← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Aurelian Corama, Αρ. Υπόθεσης: 15232/2008, 20.10.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Aurelian Corama, Αρ. Υπόθεσης: 15232/2008, 20.10.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15232/2008 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας αρχής ν. Aurelian Corama Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20.10.2008 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Α. Χ¨Μιχαήλ Για κατηγορούμενο: κος Χριστοδουλίδης Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 63 κατηγορίες ενώ επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 81 του Κεφ. 155, ζήτησε και λήφθηκαν υπόψη άλλες 7 υποθέσεις οι οποίες δεν είχαν ακόμη καταχωριστεί. Οι σχετικοί αριθμοί των εν λόγω υποθέσεων είναι ΛΕΥ/ΤΑΕ Σ/1034/08 έως και1040/

  1. Τα αδικήματα που αφορούν οι κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης είναι: (α) συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος (μία κατηγορία) (β) κυκλοφορία πλαστού εγγράφου (31 συνολικά κατηγορίες) (γ) κλοπή (9 συνολικά κατηγορίες) και (δ) απόπειρα κλοπής (22 συνολικά κατηγορίες). Όλες οι υποθέσεις που λήφθηκαν υπόψη πλην της 1040/08 αφορούν τα αδικήματα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και κλοπής. Η υπόθεση 1040/08 αντί του δεύτερου αδικήματος, ήτοι κλοπής, αφορά το αδίκημα απόπειρα κλοπής. Περαιτέρω, η υπόθεση 1034/08 πέραν των άλλων δύο αδικημάτων αφορά και το αδίκημα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Εναρκτήριο λάκτισμα στη διερεύνηση της όλης υπόθεσης παρείχε η καταγγελία αρμόδιου υπαλλήλου της εταιρείας JCC προς την αστυνομία, ημερομηνίας 20.09.
  2. Σύμφωνα με την εν λόγω καταγγελία η εταιρεία JCC διαπίστωσε κίνηση πλαστών καρτών σε αυτόματες ταμιακές μηχανές διαφόρων τραπεζών. Η καταγγελία, η οποία επαναλήφθηκε στις 22.09.08 με ενημέρωση ότι την ίδια ώρα, 16:45, διενεργήτο χρήση πλαστής κάρτας, οδήγησε την αστυνομία στην αυτόματη ταμειακή μηχανή της τράπεζας που υποδείχθηκε. Εκεί εντοπίστηκε αλλοδαπός που στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε ήδη τοποθετήσει στην ταμειακή μηχανή κάρτα η οποία κατακρατήθηκε. Σε σωματική έρευνα που του έγινε ανεβρέθηκε στο πορτοφόλι του άλλη μία κάρτα με μαγνητική ταινία. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος οδήγησε την αστυνομία στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που διέμενε όπου έρευνα της αστυνομίας έφερε στην επιφάνεια άλλες έξι κάρτες με μαγνητική ταινία στο πίσω μέρος. Ερωτηθείς ο κατηγορούμενος για τις εν λόγω κάρτες απάντησε, «μου τις έδωσε κάποιος Μολδαβός και μου είπε ότι είναι πλαστές για να τραβήσω λεφτά και να τα μοιράσουμε». Ανέφερε δε ότι στο δωμάτιο του εν λόγω ξενοδοχείου διέμενε με κάποιο Ρουμάνο επ΄ όνοματι Mihai Burciu και ότι οι δύο τους έκαναν χρήση πλαστών καρτών σε Λάρνακα και Λευκωσία. Αργότερα, προέβη σε ομολογία στην οποία ανέφερε ότι ήρθε στην Κύπρο από το Ηνωμένο Βασιλείο μαζί με τον Mihai Burciu, αποκλειστικά και μόνο για να χρησιμοποιήσουν πλαστές πιστωτικές κάρτες τις οποίες προμηθεύτηκαν αμέσως μετά την άφιξή τους από κάποιο Μολδαβό στην Λάρνακα. Το σύνολο του ποσού που αποσπάστηκε από τις εν λόγω ταμειακές μηχανές και αφορά το κατηγορητήριο ανέρχεται σε €3.060 ενώ οι απόπειρες κλοπής στο ίδιο κατηγορητήριο ανέρχονται σε €3.
  3. Το σύνολο των πλαστών καρτών που αφορούν το κατηγορητήριο ανέρχεται σε
  4. Οι εν λόγω κάρτες, εξετάστηκαν επιστημονικά και διαπιστώθηκε ότι είναι πλαστές. Για ότι αφορά τις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη, αρκεί να λεχθεί ότι εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο δράσης όπως οι κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης με μόνη διαφορά την επαρχία. Γι΄ αυτές τις υποθέσεις, το ποσό που αποσπάστηκε, ανέρχεται σε €6.770 Εκ μέρους του κατηγορουμένου, ο συνήγορος του υιοθέτησε τα γεγονότα διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων ως αναφέρθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Παρόλα ταύτα, κάλεσε το δικαστήριο να επιδείξει επιείκεια στον κατηγορούμενο επικαλούμενος τις οικογενειακές του περιστάσεις, ως προκύπτουν από την έκθεση του γραφείου ευημερίας, την οποία και υιοθέτησε. Τόνισε δε ότι η διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων επεσυνέβη εφόσον ο κατηγορούμενος εξαναγκάστηκε από συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο χρωστά το ποσό των €7.
  5. Νομιζόμενος ο κατηγορούμενος ότι το εν λόγω πρόσωπο δυνατό να ενοχλούσε την οικογένειά του, αποδέχθηκε την πρόταση για αποπληρωμή του χρέους με αυτόν τον τρόπο. Τέλος, ο κος Χριστοδουλίδης αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου καθώς επίσης και στη συνεργασία του με την αστυνομία. Στη βάση όλων των ανωτέρω, κάλεσε το δικαστήριο να αντλήσει καθοδήγηση από την υπόθεση Ghafari ν. Αστυνομίας

(2001)1 ΑΑΔ, 442 και εάν και εφόσον επιβάλει ποινή φυλάκισης, να αναστείλει τούτη. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος επιμαρτυρείται από την ανώτατη στο νόμο προβλεπόμενη ποινή, (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1991)2 ΑΑΔ 264). Αρκεί να λεχθεί ότι το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επισύρει ως ανώτατη ποινή εκείνη της φυλάκισης των 14 ετών. Η δε συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία) επισύρει ως ανώτατη ποινή φυλάκισης 7 ετών. Λιγότερο σοβαρές ποινές φυλάκισης επισύρουν οι κατηγορίες που αφορούν απόπειρα κλοπής και κλοπή, ήτοι 2 έτη φυλάκιση και/ή Λ.Κ.1500 και 3 έτη φυλάκιση, αντίστοιχα. Είναι γεγονός πως ο κατηγορούμενος ευθύς μετά τη σύλληψη του παραδέχθηκε ενοχή τόσο στην αστυνομία όσο και στο δικαστήριο. Η παραδοχή, ως μέσω ένδειξης μεταμέλειας, έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία μας ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας, (βλ. Khmetova v. Δημοκρατία
(1995)2 ΑΑΔ 111, 113). Στη δοσμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος αυτοβούλως ομολόγησε τις περιπτώσεις που αφορούν οι υποθέσεις που λήφθηκαν υπόψη. Περαιτέρω, προς όφελος του κατηγορουμένου επιμετράται και η συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και ιδιαίτερα, οι πληροφορίες που έδωσε για το συνεργό του, Mihai Burciu. Οι οικογενειακές και προσωπικές του κατηγορουμένου περιστάσεις έχουν και αυτές το δικό τους ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής, παρότι δεν είναι ικανές να οδηγήσουν σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου (βλ. Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 485). Ό,τι λαμβάνεται εδώ υπόψη είναι το περιεχόμενo της έκθεσης του γραφείου ευημερίας και ιδιαίτερα το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου, καθώς και ότι πρόκειται για οικογενειάρχη, πατέρα τριών ανήλικων τέκνων, ένα εκ των οποίων αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας. Σημειώνω ότι η ανεργία είναι εκείνη που αρχικά οδήγησε τον κατηγορούμενο στο Ηνωμένο Βασίλειο και εν συνεχεία, οφειλή έναντι τρίτου προσώπου τον ώθησε στη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Σημαντικό όμως ρόλο διαδραματίζει και το λευκό του κατηγορουμένου ποινικό μητρώο, στοιχείο το οποίο επίσης έλαβα υπόψη μου προς όφελος του κατηγορουμένου. Πέραν των πιο πάνω δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη η όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Όπως αναφέρεται στα γεγονότα διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, αποκλειστικός σκοπός της επίσκεψης του κατηγορουμένου στην Κύπρο ήτο η εκτέλεση των άνομων σχεδίων του, σχέδια τα οποία συνωμότησε με άλλα πρόσωπα. Η εκτέλεση του αντικειμένου της συνομωσίας τον έφερε στην Κύπρο να συναντάται με τρίτο, άγνωστο του μέχρι στιγμής, πρόσωπο, το οποίο παρέδωσε στον ίδιο και το συνεργάτη του πλαστές πιστωτικές κάρτες. Δεν παραγνωρίζω ακόμα ότι ο κατηγορούμενος μαζί με το συνεργό του σε περιορισμένο χρονικό διάστημα, από 18/09 έως 22/9 απέσπασαν το συνολικό ποσό των €9.830, το οποίο αφορά και τις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη. Σημειώνω πως η αναφορά του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι ο κατηγορούμενος λάμβανε περιορισμένο μερίδιο, ήτοι €100 σε κάθε €1.000, περιορισμένη έχει σημασία. Γεγονός παραμένει ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε αυτές τις κολάσιμες πράξεις άλλωτε παρέχοντας συνδρομή και άλλωτε διενεργώντας την πράξη ο ίδιος, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος, έστω και για περιορισμένο όφελος. Προκύπτει από τα πιο πάνω πως ο κατηγορούμενος και ο συνεργάτης του, εάν δεν ήταν η έγκαιρη και εύστοχη ενέργεια της αστυνομίας, θα ολοκλήρωναν το σχέδιο τους μόνο όταν θα ικανοποιούσαν πλέον τις ορέξεις τους, εις βάρος πάντα της οικονομικής δυστυχίας τρίτων. Ας σημειωθεί τέλος πως δεν έχει σημασία το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος λειτούργησε υπό διαφορετικές ιδιότητες, δηλαδή άλλωτε ως συνεργός και άλλωτε ως αυτουργός, εφόσον ο νόμος δεν δημιουργεί τέτοια διάκριση για ότι αφορά την ποινή. Όλα τα πιο πάνω είναι στοιχεία τα οποία έλαβα υπόψη μου κατά την επιμέτρηση της ποινής, στην προσπάθειά μου να διαπιστώσω την αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή για τον ενώπιον μου κατηγορούμενο. Καταλήγω ότι η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη ποινή. Εν προκειμένω, καθοδήγηση άντλησα από τις υποθέσεις Παντελής Κυριάκου Ιωάννου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 ΑΑΔ 598 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέλιου Ανδρέα Χ¨Μιτσή
(2005)2 ΑΑΔ 101. Αξίζει βέβαια να λεχθεί εδώ ότι δεν διέλαθε την προσοχή μου πως στις δύο αυτές υποθέσεις που ανέφερα, οι εκεί κατηγορούμενοι, υπόθεση Ιωάννου μόνο, βαρύνονταν και με προηγούμενες καταδίκες, ενώ ο ενώπιον μου κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, ως επίσης, ότι τα ποσά που αποσπάστηκαν στις εν λόγω υποθέσεις ήταν μεγαλύτερα από ότι στην παρούσα. Δυνάμει όλων των πιο πάνω, επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: 1η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 12 μηνών Κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40, 42, 44, 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58, 60 και 62: ποινή φυλάκισης 24 μηνών Κατηγορίες 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17 και 19 ποινή φυλάκισης 6 μηνών Κατηγορίες 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33, 35, 37, 39, 41, 43, 45, 47, 49, 51, 53, 55, 57, 59, 61 και 63 ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Στρέφομαι τώρα στην εισήγηση του κ. Χριστοδουλίδη για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Καθοδηγούμαι σχετικά από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ, 161, 166. Συγκεκριμένα στη σελίδα 166 αναφέρεται: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Κρίνω πως η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, ιδιαίτερα ως τούτη ισχυροποιείται από την ξαφνική κάθοδο του κατηγορουμένου στην Κύπρο για την εκτέλεση και μόνο των άνομων τούτων πράξεων, δεν παρέχει περιθώριο αναστολής της ποινής φυλάκισης. Πιστεύω ακράδαντα πως κάτι τέτοιο θα έστελνε αρνητικά στον κατηγορούμενο μηνύματα αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο που δικαιωματικά παρακολουθεί το έργο του δικαστηρίου. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω, ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν πρέπει να έχουν άμεση ισχύ με μόνη διαφορά ότι χρονικό σημείο έναρξης να θεωρείται η ημερομηνία 16.10.08, χρονικό σημείο από το οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για σκοπούς επιβολής της ποινής. Υπογραφή: .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.