ότι σε απόσταση 2-3 μέτρων το όχημα της κατηγορουμένης έστριψε δεξιά προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο στην κυρίως εξέταση του κατηγορουμένου. Σημειώνω περαιτέρω ότι δεν προκύπτει καθαρά από την μαρτυρία του σε πόση απόσταση είχε δει το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης να στρίβει δεξιά αφού ανέφερε ο μάρτυρας δύο αποστάσεις κατά την αντεξέταση του. Ανέφερε ότι την είδε να στρίβει τόσο στα 15 μέτρα όσο και στα 2 μέτρα. Η θέση του μάρτυρα ότι το είδε να στρίβει από 15 μέτρα δεν συνάδει με την μαρτυρία του στην κατάθεση του και στην κυρίως εξέταση με βάση την οποία ανέφερε ότι το όχημα της κατηγορουμένης έστριψε ξαφνικά δεξιά. Πέραν τούτου η μαρτυρία του μάρτυρα στερείται πειστικότητας ..... απόστασης δεν συνάδει με την σύγκρουση δεν συνάδει δε η μαρτυρία του σε σχέση με τον φωτισμό καθώς και σε σχέση με την ύπαρξη φώτων στο πισινό μέρος του οχήματος του με την μαρτυρία του ΜΚ1 την οποία έχω αποδεχθεί. Από την άλλη η κατηγορούμενη μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της και παρέμεινε στην ολότητα της αναντίλεκτη ....... στηρίζεται στη λογική και την ανθρώπινη πείρα. Σημειώνω ότι στην μαρτυρία της δεν έγινε καμία υποβολή για την θέση του ΜΚ2 αν τα φώτα του μοτοποδηλάτου του ήταν αναμμένα ή σβηστά, είτε ότι ο φωτισμός ήταν επαρκής είτε ότι το μοτοποδήλατο είχε επαρκώς φώτα πορείας. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση προβαίνω σε ευρήματα σύμφωνα με την μαρτυρία της κατηγορουμένης. Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 ΑΑΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με τη νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά v. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή v. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά, αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου v. Μπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 CLR 188). Σύμφωνα με την υπόθεση Constantinou v. Katsouris (ανωτέρω) το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας βαραίνει κάθε οδηγό παντού και κάτω από όλες τις περιστάσεις εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις. Έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται βρίσκω ότι η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης δεν δείχνει ούτε την έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ούτε απέχει από αυτή του λογικού και συνετού οδηγού. Δεν έχει τεθεί ίχνος αξιόπιστης μαρτυρίας ενώπιον μου που να αποκαλύπτει πράξη του κατηγορουμένου αποκλίνουσα από το καθήκον επιμέλειας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.