Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Svorasti Dumitru Irinel κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15544/2008, 31.10.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15544/2008 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Aρχής ν.
(1)Svorasti Dumitru Irinel
(2)Katalin Halangescu Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31.10.2008 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κος Κουτσόφτας Για κατηγορούμενους: κος Ι. Γεωργίου Π Ο Ι Ν Η Στις 30.09.08 και περί τις 00:30 η Elena Lucia Matasaru αναχώρησε από την εργασία της, πρακτορείο στοιχημάτων, έχοντας στην κατοχή της την ημερίσια είσπραξη η οποία ανέρχετο σε €3.000. Κατά τον εν λόγω χρόνο και ενώ κινείτο πεζή, αντιλήφθηκε δύο αλλοδαπά πρόσωπα τα οποία επέβαιναν μοτοποδηλάτου, να την ακολουθούν. Όταν πλησίασαν την Matasaru σε απόσταση δέκα μέτρων ο ένας εκ των δύο, που στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ήτο ο 1ος κατηγορούμενος, κατήλθε από το μοτοποδήλατο, την πλησίασε και την κάλεσε στην αγγλική λέγοντας "sorry, sorry". Όταν η Matasaru γύρισε προς το μέρος του 1ου κατηγορουμένου ο τελευταίος τη χαστούκισε στο πρόσωπο και τράβηξε τη τσάντα που κρατούσε χωρίς όμως να κατορθώσει να την αποσπάσει. Πέραν του κτυπήματος, στην προσπάθειά του να της αποσπάσει τη τσάντα, την έσπρωξε, με αποτέλεσμα η τελευταία να πέσει στο έδαφος. Κατά τον ουσιώδη χρόνο το δεύτερο πρόσωπο που επέβαινε στο μοτοποδήλατο, που στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ήτο ο 2ος κατηγορούμενος, παρέμεινε στο μοτοποδήλατο αναμένοντας τον 1ο κατηγορούμενο. Οι φωνές της Matasaru προσέλκυσαν την προσοχή των Χαράλαμπου Παπαχαραλάμπους και Ανδρέα Ελευθερίου οι οποίοι προσέτρεξαν να βοηθήσουν την άτυχη γυναίκα. Αυτή η ενέργειά τους, η οποία συνοδεύθηκε με λεκτική αποδοκιμασία έναντι του 1ου κατηγορουμένου, οδήγησε τον τελευταίο σε εγκατάλειψη του ανίερου σκοπού του έναντι του θύματος, ως επίσης και της σκηνής, επιβιβαζόμενος επί του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο 2ος κατηγορούμενος. Οι Παπαχαραλάμπους και Ελευθερίου καταδίωξαν τους δύο κατηγορούμενους και διαπίστωσαν ότι σε κάποιο σημείο της καταδίωξης ο 2ος κατηγορούμενος εγκατέλειψε το μοτοποδήλατο και τράπηκε σε φυγή πεζός, ενώ στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου και τότε ήταν που οι Παπαχαραλάμπους και Ελευθερίου κατόρθωσαν να τον ακινητοποιήσουν. Στην προσπάθεια ακινητοποίησης του 1ου κατηγορουμένου από τους μάρτυρες, ο κατηγορούμενος αντιστάθηκε με αποτέλεσμα να προκαλέσει στον Αντρέα Ελευθερίου πραγματική σωματική βλάβη, ήτοι εκδορά στο μέτωπο. Αμέσως μετά την ακινητοποίηση του 1ου κατηγορουμένου, η οποία διενεργήθηκε στη λεωφόρο Μακαρίου περί τα 300 μέτρα μακριά από το σημείο όπου οι δύο κατηγορούμενοι αποπειράθηκαν να ληστέψουν τη Matasaru, οι δύο πολίτες κάλεσαν την αστυνομία η οποία μετέβη στη σκηνή. Εν τω μεταξύ, τα κτυπήματα που ο 1ος κατηγορούμενος κατάφερε στη Matasaru της προκάλεσαν τραύματα στους λοβούς των αυτιών, ενώ η πτώση της στο έδαφος από το σπρώξιμο του 1ου και πάλιν κατηγορουμένου είχε ως αποτέλεσμα το σπάσιμο δύο καλυμμάτων εμφυτευμάτων οδόντων, ήτοι 3ου και 4ου οδόντος. Με τη σύλληψή του ο 1ος κατηγορούμενος απάντησε "Δεν φταίω εγώ». Στη συνέχεια έδωσε γραπτή ομολογία στην οποία κατονόμασε το 2ο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που το συνόδευε και ότι είχε γνώση για όσα θα ελάμβαναν χώρα. Όταν στη συνέχεια συνελήφθη και ο 2ος κατηγορούμενος απάντησε "Επήρα τον τζιαμέ με τη μοτόρα". Και οι δύο κατηγορούμενοι ανέφεραν ότι ευρίσκονταν στην οικία του 2ου κατηγορουμένου. Τηλεφώνημα συμπατριώτη τους και σχετική ενημέρωση ότι θα αναχωρούσε, τους έφερε να κατευθύνονται με το μοτοποδήλατο στην οικία του εν λόγω προσώπου. Στη διαδρομή αντιλήφθηκαν τη Matasaru (το θύμα) και τότε συνομολόγησαν τα όσα ακολούθησαν και αναφέρονται ανωτέρω. Κανείς εκ των δύο κατηγορουμένων βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν τα αδιάσειστα γεγονότα διάπραξης των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι δύο κατηγορούμενοι. Οι κατηγορίες που τελικά παρέμειναν να αντιμετωπίζουν και για τις οποίες παραδέχθηκαν ενοχή, έχουν ως ακολούθως: 1ος κατηγορούμενος - Απόπειρα ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282 και 284 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία), - Απόπειρας κλοπής από πρόσωπο κατά παράβαση των άρθρων 255, 266(α), 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία) - Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η και 5η κατηγορία) 2ος κατηγορούμενος - Παροχή βοήθειας στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της απόπειρας ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 20(γ), 282 και 284 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (6η κατηγορία). Εις μετριασμό της ποινής που δυνατό να επιβληθεί στους δύο κατηγορούμενους ο κος Γεωργίου έκανε αναφορά τόσο στις προσωπικές τους περιστάσεις όσο και στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Αφενός μεν υιοθέτησε το περιεχόμενο των εκθέσεων του γραφείου ευημερίας και αναφέρθηκε στο νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων (21ος και 22 ετών αντίστοιχα), την παραδοχή και μεταμέλειά τους, τη συνεργασία τους με την αστυνομία και το λευκό τους ποινικό μητρώο. Αφετέρου δε, αναφορά έκανε στο στιγμιαίο και ουδόλως προσχεδιασμένο του αδικήματος καθώς επίσης ότι οι κατηγορούμενοι προ της διάπραξης του αδικήματος κατανάλωσαν αλκοόλ το οποίο τους έθεσε σε κατάσταση ατονίας εις αντιδιαστολή εγρήγορσης και νοήμονος αντίδρασης. Από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι αμέσως μετά τη σύλληψή τους παραδέχθηκαν ενοχή. Το ίδιο δε έπραξαν και ενώπιον του δικαστηρίου με αποτέλεσμα την έκδοση της παρούσας. Αυτή η παραδοχή των κατηγορουμένων και ιδιαίτερα στο στάδιο που διενεργήθηκε, έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 ΑΑΔ 259, 265). Ακόμη, υπόψη λαμβάνεται και η συνεργασία των κατηγορουμένων με τις διωκτικές αρχές. Στη δοσμένη περίπτωση, η όλη συμπεριφορά του 1ου κατηγορουμένου μετά τη σύλληψή του, δηλαδή το ότι κατονόμασε τον 2ο κατηγορούμενο ως το συνεργό του, δοθέντος μάλιστα ότι ο τελευταίος είχε διαφύγει των πολιτών που τους καταδίωκαν και ως εκ τούτου αυτή η πράξη του 1ου κατηγορουμένου οδήγησε στη σύλληψη του 2ου κατηγορουμένου, εκλαμβάνεται ως συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές και λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του 1ου κατηγορουμένου (βλ. Khmetova v. Δημοκρατία
(1995)2 ΑΑΔ, 111, 113). Περαιτέρω, θετικά επιμετράται για τους δύο κατηγορουμένους πως τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων δεν οδηγούν σε διαπίστωση προσχεδιασμού και μελέτης της άνομης πράξης. Απεναντίας, το σύνολο των προαναφερθέντων γεγονότων οδηγεί σε συμπέρασμα μεμονωμένης πράξης η εκτέλεση της οποίας διενεργήθηκε στιγμιαία και αίφνης μετά τη σύλληψή της. Εδώ μάλιστα κρίνω ορθό να σημειώσω ότι είναι υπό αυτή την έννοια που εκλαμβάνω και αποδέχομαι και την εισήγηση του κου Γεωργίου ότι οι κατηγορούμενοι κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων τελούσαν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Έχει αναγνωρίσει η νομολογία μας ότι η μέθη αποτελεί μετριαστικό παράγοντα ο οποίος όμως εξετάζεται υπό το φως των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 ΑΑΔ 194, 197, Μελανίτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 309, 313 και Φανάρας ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50, 55). Ως εκ τούτου, η απουσία προσχεδιασμού της άνομης πράξης συναρτόμενη με την ατονία ευθυκρισίας ένεκα κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, λαμβάνεται θετικά υπόψη για τους δύο κατηγορουμένους (βλ. Πόρας κ.α. ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 452, 456). Σε αυτό το σημείο δράττομαι της ευκαιρίας να σημειώσω και το λευκό ποινικό μητρώο των δύο κατηγορουμένων, άλλο ένα δηλαδή στοιχείο το οποίο έλαβα υπόψη μου. Τέλος, υπόψη μου έλαβα και κάθε τι το οποίο αναφέρεται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας για τις προσωπικές των δύο κατηγορουμένων περιστάσεις. Ό,τι προκύπτει από τις εν λόγω εκθέσεις είναι το νεαρό της ηλικίας και των δύο κατηγορουμένων (ο μεν 1ος κατηγορούμενος 21ος ετών, ο δε 2ος κατηγορούμενος 22 ετών), ως επίσης οι περιορισμένες οικονομικές τους δυνατότητες και ιδιαίτερα ως τούτες συναρτώνται με τη μετανάστευση από τη χώρα τους στην Κύπρο, ως επίσης με το περιορισμένο μορφωτικό τους επίπεδο. Βέβαια, όλα τα πιο πάνω τα στάθμισα με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι δύο κατηγορούμενοι. Είναι κατανοητό ότι η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264, σταθερός δείκτης αποτίμησης της σοβαρότητας ενός αδικήματος είναι η ανώτατη ποινή που ο νομοθέτης επέλεξε να επισύρει. Στη δοσμένη περίπτωση αρκεί να σημειώσω ότι το αδίκημα του άρθρου 284 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την εδώ διάπραξη του, δηλαδή συνοδεία πέραν του ενός προσώπου, επίθεση, τραυματισμός, κτύπημα και σωματική βία, επισύρει ποινή φυλάκισης δια βίου. Σοβαρό όμως είναι και το αδίκημα των κατηγοριών 4 και 5 (επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης) το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης τριών ετών. Τελευταίο, όχι όμως έσχατο, είναι το αδίκημα της απόπειρας κλοπής από πρόσωπο, το οποίο επισύρει ποινή δύο ετών φυλάκισης και/ή Λ.Κ.1.500 πρόστιμο. Πέραν όμως της ανώτατης ποινής ό,τι δυνατόν να προσθέτει στη σοβαρότητα ενός αδικήματος είναι η τυχόν έξαρση που παρατηρείται καθώς επίσης και τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξή του. Είμαι της γνώμης πως στη δοσμένη περίπτωση τα δύο προαναφερόμενα στοιχεία υφίστανται. Η μεν έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας αναγνωρίστηκε σε ουκ ολίγες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω τις υποθέσεις Φανάρας ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50, 54 και Abed v. Δημοκρατίας Π.Ε. 299/05, ημερ. 26.02.07. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι ο έντονος προβληματισμός του δικαστηρίου για την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων. Περαιτέρω, τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας μόνο έκπληξη και αποτροπή προκαλούν στο άκουσμα τους. Οι κατηγορούμενοι, δύο στον αριθμό, νεαροί άνδρες, απεφάσισαν να ληστέψουν το θύμα. Καθ΄ όν χρόνο ο 1ος εκτελούσε τον ανίερο σκοπό τους ο 2ος παρακολουθούσε αμέριμνος με μοναδική έγνοια τον τρόπο διαφυγής. Η εκτέλεση της άνομης πράξης τους συνοδεύθηκε από τον τραυματισμό του θύματος στο πρόσωπο, τραυματισμός ο οποίος προήλθε από κτύπημα αλλά και από πτώση στο έδαφος μετά από σπρώξιμο. Το δε θύμα επρόκειτο για κοπέλα, ασθενές φύλο ως χαρακτηρίζεται ένεκα και της περιορισμένης μυϊκής δύναμης, η οποία σχολνούσε από την εργασία της και κατευθύνετο αμέριμνη. Τα πιο πάνω γεγονότα, σοβαρότατα και καθ΄ όλα επιβαρυντικά για τους κατηγορούμενους, μπορούν κάλλιστα να ιδωθούν υπό το φως του ακόλουθου αποσπάσματος από την υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224. Στη σελίδα 227 λέχθηκε ότι: «H σοβαρότητα που αποδίδεται από το νόμο στο έγκλημα της ληστείας με χρήση βίας αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες συνέπειες του εγκλήματος και το πλήγμα που μπορεί να επιφέρει στο θύμα του εγκλήματος. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το καθιστούν μια από τις σοβαρότερες μορφές του εγκλήματος της ληστείας με χρήση βίας. Επιθέσεις εναντίον πολιτών που κυκλοφορούν μόνοι τη νύκτα τείνουν να υπονομεύσουν ένα από τα σημαντικότερα ατομικά δικαιώματα, εκείνο της ελεύθερης διακίνησης. Διάδοση εγκλημάτων αυτής της μορφής θα επηρέαζε άμεσα την ποιότητα της ζωής στον τόπο με τεράστιες δυσμενείς κοινωνικές συνέπειες. Δικαιολογημένα το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο εφεσείων ήταν εξαιρετικά σοβαρά, τόσο σοβαρά ώστε να δικαιολογείται η επιβολή σημαντικής ποινής φυλάκισης παρά το νεαρό της ηλικίας του παραβάτη και τις προσωπικές του συνθήκες» Παρότι λήφθηκαν υπόψη όλα όσα προαναφέρθηκαν ως μετριαστικοί των δύο κατηγορουμένων παράγοντες, εντούτοις είμαι πεπεισμένος ότι μοναδική αρμόζουσα για τους κατηγορούμενους ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης. Μόνο με αυτή την ποινή μπορεί το δικαστήριο, υπό τις δοσμένες πάντα περιστάσεις, να εξασφαλίσει την αναγκαία στην ποινή αποτροπή (βλ. Φάντης ν. Δημοκρατία
(2002)2 ΑΑΔ 61, 65) και τούτο χωρίς να παραγνωρίζεται το νεαρό της ηλικίας των δύο κατηγορουμένων, οι προσωπικές τους περιστάσεις, αλλά και ότι είθισται σε νεαρά άτομα η ποινή φυλάκισης εάν είναι δυνατόν να αποφεύγεται (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατία
(2003)2 ΑΑΔ 83, 85). Παρόλα ταύτα, πρέπει να τονίσω εδώ ότι ως προκύπτει από τα γεγονότα διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων ο ρόλος των δύο κατηγορουμένων στη διάπραξη του κοινού αδικήματος, ήτοι απόπειρα ληστείας, δεν είναι ο ίδιος. Διαπιστώνω ότι η συνεισφορά του 2ου κατηγορουμένου περιορίζεται σε αναμονή του 1ου κατηγορουμένου επί του μοτοποδηλάτου, σε αδιαφορία για τα όσα διενήργησε ο 1ος κατηγορούμενος εις ολοκλήρωση του κοινού σκοπού τους και σε παροχή μέσου διαφυγής από τη σκηνή του εγκλήματος. Απεναντίας οι ενέργειες του 1ου κατηγορουμένου είναι κατά πολύ σοβαρότερες από εκείνες του 2ου. Άλλωστε, ο 1ος κατηγορούμενος είναι εκείνος ο οποίος επιτέθηκε του θύματος με τον τρόπο που προανέφερα. Ως εκ των πιο πάνω, αυτή η ανομοιότητα στη συνεισφορά των δύο κατηγορουμένων οδηγεί σε διάκριση στην ποινή που θα τους επιβληθεί (βλ. Ζαχαρίου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 595, 600). Τέλος, αξίζει να σημειώσω ότι δεν θεωρώ επιτρεπτή την επιβολή ποινής στις κατηγορίες 3 και 4 εφόσον τα γεγονότα που συνιστούν τη διάπραξη των εκεί αναφερόμενων αδικημάτων, είναι τα ίδια με τα γεγονότα του σοβαρότερου αδικήματος στη 2η κατηγορία. Ως εκ τούτου, ποινή θα επιβληθεί στη 2η κατηγορία. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: 1ος Κατηγορούμενος 2η κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 20 μηνών 3η κατηγορία: Καμία ποινή 4η κατηγορία: Καμία ποινή 5η κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 3 μηνών Οι ποινές να συντρέχουν 2ος κατηγορούμενος 6η κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 15 μηνών Έγινε εισήγηση από τον κο Γεωργίου για αναστολή των ποινών φυλάκισης. Εξέτασα το αίτημα υπό το φως των διατάξεων του σχετικού νόμου (Ν95/72) αλλά και της σχετικής νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, 166). Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν κάμπτεται από το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων και τις λοιπές τους προσωπικές περιστάσεις. Επιτακτική κρίνω είναι η ανάγκη όπως οι ποινές έχουν άμεση ισχύ. Υπογραφή: .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο