Αστυνομίας ν. Ευδοκίας Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης:3099/08, 7/11/08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:3099/08 Μεταξύ: Αστυνομίας Κατηγορούσας Αρχής και Ευδοκίας Χριστοδούλου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 7/11/08 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίπη Για την Κατηγορουμένη: κ. Ποιητής Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο181
(1)/2000 και του άρθρου 20Α του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80
(1)/
- Το αδίκημα ανατρέχει σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του, στις 1/4/07 στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου στα Λειβάδια της Επαρχίας Λάρνακας όπου η Κατηγορούμενη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής HPB524 και κατά την οδήγηση λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο στην Κυριακή Ζανέττου από την Ελλάδα. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 5 μάρτυρες, οι οποίοι συνοπτικά κατέθεσαν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι ειδικός αστυνομικός φωτογράφος. Στις 1/4/07 επισκέφθηκαν μαζί με τον Αστ. 2933 Γ. Γεωργίου (ΜΚ2) τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος στην οδό Γρ. Αυξεντίου στα Λειβάδια. Στη σκηνή βρήκε το όχημα HPB524, το οποίο οδηγούσε η κατηγορουμένη στη θέση που βρισκόταν μετά τη σύγκρουση. Η οδηγός του απουσίαζε. Στο δρόμο δίπλα από το πεζοδρόμιο στην πορεία της κατηγορουμένης βρισκόταν σταθμευμένο το όχημα HNZ
- Στη σκηνή ήταν παρούσα η Μαρία Παπακώστα (ΜΚ3) η οποία τους υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης. Ο ΜΚ1 άρχισε να παίρνει φωτογραφίες της σκηνής ενώ ο ΜΚ2 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και άρχισε να λαμβάνει τα μέτρα. Ενώ βρισκόταν στη σκηνή πληροφορήθηκε ότι η Κυριακή Ζαννέττου, τεσσάρων χρόνων από την Ελλάδα η οποία ήταν πεζή και η οποία είχε τραυματιστεί στο δυστύχημα είχε αποβιώσει. Πληροφορήθηκε επίσης ότι την ώρα του δυστυχήματος πάνω στο πεζοδρόμιο, λίγο πίσω από το αυτοκίνητο HNZ095 ήταν σταθμευμένο και το αυτοκίνητο KNR805, το οποίο δεν βρισκόταν στη σκηνή. Ζήτησε από τον οδηγό του πιο πάνω αυτοκινήτου όπως επιστρέψει και τοποθετήσει το όχημα του όπως ήταν κατά την ώρα του δυστυχήματος. Η ώρα 13:10 ο Γεώργιος Παπακώστα επέστρεψε στο μέρος και τοποθέτησε το όχημα του όπως ήταν την ώρα του δυστυχήματος. Επίσης πίσω στη σκηνή επέστρεψε και ο Προκόπης Παπακώστα, ΜΚ4 ο οποίος του υπέδειξε το σημείο που βρήκε την μικρή μετά το δυστύχημα. Από όλα τα αρνητικά που έχει στην κατοχή του τυπώθηκαν 19 φωτογραφίες της σκηνής τις οποίες ταξινόμησε σε ειδικό βιβλιάριο με σχετικό ευρετήριο, Τεκμήριο 3, τις οποίες επεξήγησε στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ1 πήρε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη, Τεκμήριο 4, συμπληρωματική κατάθεση, Τεκμήριο 5 και την κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
- Η κατηγορούμενη δεν παραδέκτηκε. Στις 5/4/07 η κατηγορούμενη επισκέφθηκε την τροχαία Λάρνακας. Ο ΜΚ1 της ζήτησε να καθίσει στη θέση της οδηγού και μέτρησε από το έδαφος μέχρι το ύψος των οφθαλμών της, που είναι 1,40 μέτρα. Επίσης βάσει και του ύψους του θύματος που είναι 1,07 του υπέδειξε το σημείο μπροστά από το αυτοκίνητο της που την είδε για πρώτη φορά το οποίο μέτρησε και ήταν 2,80 μέτρα μέχρι την θέση των οφθαλμών της και 0,60 από το μπροστινό μέρος του οχήματος της. Κατέθεσε σχετικά σχέδιο, Τεκμήριο
- Την 23/5/2007 γύρω στις 09:30 μαζί με τον ΜΚ2 μετέβηκαν στη σκηνή του δυστυχήματος όπου συνάντησαν την κατηγορουμένη η οποία οδηγώντας το όχημα της, τους υπέδειξε τη θέση που βρισκόταν την ώρα του δυστυχήματος, εν σχέση με το πλάτος του δρόμου και είδε για πρώτη φορά τη μικρή 3,20 μέτρα από την άκρη του πεζοδρομίου που είναι και το σημείο της σύγκρουσης. Στο όχημα HPB524 εντοπίστηκε ζημιά στον μπροστινό προφυλακτήρα, σκούπισμα πινακίδας στο δεξιό φανάρι και σπάσιμο στο δεξιό μέρος της γρίλιας. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν συννεφιασμένος και η άσφαλτος στεγνή. Η ορατότητα από το σημείο σύγκρουσης προς τον κυκλικό κόμβο είναι μέχρι 100 μέτρα και προς το κοιμητήριο μέχρι 200 μέτρα. Από επί τόπου εξέταση με σταθμευμένα τα δύο οχήματα στα αριστερά εν σχέση με την πορεία της κατηγορουμένης θα μπορούσε να είχε να δει την πεζή από απόσταση δεκαπέντε μέτρων, όταν η πεζή βρισκόταν στο αριστερό πεζοδρόμιο. Ο τρόπος που διαπίστωσε τα δεκαπέντε μέτρα ήταν ο ακόλουθος, όπως επί λέξει ανέφερε: όπως ήταν επί τόπου τα δύο οχήματα τα σταθμευμένα, από την άκρη του πεζοδρομίου τραβώντας την ευθεία γραμμή και εφαπτόμενη στην πίσω αριστερή άκρη των δύο οχημάτων είναι η απόσταση που μπορούσε να φανεί η πεζή από την άκρη του πεζοδρομίου μέχρι το σημείο που ήταν το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το θύμα διασταύρωνε πίσω από τα οχήματα. Το ύψος τους κάλυπτε πλήρως το ύψος του θύματος. Οι ορατότητες στις οποίες αναφέρθηκε αφορούν τη μη ύπαρξη αυτοκινήτων. Δέχθηκε ότι έλαβε πληροφορία ότι απέναντι από την είσοδο της κατοικίας από όπου εξήλθε το θύμα υπήρχε άλλο αυτοκίνητο προς το οποίο πορεύετο το θύμα. Σε ερώτηση αν το κοριτσάκι έβγαινε από την αυλή του σπιτιού, τον κενό χώρο απάντησε ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν βγήκε από το Β40, που είναι κενό, από το τόξο Β, την είσοδο της οικίας, στο Τεκμήριο
- Ο ΜΚ2 κατέθεσε ότι με το ΜΚ1 μετέβηκαν στη σκηνή του δυστυχήματος. Στην αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης ήταν σταθμευμένο το όχημα HNZ 095 με μέτωπο προς τον κυκλικό κόμβο ενώ δίπλα του, στην άλλη άκρη του δρόμου ήταν σταθμευμένο το ελαφρύ φορτηγό KHD086, το οποίο πληροφορήθηκε ότι στάθμευσε στο μέρος μετά το δυστύχημα. Πληροφορήθηκαν επίσης ότι πάνω στο πεζοδρόμιο πίσω από το HNZ 095 κατά το δυστύχημα ήταν σταθμευμένο το KNR
- Ο ΜΚ2 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, Τεκμήριο
- Ο οδηγός του οχήματος KNR805 επέστρεψε στη σκηνή του δυστυχήματος και το τοποθέτησε στην θέση που βρισκόταν πριν το δυστύχημα. Στη σκηνή επέστρεψε και «ανεξάρτητος μάρτυρας» του δυστυχήματος ο οποίος υπέδειξε στο ΜΚ1 το σημείο που βρήκε το θύμα μετά το δυστύχημα και αφού ο ΜΚ1 το σημείωσε επί της ασφάλτου ο ΜΚ2 το σημείωσε επί του πρόχειρου σχεδίου. Στο πρόχειρο σχέδιο σημείωσε και το σημείο συγκρούσεως του οχήματος HPB524 με το θύμα το οποίο τους υπέδειξε η μάρτυρας Μαρία Παπακώστα (ΜΚ3) η οποία τους ανέφερε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του τροχαίου δυστυχήματος. Την 23/5/07 στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στα Λειβάδια με το ΜΚ1 συνάντησαν την κατηγορουμένη η οποία τους υπέδειξε την πορεία του οχήματος της κατά την ώρα του δυστυχήματος, ως επίσης και τη θέση που είδε για πρώτη φορά την πεζή, σημείο το οποίο τους υπέδειξε και ως σημείο συγκρούσεως της με την πεζή από το οποίο έλαβε τα αναγκαία μέτρα. Ακολούθως, ο ΜΚ2 υπέδειξε στην κατηγορούμενη το σημείο που είχε τοποθετήσει επί του πρόχειρου σχεδίου με το οποίο η κατηγορούμενη συμφώνησε. Στην σκηνή του δυστυχήματος έλεγξε προσεκτικά το όχημα HPB524 στο μπροστινό του μέρος και διαπίστωσε ότι υπήρχε σκούπισμα στον προφυλακτήρα σε απόσταση ενός μέτρου από τα αριστερά του οχήματος σε ύψος 0,50, στην πινακίδα εγγραφής σε ύψος 0,65 ενώ σκούπισμα υπήρχε και στο μπροστινό δεξί φανάρι σε απόσταση 1,30 από τα αριστερά του οχήματος και σε ύψος 0,90 εκτατοστών. Με βάση το πρόχειρο σχέδιο ο ΜΚ2 ετοίμασε άλλο σχέδιο, σε κλίμακα, Τεκμήριο
- Υιοθέτησε το ευρετήριο του και εξήγησε κάποιες από τις μετρήσεις του. Στη σκηνή δεν υπήρχαν ίχνη φρένων. Η περιοχή είναι κατοικημένη περιοχή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι θεώρησε τη ΜΚ3 ανεξάρτητη μάρτυρα διότι ήταν μάρτυρας στη σκηνή. Σε υποβολή ότι είναι συγγενής του θύματος, βρισκόταν στο σπίτι από όπου εξέρχετο το θύμα και ότι το θύμα έπρεπε να ήταν υπό την επίβλεψη της, απάντησε πως δεν γνωρίζει. Δεν «προτίμησε» κανένα από τα δύο σημεία σύγκρουσης. Συμφώνησε πως στο Τεκμήριο 10, η πορεία του θύματος προς το σημείο σύγκρουσης Χ πρέπει να ήταν τεθλασμένη. Σε υποβολή ότι προς το σημείο σύγκρουσης Χ1 η πορεία θα ήταν ευθεία απάντησε πως εξαρτάται «από ποιό σημείο βγήκε το μωρό». Σε ερώτηση γιατί μετέφερε δυτικότερα το σημείο σύγκρουσης Χ του πρόχειρου σχεδίου παρέπεμψε στις μετρήσεις του. Στη σκηνή η ΜΚ3 υπέδειξε επί του προσχεδίου το σημείο Χ και ο ίδιος έλαβε μετρήσεις. Σε ερώτηση αν ο δρόμος από το δυτικότερο μέρος της νοητής του ευθείας «καμπυλώνει» και περιορίζει την ορατότητα απάντησε θετικά. Σε υποβολή ότι από την κατεύθυνση της η κατηγορούμενη δεν μπορούσε να δει βόρεια της νοητής γραμμής απάντησε πως όσο προχωράς προς τα πίσω τόσο πιο μειωμένη είναι η ορατότητα. Η ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, Τεκμήριο11 στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στις 1/4/07 γύρω στις 11:30 καθόταν με την οικογένεια της στη βεράντα στη δεξιά μεριά του σπιτιού της μητέρας της, στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου. Όταν ο αδελφός της, Προκόπης Παπακώστα, ΜΚ4 ξεκίνησε να φύγει είδε ότι μαζί του ήταν ο 14χρονος γιός του και η μικρή Κυριακή Ζανέττου (το θύμα). Συνέχισε να τους βλέπει και όταν ο ΜΚ4 με το γιό του έφθασαν κοντά στο πεζοδρόμιο κοντοστάθηκαν και κοίταξαν προς το μέρος της. Την ίδια ώρα πρόσεξε το θύμα, η οποία συνέχιζε να περπατά και να κατευθύνεται προς το δρόμο. Αφού πέρασε δίπλα από τον αδελφό της και τον γιό του μπήκε στο δρόμο. Θυμάται μάλιστα ότι ενώ το θύμα περπατούσε κατευθυνόμενο προς το απέναντι πεζοδρόμιο, έβλεπε προς τα πίσω, δηλαδή προς το μέρος τους. Μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι το θύμα μπήκε στο δρόμο είδε ένα αυτοκίνητο να κινείται από τα δεξιά του θύματος και την ίδια ώρα το θύμα χάθηκε από τα μάτια της. Άκουσε και ένα κτύπημα που φαίνεται ήταν η σύγκρουση του αυτοκινήτου με το θύμα. Με την άφιξη της αστυνομίας τους υπέδειξε το σημείο στο οποίο στεκόταν το θύμα όταν κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο το οποίο σημείωσαν στο πρόχειρο σχέδιο το οποίο ετοίμασαν. Όταν η ΜΚ3 είδε το αυτοκίνητο να κινείται βρισκόταν σε απόσταση δέκα μέτρων και από το θύμα οκτώ μέτρων. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι όταν είδε το αυτοκίνητο βρισκόταν στην άκρη της βεράντας. Δεν φώναξε στη μικρή γιατί ήταν γυρισμένη στα δεξιά της και όταν γύρισε προς τα αριστερά, όταν τους είδε όταν ξεκίνησαν να φεύγουν, είδε τη μικρή η οποία άρχισε να περπατά στο δρόμο από το πεζοδρόμιο. Η φάση που είδε την κίνηση της μικρής διήρκησε δέκα δευτερόλεπτα. Είναι ζώνη 30 χ.α.ω και πήγαινε 60 χ.α.ω η κατηγορουμένη. Σε ερώτηση αν δεν είχε χρόνο να φωνάξει στο θύμα απάντησε «δεν φώναξα». Το θύμα ήταν υπό την επίβλεψη του αδελφού της. Σε ερώτηση αν είδε τον τελευταίο να φωνάζει στη μικρή απάντησε επι λέξει, «έβλεπα δεξιά για να δώ στο δρόμο όπως καθόμουν, σόρυ, αριστερά». Έβλεπε ευθεία απέναντι της και όπως γύρισε αριστερά είδε «τη σκηνή». Το θύμα πήγαινε απέναντι προς το αυτοκίνητο Γ. Στο Τεκμήριο 10, διαφώνησε με το σημείο που σημείωσε ο αστυνομικός ως αυτό που του υπέδειξε. Έδειξε άλλο σημείο ως το σωστό σημείο. Ο ΜΚ4 ήταν ο Προκόπης Παπακώστας. Υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, Τεκμήριο
- Στις 1/4/07 μαζί με όλους τους συγγενείς βρίσκονταν στο σπίτι του πατέρα του στη λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου, Β
- Μαζί τους ήταν και το θύμα, τεσσάρων χρονών. Όταν σηκώθηκαν για να φύγουν, είδε το θύμα με το δεκατριάχρονο γιό του να βγαίνουν από το σπίτι και να πηγαίνουν κοντά στο πεζοδρόμιο. Κάποιος από τους συγγενείς φώναξε στο θύμα ότι ξέχασε τα λουλούδια της. Την είδε που κινήθηκε προς το σπίτι. Αναφέρονται ακολούθως τα ακόλουθα επί λέξει στην κατάθεση του ΜΚ4: «Εγώ συνομιλούσα με τον πατέρα μου στην άκρια της βεράντας και είχα πλάτη προς τον δρόμο. Το επόμενο που μπορώ να πω είναι ότι άκουσα ένα κτύπημα· κοίταξα προς το δρόμο και είδα ένα αυτοκίνητο διπλοκάμπινο να προσπαθεί να σταματήσει. Αμέσως κινήθηκα προς το δρόμο και είδα την Κυριακή να βγαίνει ακριβώς πίσω από το αυτοκίνητο, από κάτω». Το αυτοκίνητο προχώρησε ακόμη λίγο και σταμάτησε. Ο ΜΚ4 έτρεξε και έπιασε το θύμα. Το παιδί μετέφερε στο νοσοκομείο κάποιος περαστικός. Ο ίδιος είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του στην απέναντι πλευρά του δρόμου προς το οποίο μάλλον πήγαινε το θύμα. Υπέδειξε στην ασυνομία το ακριβές σημείο από όπου πήρε το θύμα μετά τη σύγκρουση, σημείο που σημείωσαν και πήραν τα μέτρα τους. Όταν είδε το αυτοκίνητο να προσπαθεί να σταματήσει το αυτοκίνητο βρισκόταν στη μέση του δρόμου, πορεία που αναγκάστηκε να πάρει λόγω του σταθμευμένου αυτοκινήτου της αδελφής του. Το θύμα βρισκόταν 15- 20 μέτρα πιο κάτω. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως όταν φεύγανε κοίταζε προς το σπίτι προς το οποίο κινήθηκε το μωρό γιατί του φώναξαν, η πλάτη του ήταν στο δρόμο. Το μωρό μπήκε στο σπίτι και ο ίδιος είχε τα μάτια του στο σπίτι. Η ΜΚ5 ήταν η Παναγιώτα Χρυσοστόμου. Υιοθέτησε την κατάθεση της στην αστυνομία, Τεκμήριο 13 στην οποία ανέφερε τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων: Βρισκόταν με άλλους συγγενείς στο σπίτι του συνοικισμού Λειβαδιών. Κάποια στιγμή σηκώθηκαν όλοι για να φύγουν και βγήκαν στη βεράντα. Η ΜΚ5 συνομιλούσε με το ΜΚ4 και είχε το βλέμμα της στραμμένο προς το δρόμο. Άκουσε ένα αυτοκίνητο να έρχεται από την κατεύθυνση του κυκλικού κόμβου. Έστρεψε το βλέμμα της προς το δρόμο και για κλάσμα δευτερολέπτου είδε το αυτοκίνητο να είναι στο κέντρο του δρόμου και μέρος του προς την αντίθετη πορεία και το θύμα στη δεξιά μεριά του αυτοκινήτου. Αμέσως άκουσε ένα πολύ δυνατό κτύπημα και το θύμα χάθηκε. Το αυτοκίνητο συνέχισε με την ίδια ταχύτητα παρασύροντας το θύμα μέχρι που για να σταματήσει άκουσε τις φωνές τους. Από το αυτοκίνητο κατέβηκε μια γυναίκα που είπε «εν είδα τίποτε». Είδε το μωρό να βγαίνει στην πίσω μεριά του αυτοκινήτου την ώρα που το αυτοκίνητο ακόμη προχωρούσε. Βρισκόταν 10 - 12 μέτρα από το αυτοκίνητο στη βεράντα. Το αυτοκίνητο κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, έτρεχε πάρα πολύ. Σε ερώτηση τι έκανε το μωρό όταν το είδε, δεν απάντησε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το αυτοκίνητο Δ στο πεζοδρόμιο ήταν το δικό της. Ανέφερε στην αστυνομία ότι το αυτοκίνητο κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά δεν γράφτηκε στην κατάθεση της, δεν ξέρει γιατί. Ήταν κάτω από πίεση και δεν είπε στην αστυνομία ότι δεν γράφτηκε. Αρχικά είχε ακούσει το αυτοκίνητο και μετά κοίταξε προς το μέρος και το είδε ότι ερχόταν. Σε υποβολή ότι στην κατάθεση της λέει μόνο πως το άκουσε ανέφερε «όταν είσαι στραμμένος προς το δρόμο βλέπεις και το αυτοκίνητο εννοείται». Ήταν στραμμένη στο δρόμο. Σε υποβολή ότι στην κατάθεση της λέει πως όταν άκουσε το αυτοκίνητο έστρεψε το βλέμμα της στο δρόμο συνεπώς, δεν ήταν ήδη στραμμένο εκεί το βλέμμα της απάντησε πως έβλεπε προς το δρόμο όπως στεκόταν. Σε υποβολή πως από την κατάθεση της προκύπτει σαφώς ότι είδε το αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση και όχι προηγουμένως διαφώνησε. Είπε επί λέξει τα ακόλουθα: «δεν συμφωνώ διότι όταν ακούς ένα δυνατό θόρυβο σημαίνει ότι ο άλλος τρέχει αυτό μου προκάλεσε έτσι την προσοχή γιατί σημαίνει τρέχει ο άλλος και το βλέπω ότι έτρεχε το είδα ότι έτρεχε». Γνωρίζει εκ πείρας της ως οδηγός. Ακολούθως κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: Η κατηγορούμενη ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής HPB
- Το θύμα ήταν η ανήλικη Κυριακή Ζαννέττου, τεσσάρων ετών η οποία βρήκε το θάνατο συνεπεία του δυστυχήματος. Περαιτέρω, κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 14 η κατάθεση του Α. Οικονόμου Τεχνικού Μηχανολογίας του Τμήματος Μηχανολογικών Υπηρεσιών σύμφωνα με τον οποίο στις 5/4/07 το σύστημα διεύθυνσης και πέδησης καθώς και τα ελαστικά του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. Αφού η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να μην πει οτιδήποτε. Στην κατάθεση της, Τεκμήριο 4 η κατηγορούμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στις 1/4/07 οδηγούσε το αυτοκίνητο του αδελφού της με αριθμούς εγγραφής HPB524 στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου στα Λειβάδια με κατεύθυνση από το μικρό κυκλικό κόμβο προς το δημοτικό σχολείο. Η ταχύτητα της ήταν χαμηλή, δεν μπορεί όμως να προσδιορίσει το ύψος. Οδηγούσε κανονικά στην πλευρά της όταν ξαφνικά μπροστά της και μεταξύ του κέντρου του αυτοκινήτου και της μπροστινής αριστερής πλευράς του αυτοκινήτου της είδε το κεφαλάκι ενός μικρού κοριτσιού να κινείται τρέχοντας προς τα δεξιά. Την ώρα που το είδε δεν είχε ούτε ένα μέτρο απόσταση από αυτό. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έγινε το κτύπημα και το μωρό χάθηκε από μπροστά της. Πάτησε τα στόπερ της αλλά ήταν αργά. Το αυτοκίνητο το άφησε να προχωρήσει και μετά να σταματήσει για να πάρει το μωρό κάτω από το αυτοκίνητο. Διερωτήθηκε πως δεν είδε το μωρό. Πάνω στο πεζοδρόμιο στην ευθεία που έγινε το ατύχημα υπήρχε ένα αυτοκίνητο ψηλό που κάλυπτε όλο το πεζοδρόμιο. Δεν μπορεί να πει αν υπήρχε στο δρόμο αυτοκίνητο σταματημένο. Το μωρό δεν το είδε προηγουμένως παρά μόνο όταν ήταν μπροστά της. Στο σταθμό της έγινε άκλοτεστ με ένδειξη μηδέν. Περαιτέρω στη συμπληρωματική κατάθεση της, Τεκμήριο 5 η κατηγορουμένη ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στις 23/5/07 πήγε μαζί με την αστυνομία με το αυτοκίνητο της στη σκηνή του δυστυχήματος όπου τους έδειξε που βρισκόταν τη μέρα του δυστυχήματος. Σύμφωνα με τη μέτρηση η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της ήταν 2,80 μέτρα από την άκρη του πεζοδρομίου. Επίσης τους υπέδειξε που είδε για πρώτη φορά το μωρό, 3,20 μέτρα από την άκρη του πεζοδρομίου. Οδηγούσε ήρεμα και το βλέμμα της ήταν στο δρόμο μπροστά της. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μου έκαναν σχετικά καλή εντύπωση στο εδώλιο και μου έδωσαν την εικόνα των αμερόληπτων εξεταστών του δυστυχήματος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι οι φωτογραφίες 1 - 19 του Τεκμηρίου 3 απεικονίζουν τη σκηνή του δυστυχήματος. Αποδέχομαι επίσης ότι στη φωτογραφία 9 φαίνονται τα δύο αυτοκίνητα στη θέση που ήταν σταθμευμένα κατά το δυστύχημα, αντίθετα στην πορεία του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης και σύμφωνα με το σχέδιο του ΜΚ2 πριν την κατοικία από την οποία εξήλθε το θύμα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 το ύψος των δύο αυτοκινήτων κάλυπτε το ύψος του θύματος. Σημειώνω βεβαίως ότι οι φωτογραφίες δεν συσχετίσθηκαν με το σχέδιο που ετοίμασε ο ΜΚ2 ή με τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων, πλην της μαρτυρίας της ΜΚ3 την οποία θα σχολιάσω πιο κάτω. Αποδέχομαι, περαιτέρω, τις μετρήσεις του ΜΚ1 στο Τεκμήριο 2, μετρήσεις βεβαίως οι οποίες παρέμειναν μετέωρες αφού αυτές βασίστηκαν στην εκδοχή της κατηγορουμένης αλλά και από αυτές ο ΜΚ1 δεν εξήγαγε οποιαδήποτε συμπεράσματα βασισμένα στις εξετάσεις του. Αποδέχομαι επίσης τις μετρήσεις και τα ευρήματα του ΜΚ2 στα Τεκμήρια 8 και 10 πλην των σημείων στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Τα πιο κάτω σημεία της μαρτυρίας των εξεταστών δεν τα αποδέχομαι για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω: Δεν αποδέχομαι το σημείο Β (πορεία πεζής) στο σχέδιο του ΜΚ2 , Τεκμήριο
- Καταρχήν το πιο πάνω σημείο δεν βρίσκεται τοποθετημένο στο πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 10 που ετοίμασε ο ΜΚ2, παρέμεινε συνεπώς ανεξήγητο με βάση ποια δεδομένα ο ΜΚ2 τοποθέτησε το τόξο στο σημείο εκείνο του τελικού σχεδίου του. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως η πορεία της πεζής τοποθετήθηκε σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν. Απο ποιόν λήφθηκαν αυτές οι πληροφορίες ποιό το περιεχόμενο τους και κατά πόσο οι πληροφοριοδότες έκαναν οποιεσδήποτε υποδείξεις στους αστυνομικούς μάρτυρες για το βασικότατο αυτό σημείο, παρέμεινε άγνωστο στο τέλος της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δημιουργούνται σοβαρά ερωτηματικά για την ακρίβεια της τοποθέτησης του πιο πάνω σημείου από το ΜΚ2, με αποτέλεσμα η βαρύτητα που να μπορεί να δοθεί σ' αυτό να είναι μηδενική. Συναφώς αναφέρω ότι από κανένα από τους μάρτυρες δεν ζητήθηκε να υποδείξει την πορεία εξόδου του θύματος από την οικία Β40 στο σχέδιο αλλά ούτε και την πορεία του θύματος στο δρόμο. Βεβαίως η πορεία του θύματος στο δρόμο δεν σημειώθηκε στο σχέδιο ούτε από τους εξεταστές ούτε και ζητήθηκε από τυχόν αυτόπτες μάρτυρες να υποδείξουν την εν λόγω πορεία. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις αποτελούν και την αφετηρία του επόμενου σημείου που χρήζει σχολιασμού. Σύμφωνα με το ΜΚ1 η κατηγορούμενη θα μπορούσε να είχε δει το θύμα από απόσταση 15 μέτρων, όταν η τελευταία βρισκόταν στο αριστερό πεζοδρόμιο. Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η πιο πάνω διαπίστωση φαίνεται πιο πάνω, επί λέξει. Η πιο πάνω μέτρηση λαμβάνει ως δεδομένη θέση της πεζής στο αριστερό πεζοδρόμιο στην οποία ήταν ορατή. Ποιό ήταν το πιο πάνω δεδομένο και πως κατέληξε σ΄αυτό δεν εξήγησε ο μάρτυρας, ούτε και σημείωσε ή συσχέτισε αυτό με το σχέδιο της σκηνής. Κανένας από τους μάρτυρες δεν ανέφερε ή υπέδειξε σημείο του πεζοδρομίου από το οποίο το θύμα εισήλθε στο δρόμο, αλλά ούτε και τοποθετεί το θύμα στο πεζοδρόμιο την ώρα που θεάθηκε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης και δη σε σημείο του πεζοδρομίου στο οποίο δεν το απέκρυβαν τα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Φαίνεται πως η μέτρηση βασίστηκε σε υποθέσεις του μάρτυρα και δεν μπορεί να της δοθεί βαρύτητα. Παρέμεινε δε ανεξήγητο το γιατί η μέτρηση έγινε αντί από την κατεύθυνση που οδηγούσε η κατηγορουμένη, προς την εν λόγω κατεύθυνση καθώς και με ποιό τρόπο επιλέγηκε «το σημείο που ήταν το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης» σύμφωνα με τον ΜΚ
- Δεν αποδέχομαι, περαιτέρω, το σημείο που υπεδείχθη στο ΜΚ2 από τη ΜΚ3 ως το σημείο σύγκρουσης, αφού η ΜΚ3 κατά την ένορκη μαρτυρία της αναίρεσε το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε στο ΜΚ2 στο πρόχειρο σχέδιο του τη μέρα του δυστυχήματος. Κρίνω σκόπιμο εδώ να αναφέρω ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι ούτε ο ΜΚ1 ούτε ο ΜΚ2 προέβησαν σε οποιεσδήποτε περαιτέρω εξετάσεις σε σχέση με τον εντοπισμό του σημείου συγκρούσεως Χ, πλην των όσων σχετίζονται με τις υποδείξεις της ΜΚ3 και της κατηγορουμένης. Σημειώνω, περαιτέρω ότι οι ΜΚ1 και 2 δεν παρέθεσαν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε συμπεράσματα βασισμένα στα ευρήματα τους που να αφορούν την οδική συμπεριφορά του θύματος ή της κατηγορουμένης Η ΜΚ3 η οποία κλήθηκε ως αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος δεν μπορώ να πω πώς μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της λόγω της αοριστίας της δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, συγκεκριμένα ως προς την ακριβή θέση και κίνηση του θύματος και την σχέση των πιο πάνω με τα σταθμευμένα αυτοκίνητα καθώς και το ρυθμό του θύματος κατά το χρόνο του δυστυχήματος αλλά και τη θέση και απόσταση του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης σε συσχετισμό με τα πιο πάνω. Κατ' ακρίβεια, από την αντεξέταση της δημιουργούνται και αμφιβολίες για το κατά πόσο η ΜΚ3 είδε την κίνηση της μικρής ή του αυτοκινήτου πριν τη σύγκρουση. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση έδωσε την εντύπωση πως έβλεπε το θύμα να κινείται προς το απέναντι πεζοδρόμιο και ταυτόχρονα το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης να κινείται στα δεξιά του θύματος, στην αντεξέταση της ανέφερε ότι είδε «τη σκηνή» όταν γύρισε στ' αριστερά, αφού προηγουμένως έβλεπε ευθεία. Ενώ μόλις πριν είχε αναφέρει πως ήταν γυρισμένη στα δεξιά της και γύρισε στ΄ αριστερά όταν ξεκίνησε ο αδελφός της μαζί με τον γιό του και το θύμα να φεύγουν. Προκύπτουν συνεπώς ερωτηματικά για το που ακριβώς και κατ' επέκταση τι ακριβώς έβλεπε ή είδε η ΜΚ
- Ούτε και στη μαρτυρία της ως προς το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε κατά την ένορκη μαρτυρία της μπορεί να δοθεί βαρύτητα. Η ΜΚ3 ανέτρεψε το αρχικό σημείο που υπέδειξε στο ΜΚ2 όταν τα γεγονότα ήταν φρέσκα στη μνήμη της. Και κάτι άλλο. Ως προς τη μαρτυρία της ΜΚ3 σε σχέση με το ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης ήταν ψηλή και συγκεκριμένα 60 χ.α.ω αναφέρω ότι αποτελεί τη γνώμη της ΜΚ3, έχει τεθεί αόριστα και αυθαίρετα και αυτό προκύπτει τόσο από το γεγονός ότι δεν δικαιολογήθηκε αλλά και από το ότι συσχετίστηκε με όριο ταχύτητας 30 χ.α.ω το οποίο δεν προκύπτει από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Καμιά δε μαρτυρία σε σχέση με υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν έχει προσκομιστεί από τους εξεταστές του δυστυχήματος. Έχω δε προβληματιστεί ιδιαίτερα από τη διάσταση που φαίνεται να υπάρχει μεταξύ της μαρτυρίας της ΜΚ3 αλλά και της ΜΚ5 και της μαρτυρίας του ΜΚ
- Ενώ η ΜΚ3 φαίνεται να είδε το θύμα να συνεχίζει να περπατά στο δρόμο από το πεζοδρόμιο στο οποίο είχε φθάσει ο αδελφός της για να φύγουν, ο τελευταίος φαίνεται να είδε το θύμα να κατευθύνεται προς το σπίτι. Ως προς την πιο πάνω κίνηση καμία αναφορά δεν έγινε από τη ΜΚ3 ή τη ΜΚ
- Όσο δε αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ4, αυτή δεν προσθέτει και πολλά στο μαρτυρικό υλικό που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή. Πλην των όσων πιο πάνω ανέφερα ο ΜΚ4 δεν είδε οτιδήποτε σε σχέση με την κίνηση της πεζής στο δρόμο πριν το δυστύχημα, αφού η πλάτη του βρισκόταν γυρισμένη προς το δρόμο. Το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά κυρίως το τι επακολούθησε της σύγκρουσης το αποδέχομαι αφού αυτό δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του. Η ΜΚ5 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο πράγματι είδε το τι προηγήθηκε της σύγκρουσης, αφού το γεγονός ότι είδε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης να έρχεται το ανέφερε για πρώτη φορά στην αντεξέταση της ενώ στην κυρίως εξέταση της είπε πως άκουσε το αυτοκίνητο να έρχεται. Η εξήγηση που έδωσε στην αντεξέταση της ότι άκουσε, άρα έβλεπε δεν είναι πειστική αφού στην κυρίως εξέταση της ανέφερε καθαρά πως έστρεψε το βλέμμα της στο δρόμο όταν άκουσε το αυτοκίνητο. Συνεπώς και η θέση της πως το αυτοκίνητο έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Περαιτέρω από τη μαρτυρία της δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ως προς την κίνηση του θύματος, στο δρόμο αφού είδε το θύμα «για κλάσμα δευτερολέπτου στο κέντρο του δρόμου». Ούτε η ακριβής θέση του θύματος κατά το χρόνο του δυστυχήματος προκύπτει από τη μαρτυρία της. Δεν ρωτήθηκε ούτε και ανέφερε λεπτομέρειες σε σχέση με την εν λόγω θέση ή κίνηση του παιδιού. Αναφορικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση της κατηγορουμένης (Τεκμήρια 4 και 5) υπάρχει σωρεία αποφάσεων (βλ. Κωνσταντινίδης v. Αστυνομίας
(1991)2ΑΑΔ 190, στις σελ. 192-193 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2ΑΑΔ 109, στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. Re. 359). Στην υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις προς το συμφέρον του κατηγορουμένου. Δεν βρίσκω ότι στα Τεκμήρια 4 και 5 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή το οποίο να περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον της κατηγορουμένης. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα. Η απουσία άμεσης αξιόπιστης μαρτυρίας σε σχέση με ουσιώδη και καθοριστικά στοιχεία όπως την πορεία που ακολουθούσε το θύμα πριν τη σύγκρουση αλλά και τη θέση της καθώς και το σημείο σύγκρουσης δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Οι αποδεκτές μετρήσεις και τα αποδεκτά ευρήματα των ΜΚ1 και 2 οι οποίοι δεν ήταν παρόντες κατά το δυστύχημα δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ Γ. Ε. v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης v. Dharanghji
(1990)1 ΑΑΔ 1013, Αντώνης Παπαϊωάννου v. Νίκου Νικολάου Ποινική Έφεση 11744, ημερ. 15.6.05). Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ 154 ως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 80(Ι)/2000 και 181(Ι)/2000, όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου είναι ένοχος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €
- Ως προς την επίδικη κατηγορία έχει γίνει εκτεταμένη αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με την ερμηνεία των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, που στοιχειοθετεί το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 ιδιαίτερα λόγω της τροποποίησης του με το Ν. 111/
- Ενδεικτικές είναι οι αποφάσεις Ζυπιτής v. Αστυνομίας
(2003)2ΑΑΔ 220, Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409, Βρυώνη v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 46, Γαβαλάς v. Αστυνομίας
(1985)2 ΑΑΔ 114. Στο άρθρο 210 του Κεφ. 154 μετά την τροποποίηση του, δεν καθορίζονται τα κριτήρια ως προς το τι αποτελεί αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και η ερμηνεία του άρθρου γίνεται από το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving ..... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα v. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 115, λέχθηκε με αναφορά στην R. v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από την σελίδα 224 της R. v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων των ΜΚ1 και 2 κατά τον κρίσιμο χρόνο του δυστυχήματος και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύγκρουσης του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης με το θύμα. Ελλείπει επίσης θετική μαρτυρία σε σχέση με την πορεία του θύματος που να δικαιολογεί συμπέρασμα σε σχέση με την εν λόγω πορεία με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις (βλ. Γ.Ε. v. Σάζος
(2001)2 ΑΑΔ 18). Για τη θέση της πεζής, τον τόπο αφετηρίας της, τη διαδρομή της, το ρυθμό του βήματος της, την απόσταση που διένυσε δεν υπάρχει μαρτυρία. Δεν υπάρχει δε ίχνος αξιόπιστης πραγματικής μαρτυρίας που να υποδηλώνει την απόσταση που χώριζε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης όταν το θύμα εισήλθε στο δρόμο ή το κατά πόσο το θύμα ήταν ορατό για την κατηγορούμενη και από πόση απόσταση. Από την απουσία σημείων τροχοπέδησης πριν τη σύγκρουση δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αμέλειας ως ήταν η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής, αφού αυτό είναι ουδέτερο στοιχείο ως προς την ορθότητα της εκδοχής των μαρτύρων κατηγορίας (βλέπε σχετικά Ευαγγέλου v. Γιαννακού
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1243). Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί. Διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης συνιστά επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά που να στοιχειοθετεί το αδίκημα του άρθρου 210. Περαιτέρω διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο ο τρόπος οδήγησης του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης ξεφεύγει από το επίπεδο φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού ούτως ώστε να μπορεί να αποδοθεί στην κατηγορουμένη οποιοδήποτε σφάλμα σε σχέση με τον τρόπο οδήγησης της. Συνοψίζοντας, αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Η κατηγορούμενη στην υπό κρίση υπόθεση δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 1 και συνεπώς η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται σ' αυτήν. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο