← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Λεοντή Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 16974/2007, 21.10.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Λεοντή Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 16974/2007, 21.10.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16974/2007 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας Κατηγορούσας Αρχής ν. Λεοντή Γεωργίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21.10.2008 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενο: κα Χ¨Μιχαήλ Για κατηγορούμενο: κος Φούλιας Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οσμή φωτιάς στον αέρα, οδήγησε στις 05.11.06 και περί ώρα 3:50 με 3:55 πρωινή τον Αλέξη Ιωάννου, φρουρό ασφαλείας στη μαρίνα Λάρνακος, εις αναζήτηση της εστίας φωτιάς. Ακολουθώντας την οσμή οδηγήθηκε προς την έξοδο της μαρίνας στη λεωφόρο Αθηνών απέναντι από τα ξενοδοχεία. Διαπίστωσε τότε ότι φλεγόταν το μπροστινό μέρος καφετερίας μπροστά από το ξενοδοχείο Sunhall. Αμέσως επέστρεψε στο γραφείο του και ενημέρωσε τηλεφωνικώς τη λιμενική. Ο Αλέξης Ιωάννου δεν είδε ούτε και άκουσε οτιδήποτε ύποπτο. Κατά τον ίδιο χρόνο οι αστυφύλακες 2156, Μάριος Λάμπρου και 1256, Αντρέας Αντρέου, βρίσκονταν περιπολία στον τομέα Ε. Περί ώρα 4:00 π.μ. ειδοποιήθηκαν μέσω ασυρμάτου από τον αξιωματικό υπηρεσίας ότι στο καφεστιατόριο Evento υπήρχε φωτιά. Μετέβησαν στο σημείο και διαπίστωσαν ότι καναπές ο οποίος βρισκόταν έξω από το υποστατικό φλέγετο και ήτο σχεδόν κατεστραμμένος. Περαιτέρω, επηρεασμένες από τη φωτιά ήταν και δύο από τις συρόμενες πόρτες, αλλά και δύο τζάμια τα οποία είχαν σπάσει. Οι αστυφύλακες παρέμειναν στη σκηνή και φύλαξαν τούτη μεταξύ των ωρών 5:30 π.μ. με 7:00π.μ., οπόταν τη φύλαξη της σκηνής ανέλαβε ο ειδικός αστυφύλακας 5690 Χ. Παναγιώτου. Ο τελευταίος φύλαξε το μέρος μέχρι η ώρα 8:00 π.μ. οπόταν τη σκηνή επισκέφθηκε ο αστυφύλακας 1337 Κ. Παπαδόπουλος μαζί με αξιωματικό της πυροσβεστικής υπηρεσίας για διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων. Κατά τη διάρκεια φύλαξης του χώρου από τους αστυφύλακες, κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εισήλθε στη σκηνή. Ο Κυριάκος Μπύρος είναι ένας εκ των ιδιοκτητών του καφεστιατορίου Eventο το οποίο βρίσκεται στη λεωφόρο Αθηνών 10 στις φοινικούδες στη Λάρνακα. Στις 04.11.06 το βράδυ δεν βρισκόταν στο καφεστιατόριο Evento. Στις 05.11.06 ειδοποιήθηκε στις 4:00π.μ. από την αστυνομία ότι είχε φωτιά έξω από το εν λόγω υποστατικό και έτσι μετέβη στο χώρο αμέσως. Όταν μετέβη στο χώρο εκεί ευρισκόταν τόσο η πυροσβεστική υπηρεσία όσο και η αστυνομία. Κατά τον ίδιο χρόνο η φωτιά είχε σβήσει, είχε όμως καταστραφεί ένας εξωτερικός διθέσιος καναπές, ένα μικρό σκαμπό, έσπασαν δύο τζάμια της δεξιάς εξωτερικής πόρτας και προκλήθηκαν και άλλες ζημιές τόσο στους τοίχους όσο και στο εξωτερικό σκέπαστρο του υποστατικού. Ο Κυριάκος Μπύρος ουδέν απολύτως πρόβλημα έχει με τον αδελφό του, συνέταιρο στο καφεστιατόριο Evento, όπως ούτε με οιονδήποτε άλλο πρόσωπο. Η εν λόγω επιχείρηση είναι κερδοφόρα. Διευθυντής του καφεστιατορίου Evento είναι ο Κωνσταντίνος Κελεσίδης. Για όσο χρονικό διάστημα εργάζετο στο καφεστιατόριο, δεν δημιουργήθηκε οιονδήποτε σοβαρό πρόβλημα. Στις 04.11.06 μετέβη στο Evento η ώρα 17:

  1. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της νύκτας υπήρχε αρκετός κόσμος στο υποστατικό, όλα όμως κύλησαν ομαλά. Ο Κωνσταντίνος Κελεσίδης ήταν ο τελευταίος που έφυγε από το καφεστιατόριο και τούτο έγινε περί τις 03:00 π.μ. αφότου κλείδωσε όλες τις πόρτες. Αργότερα και ενόσω ευρισκόταν με φιλικό του πρόσωπο σε κάποιο εστιατόριο, ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από την αστυνομία ότι φλέγετο το καφεστιατόριο Evento και έτσι μετέβη αμέσως στο χώρο, όπου ήδη είχαν προκληθεί ζημιές εξωτερικά. Πέραν των πιο πάνω προσώπων στις 05.11.06 στο καφεστιατόριο μετέβησαν και οι αστυφύλακες 1337 Κ. Παπαδόπουλος και ο ανώτερος υπαστυνόμος Ιεζεκιήλ Παπαδόπουλος. Ο μεν πρώτος έλαβε φωτογραφίες ενός καναπέ και της πρόσοψης του καφεστιατορίου, ενώ ο δε δεύτερος εξέτασε τα αίτια της πυρκαγιάς. Ό,τι προκύπτει από την εν λόγω εξέταση είναι πως η πιθανότητα η πυρκαγιά να προκλήθηκε από αναμμένο αποτσίγαρο από περαστικό ή από κακόβουλη πράξη από άγνωστο ή άγνωστα πρόσωπα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Όλα τα πιο πάνω προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα μέσα από τις καταθέσεις διαφόρων προσώπων που οι συνήγοροι κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης κατέθεσαν στο δικαστήριο εκ συμφώνου (βλ. έγγραφα Α έως Θ2). Τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα (έγγραφα Α έως Θ2), εγκρίθηκαν από το δικαστήριο. Αντικείμενο της υπόθεσης είναι η κατηγορία για εμπρησμό που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δυνάμει του άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 05.11.06 στη λεωφόρο Αθηνών στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας εσκεμμένα και παράνομα έθεσε πυρ σε κτήριο, ήτοι στο CAFÉ EVENTO, ιδιοκτησία του Κυριάκου Μπύρου από τη Λάρνακα, ζημιά ύψους Λ.Κ.8.
  3. Πέραν όμως των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο και δύο μάρτυρες. Τούτοι είναι ο λοχίας 1086 Μ. Ιωάννου (Μ.Κ.1) και ο αστυφύλακας 278 Χρ. Κυριάκου (Μ.Κ.2). Σύνοψη της μαρτυρίας τους έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 μετέβη στο καφεστιατόριο Evento αφότου λήφθηκε πληροφορία ότι στο χώρο ξέσπασε πυρκαγιά. Το καφεστιατόριο καλύπτετο από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο κατέγραψε τις κινήσεις ενός προσώπου πριν ξεσπάσει η πυρκαγιά. Αργότερα την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.1 ενημερώθηκε από το Μ.Κ.2 ότι ο Λεοντής Γεωργίου (ο κατηγορούμενος) παραδέχθηκε ενοχή και προέβη σε θεληματική κατάθεση. Όπως επεξήγησε ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του, η αναφορά του σε παραδοχή του κατηγορουμένου δεν προκύπτει από τη γραπτή κατάθεση του τελευταίου αλλά από τα όσα ο μάρτυρας αντιλήφθηκε από τη σχετική συνομιλία του με το Μ.Κ.
  4. Τέλος, ο Μ.Κ.1 παρουσίασε στο δικαστήριο φανέλλα που φορούσε ο κατηγορούμενος στις 05.11.06 (βλ. τεκμήριο 2), τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου (βλ. τεκμήριο 3) και τη γραπτή κατηγορία που προσάφθηκε στον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήριο 4). Ως επόμενος μάρτυρας κατέθεσε ο Μ.Κ.2 ο οποίος ανέφερε ότι ανέλαβε καθήκον στις 05.11.
  5. Την ίδια ημέρα κάλεσε τον κατηγορούμενο στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λάρνακας για εξέταση αναφορικά με την πυρκαγιά στο καφεστιατόριο Evento. Αρχικά ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 μετέβη με τον κατηγορούμενο στο καφεστιατόριο Evento όπου του υπέδειξε τα όσα κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και ο κατηγορούμενος του απάντησε "Ναι τούτος μοιάζει μου αλλά δεν είμαι εγώ." Όταν αργότερα άρχισαν έρευνες στην οικία του κατηγορουμένου, ο τελευταίος παρέδωσε στο Μ.Κ.2 το τεκμήριο 2 (φανέλλα) αναφέροντας ότι αυτή φορούσε κατά την ώρα διάπραξης του αδικήματος και ότι αυτή είναι που φαινόταν στις εικόνες του κλειστού κυκλώματος. Κατόπιν επίστησης της προσοχής του στο νόμο από το Μ.Κ.2 ο κατηγορούμενος ανέφερε "Eπαίρνουν που τζιαμέ τζαι έπηνα τσιγάρο. Επέταξα το αλλά δεν ήξερα ότι είχε καναπέ τζαι επήρε φωτιά." Σύμφωνα με το Μ.Κ.2, στη συνέχεια έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήριο 3), ενώ κατέγραψε και την απάντηση του κατηγορουμένου όταν ο τελευταίος προέβη σε υπόδειξη σκηνής (βλ. τεκμήριο 6). Σύμφωνα με το Μ.Κ.2 ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι όταν βγήκε έξω από το club στο οποίο βρισκόταν πέρασε δίπλα από τον καναπέ και πέταξε το τσιγάρο του. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος πέρασε πολύ κοντά από τον καναπέ, κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε όμως ότι δεν σταμάτησε. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής εφόσον μετά το Μ.Κ.2 η κα Χ¨Μιχαήλ ανέφερε ότι τούτη ήτο η υπόθεσή της. Ευθύς μετά την εν λόγω δήλωση ο κος Φούλιας για τον κατηγορούμενο υπέβαλε αίτημα για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν σπεύδω τώρα να αναπτύξω τα όσα οι δύο συνήγοροι εισηγήθηκαν, εφόσον η ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής επιτάσσει αναφορά και εν συνεχεία εξέταση των όσων ο κατηγορούμενος ανέφερε είτε στην κατάθεση του είτε αλλού (βλ. Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας

(1996)2 ΑΑΔ 41, 45 χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι η παρουσίαση κατάθεσης κατηγορουμένου αποτελεί υποχρέωση της αστυνομίας και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ότι υιοθετείται το περιεχόμενο της, βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χ¨Κωνσταντίνου
(1989)2 ΑΑΔ 99, 103). Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος δεν προκύπτουν μόνο από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2. Σχετικά είναι και τα ενώπιον του δικαστηρίου τεκμήρια 3, 4 και 6, δηλαδή η κατάθεση του κατηγορουμένου, η απάντηση του στη γραπτή κατηγορία και η δήλωσή του κατά την υπόδειξη σκηνής, αντίστοιχα. Ό,τι προκύπτει από το τεκμήριο 3 είναι πως περί τις 4:20 στις 05.11.06 ο κατηγορούμενος αναχώρησε από νυκτερινό κέντρο. Καθ΄ ον χρόνο βρισκόταν μπροστά από το café Evento πέταξε μισοκαπνισμένο τσιγάρο που κρατούσε, δεν ήθελε όμως να θέσει φωτιά στον καναπέ· απλώς, πέταξε το τσιγάρο του το οποίο πήγε επάνω στον καναπέ. Από εκεί ο ίδιος κατευθύνθηκε πεζός στο φούρνο Ζορπά. Περαιτέρω, όταν ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς (βλ. τεκμήριο 4) απάντησε "επέταξα το τσιγάρο αλλά εν τζαι ήθελα να τους κάμω ζημιά" Τέλος, στο έντυπο υπόδειξης σκηνής ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι "εδώ ήμουν που βγήκα έξω που το κλαπ και επέταξα το τσιγάρο που έπινα". Όπως φαίνεται στο τεκμήριο 6 η εν λόγω δήλωση ειπώθηκε στη λεωφόρο Αθηνών εξωτερικά του καφεστιατορίου Evento. Όπως εισηγήθηκε ο κος Φούλιας αμέσως μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η τελευταία απέτυχε να αποδείξει δυο συστατικά στοιχεία. Το μεν πρώτο είναι το "εσκεμμένα", το δε δεύτερο το "κτήριο". Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο η ενέργεια και μόνο του κατηγορουμένου να πετάξει το τσιγάρο του δεν αποδεικνύει πρόθεση εμπρησμού του κτιρίου. Περαιτέρω, η τζαμαρία και το παράθυρο, που ως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα καταστράφηκαν, δεν αποδεικνύουν κτήριο. Στον αντίποδα η κα Χ¨Μιχαήλ ανέφερε ότι η πρόθεση του κατηγορουμένου συνάγεται από τις περιβάλλουσες περιστάσεις και ιδιαίτερα από τα όσα προκύπτουν από την κατάθεση του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την κα Χ¨Μιχάηλ η απάθεια του κατηγορουμένου να μετακινήσει το αναμμένο τσιγάρο από τον καναπέ αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο εσκεμμένα. Κατ' αρχάς, λίγα λόγια αναφορικά με το υπό κρίση στάδιο. Το νομικό πλαίσιο που διέπει τούτο (βλ. άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) είναι ευκρινώς αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το ανώτατο δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, παρουσία των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν ως ακολούθως: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Μείζονος σημασίας είναι και η απόφαση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το ανώτατο δικαστήριο υιοθετώντας απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis τόνισε πως ό,τι απαιτείται από το δικαστήριο είναι να αποφασίσει εάν η ενώπιον του μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an annswer). Τέλος, σημειώνω πως σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο εμπεπιστευμένο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων και το οποίο τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R v. Galbraith
(1981)2 All ER 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, ο δικαστής, ένεκα του δισυπόστατου ρόλου του οφείλει να επαγρυπνεί ούτως ώστε οι δύο ιδιότητες του να μην συγχέονται. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και παρότι δεν αμφισβητήθηκε, εξετάζω πρώτα την ικανότητα της ενώπιον μου μαρτυρίας. Είμαι της γνώμης ότι στη μαρτυρία των ΜΚ1 και Μ.Κ.2 δεν εντοπίζονται τέτοιες ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες να εκθεμελιώνουν την όποια λογική προσδοκία θετικής αξιολόγησης στο κατάλληλο περί τούτου στάδιο (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομία
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Ως εκ τούτου, κρίνω πως αυτή τουλάχιστον η προϋπόθεση πληρούται. Σπεύδω τώρα να εξετάσω το άρθρο 315(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δυνάμει του οποίου κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Ως εκ τούτου τίθεται η ερώτηση ποια είναι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το σχετικό άρθρο αναφέρει ότι: "Όποιος εσκεμμένα και παράνομα θέτει φωτιά (α) σε οποιοδήποτε μηχανοκίνητο όχημα, κτήριο ή οικοδομή, αποπερατωμένο ή όχι είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων." Εξάγεται λοιπόν το συμπέρασμα ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) εσκεμμένα, (β) παράνομα, (γ) θέτει φωτιά, και (δ) κτήριο. Δεν χωρεί βέβαια αμφιβολία ότι η προκύπτουσα από τη μαρτυρία ενέργεια του κατηγορουμένου να πετάξει το τσιγάρο του επάνω στον καναπέ που ευρισκόταν στο καφεστιατόριο Evento δεν είχε νόμιμη ή δικαιολογημένη υπόσταση. Όπως όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα "Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, έκδοση 2007", η έννοια unlawful ερμηνεύεται ως "without lawful justification or excuse, e.g. self-defence". Στη δοσμένη περίπτωση όχι μόνο δεν ευρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί την εν λόγω ενέργεια του κατηγορουμένου, αλλά έχουν κατατεθεί και παραδεκτά γεγονότα αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του καναπέ και του εν λόγω υποστατικού που μαρτυρούν ότι ουδεμία νόμιμη δικαιολογία είχε ο κατηγορούμενος εν σχέσει με την ενέργειά του να πετάξει το μισοκαπνισμένο τσιγάρο στον καναπέ. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι αυτό το συστατικό στοιχείο έχει αποδειχθεί. Περαιτέρω, είμαι της γνώμης πως και το άλλο συστατικό στοιχείο, ήτοι "θέτει φωτιά", έχει επίσης αποδειχθεί. Η παραδοχή του κατηγορουμένου ότι πέταξε το μισοκαπνισμένο τσιγάρο του στον καναπέ του εν λόγω καφεστιατορίου σε συνδυασμό με το παραδεκτό γεγονός ότι περί τις 3:55π.μ. το καφεστιατόριο Evento καίγετο, αλλά και ότι η φωτιά δυνατό να προκλήθηκε από αναμμένο τσιγάρο, αρκούν γι΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας που το δικαστήριο δεν εξετάζει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής σε επίπεδο απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, να θεωρηθεί πως η εν λόγω ενέργεια του κατηγορουμένου ισοδυναμεί με το υπό αναφορά συστατικό στοιχείο "θέτει φωτιά". Επόμενο συστατικό στοιχείο είναι το κτήριο. Εισηγείται ο κος Φούλιας πως δεν αποδείχθηκε τούτο το συστατικό στοιχείο. Είναι γεγονός πως το εν λόγω στοιχείο δεν ερμηνεύεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στο σχετικό νόμο. Παρόλα ταύτα, δεν θεωρώ ότι πρόκειται για νομικό ή τεχνικό όρο. Έχει τούτο τη συνηθισμένη έννοια ήτοι οικοδόμημα, κτίσμα. Κατά πόσο αποδείχθηκε από τη μαρτυρία ότι η φωτιά που τέθηκε ήταν σε κτίσμα ή οικοδόμημα, αποκαλυπτικά είναι τα παραδεκτά γεγονότα που προκύπτουν από την κατάθεση του Κυριάκου Μπύρου και επεξηγούν τις ζημιές ως περιλαμβάνουσες δύο τζάμια εσωτερικής πόρτας(βλ. έγγραφο Β) ως επίσης και εσωτερικούς τοίχους (βλ. έγγραφο Γ). Αρκεί εδώ να σημειωθεί ότι δυνάμει του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 η έννοια της οικοδομής περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, στέγη και οποιοδήποτε τοίχο που σκοπό έχει να περικλείει ή οριοθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. Στη δοσμένη περίπτωση η αναφορά του Κυριάκου Μπύρου σε μαγαζί ως επίσης του Αλέξη Ιωάννου σε καφετέρια μπροστά από το ξενοδοχείο Sun-Hall, υποδηλοί συγκεκριμένο χώρο, ήτοι κτήριο. Ως εκ τούτου κρίνω τη θέση της υπεράσπισης αβάσιμη και καταλήγω ότι το συστατικό στοιχείο κτήριο, έχει δεόντως αποδειχθεί. Άφησα τελευταίο το συστατικό στοιχείο "εσκεμμένα" εφόσον ο κος Φούλιας έχει επίσης εισηγηθεί ότι δεν αποδείχθηκε. Απλή ανάγνωση του σχετικού άρθρου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η έννοια εσκεμμένα, ή willful στο αγγλικό κείμενο, εξυπακούει την πρόθεση που πρέπει να έχει ο δράστης κατά το χρόνο εκτέλεσης της παράνομης πράξης ούτως ώστε η διάπραξη του αδικήματος να θεωρείται ολοκληρωμένη. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, 176 αναφορικά με το συναφές του άρθρου 315 (α) αδίκημα, δηλαδή εκείνο του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 155, "η απόδειξη του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς". Συνάγεται λοιπόν ότι το συστατικό στοιχείο εσκεμμένα ή willful ερμηνεύεται ως αποδίδων τις έννοιες ηθελημένα ή συνειδητά. Παρόλα ταύτα, είμαι της γνώμης ότι η εμβέλεια της έννοιας εσκεμμένα δεν περιορίζεται μέχρι του σημείου εκτέλεσης συνειδητής και ηθελημένης μόνο πράξης. Πιστεύω ότι δεν καλύπτει μόνο περιπτώσεις θετικής ενέργειας, αλλά και εκείνες που προκύπτουν από απερίσκεπτη (reckless) πράξη. Η θέση μου αυτή κρίνω ότι υποστηρίζεται από το σύγγραμμα Archbold (πιο πάνω) όπου στην παράγραφο 17-48 συνοψίζεται η ερμηνεία της έννοιας willful μέσα από το πρόσφατο νομολογιακό καθεστώς. Αναφέρεται εκεί ότι : "The majority, equated willfully with common law recklessness. In the absence of a specific decision on a specific statutory provision to the contrary, it is submitted that any provision containing the word willfully in the definition of a crime should be construed in accordance with the approach in Sheppard" Σειρά πρόσφατων αποφάσεων (βλ. R. v. Sheppard
(1980)3 ALL E.R. 899, R. v. G.
(2003)3WhR 1060 και Attorney General΄s Reference (No 3 of 2003)
(2004)2 Cr. Appr. R. 23) οδηγούν σήμερα στη διαπίστωση ότι η νοητική κατάσταση του δράστη κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, εν σχέσει πάντα με την έννοια εσκεμμένα ή willful, διαπιστώνεται όχι μόνο όπου προκύπτει ξεκάθαρη πρόθεση διάπραξης του αδικήματος, αλλά και όπου παρατηρείται απερισκεψία (recklessness) κατά πόσο η πράξη που θα διενεργηθεί δυνατό να οδηγήσει στο άνομο αποτέλεσμα. Στην πιο πάνω επισήμανση αξίζει όμως να προστεθεί ό,τι η νομολογία έχει καθορίσει ως κατάλληλο επίπεδο απόδειξης της απερισκεψίας. Η εν λόγω έννοια δεν αποδεικνύεται αντικειμενικά και κριτήριο δεν είναι ο μέσος συνετός παρατηρητής εν τη εννοία της υπόθεσης R. v. Caldwell
(1981)1 ALL E.R. 961. Η σχετική αρχή στην αναφερόμενη υπόθεση έχει διαφοροποιηθεί (βλ. R v. G πιο πάνω) και το επίπεδο απόδειξης απερισκεψίας είναι πλέον υποκειμενικό, δηλαδή η σκέψη του δράστη κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Είναι βέβαια αντιληπτό, όπως ανέφερε και ο λόρδος Steyn στην υπόθεση R v. G. (πιο πάνω), ότι, "The stronger the objective indications of neglect, the more difficult for defendants to repel the conclusion that ...... they had been recklessly regardless of their welfare". Όλα τα πιο πάνω λοιπόν είναι ότι λαμβάνω υπόψη μου κατά τη διερεύνηση του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού εις απάντηση του ερωτήματος εάν η κατηγορούσα αρχή απέδειξε το συστατικό στοιχείο "εσκεμμένα". Είναι γεγονός πως η στάση του κατηγορουμένου στα τεκμήρια 3, 4 και 6 ήτο συνεπής. Σε όλα τα πιο πάνω τεκμήρια ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι πέταξε μισοκαπνισμένο τσιγάρο το οποίο κάθισε στον καναπέ του καφεστιατορίου Evento. Παρόλα ταύτα, συνεπής παρέμεινε και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν ήθελε να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά. Περαιτέρω, το μαρτυρικό υλικό (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.2 και κατάθεση κατηγορουμένου - τεκμήριο 3), αποκαλύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν παρέμεινε στο χώρο του καφεστιατορίου Evento αλλά ότι πέταξε το τσιγάρο του προς εκείνο το σημείο ενόσω κατευθυνόταν πεζός στο φούρνο Ζορπά. Η ερώτηση που τίθεται είναι εάν αυτή η μαρτυρία είναι ικανή να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ηθελημένα προέβη στην εν λόγω ενέργεια. Αξίζει εδώ να ανοίξω μια παρένθεση και να σημειώσω ότι η αναφερόμενη ως ενέργεια, υπό το φως πάντα του αδικήματος και των λεπτομερειών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, δεν είναι άλλη από το να θέσει φωτιά σε κτήριο. Τούτο είναι το αδίκημα του άρθρου 315(α) και όχι οτιδήποτε άλλο. Είναι αυτή την πράξη που αφορά το επίρρημα εσκεμμένα και όχι οτιδήποτε άλλο. Ως εκ τούτου, η πραγματική πλέον ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί είναι εάν ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έθεσε φωτιά στο κτήριο. Επαναλαμβάνω ότι η έννοια εσκεμμένα εμπερικλείει και τις δύο προαναφερόμενες ερμηνείες, δηλαδή είτε ηθελημένη πρόθεση, είτε απερισκεψία, κρινόμενη πάντα υποκειμενικά. Είμαι της γνώμης πως στο πιο πάνω ερώτημα η απάντηση είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε τέτοια πρόθεση εν σχέσει με το κτήριο και ούτε προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό εάν ήταν απερίσκεπτος. Σε αυτή τη διαπίστωση οδήγησε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αφενός μεν αρνείται ότι πρόθεσή του ήταν η πρόκληση ζημιάς, αφετέρου δε δεν προκύπτει ότι έθεσε φωτιά στο κτήριο per se αλλά ότι πέταξε αναμμένο τσιγάρο σε κάποιο καναπέ. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο εν λόγω καναπές ήτο εκτός κτηρίου. Πού ακριβώς σε σχέση με το κτήριο και πόσο πιθανόν ήτο να φλέγετο από το αναμμένο τσιγάρο και εν συνεχεία να μεταφερθεί η φωτιά στο κτήριο, δεν αναφέρθηκε και δεν επεξηγήθηκε. Ακόμη και αν υποθέσει κανείς ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να προκαλέσει ζημιά στον καναπέ, δεν έχει επεξηγηθεί και αποδειχθεί οιαδήποτε εγγενής σχέση αναφορικά με το αποτέλεσμα, δηλαδή τη φωτιά στο κτήριο, μεταξύ καναπέ και κτηρίου. Πανομοιότυπες και καθοδηγητικές κρίνω τις υποθέσεις R. v. Nattarass
(1882)15 Cox C.C. 73 και R. v. Harris and Atkins
(1882)15 Cox C.C. 75. Στην τελευταία αυτή υπόθεση ο κατηγορούμενος έθεσε φωτιά σε κορνίζα πίνακα, για να αποκρύψει την κλοπή και να παρουσιάσει το όλο επεισόδιο ως ατύχημα πυρός. Η καθοδήγηση που δόθηκε στους ενόρκους, οι οποίοι εν τέλει απάλλαξαν τον κατηγορούμενο από την κατηγορία του εμπρησμού ήταν: "Again, if you think that the prisoner set fire to the frame of the picture with a knowledge that in all probability the house itself would thereby be set on fire, and that he was reckless and utterly indifferent where the house caught fire or not, that is abundant evidence from which you may, if you think fit, draw the inference that he intended the probable consequences of his act, and if you draw that inference, then, inasmuch as the house was in fact set on fire through the medium of the picture frame, the prisoner's crime would be that of arson." Έτσι και στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει πρόθεση του κατηγορουμένου να θέσει φωτιά στο κτήριο, αλλά ούτε και ότι ο κατηγορούμενος ήταν απερίσκεπτος, εν σχέσει πάντα με το κτήριο, δηλαδή ότι αυτό θα καιγόταν ένεκα του μισοκαπνισμένου τσιγάρου που πέταξε στον καναπέ. Στην πιο πάνω διαπίστωση συμπεριέλαβα και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αρχικά δεν παραδέχθηκε ενοχή και είπε ψέματα στην αστυνομία. Καθοδηγούμενος από τις αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260 αναφορικά με ψεύδη κατηγορουμένου, είμαι της γνώμης ότι η άρνηση του κατηγορουμένου στην έναρξη των ερευνών, δεν είναι ικανή, έστω και κρινόμενη ως ψεύδος, να αλλοιώσει την πιο πάνω διαπίστωση ως προς την πρόθεση του κατηγορουμένου κατά το χρόνο εκτέλεσης της κρινόμενης ενέργειας. Ας σημειωθεί εδώ ότι η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει ούτε στις περιπτώσεις εκείνες που καλύπτονται από την υπόθεση R ν. Miller
(1983)2 AC 161, εφόσον κανένα στοιχείο από το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό δεν θέλει τον κατηγορούμενο να λειτουργεί κατά πανομοιότυπο τρόπο ως ο κατηγορούμενος στην υπόθεση Miller (πιο πάνω), δηλαδή να σταματά, να βλέπει τη φωτιά να επεκτείνεται και αντί να προσπαθεί να σβήσει τούτη να αδιαφορεί. Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το υπό κρίση συστατικό στοιχείο και ιδιαίτερα ως τούτο συναρτάται με τα συστατικά στοιχεία θέτει φωτιά σε κτήριο. Με προβλημάτισε όμως εάν θα ήτο ορθό και δίκαιο για τον κατηγορούμενο να τροποποιηθεί το κατηγορητήριο δια προσθήκης νέας κατηγορίας η οποία να αφορά το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Καθοδηγήθηκα σχετικά από την υπόθεση Θωμά ν. Αστυνομία
(2000)2 ΑΑΔ 465 και τούτο παρότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε τις διατάξεις του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155 και όχι τις διατάξεις του άρθρου 83
(1)που δυνατό να ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Σημειώνω εδώ ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε την κατηγορία του άρθρου 315(α) του Κεφ. 154 και όχι οτιδήποτε άλλο. Αντικείμενο ήταν η φωτιά που ο κατηγορούμενος έθεσε σε κτήριο εσκεμμένα. Η υπεράσπιση αποδέχθηκε την πλειοψηφία του μαρτυρικού υλικού ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αφότου δηλώθηκαν εγκρίθηκαν από το δικαστήριο. Οι δύο μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο δεν αμφισβητήθηκαν για οτιδήποτε παρά μόνο ερωτήθηκαν να διευκρινίσουν την πρόθεση του κατηγορουμένου αναφορικά με τη φωτιά που τέθηκε στο κτήριο και όχι οπουδήποτε αλλού. Υπό αυτές τις περιστάσεις είναι πιστεύω άδικο για τον κατηγορούμενο να προχωρήσει το δικαστήριο σε τροποποίηση η οποία θα εισάγει κατ΄ ουσία ένα νέο θέμα ήτοι ζημιά σε περιουσία, άλλη εννοείτε, από το κτήριο, στοιχείο το οποίο η κατηγορούσα αρχή είχε εξαρχής κάθε ευχέρεια συμπερίληψης στο κατηγορητήριο μέσω δεύτερης κατηγορίας εδραζόμενης στο άρθρο 324
(1), του Κεφ. 154. Ως εκ τούτου, κρίνω πως η τροποποίηση του κατηγορητηρίου δεν είναι πρόσφορο υπό τις περιστάσεις μέτρο. Ενόψει όλων των πιο πάνω, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, έστω και απ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, αθωώνω και απαλλάσσω τον κατηγορούμενο από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Υπογραφή: .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.