Αστυνομίας ν. Δημήτρη Παπακώστα, Αρ. Υπόθεσης:19258/07, 31/10/08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:19258/07 Μεταξύ: Αστυνομίας Κατηγορούσας Αρχής και Δημήτρη Παπακώστα Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 31/10/08 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ O Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
- Το αδίκημα ανατρέχει σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του στις 21.9.07 στον παλαιό δρόμο Λάρνακας - Λεμεσού παρά το Αλεθρικό της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HTM606 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Ο ΜΚ1, Θεοδόσης Ισαάκ, υιοθέτησε την κατάθεση του, τεκμήριο 1 στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι στις 21/9/07 οδήγησε το ημιφορτηγό του με αριθμούς εγγραφής KJR 793 με συνεπιβάτες δύο υπαλλήλους του. Έφθασε στο άλτ και ετοιμαζόταν να εισέλθει στον παλαιό δρόμο Λεμεσού - Λάρνακας με πρόθεση να στρίψει δεξιά. Έκανε άλτ κοίταξε δεξιά και αριστερά και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός από αυτοκίνητα μπήκε στο δρόμο με κατεύθυνση δεξιά, στην αριστερή λωρίδα. Αφού διένυσε γύρω στα 50 μέτρα άρχισε να παίρνει τη μέση του δρόμου αφού χρησιμοποίησε το δείκτη του δείχνοντας δεξιά για να εισέλθει στον αυτοκινητόδρομο. Κοίταξε από το καθρεφτάκι του και βεβαιώθηκε ότι πίσω του δεν υπήρχε κανένα αυτοκίνητο. Μπροστά του, επίσης ο δρόμος ήταν καθαρός και έστριψε δεξιά. Αμέσως άκουσε ένα κτύπημα πάνω στο μπροστινό δεξί μέρος του αυτοκινήτου του και είδε ένα αυτοκίνητο να φεύγει από μπροστά του και να ανεβαίνει και να ακινητοποιείται σε ένα ύψωμα έξω από το δρόμο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μόλις το αυτοκίνητο του ευθυγραμμίστηκε έβγαλε το δείκτη του για να στρίψει. Συμφώνησε ότι με κατεύθυνση τη Β2 στο σχέδιο Τεκμήριο 2 άρχισε να δείχνει στα 50 μέτρα. Στο σημείο που έκανε άλτ υπήρχε ορατότητα 300-400 μέτρα αλλά δεν είδε ούτε φώτα ούτε αυτοκίνητο. Χρειάστηκε ακόμη 10 μέτρα για να στρίψει στην έξοδο. Συμφώνησε πως για 360 μέτρα δεν είδε πίσω του οποιαδήποτε φώτα ή αυτοκίνητα. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν κοίταζε από το καθρεφτάκι του και ότι έστριψε χωρίς να βεβαιωθεί ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος. Ο ΜΚ2 ήταν ο αστ. 2631 Κ. Μιχαηλίδης. Υιοθέτησε την κατάθεση του , Τεκμήριο 3 στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: Την 21/9/07 η ώρα 21:20 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία έλαβε πληροφορία για τροχαίο δυστύχημα στον παλαιό δρόμο Λάρνακας - Λεμεσού. Μετέβηκε στο μέρος όπου εντόπισε τα δύο οχήματα και αφού έλαβε τα αναγκαία μέτρα ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα σημειώνοντας με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης. Από το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο
- Στο σημείο σύγκρουσης κατέληξε με βάση ίχνη που βρήκε στο δρόμο και οι δύο οδηγοί συμφώνησαν με αυτό. Στο σημείο δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Στο όχημα του ΜΚ1 οι ζημιές ήταν στο μπροστινό δεξί μέρος ενώ στο όχημα του κατηγορουμένου κυρίως στο αριστερό μέρος και αλλού αφού ακινητοποιήθηκε σε ανάχωμα. Η ορατότητα σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου (Α1 στο Τεκμήριο 2) ήταν πολύ μεγάλη. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 5 και τον ΜΚ
- Κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν παραδέχθηκε, Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από το σημείο που εξήλθε ο ΜΚ1 μέχρι το σημείο σύγκρουσης Χ η ορατότητα είναι γύρω στα 35 μέτρα. Η δε ορατότητα από εκεί (σημείο 4,4 στο Τεκμήριο 2) προς τα αριστερά δεν μετρήθηκε αλλά «υπολογίστηκε ότι είναι πολύ μεγάλη». Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην αστυνομία, Τεκμήριο 5 από το εδώλιο του κατηγορουμένου και δεν κάλεσε μάρτυρα υπεράσπισης. Ανέφερε μεταξύ άλλων στο Τεκμήριο 5 ότι οδηγούσε το όχημα του με κατεύθυνση από Λάρνακα προς Λεμεσό, στον παλαιό δρόμο. Σε κάποιο σημείο και ενώ βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα με ταχύτητα 70-100 χ.α.ω είδε ένα ημιφορτηγό σε απόσταση 40 μέτρα από τον ίδιο να ετοιμάζεται να εισέλθει στο δρόμο στα δεξιά του. Στα 20 μέτρα το άλλο αυτοκίνητο μπήκε στο δρόμο, μπροστά του. Προσπάθησε να ελαττώσει πατώντας το στόπερ και επειδή το αυτοκίνητο του «πήγε να τον σύρει λίγο έκανε ελιγμό στα δεξιά να αποφύγει τη σύγκρουση». Αφού έφθασε σχεδόν δίπλα ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου έστριψε δεξιά με σκοπό να μπει στο δρόμο για τον αυτοκινητόδρομο. Τότε τον κτύπησε στην αριστερή του πλευρά και ακινητοποιήθηκε στο χαντάκι. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν και αφού εξέτασα τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του όσον αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος ήταν αόριστη και ασαφής. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στην μαρτυρία του δεν αναφέρει αν σταμάτησε προτού εισέλθει στον αυτοκινητόδρομο με στροφή δεξιά ή αν έλεγξε το δρόμο προτού να αρχίσει να παίρνει τη μέση του δρόμου για να στρίψει και προτού αρχίσει να δείχνει. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι η εκδοχή του ότι ενώ είχε ορατότητα πέραν των 300 μέτρων δεν είδε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ούτε πριν εισέλθει στον παλαιό δρόμο ούτε διανύοντας απόσταση σε αυτόν στερείται πειστικότητας ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι σύμφωνα και πάλι με την εκδοχή του η σύγκρουση συνέβη «αμέσως» μόλις έστριψε προς τον αυτοκινητόδρομο. Πέραν τούτου αναφέρω ότι η μαρτυρία του ότι διένυσε 60 μέτρα στον παλαιό δρόμο προτού στρίψει δεν φαίνεται να συνάδει με την πραγματική μαρτυρία σύμφωνα με την οποία η απόσταση φαίνεται να είναι η μισή. Από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ2 μου έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες κατά πόσο έλεγξε επαρκώς το δρόμο προτού επιχειρήσει να στρίψει δεξιά προς τον αυτοκινητόδρομο. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο ΜΚ2 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 2 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή. Αποδέχομαι τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 2 οι οποίες, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν αποδέχομαι όμως τον υπολογισμό της ορατότητας του ΜΚ1 προς τα αριστερά εξερχόμενος στον παλαιό δρόμο ως πολύ μεγάλη ούτε και τον καθορισμό της ορατότητας σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου και πάλι ως πολύ μεγάλη. Οι εν λόγω αναφορές ήταν παντελώς ατεκμηρίωτες αφού δεν έγιναν οποιεσδήποτε σχετικές μετρήσεις. Ούτε βεβαίως και συσχετίστηκαν οι πιο πάνω αναφορές με τον υφιστάμενο φωτισμό ο οποίος ήταν κατά την άποψη του ανεπαρκής. Περαιτέρω, ελλείπει παντελώς μαρτυρία που να διαφωτίζει το Δικαστήριο για την ορατότητα που είχε ο ΜΚ1 ενόσω βρισκόταν στον παλαιό δρόμο της τροχαίας κίνησης που τον ακολουθούσε στο σημείο που επιχείρησε στροφή προς τον αυτοκινητόδρομο. Αναφορικά με το Τεκμήριο 5 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 5 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο συνθέτει παραδοχή στα αδικήματα ή να περιέχει οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, αφού ο ΜΚ1 έχει κριθεί αναξιόπιστος. Οι αποδεκτές μετρήσεις και τα αποδεκτά ευρήματα του ΜΚ2 ο οποίος, δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ.Ε. V. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης v. Dharanghji
(1990)1 ΑΑΔ 1013, Αντώνη Παπαϊωάννου v. Νίκου Νικολάου, Πολιτική Έφεση αρ. 11744 ημερομηνίας 15.06.05). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 ΑΑΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οπίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με τη νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά v. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή v. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου v. Μπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 CLR 188). Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ2 και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύγκρουσης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου με του ΜΚ1. Περαιτέρω ελλείπει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος παρεξέκλινε της πορείας του ούτως ώστε στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από αυτόν να δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι ήταν αμελής. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο