← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Volodymyr Kostornykh, Αρ. Υπόθεσης: 16229/2008, 06.11.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος ν. Volodymyr Kostornykh, Αρ. Υπόθεσης: 16229/2008, 06.11.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16229/2008 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακος Κατηγορούσας Aρχής ν. Volodymyr Kostornykh Κατηγορουμένoυ Ημερομηνία: 06.11.2008 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Χ¨Μιχαήλ Για κατηγορούμενους: κος Θρασυβούλου Π Ο Ι Ν Η Στις 09.09.08 ο αστυφύλακας 2807 αντιλήφθηκε, ως χειριστή συσκευής ραντάρ, πλοίο να εισπλέει στο κλειστό λιμάνι της Αμμοχώστου. Αργότερα διαπιστώθηκε πως τούτο ήταν το πλοίο με την ονομασία Olga. Όταν στις 25.10.08 το εν λόγω πλοίο εισέπλευσε στο λιμάνι της Λάρνακος η αστυνομία προχώρησε σε έρευνα τούτου. Από το ημερολόγιο της γέφυρας του πλοίου, ημερολόγιο το οποίο παρέδωσε ο κατηγορούμενος, και από τη συσκευή πλοήγησης (GPS) διαπιστώθηκε ότι στις 09.09.08 το εν λόγω πλοίο εισέπλευσε στο κλειστό λιμάνι της Αμμοχώστου. Όταν ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε από την αστυνομία εάν έπραξε κάτι τέτοιο, ανάφερε ότι δεν θυμόταν. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήτο ο καπετάνιος του πλοίου, στη συνέχεια προέβη σε δήλωση ότι «εμένα με έστειλε η εταιρεία δεν ήξερα ότι ήταν κλειστό». Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Προς μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου ο ευπαίδευτος συνήγορος του έκανε αναφορά σε πληθώρα λόγων. Πέραν των προσωπικών του κατηγορουμένου περιστάσεων, πατέρας 3 τέκνων, δύο εκ των οποίων ανήλικα αλλά και το τρίτο εξαρτώμενο του ιδίου, ο κος Θρασυβούλου τόνισε το λευκό του ποινικό μητρώο, την παραδοχή του ως μεταμέλεια και εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές στην έκταση που αφορά την παράδοση του ημερολογίου της γέφυρας του πλοίου, αλλά ακόμη και τις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος. Όπως τόνισε ο κος Θρασυβούλου, οι συνομιλίες μεταξύ των ηγετών των δύο κοινοτήτων (ελληνικής και τουρκικής) προς εξεύρεση λύσης των όσων προέκυψαν από την τουρκική κατοχή, μεταβάλλει τη σοβαρότητα του αδικήματος σε σημείο που το δικαστήριο μπορεί να αποστεί από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Ο κος Θρασυβούλου αναγνώρισε εν προκειμένω ότι η νομολογία του ανώτατου δικαστηρίου υποδεικνύει ως αρμόζουσα για το αδίκημα ποινή εκείνη της φυλάκισης. Εξαρχής σημειώνω ότι τα γεγονότα διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, μοναδική κατηγορία που παρέμεινε στο κατηγορητήριο εφόσον η δεύτερη κατηγορία αναστάληκε, είναι ως τούτα λέχθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και αναφέρονται πιο πάνω. Περαιτέρω, προς μετριασμό της ποινής που δυνατό να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, υπόψη μου έλαβα την παραδοχή του τόσο ως ένδειξη μεταμέλειας (βλ. Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα

(2006)2 ΑΑΔ 259, 265), όσο και ως εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου όπως ο κος Θρασυβούλου επεσήμανε (Χαρτούπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28). Σε πιο μικρό βαθμό υπόψη μου έλαβα και τη συνεργασία του κατηγορουμένου με τις διωκτικές αρχές (βλ. Khmetova v. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 111, 113). Επισημαίνω ότι προσδίδω λιγότερη σημασία σε αυτό το στοιχείο εφόσον η συνεργασία δεν ήταν απ΄ την πρώτη στιγμή καθ΄ ότι ο κατηγορούμενος αρχικά απάντησε πως δεν ενθυμάτο εάν επισκέφθηκε το κλειστό λιμάνι της Αμμοχώστου, ενώ όταν στη συνέχεια παρέδωσε το ημερολόγιο της γέφυρας του πλοίου, η αστυνομία ήδη ερευνούσε τούτο. Περαιτέρω, η τεκμηρίωση της διάπραξης του αδικήματος προέκυψε όχι μόνο από το ημερολόγιο της γέφυρας που παρέδωσε ο κατηγορούμενος, αλλά και από το σύστημα πλοήγησης (GPS) του πλοίου. Ως εκ των πιο πάνω, η συνεργασία του κατηγορουμένου ήτο σαφώς καθυστερημένη αλλά και περιορισμένη ένεκα και άλλων στοιχείων που αποδείκνυαν την κατηγορία. Εις επίμετρον, συνυπολόγισα και τις προσωπικές του κατηγορουμένου περιστάσεις ήτοι, ότι πρόκειται για οικογενειάρχη πατέρα τριών τέκνων, δύο εκ των οποίων ανήλικα αλλά και το τρίτο επίσης εξαρτώμενο από τον ίδιο. Όλα τα πιο πάνω εξετάσθηκαν υπό το φως της σοβαρότητας του αδικήματος η οποία αντικατοπτρίζεται από την ανώτατη στο νόμο προβλεπόμενη ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Στην προκειμένη περίπτωση η ανώτατη ποινή είναι φυλάκιση δύο ετών και/ή πρόστιμο Λ.Κ.10.000. Περαιτέρω, και τα εγγενή του αδικήματος χαρακτηριστικά, δηλαδή η φύση τούτου και ο σκοπός της θέσπισης του εν λόγω άρθρου ποινικοποιόντας έτσι την εν λόγω συμπεριφορά, είναι δηλωτικά της σοβαρότητας του αδικήματος. Εν προκειμένω στην υπόθεση Yasbek ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 282, 284, λέχθηκε ότι: «Ο πρωτόδικος Δικαστής αναφέρθηκε στη συχνότητα που διαπράττονται τα αδικήματα παράνομης εισόδου στην Κύπρο και τη σοβαρότητα των αδικημάτων χρησιμοποίησης μη εγκεκριμένων λιμένων, τα οποία κατέστη απαραίτητο να κηρυχθούν σαν τέτοια, λόγω του ότι βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο και την κατοχή των Τουρκικών δυνάμεων εισβολής. Η Κυπριακή Δημοκρατία η οποία από το 1974 απαγόρευσε την είσοδο στα λιμάνια Αμμοχώστου και Κερύνειας κοινοποίησε την απόφαση της σε κάθε διεθνή οργανισμό στα νηολόγια που εκδίδουν πιστοποιητικά ναυσιπλοΐας, όπως το Ι.Μ.Ο (International Maritime Organization), το U.N.C.T.N.D. (United Nations Committee on Trade and Development), στο Διεθνές Γραφείο Εργασίας, το International Chamber on Shipping, στο Classification Society, και τους σημαντικότερους ασφαλιστικούς οργανισμούς συμπεριλαμβανομένων των Lloyd's και άλλων, επίσης στις πρεσβείες όλων των χωρών που αντιπροσωπεύονται στην Κύπρο και η Συρία είναι μια από αυτές, όπως και στα γραφεία όλων των μονίμων αντιπροσωπειών στα Ηνωμένα Έθνη. Είναι λοιπόν φανερό ότι ένας πλοίαρχος έπρεπε να γνωρίζει τα εγκεκριμένα λιμάνια της κάθε χώρας που επισκέπτεται και αν έχει αμφιβολία περί τούτου να επικοινωνεί με τα διάφορα μέσα στη διάθεση του με τις αρμόδιες αρχές για να ενημερώνεται. Η επιβληθείσα ποινή δεν μπορεί να κριθεί ούτε ότι παραβιάζει οποιαδήποτε αρχή του δικαίου ή ότι είναι έκδηλα υπερβολική.» Περαίνεται λοιπόν ότι η κατοχή μέρους των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ό,τι οδήγησε στην ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εισπλοή πλοίου σε κλειστό λιμάνι. Παρεμβάλλω εδώ και την εισήγηση του κου Θρασυβούλου πως οι κοινωνικοπολιτικές περιστάσεις έχουν μεταβληθεί σε βαθμό που η προσέγγιση της υφιστάμενης νομολογίας, αναφορικά με το είδος και το ύψος της ποινής, να μην δικαιολογείται πλέον. Όπως ρητά ανέφερε ο κος Θρασυβούλου η εν λόγω θέση του αφορούσε τις υποθέσεις Βουβλινόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ, 59 και Υasbek v. Αστυνομίας
(1992), 2 ΑΑΔ 282. Πιστεύω πως η εν λόγω εισήγηση δεν ευσταθεί. Η κατοχή εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχει μέχρι στιγμής αρθεί. Δυστυχώς το λιμάνι της Αμμοχώστου παραμένει και αυτό κλειστό. Πέραν αυτών των τραγικών δεδομένων πρόσφατη απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου, σε άλλο μεν αδίκημα αλλά παραπλήσιο και συναφές με το υπό εκδίκαση, ήτοι το αδίκημα του άρθρου 12
(1)
(5)του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο απ΄ ότι η εισήγηση του κου Θρασυβούλου. Στην υπόθεση Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 524, 526 λέχθηκε ότι: «Ό,τι καθιστά σοβαρό το αδίκημα της εισόδου στη χώρα, από λιμάνια τα οποία ευρίσκονται σε περιοχές που τελούν υπό την κατοχή της Τουρκίας, είναι η ενίσχυση που παρέχεται, με τέτοιες πράξεις, στην κατοχή. Η χρήση των λιμανιών στα κατεχόμενα πλήττει την ακεραιότητα της Κυπριακής Πολιτείας. Κατά συνέπεια, η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι, ως θέμα αρχής, εσφαλμένη.» Συνάγεται ως εκ τούτου ότι ούτε η σύγχρονη κοινωνικοπολιτική κατάσταση, στην έκταση και στο βαθμό που αποτελεί δικαστική γνώση εφόσον τίποτα το εξειδικευμένο αναφέρθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου, δεν έχει μεταβάλει την αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσης εν σχέσει πάντα με την επιβαλλόμενη ποινή. Ούτε οι αναφορές του κου Θρασυβούλου ότι άλλες δύο υποθέσεις, οι 14458/08 και 16127/08, έτυχαν διαφορετικής αντιμετώπισης, βοηθούν το κατηγορούμενο. Δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή και ως εκ τούτου για σκοπούς συζήτησης λαμβάνεται υπόψη ότι στη μεν πρώτη υπόθεση μετά που ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε φυλάκιση ο Γενικός Εισαγγελέας εισηγήθηκε και ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας απένειμε προεδρική χάρη, στη δε δεύτερη μετά την απάντηση του κατηγορουμένου ανεστάλη η ποινική δίωξη και ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι η μόνη σχετικότητα των αναφερόμενων υποθέσεων με την παρούσα είναι το αδίκημα που οι κατηγορούμενοι αντιμετώπισαν. Καμία σύνδεση αναφορικά με τα γεγονότα των τριών υποθέσεων που να αναδεικνύει κοινή δράση ή σχεδιασμό δεν αναφέρθηκε. Πρόκειται για τρεις ξεχωριστές υποθέσεις εντελώς ασύνδετες η μία με την άλλη. Ως εκ τούτου, αυτή δεν είναι η περίπτωση είτε συγκατηγορουμένων είτε κατηγορουμένων των οποίων η δράση είναι κοινή και δεν μπορεί να υπαχθεί η παρούσα υπόθεση υπό το φως των αρχών της υπόθεσης Κάττου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 498, 512. Περαιτέρω, όπως προκύπτει τόσο από την υπόθεση Κάττου όσο και από τις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Οδυσσέως
(1991)2 ΑΑΔ 309, 312 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 554, 557,το δικαστήριο ούτε την αναστολή ποινικής δίωξης όπως ούτε την απονομή χάρητος δύναται να ελέγξει. (βλ. και υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας (αρ.2)
(1997)2 ΑΑΔ 267). Τέλος, στρέφομαι σε ένα άλλο σημείο που έθιξε ο κος Θρασυβούλου ως μετριαστικό για τον κατηγορούμενο παράγοντα. Σύμφωνα με το συνήγορο, παρότι ο νόμος δίδει δικαίωμα καταγγελίας του καπετάνιου πλοίου, στην προκείμενη περίπτωση ο ιδιοκτήτης του πλοίου ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο, δεν κατηγορήθηκε, παρότι υπήρχε η δυνατότητα να κατηγορηθεί. Η εν λόγω θέση δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή και έτσι λαμβάνεται υπόψη. Εφαρμογή έχουν βέβαια τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Κάττου πιο πάνω. Η παράλειψη δίωξης προσώπου που ενέχεται στη διάπραξη του αδικήματος και δη του ιδιοκτήτη του επίμαχου πλοίου ο οποίος σύμφωνα με την υπεράσπιση, έδωσε οδηγίες στον κατηγορούμενο για διενέργεια της υπό κρίση άνομης πράξης, ενώ περαιτέρω κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ελλόχευε ο κίνδυνος απόλυσης του κατηγορουμένου καπετάνιου εάν δεν συμμορφώνετο με τις οδηγίες του ιδιοκτήτη, είναι σίγουρα στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη προς μετριασμό της θέσης του κατηγορουμένου. Εν κατακλείδι, αποτιμούμενα όλα τα πιο πάνω, στην ορθή πιστεύω διάσταση, με οδηγούν στο συμπέρασμα πως η επιβολή ποινής φυλάκισης είναι επιβεβλημένη. Ως εκ τούτου, επιβάλλω στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Έγινε εισήγηση από τον κο Θρασυβούλου για αναστολή της τυχόν ποινής φυλάκισης που θα επιβάλλετο, δυνάμει του περί της Υφ΄ όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου Ν.95/72. Κατ΄ αρχάς, ας σημειωθεί ότι η αναστολή ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό είδος ποινής. Είτε τα γεγονότα της υπόθεσης και οι προσωπικές του κατηγορουμένου περιστάσεις (βλ. άρθρο 3
(2), Ν.95/1972)δίδουν έναυσμα για τέτοια αντιμετώπιση, είτε όχι. Καθοδηγητικές είναι και οι αρχές που επαναλαμβάνονται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, 166. Κρίνω πως στη δοσμένη περίπτωση τίποτα από τα πιο πάνω δεν δικαιολογεί αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ως εκ τούτου, η ποινή που έχει επιβληθεί θα έχει άμεση ισχύ. Υπογραφή: .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.