Γιώργου Βιολάρη ν. SP DRINGS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3827/2008, 18.11.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3827/2008 Μεταξύ: Γιώργου Βιολάρη Kατηγορούσας Αρχής ν.
- SP DRINGS LTD, αρ. εγγραφής 170036 (ως μετονομάσθηκε από CH & SL ENTERPRISES LTD)
- Popovic Slobodan, Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18.11.2008 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Δαμιανού Για Κατηγορούμενους: Αυτοπροσώπως (Κατηγορούμενος 2) Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατηγορούμενοι στην εν λόγω υπόθεση είναι δύο πρόσωπα. Το μεν πρώτο νομικό (στη συνέχεια η πρώτη κατηγορουμένη), το δε δεύτερο φυσικό (στη συνέχεια ο δεύτερος κατηγορούμενος). Και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από δύο κατηγορίες έκαστος. Το αντικείμενο των κατηγοριών είναι ταυτόσημο, ό,τι διαφέρει είναι ο τρόπος διάπραξης του αδικήματος. Η μεν πρώτη κατηγορουμένη κατηγορείται ως αυτουργός, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος ως συνεργός, δηλαδή ως το πρόσωπο που παρείχε συνδρομή στην πρώτη κατηγορουμένη. Το αδίκημα των κατηγοριών που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν είναι εκείνο της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Οι κατηγορίες υπ΄ αριθμό ένα και τρία αφορούν την επιταγή με αριθμό 58424652, ημερομηνίας 07.08.06 για το ποσό των Λ.Κ.385, ενώ οι κατηγορίες υπ΄ αριθμό δύο και τέσσερα αφορούν την επιταγή με αριθμό 58424653 ημερομηνίας 07.09.06 για το ποσό των Λ.Κ
- Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας, οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν επ΄ ονόματι του Γιώργου Βιολάρη. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο δικαστήριο τέσσερις μάρτυρες. Η σειρά με την οποία αυτοί παρήλασαν από το δικαστήριο έχει ως ακολούθως· Γιώργος Βιολάρης (Μ.Κ.1), Ανδρέας Δαμιανού (Μ.Κ.2), Ανδρέας Χ¨Γιαννακού (Μ.Κ.3) και Hovig Topalian (Μ.Κ.4) O Γιώργος Βιολάρης (Μ.Κ.1) ανέφερε ότι το καλοκαίρι του 2006 εργαζόταν ως γραφίστας. Υπό αυτή την ιδιότητα γνώρισε τόσο την 1η κατηγορουμένη όσο και το 2ο κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα κάποιος Charles Χαραλάμπους, ο οποίος κατείχε υποστατικό που γειτνίαζε με εκείνο του Μ.Κ.1, ήτο συνέταιρος του 2ου κατηγορούμενου και το καλοκαίρι του 2006 επισκέφθηκαν το γραφείο του Μ.Κ.1 και συζήτησαν μαζί του για διαφημιστική καμπάνια που ενδιαφέρονταν. Όταν ο Μ.Κ.1 ετοίμασε τα συμφωνηθέντα (100.000 διαφημιστικά φυλλάδια), δηλαδή στις 23.06.06, τους ενημέρωσε σχετικά για να μεταβούν να παραλάβουν τα διαφημιστικά φυλλάδια. Ενόψει τούτου ο 2ος κατηγορούμενος μετέβη στο γραφείο του Μ.Κ.1 όπου στην παρουσία του τελευταίου και για εξόφληση τιμολογίου που ο Μ.Κ.1 εξέδωσε αναφορικά με την εργασία που έκανε (βλ. τεκμήριο 3), ο 2ος κατηγορούμενος εξέδωσε τρεις επιταγές. Η πρώτη επιταγή, η οποία ήτο για το ποσό των Λ.Κ.250 έφερε ημερομηνία εξαργύρωσης την 23.06.06, ενώ η δεύτερη (βλ. τεκμήριο 1) την 07.08.06 και η τρίτη (βλ. τεκμήριο 2) την 07.09.
- Οι τελευταίες δύο επιταγές ήτο για το ποσό των Λ.Κ.385 έκαστη. Όπως ανάφερε ο Μ.Κ.1, κατέθεσε την πρώτη επιταγή η οποία εξαργυρώθηκε χωρίς οιονδήποτε πρόβλημα. Όταν όμως στις 29.08.06 παρουσίασε το τεκμήριο 1 για εξαργύρωση, μετά πάροδο μιας εβδομάδας ενημερώθηκε τηλεφωνικώς ότι η επιταγή επιστράφηκε χωρίς αντίκρισμα. Αμέσως επικοινώνησε με το 2ο κατηγορούμενο ο οποίος του ζήτησε να αναμένει για την εκ νέου κατάθεση της επιταγής περί τον ένα μήνα, ως επίσης να μην καταθέσει ούτε την επιταγή τεκμήριο 2 μέχρις ότου τον ειδοποιήσει ο ίδιος. Για την εν λόγω καθυστέρηση ο 2ος κατηγορούμενος του ανέφερε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Σύμφωνα με το Μ.Κ.1, ανέμενε μέχρι την 22.09.06 οπόταν κατέθεσε και τη δεύτερη επιταγή - τεκμήριο 2, η οποία όμως επιστράφηκε χωρίς να τιμηθεί. Επικοινώνησε εκ νέου με το 2ο κατηγορούμενο ο οποίος του ζήτησε περαιτέρω προθεσμία, αίτημα το οποίο ανανεωνόταν από μήνα σε μήνα, ενώ μέχρι σήμερα κανένα οφειλόμενο ποσό δεν έχει καταβληθεί. Κατά την αντεξέταση του από το 2ο κατηγορούμενο ο Μ.Κ.1 συμφώνησε ότι δεν παραλήφθηκαν και τα 100.000 φυλλάδια που συμφωνήθηκαν για τη διαφήμιση, επεξηγώντας όμως ότι δεν ήτο εξ υπαιτιότητος του ιδίου αλλά των κατηγορουμένων οι οποίοι προφασιζόμενοι έλλειψη χώρου άφησαν το ήμισυ του αριθμού των φυλλαδίων στο γραφείο του. Τέλος, ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή του 2ου κατηγορούμενου ότι το μόνο που ο τελευταίος παρέλαβε από το γραφείο του μάρτυρα ήταν 10.000 φυλλάδια. Τόσο ο Μ.Κ.2 όσο και ο Μ.Κ.3 ανάφεραν ότι εργάζονται στην Τράπεζα Κύπρου. Ο Μ.Κ.3 εργάζεται σε υποκατάστημα της περί ου ο λόγος τράπεζας στη Φανερωμένη. Είδε τις επιταγές τεκμήρια 2 και 3 και τις αναγνώρισε ως επιταγές που εκδόθηκαν από πελάτη που διατηρεί λογαριασμό στο κατάστημα που εργάζεται. Ο εν λόγω πελάτης είναι η εταιρεία CH & SL ENTERPRISES LTD. Eπεξήγησε ότι η σφραγίδα που φέρει η κάθε επιταγή (Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπο) εννοεί ότι κατά το χρόνο παρουσίασης δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο για πληρωμή της επιταγής. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι επιταγές επιστράφηκαν το μεν τεκμήριο 1 στις 31.08.06, το δε τεκμήριο 2 στις 26.09.
- Όταν ερωτήθηκε από το 2ο κατηγορούμενο για την κίνηση του λογαριασμού της 1ης κατηγορουμένης, ανάφερε ότι δεν ήταν εις θέση να απαντήσει εφόσον ο λόγος που κλητεύθηκε είναι μόνο οι δύο προαναφερόμενες επιταγές. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι εργάζεται στην κεντρική υπηρεσία εκκαθάρισης επιταγών. Όπως επεξήγησε στο δικαστήριο, στο τμήμα όπου εργάζεται καταλήγουν όλες οι επιταγές των πελατών οι οποίες γίνονται κατάθεση. Η υποχρέωση του τμήματος σύγκειται τόσο σε τεχνικό όσο και σε οικονομικό έλεγχο των επιταγών που παρουσιάζονται προς εξαργύρωση. Όπως επεξήγησε ο μάρτυρας, ο τεχνικός έλεγχος αφορά την υπογραφή του εκδότη, την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής και τα ποσά που αναγράφονται ολογράφως και αριθμητικώς. Ο οικονομικός έλεγχος διενεργείται στο κατάστημα όπου τηρείται ο λογαριασμός και το αποτέλεσμα αποστέλλεται στην κεντρική υπηρεσία εκκαθάρισης επιταγών με ηλεκτρονική μορφή. Ο Μ.Κ.2 είδε τα τεκμήρια 1 και 2 και ανέφερε ότι η σφράγιση τους με τη φράση «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπο» και παρότι τούτα σφραγίστηκαν από την υπηρεσία όπου εργάζεται, εδόθηκε στην υπηρεσία του από το κατάστημα όπου διατηρείται ο λογαριασμός. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο τμήμα που εργάζεται ο ίδιος δεν γνωρίζουν το υπόλοιπο του λογαριασμού, διευκρίνισε όμως ότι εάν ο πελάτης της τράπεζας έδιδε οδηγίες να μην πληρωθεί η εν λόγω επιταγή, τότε το κατάστημα όπου διατηρείται ο λογαριασμός τους ενημερώνει περί τούτου και η σφραγίδα που τοποθετείται στην επιταγή αναγράφει «stop-payment». Τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο Hovig Topalian (Μ.Κ.4). Είναι δικολάβος στο επάγγελμα και υπό αυτή την ιδιότητα του ζητήθηκε να διενεργήσει έλεγχο στον έφορο εταιρειών αναφορικά με την 1η κατηγορουμένη. Από τον εν λόγω έλεγχο ο Μ.Κ.4 εξασφάλισε διάφορα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια. Πρόκειται για πιστοποιητικό μετόχων (βλ. τεκμήριο 4), πιστοποιητικό εγγεγραμμένου γραφείου (βλ. τεκμήριο 5), πιστοποιητικό διευθυντών και γραμματέα (βλ. τεκμήριο 6) και πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος (βλ. τεκμήριο 7). Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.4, με βάση την έρευνά του προκύπτει ότι τον Ιούνιο του 2006 διευθυντής της 1ης κατηγορουμένης ήταν τόσο ο 2ος κατηγορούμενος όσο και κάποιος Charles Χαραλάμπους ο οποίος στη συνέχεια παραιτήθηκε. Ο Μ.Κ.4 δεν αντεξετάστηκε από το 2ο κατηγορούμενο. Στον αντίποδα όταν ο 2ος κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία. Ήταν η θέση του ότι εξέδωσε ο ίδιος τις εν λόγω επιταγές, ένεκα παραγγελίας που η 1η κατηγορουμένη υπέβαλε εν σχέσει με την ετοιμασία 100.000 διαφημιστικών φυλλαδίων. Περί τον Ιούλιο του 2006 ο Γιώργος Βιολάρης τους ενημέρωσε ότι ετοίμασε μέρος μόνο της παραγγελίας, δηλαδή 10.000 φυλλάδια, ένεκα καθυστέρησης στο τυπογραφείο. Περαιτέρω, τους ανέφερε - δηλαδή στο 2ο κατηγορούμενο και στην 1η κατηγορουμένη - ότι έπρεπε να τον πληρώσουν το ποσό των Λ.Κ.250 για τα φυλλάδια που ετοίμασε και περαιτέρω, να του καταβάλουν και εγγύηση για τα υπόλοιπα φυλλάδια. Τούτος ήταν και ο λόγος που την ίδια ημέρα (Ιούλιο 2006) ο 2ος κατηγορούμενος εξέδωσε τις επιταγές τεκμήρια 1 και
- Παρόλα ταύτα, η συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων και του Γιώργου Βιολάρη προϋπέθετε παράδοση όλου του υλικού μέχρι την 1η Αυγούστου
- Όταν ο Γιώργος Βιολάρης παρέλειψε να συμμορφωθεί με αυτόν τον όρο οι κατηγορούμενοι ζήτησαν από την τράπεζα τους να επιστρέψουν την επιταγή και να μην πληρώσουν τούτη (βλ. τεκμήριο 1). Το ίδιο έπραξαν και για το τεκμήριο 2 και εν τω μεταξύ ο 2ος κατηγορούμενος επισκέφθηκε το Γιώργο Βιολάρη και τον προειδοποίησε να μην ξανακαταθέσει τις επιταγές μέχρις ότου τους παραδώσει το σύνολο των φυλλαδίων. Σύμφωνα με το 2ο κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο η 1η κατηγορουμένη είχε χρήματα στο λογαριασμό της και ο λόγος επιστροφής της επιταγής δεν ήταν η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Προς ενίσχυση τούτου ο 2ος κατηγορούμενος παρουσίασε έντυπα λογαριασμών της 1ης κατηγορουμένης για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο (βλ. τεκμήρια 8α, 8β και 8γ, αντίστοιχα). Στη συνέχεια και αφότου ο 2ος κατηγορούμενος δήλωσε ότι τούτη ήταν η υπόθεση της υπεράσπισης, ακολούθησαν οι αγορεύσεις των μερών. Δεν υπεισέρχομαι τώρα στα όσα ανάφερε η κάθε πλευρά εφόσον πιο κάτω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, σχολιάζω ότι σχετικό. Όπως εξάγεται από την πιο πάνω σύνοψη του μαρτυρικού υλικού, η έκδοση των τεκμηρίων 1 και 2 από την 1η κατηγορουμένη και η υπογραφή τους από το 2ο κατηγορούμενο, δεν αμφισβητείται. Εν σχέσει με την έκδοση των επιταγών εκείνο που διαφέρει είναι ο χρόνος έκδοσης. Η μεν κατηγορούσα αρχή ισχυρίζεται ότι επίδικος χρόνος είναι η 23.06.06, η δε υπεράσπιση ο Ιούλιος του
- Αναμφισβήτητη παραμένει και η παρουσίαση των εν λόγω επιταγών στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκαν, ως επίσης και το ότι δεν τιμήθηκαν. Εν ολίγοις, επίδικο θέμα καθίσταται ο λόγος μη εξαργύρωσης των δύο επιταγών συναρτώμενος με τις εκατέρωθεν εκδοχές, καθώς επίσης το διαθέσιμο κεφαλαίων ή μη στον τραπεζικό λογαριασμό της 1ης κατηγορουμένης κατά το χρόνο παρουσίασης των επιταγών. Είναι υπό το φως αυτών των επίδικων θεμάτων που προχωρώ να εξετάσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια-βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Οι Μ.Κ.2, 3 και 4 μου άφησαν καλή εντύπωση. Την εν λόγω εντύπωση απεκόμισα από τη σταθερότητα στο ύφος και τον τόνο τους ενόσω μαρτυρούσαν, και από την απαλλαγμένη αντιφάσεων μαρτυρία τους. Σημαντικό όμως ρόλο για την πιο πάνω διαπίστωση διαδραμάτισε και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους το οποίο, είτε δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, είτε υποστηρίζεται και από άλλη μαρτυρία. Για του λόγου το ασφαλές, ο Μ.Κ.4 όχι μόνο δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση αλλά και τα τεκμήρια 4 έως και 7 αποδεικνύουν τα όσα ανέφερε ενόρκως. Περαιτέρω, τόσο ο Μ.Κ.2, όσο και ο Μ.Κ.3 παρέμειναν σταθεροί και ακλόνητοι αναφορικά με την ερμηνεία της σφραγίδας επί των τεκμηρίων 1 και 2 όπως και το λόγο που τοποθετείται. Οι εν λόγω μάρτυρες (Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3) δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να αναφέρουν στο δικαστήριο, ο μεν πρώτος ότι ουδέποτε είδε τον επίδικο λογαριασμό, ο δε δεύτερος ότι δεν ενθυμείτο την κατάσταση του λογαριασμού αναφορικά με τον επίδικο χρόνο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τη μαρτυρία των Μ.Κ.2, 3 και 4 την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Εξαιρετική όμως εντύπωση απεκόμισα και από το Μ.Κ.
- Η μαρτυρία του ήταν πλούσια σε επεξήγηση ενώ ως παρουσίαση έσφυζε αυθορμητισμού και ετοιμότητας. Το δε περιεχόμενο της μαρτυρίας του έχει τόσο την αναγκαία λογική συνοχή όσο και την υποστήριξη του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού. Συγκεκριμένα η θέση του Μ.Κ.1 ότι τα τεκμήρια 1 και 2 δεν εξαργυρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού της 1ης κατηγορουμένης συναρτήθηκε με σχετική παραδοχή του 2ου κατηγορουμένου, δηλαδή ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και έκκληση για περαιτέρω χρόνο αποπληρωμής. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αμφισβητήθηκε από το 2ο κατηγορούμενο, ενώ εν σχέσει με τα κεφάλαια του υπό κρίση λογαριασμού κατά τον επίδικο χρόνο, η σφραγίδα της τράπεζας επί των δύο τεκμηρίων και η επεξήγηση της έννοιας τούτης από τους Μ.Κ.2 και 3, ενισχύει τη θέση του Μ.Κ.
- Περαιτέρω, ο αντίλογος που τέθηκε από το 2ο κατηγορούμενο εν σχέσει με τα επίδικα θέματα παρέμεινε μετέωρος και ανυποστήρικτος. Εν προκειμένω, η υπεράσπιση εδράστηκε στον ισχυρισμό ότι οι δύο επιταγές εκδόθηκαν ως εγγύηση αποπληρωμής συμφωνίας μεταξύ του Μ.Κ.1 και της 1ης κατηγορουμένης, συμφωνία η οποία προέβλεπε ετοιμασία 100.000 διαφημιστικών φυλλαδίων. Σύμφωνα με την υπεράσπιση βασικός όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ήταν η παράδοση των διαφημιστικών φυλλαδίων σε καθορισμένη ημερομηνία, ήτοι 1ην Αυγούστου
- Παράλειψη συμμόρφωσης με αυτό τον όρο οδήγησε το 2ο κατηγορούμενο να ζητήσει από την τράπεζα του όπως οι δύο επιταγές μην τιμηθούν. Αυτή η τελευταία θέση είναι που παρέμεινε ανυποστήριχτη εφόσον τίποτε δεν παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση, πέραν της μαρτυρίας του 2ου κατηγορουμένου, που να ενισχύει την εν λόγω θέση. Τουναντίον η θέση τόσο του Μ.Κ.2 όσο και του Μ.Κ.3, εμμέσως πλην σαφώς, αναιρεί τη θέση του 2ου κατηγορουμένου. Σύμφωνα με αυτούς τους μάρτυρες όταν πελάτης της τράπεζας ζητήσει ακύρωση πληρωμής συγκεκριμένης επιταγής, η επιταγή σφραγίζεται με την ένδειξη «stop payment» και όχι με οποιαδήποτε άλλη ένδειξη. Συνάγεται λοιπόν ότι η σφράγιση των τεκμηρίων 1 και 2 με τη σφραγίδα «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπο», δεν καθορίστηκε από οιανδήποτε επιθυμία του 2ου κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο 2ος κατηγορούμενος δεν παρουσίασε ούτε οποιοδήποτε έγγραφο που να απευθύνεται προς την τράπεζα και να δίδει οδηγίες μη πληρωμής των δύο επιταγών (βλ. επιφύλαξη 305Α
(2)). Αστήριχτη παρέμεινε λοιπόν η θέση του 2ου κατηγορουμένου ότι ο λόγος μη πληρωμής των επιταγών ήταν οι δικές του οδηγίες. Ανάλογα όμως ισχύουν και για τη θέση του 2ου κατηγορουμένου ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο λογαριασμός της 1ης κατηγορουμένης είχε διαθέσιμα κεφάλαια. Σημειώνω κατ΄ αρχάς ότι ουδεμία βαρύτητα δίδω στα τεκμήρια 8α, 8β και 8γ που παρουσιάστηκαν από τον κατηγορούμενο. Πρόκειται για τραπεζικούς λογαριασμούς πολύπλοκα διατυπωμένους οι οποίοι δεν επεξηγήθηκαν στο δικαστήριο. Από την άλλη, αυτοί οι λογαριασμοί ουδέποτε παρουσιάστηκαν είτε στο Μ.Κ.2 είτε στο Μ.Κ.3 προς επιβεβαίωση της θέσης του 2ου κατηγορουμένου ότι ο λογαριασμός της 1ης κατηγορουμένης είχε διαθέσιμα κεφάλαια. Ως εκ τούτου, αμετάβλητη παρέμεινε η θέση των δύο αυτών μαρτύρων ότι εφόσον τα τεκμήρια 1 και 2 σφραγίστηκαν με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπο» νοείται ότι κατά το χρόνο παρουσίασης τους στην τράπεζα ο λογαριασμός της 1ης κατηγορουμένης δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια. Τέλος, επαναλαμβάνω ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ούτε τη θέση του Μ.Κ.1 πως ζήτησε από το μάρτυρα περαιτέρω χρόνο προς εξόφληση, ένεκα οικονομικών προβλημάτων, θέση η οποία σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω αναδεικνύει έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων κατά τον κρίσιμο χρόνο. Πέραν των πιο πάνω υποδείξεων, που ούτως ή άλλως εκμηδενίζουν την αξιοπιστία του 2ου κατηγορουμένου, ούτε και το παρεμφερές των επίδικων θεμάτων μέρος της μαρτυρίας του 2ου κατηγορουμένου κρίνεται αξιόλογο. Ενώ ο 2ος κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ούτε την έκδοση του τιμολογίου (τεκμήριο 3), όπως ούτε την ημερομηνία παράδοσης των δύο επιταγών (τεκμήρια 1 και 2) ενόσω μαρτυρούσε ο Μ.Κ.1, όταν ο ίδιος κατέθετε αμφισβήτησε ό,τι σχετικό των πιο πάνω θέσεων. Ισχυρίστηκε συναφώς ότι ουδέποτε παρέλαβε το εν λόγω τιμολόγιο και ότι εξέδωσε τις δύο επιταγές τον Ιούλιο του 2006. Είναι αναγκαίο εξαρχής να σημειωθεί ότι η πρακτική αποκάλυψης ουσιαστικής θέσης αίφνης μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς και χωρίς τούτη η θέση να έχει προηγουμένως τεθεί ούτως ώστε να παρείχετο η ευχέρεια στο μάρτυρα να τη σχολιάσει, δεν συνάδει με το δικαιϊκό μας σύστημα το οποίο επιτάσσει αντιπαράθεση των ουσιωδών θέσεων και ως εκ τούτου η όποια εγγενής αξιοπιστία της τοιουτοτρόπου προβαλλόμενης θέσης εξουδετερώνεται και εκμηδενίζεται εφόσον το αληθές τέτοιου ισχυρισμού είναι αδύνατο να ελεγχθεί (βλ Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, 384 και Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527, 1540). Περαιτέρω, η μη υποβολή τούτων των θέσεων την κατάλληλη στιγμή δεν είναι ο μόνος λόγος απόρριψής τους. Ο Μ.Κ.1 συνάρτησε την έκδοση τόσο του τιμολογίου (τεκμήριο 3) όσο και των επιταγών (τεκμήρια 1 και 2) με την επίσκεψη του 2ου κατηγορούμενου στο μαγαζί του για παραλαβή των διαφημιστικών φυλλαδίων. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 από το 2ο κατηγορούμενο ο τελευταίος όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την εν λόγω συνάντηση, απεναντίας έκτισε και συγκεκριμένη θέση επί τούτου. Υπέβαλε στο Μ.Κ.1 ότι όταν μετέβη ( ο 2ος κατηγορούμενος) στο μαγαζί του (δηλαδή του Μ.Κ.1), παρέλαβε μόνο 10.000 φυλλάδια ενώ ο Μ.Κ.1 ήθελε επιταγές για όλο το ποσό. Παρόλα ταύτα, στη συνέχεια, όταν πλέον ο 2ος κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως, πρόβαλε μια εντελώς νέα θέση η οποία μάλιστα αντέκρουε πλήρως την προηγούμενη. Σύμφωνα με αυτή τη νέα θέση αποδέχετο ότι παρέλαβε από το Μ.Κ.1 10.000 φυλλάδια τα οποία όμως ο Μ.Κ.1 μετέφερε στην αποθήκη της 1ης κατηγορουμένης τον Ιούλιο του
- Αρνήθηκε έτσι ότι ο ίδιος παρέλαβε οποιαδήποτε φυλλάδια από το γραφείο του Μ.Κ.1 και τούτο παρά την προηγούμενη γραμμή της υπεράσπισης. Ως εκ των πιο πάνω αντιφάσεων το δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη θέση του 2ου κατηγορουμένου. Οι εν λόγω αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί πλήττουν ανεπανόρθωτα το κύρος της μαρτυρίας του η οποία παρουσιάζεται αναξιόπιστη εφ΄ όλης της ύλης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τη μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου, στην έκταση που αντιστρατεύεται τη μαρτυρία των αξιόπιστων Μ.Κ.1, 2, 3 και 4, δεν την αποδέχομαι. Ό,τι προκύπτει από το σύνολο της αξιόπιστης μαρτυρίας είναι πως ο 2ος κατηγορούμενος στις 23.06.06 στην παρουσία του Μ.Κ.1 υπέγραψε τα τεκμήρια 1 και
- Την ίδια ημερομηνία παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές στο Μ.Κ.
- Αναμφισβήτητο είναι πως κατά το χρόνο έκδοσης των δύο επιταγών από την 1η κατηγορουμένη ο 2ος κατηγορούμενος ήταν ένας εκ των διευθυντών της και ότι είναι υπό αυτή την ιδιότητα που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Περαιτέρω, κατά τον επίδικο χρόνο η 1η κατηγορουμένη ονομάζετο CH & SL ENTERPRISES LIMITED όνομα που άλλαξε σε SP DRINKS LIMITED στις 26.03.07 (βλ. τεκμήριο 7). Είναι γεγονός πως οι Μ.Κ.2 και 3 δεν έχουν προσωπική γνώση του λογαριασμού της 1ης κατηγορουμένης. Παρόλα ταύτα, ό,τι συνάγεται από τη μαρτυρία τους είναι πως για να σφραγιστεί μια επιταγή με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπο» σημαίνει ότι ο λογαριασμός δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια. Τόσο η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 3 όσο και η σφραγίδα επί των τεκμηρίων 1 και 2, σφραγίδα η οποία ομιλεί αφ΄ εαυτής, αλλά και η παραδοχή του 2ου κατηγορουμένου στο Μ.Κ.1, αποδεικνύουν ότι ο λόγος που δεν τιμήθηκαν τα τεκμήρια 1 και 2 όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα είναι η ανυπαρξία, κατά τον επίδικο χρόνο, διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της 1ης κατηγορουμένης (βλ. Ιωάννου ν. Ναναίμο Λιμιτεδ κ.α.
(2005)2 ΑΑΔ 555, 561). Τέλος, αναμφισβήτητο παρέμεινε και το γεγονός ότι οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκαν, άλλωστε, σύμφωνα με το Μ.Κ.2, οι πληροφορίες που λαμβάνονται εν σχέσει με το υπόλοιπο του λογαριασμού προέρχονται από το κατάστημα όπου τηρείται ο λογαριασμός. Περαιτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω επιταγές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο πέραν των δεκαπέντε ημερών, εφόσον μέχρι σήμερα κανένα ποσό δεν έχει καταβληθεί και τούτο παρά την ημερομηνία που έπρεπε να τιμηθούν. Από τις πιο πάνω διαπιστώσεις απαντώνται και τα δύο ερωτήματα που το δικαστήριο έθεσε ως επίδικα. Λόγος μη εξαργύρωσης των τεκμηρίων 1 και 2 δεν ήταν οι οδηγίες του 2ου κατηγορουμένου, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, αλλά η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Αυτό το συμπέρασμα, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα, αναμφισβήτητα ως επί το πλείστον συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι ικανό να οδηγήσει σε καταδίκη της 1ης κατηγορουμένης στις κατηγορίες 1 και 2. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι η τυχόν ποινική ευθύνη του 2ου κατηγορουμένου. Έχω αναφέρει ήδη ότι ο 2ος κατηγορούμενος διώχθηκε ως συνεργός. Είναι νομολογημένο πως εκεί όπου κατηγορούμενος διώκεται υπό την ιδιότητα συνεργού, απόδειξης χρήζει και η ένοχη διάνοια (mens rea) (βλ. Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261). Είναι κατανοητό ότι η υπόθεση Παυλόπουλος αφορούσε επιταγή η οποία ήτο μεταχρονολογημένη και κάποια από τα σχόλια του δικαστηρίου αφορούσαν αυτήν ακριβώς την πτυχή της υπόθεσης. Οι δε αναφορές της υπόθεσης σε μεταχρονολογημένη επιταγή έχουν πλέον επιλυθεί νομοθετικά με τη συμπερίληψη στον ορισμό της επιταγής και γραπτής εντολής που καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης (βλ. Ν.164(Ι)/03). Παρόλα ταύτα, πιστεύω ότι αμετάβλητα παραμένουν τα σχόλια του δικαστηρίου αναφορικά με την απόδειξη του αδικήματος της συνέργιας και ιδιαίτερα ότι «η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση, β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες». Σε αυτό το σημείο κρίνω αναγκαίο να αναπτύξω, έστω και περιορισμένα, πώς εκλαμβάνω το αδίκημα συνεργού και ιδιαίτερα την ένοχη διάνοια προσώπου που λειτουργεί υπό αυτή την ιδιότητα. Μια σειρά υποθέσεων, κάποιες εκ των οποίων αναφέρονται και στην υπόθεση Παυλόπουλος (πιο πάνω), επεξηγούν την έννοια του όρου συνεργός, ως επίσης ότι σχετικό της απόδειξης του αδικήματος (βλ. μεταξύ άλλων Johnson v. Youden and Others
(1950)3 ALL E.R. 300, AcKroyds Air Travel Ltd, v. DPP
(1950)1 ALL E.R. 933, Carter v. Mace
(1949)2 ALL E.R. 714, R. v. Bainbridge
(1959)3 ALL E.R. 200, Davies, Turner & Co v. Brodie
(1954)3 ALL E.R. 283, National Coal Board v. Gamble
(1959)1 QB 11, Reg v. Maxwell
(1978)3 ALL E.R. 1140 και Blakely v. DPP
(1991)RTR 405). Επιλέγω να σταθώ σε αυτή την τελευταία υπόθεση Blakely εφόσον σε αυτήν ο έντιμος δικαστής McCullough προέβη σε ανασκόπηση της υφιστάμενης νομολογίας, διευκολύνοντας έτσι το έργο όλων εμάς που σήμερα διερευνούμε την απόδειξη του αδικήματος της συνέργειας. Χωρίς περαιτέρω σχόλιο σημειώνω απλώς την ευχερή διάκριση του αδικήματος στο χρόνο που ο αδικοπραξίας λειτούργησε αλλά και στο ρόλο που διαδραμάτισε. Εν προκειμένω, το αδίκημα της συνέργειας διακρίνεται σε αδικοπραξία δεύτερου βαθμού (principal in the second degree) και σε συνεργό προ του αδικήματος (accessory before the fact) (βλ. σελ. 410-411 απόφασης Blakely). Στη συνέχεια, διερευνώντας κατά πόσο ανεπίγνωστη απερισκεψία (inadvertent recklessness) είναι ικανή να οδηγήσει αδικοπραξία σε συνέργεια προ του αδικήματος σε καταδίκη, υιοθετείται απόσπασμα του λόρδου Goddard CJ από την υπόθεση Davies, Turner & Co Ltd (πιο πάνω) όπου λέχθηκε ότι «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα, αν κάποιος κλείνει τα μάτια του σε ότι είναι πασίδηλο ή πιθανόν αποφεύγει να προβεί σε έρευνα εκεί όπου ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα προέβαινε, νομίζω ότι το δικαστήριο μπορεί να βρει ότι αυτός παρείχε βοήθεια ή παρακινούσε, σίγουρα εάν κλείνει τα μάτια του σε ότι είναι πασίδηλο» «Before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence he must at least Know the essential matters which constitute that offence, if a person shuts his eyes to the obvious or {perhaps} refrains from making any inquiry where a reasonably sensible man would make inquiry, I think the court can find that he was aiding and abetting, certainly if he shuts his eyes to the obvious») (βλ. σελ. 415 απόφασης Blakely) (η υπογράμμιση δική μου). Διευρύνοντας την έννοια της αναγκαίας για τη διάπραξη του αναφερόμενου αδικήματος γνώσης σε αντίληψη ("Thus contemplation rather than knowledge, has became the test") καταλήγει ότι «θα πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η πράξη του θα προξενούσε ή θα συνέδραμε στη διάπραξη του κυρίως αδικήματος ("It must, at least, be shown that the accused contemplated that his act would or might bring about or assist the commission of the principal offence"). Όλα τα πιο πάνω είναι όσα θεωρώ ότι ανταποκρίνονται στην έννοια του αδικήματος της συνέργειας και τυγχάνουν εφαρμογής στα δεδομένα της παρούσας. Ας σημειωθεί ακόμη ότι στην ίδια γραμμή πλεύσης με την προαναφερόμενη νομολογία, στο σύγγραμμα ARCHBOLD, Criminal Pleading Evidence & Practice, 2007, αναφέρεται ότι «Where the act of assistance was done in advance of the crime, which was committed in the defendant's absence it must be proved that the act in fact assisted the later commission of the crime, that it was done deliberately, that the defendant realized that it was capable of assisting the commission of the offence, and Foresaw its commission as a real possibility, and that when doing the act he intended to assist the principal in what he was doing". (η υπογράμμιση δική μου) Αν έχω αναφέρει όλα τα πιο πάνω δεν είναι άνευ αποχρώντος λόγου. Μπορεί μεν στην απόφαση Παυλόπουλος (πιο πάνω) να αναφέρεται ότι «η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής», εκείνο όμως που διερωτάται κανείς είναι κατά πόσο η τροποποίηση που επέφερε ο νόμος Ν164/(Ι)/03 διαφοροποίησε το χρόνο που συντελείται το υπό κρίση αδίκημα. Πιο συγκεκριμένα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η γνώση ή η αντίληψη που πρέπει να αποδεικνύεται ότι είχε ο συνεργός αφορά, στην περίπτωση πάντα μεταχρονολογημένης επιταγής, το χρόνο έκδοσης της επιταγής ή το χρόνο παρουσίασής της στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκε. Είμαι της γνώμης ότι όλα τα παραδείγματα που αναφέρονται στην υπόθεση Blakely (πιο πάνω) οδηγούν στο συμπέρασμα πως επίδικος χρόνο είναι ο χρόνος υπογραφής της επιταγής και όχι οποιοσδήποτε άλλος. Διαφορετική κατάληξη θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα εφόσον η αντίληψη ή η γνώση του κατ΄ ισχυρισμό συνεργού θα συναρτάτο έτσι με απροσδιόριστη και μέλλουσα, για το χρόνο υπογραφής της επιταγής, συγκυρία. Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι κρίσιμος χρόνος παραμένει ο χρόνος υπογραφής της επιταγής. Στρέφομαι τώρα να υπαγάγω τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας. Εξετάζω κατ΄ αρχάς εάν ο 2ος κατηγορούμενος παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε την 1η κατηγορουμένη. Ειρήσθω εν παρόδω ας σημειωθεί ότι στην έκθεση αδικήματος (βλ. κατηγορίες 3 και 4) δεν διευκρινίζεται η ακριβής παράγραφος του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 που η κατηγορούσα αρχή επικαλείται. Εν πάση όμως περιπτώσει, εδραζόμενος στην υπόθεση Blakely δεν διαπιστώνω ότι τούτο αποτελεί κώλυμα. Περαιτέρω, το αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι εκείνος που συνέταξε τις τρεις επιταγές, μεταξύ αυτών και τα τεκμήρια 1 και 2, ως διευθυντής της 1ης κατηγορουμένης, ένεκα συμφωνίας που συνήψε η τελευταία, αποδεικνύει εναντίον του 2ου κατηγορουμένου εκ προθέσεως παροχή βοήθειας στην 1η κατηγορουμένη. Κατά πόσο η παροχή βοήθειας αφορά αδίκημα ή απλώς συμμετοχή σε δικαιοπραξία, εδώ είναι που υπεισέρχεται η δεύτερη διάσταση του νοητικού στοιχείου, ήτοι η τυχόν αντίληψη ή γνώση (contemplation rather than knowledge) κατά το χρόνο σύνταξης των τεκμηρίων 1 και 2 για επικείμενη διάπραξη αδικήματος δηλαδή εκείνου του άρθρου 305Α
(1). Τι είναι όμως εκείνο που σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα του δικαστηρίου αντιλαμβανόταν ο 2ος κατηγορούμενος στις 23.06.06, όταν συνέτασσε τα τεκμήρια 1 και 2; Σύμφωνα με παραδοχή του 2ου κατηγορουμένου και σε συνάρτηση με τα ευρήματα του δικαστηρίου, κατά τον εν λόγω χρόνο διευθυντής της 1ης κατηγορουμένης ήταν τόσο ο Charles Χαραλάμπους όσο και ο 2ος κατηγορούμενος. Το ίδιο ίσχυε αναφορικά και με τους μετόχους της 1ης κατηγορουμένης. Εκείνος όμως ο οποίος ελάμβανε τις αποφάσεις δεν ήταν άλλος από το 2ο κατηγορούμενο. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου πως αφότου εξαργυρώθηκε η πρώτη από τις τρεις επιταγές και μετά την παρουσίαση του τεκμηρίου 1 στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκε και τη μη εξαργύρωσή του, ο 2ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε στο Μ.Κ.1 ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα (εννοείτε η 1η κατηγορουμένη εφόσον άλλωστε αυτής ήταν ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν οι δύο επιταγές) και γι΄ αυτό του ζήτησε να μην καταθέσει ούτε το τεκμήριο 2. Ας σημειωθεί βέβαια ότι η γνώση του για το εν λόγω οικονομικό πρόβλημα δεν αφέθηκε να νοηθεί ότι υπήρχε από τις 23.06.06. Τέλος, αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου πως όταν τα τεκμήρια 1 και 2 παρουσιάστηκαν στην τράπεζα, δηλαδή στις 29.08.06 και 22.09.06, αντίστοιχα, δεν εξαργυρώθηκαν ένεκα έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων της 1ης κατηγορουμένης. Είναι στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων που πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα εάν στις 23.06.06 όταν ο 2ος κατηγορούμενος συνέτασσε τα επίδικα τεκμήρια αντιλαμβανόταν, ή υποπτευόταν, ή γνώριζε ότι συνέβαλλε στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1). Κρίνω πως όλα τα πιο πάνω δεν αποκαλύπτουν τέτοια γνώση. Θα ανέμενε κανείς να παρουσιαζόταν στο δικαστήριο η οικονομική κατάσταση της 1ης κατηγορουμένης κατά το χρόνο έκδοσης των εν λόγω επιταγών ή ακόμη τυχόν συνομιλία μεταξύ του 2ου κατηγορούμενου και του Μ.Κ.1, λόγου χάριν ότι οι επιταγές θα μεταχρονολογούντο ακριβώς επειδή κατά τη σύνταξη των επιταγών ο λογαριασμός της 1ης κατηγορουμένης αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα το οποίο αναμένετο να επιλυθεί μέχρι την ημερομηνία που θα αναγράφετο στις επιταγές. Τέτοια όμως μαρτυρία απουσιάζει από το δικαστήριο. Εν ολίγοις, ότι ζητείται από το δικαστήριο είναι η καταδίκη του 2ου κατηγορουμένου ως εκ του αποτελέσματος, ένεκα της θέσης που κατείχε και εξακολουθεί να κατέχει στην 1η κατηγορουμένη και επειδή συνέταξε τις δύο επιταγές, τεκμήρια 1 και 2. Αυτά όμως τα δεδομένα δεν οδηγούν σε συμπέρασμα ότι κατά το χρόνο σύνταξης των επίδικων επιταγών γνώριζε ή υποπτευόταν ότι η διάπραξη αδικήματος ήταν πιθανή. Πιστεύω ότι ουδεμία σχέση έχουν τα γεγονότα της παρούσας με την υπόθεση Ναναίμο (πιο πάνω) όπως ούτε βέβαια με τα γεγονότα της υπόθεσης Παυλόπουλος, πλην του ότι και εδώ οι κατηγορίες αφορούν συνεργό. Δράττομαι εδώ της ευκαιρίας να αναφέρω και το εξής· κρίνω ότι εσφαλμένη είναι η κρατούσα λαϊκή αντίληψη ότι υποθέσεις αυτού του είδους αποδεικνύονται ως εκ του αποτελέσματος. Εάν ο νομοθέτης επιθυμεί έχει κάθε μέσο να διαφοροποιήσει το σχετικό άρθρο καθιστώντας αδίκημα αυστηρής ευθύνης και τις περιπτώσεις διευθυντών ή άλλων αξιωματούχων νομικών προσώπων. Μέχρις ότου όμως τροποποιηθεί, υποθέσεις αυτού του είδους παραμένουν υποθέσεις συνέργειας και η απόδειξή τους επιτάσσει ό,τι πιο πάνω επεξηγήθηκε. Τέλος, πρόκειται για ποινική διαδικασία όπου το αδίκημα και κάθε στοιχείο που το συνθέτει πρέπει να αποδεικνύεται από την κατηγορούσα αρχή και δη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, 365). Για όλους του πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι οι κατηγορίες 3 και 4 που αφορούν το 2ο κατηγορούμενο δεν έχουν αποδειχθεί και ως εκ τούτου οι κατηγορίες εναντίον του απορρίπτονται και ο 2ος κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Η δε 1η κατηγορουμένη, ως έχω ήδη αναφέρει, κρίνεται ένοχη τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη κατηγορία. Υπογρ. ............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο