Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Παύλος Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης. 20130/06, 24 Νοεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2008:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ - ΛΑΡΝΑΚΑ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Σ. Παναγή, Π.Ε.Δ. Φ. Ν. Ζωμενής, Α. Ε.Δ Α. Δαυίδ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης. 20130/06 Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν.
- Παύλος Δημητρίου
- Ανδρέας Ανδρέου
- Λεόντιος Ιωάννου
- Θεοφάνης Ασπρομάλλης
- Χρυσοβαλάντης Χρίστου Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ζαχαριάδου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Γρ. Ιωάννου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Σ. Χαραλάμπους και κα. Γ. Καλλή Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Α. Κίζης Κατηγορούμενοι παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (Υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης με διαταγή του Δικαστηρίου) Οι κατηγορούμενοι αρχικά ήταν πέντε. Όλοι αντιμετώπιζαν κατηγορία ότι απήγαγαν την παραπονούμενη, στην οποία θα αναφερόμαστε ως «ΜΓ», και κατηγορίες ότι ο καθένας από αυτούς τη βίασε και συνέδραμε στο βιασμό της από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Πρόκειται για αδικήματα που διαπράχθηκαν κατ' ισχυρισμό, τον Μάιο 2006 στα Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες. Μετά που η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της, το Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε τους κατηγορούμενους 4 και 5 αφού έκρινε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν είχε καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους έτσι ώστε να δικαιολογείται να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Σημειώνουμε ευθύς εξ αρχής ότι δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση ότι οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 κατά το χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ήρθαν σε σεξουαλική επαφή με την ΜΓ. Είναι όμως η θέση της υπεράσπισης πως ότι έκανε η ΜΓ κατά τον ως άνω χρόνο ήταν με τη θέληση της. Η Μαρτυρία Εισάγοντας τη μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε τη μαρτυρία κάποιων αστυνομικών μαρτύρων η οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Ιάκωβος Ιωάννου, υπεύθυνος του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Τ.Α.Ε.) Λάρνακας, καταθέτοντας στο Δικαστήριο παρουσίασε και υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση (έγγραφο Α) ημερ.26.9.
- Σύμφωνα με αυτή, στις 14.9.2006 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας παρέλαβε από δημοσιογράφο της εφημερίδας «ΜΑΘΕ» ένα ψηφιακό δίσκο CD-R (τεκμήριο 1) στα πλαίσια διερεύνησης πληροφοριών κατά πόσο η κοπέλα που φαινόταν στο CD-R με το όνομα «Μ» ήταν η παραπονούμενη υπόθεσης απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες που έγινε γύρω στις 01:00 της 14.9.2006 σε αυτοκίνητο στη Λάρνακα. Παραλαμβάνοντας το τεκμήριο 1 από τον εν λόγω δημοσιογράφο, πληροφορήθηκε από τον τελευταίο ότι περιήλθε στην κατοχή του έχοντας σταλεί μέσα σε ανώνυμο φάκελο στα γραφεία της ως άνω εφημερίδας όπου εργαζόταν και ότι ο ίδιος βλέποντας το προέβη σε σχετικό δημοσίευμα στην εφημερίδα «ΜΑΘΕ». Του εξήγησε παράλληλα ότι το CD-R που του παρέδωσε το αντίγραψε από τον υπολογιστή του όπου αρχικά αντίγραψε το CD-R που περιήλθε στην κατοχή του αφού εκείνο που παρέλαβε δεν γνώριζε τι το έκανε. Ο μάρτυρας την ίδια μέρα εξασφάλισε την εφημερίδα «ΜΑΘΕ» με το σχετικό δημοσίευμα (τεκμήριο 2). Από τις εξετάσεις που διενήργησε την ίδια μέρα διαπίστωσε ότι δεν επρόκειτο για την ίδια κοπέλα αφού σύμφωνα με πληροφορίες που εξασφάλισε η κοπέλα που σύμφωνα με το δημοσίευμα φαίνεται να βιάζεται στο αυτοκίνητό της ήταν από την Λευκωσία. Στις 21.9.2006 η παραπονούμενη, συνοδευόμενη από τον πατέρα και την αδελφή της προσήλθε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λάρνακας και κατήγγειλε προφορικά απαγωγή της από πέντε νεαρούς και βιασμό της από τους τρεις από αυτούς στα Περβόλια Λάρνακας κατά τον Μάιο του
- Ο μάρτυρας προέβη σε σχετικές εξετάσεις και την επόμενη εξασφάλισε τα πλήρη στοιχεία των πέντε υπόπτων για τα πιο πάνω αδικήματα προσώπων. Στις 23.9.2006 η παραπονούμενη στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λάρνακας προέβη σε γραπτή κατάθεση για την απαγωγή και τον βιασμό της. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι για την ύπαρξη του CD-R τον πληροφόρησε για πρώτη φορά ο Βοηθός Αρχηγός Επιχειρήσεων της Αστυνομίας δίνοντας του οδηγίες να το παραλάβει και να προβεί σε εξετάσεις για να διαπιστωθεί αν η κοπέλα που αυτό αφορούσε ήταν το ίδιο πρόσωπο με την κοπέλα με το ίδιο όνομα στο αυτοκίνητο της οποίας το προηγούμενο βράδυ είχε τοποθετηθεί βόμβα. Ο ίδιος ποτέ δεν συνάντησε την παραπονούμενη ενώ υπέδειξε πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν έγινε οποιαδήποτε επέμβαση στο CD-R πριν του παραδοθεί από τον δημοσιογράφο, ο οποίος, παρά το γεγονός ότι του ζητήθηκε από τον μάρτυρα δεν επιθυμούσε να προβεί σε κατάθεση. Συμφωνώντας ότι το πρωτότυπο μιας κινηματογράφησης έχει σημασία υπέδειξε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση και το CD-R που αρχικά στάλθηκε στο δημοσιογράφο να εντοπιζόταν και πάλι αντίγραφο θα ήταν αφού η κινηματογράφηση έγινε από τηλέφωνο του οποίου ο εντοπισμός ήταν αδύνατος αφού καταστράφηκε από τον πατέρα ενός εκ των κατηγορουμένων. Ο εξεταστής της υπόθεσης Λοχ. 1506 Δημήτρης Γεωργίου στην κατάθεση του (έγγραφο Β) την οποία υιοθέτησε στο Δικαστήριο αναφέρει ότι στις 24.9.2006 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λάρνακας παρέλαβε από τον Aνώτερο Yπαστυνόμο Ιάκωβο Ιωάννου ένα ψηφιακό δίσκο και τεύχος της εφημερίδας «ΜΑΘΕ» τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Αφού αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων υπέδειξε ότι την ίδια μέρα και οι πέντε κατηγορούμενοι συνελήφθησαν με δικαστικά εντάλματα ως ύποπτοι για τα αδικήματα της απαγωγής και του βιασμού. Στα οκτώ κινητά τηλέφωνα που παρελήφθησαν από τους συλληφθέντες δεν εντοπίστηκε το «βιντεοκλιπ» του βιασμού. Επεστράφησαν στους κατηγορούμενους στις 27.9.2006, ημερομηνία που αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς να κατηγορηθούν γραπτώς. Ο μάρτυρας εξήγησε περαιτέρω ότι στην προσπάθειά του να εντοπίσει το πρωτότυπο video clip του βιασμού έλαβε κατάθεση από τον πατέρα του 1ου κατηγορούμενου ο οποίος δήλωσε ότι πήρε το τηλέφωνο του 3ου κατηγορούμενου στο οποίο υπήρχε το video clip του βιασμού, γεγονός που όταν αντιλήφθηκε τον έκανε να θυμώσει και να αηδιάσει με αποτέλεσμα να πετάξει το τηλέφωνο. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν γνώριζε αν η παραπονούμενη μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό της εξακολουθούσε να έχει σχέσεις με τους κατηγορούμενους. Απέρριψε την θέση που του υποβλήθηκε ότι ουσιαστικά η παραπονούμενη υποχρεώθηκε από την Αστυνομία να προβεί σε καταγγελία ενώ η ίδια δεν ήθελε διότι δεν επρόκειτο περί βιασμού και ότι με δικές του προτροπές και ενέργειες πείστηκε τελικά να δηλώσει ότι θέλει η υπόθεση να προχωρήσει στο Δικαστήριο. Ο Αστυφύλακας 2476, Σπύρος Νικολάου, εκπαιδευμένος στην ανάλυση ψηφιακών δίσκων, εικόνας, βίντεο και στη δικανική εξέταση κινητών τηλεφώνων, υπηρετεί στο εργαστήριο φωτογραφίας της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας του Αρχηγείου Αστυνομίας. Παρουσίασε την έκθεση που έκανε μετά την εξέταση του ψηφιακού δίσκου, (Τεκμήριο 1) η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 4 στη διαδικασία. Εξήγησε ότι το «βιντεοκομμάτι» στον ψηφιακό δίσκο πολύ πιθανό να λήφθηκε από κινητό τηλέφωνο αφού επρόκειτο για φάιλ 3gp που σχεδιάστηκε για βιντεογράφηση σε κινητά τηλέφωνα σε πιο χαμηλή ποιότητα. Από τον συγκεκριμένο ψηφιακό δίσκο αντίγραψε αριθμό φωτογραφιών τις οποίες παρουσίασε και εξήγησε στο Δικαστήριο (τεκμήριο 5). Κατά την αντεξέταση υπέδειξε ότι κατά το στάδιο που εξέταζε το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου, λόγο της κακής ποιότητας του «βιντεοκοματιού», δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει αν το πρόσωπο που φαίνεται να έρχεται σε σεξουαλική επαφή φορούσε βραχιόλι ή όχι. Ούτε σε περίπτωση που φορούσε αν αυτό ήταν το βραχιόλι Τεκμήριο
- Εξήγησε παράλληλα ότι το συμπέρασμά του ότι η κοπέλα στο «βιντεοκομμάτι» φαίνεται φοβισμένη και να κλαίει ήταν το αποτέλεσμα όσων είδε στο «βιντεοκομμάτι» και στις φωτογραφίες. Ο Μ.Κ.4 Αστ.1776, Κυριάκος Χριστοδούλου, παρουσίασε και υιοθέτησε την γραπτή κατάθεσή του, (έγγραφο Γ). Σύμφωνα με αυτή στις 21.9.2006 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λάρνακας έλαβε κατάθεση από την ΜΓ, σύμφωνα με την οποία σε άγνωστη ημερομηνία περί τα μέσα Μαΐου του 2006 και ενώ είχε αναχωρήσει για τη Λευκωσία από τα Περβόλια όπου είχε μεταβεί για να πάρει νεαρό πρόσωπο με το οποίο διατηρούσε δεσμό στο σπίτι του, πριν εξέλθει του εν λόγω χωριού ανέκοψε το όχημα της κάποιος νεαρός ονόματι Παύλος με τον οποίο διατηρούσε στο παρελθόν δεσμό ζητώντας της να τον ακολουθήσει. Μαζί με τον Παύλο υπήρχαν ακόμα τέσσερις νεαροί τους οποίους γνώριζε λίγο, κάποιοι από τους οποίους επέβαιναν άλλου αυτοκινήτου. Οι δύο από αυτούς ονομάζονταν Λεοντής και Φάνος δεν ήταν όμως σε θέση να αναφέρει τα ονόματα των άλλων νεαρών. Την οδήγησαν με το αυτοκίνητο της σε ερημική περιοχή των Περβολιών όπου οι τρεις την βίασαν διαδοχικά ενώ ο τέταρτος την βιντεογραφούσε με το κινητό του τηλέφωνο. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιοί την είχαν βιάσει ούτε αν αυτός που βιντεογραφούσε την βίασε. Αφού την βίασαν την εγκατέλειψαν στο αυτοκίνητό της και η ίδια επέστρεψε στο σπίτι της χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε στους γονείς της. Τον Αύγουστο του 2006 τρεις φίλες της έδειξαν το βίντεο του βιασμού της στην μητέρα της. Την ίδια μέρα μετέβη με τους γονείς της στα γραφεία του Τ.Α.Ε Λευκωσίας για να καταγγείλει τον βιασμό της όμως την παρέπεμψαν λόγω αναρμοδιότητας στο Τ.Α.Ε. Λάρνακας. Αντί να μεταβεί στο Τ.Α.Ε. Λάρνακας προτίμησε να μην καταγγείλει το γεγονός. Αποφάσισε να πράξει τούτο στις 21.9.2006 λόγω του ότι είχε προβληθεί το βίντεο του βιασμού της στο κανάλι SIGMA με αποτέλεσμα να το δουν και άλλοι συγγενείς της. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες τόσο του ιδίου όσο και του Υπαστυνόμου Πρόδρομου Προδρόμου να προβεί σε γραπτή καταγγελία εναντίον των προσώπων που την είχαν βιάσει η ΜΓ αρνήθηκε αναφέροντας ότι θα αποφασίσει και μετά θα ξαναπροσέλθει για γραπτό παράπονο εάν το επιθυμεί. Ο μάρτυρας μεταξύ της 18.11.2006 και 8.12.2006 στο Τ.Α.Ε. Λάρνακας κατηγόρησε γραπτώς και τους πέντε κατηγορούμενους (τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, υπέδειξε ότι ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε εξέταση κατά την 21.9.2006 που η παραπονούμενη προσήλθε για να κάνει το παράπονό της, χωρίς όμως τελικά να προβεί σε καταγγελία. Συμφώνησε επίσης με την υπεράσπιση ότι την στιγμή που προέβαινε η παραπονούμενη στην κατάθεσή της ημερ. 21.9.2006 δεν γνώριζε, όπως είπε, τα ονόματα των τριών που την είχαν βιάσει για να τα αναφέρει. Ο ίδιος δεν γνώριζε ότι την συγκεκριμένη μέρα θα επισκεπτόταν τα γραφεία του Τ.Α.Ε. η παραπονούμενη η οποία έφτασε συνοδευόμενη από τον πατέρα της και κάποιο άλλο συγγενή. Ο πατέρας της ήταν αρχικά στο γραφείο με την παραπονούμενη στη συνέχεια όμως του ζητήθηκε να περάσει έξω. Δεν αντιλήφθηκε κατά τον χρόνο που ο ίδιος μιλούσε με την ΜΓ, η τελευταία να είχε οποιαδήποτε πίεση από κάποιο για να προβεί σε καταγγελία. Όταν η ίδια είπε στο μάρτυρα που της ζήτησε να κάνει παράπονο ότι θα το σκεφτεί και ότι δεν ήθελε την συγκεκριμένη μέρα να προβεί σε γραπτή καταγγελία, ο πατέρας της τής είπε να προβεί σε παράπονο και καταγγελία αλλά δεν ήταν φορτικός. Ο ίδιος σε κανένα στάδιο δεν είδε το βίντεο. Ιδιαίτερα μακρά ήταν η ένορκη κατάθεση της ΜΓ και ειδικότερα η αντεξέταση της από τους πέντε δικηγόρους υπεράσπισης. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία της. Όταν κατάθετε ενόρκως στο Δικαστήριο, η ΜΓ ήταν 23 ετών και διέμενε. Έχει καταθέσει ότι διαμένει με τους γονείς και την αδελφή της στη Λευκωσία. Εργαζόταν και εργάζεται ως πωλήτρια σε κατάστημα παιχνιδιών. Ένα βράδυ, το Γενάρη 2006, μετά από εισήγηση μιας συναδέλφου της ονόματι Χρυσάνθης, μετέφερε με το αυτοκίνητο της την τελευταία και άλλες φίλες της στο χωριό Περβόλια, στη Λάρνακα για να συναντηθούν με το φίλο της Χρυσάνθης, Παύλο (1ον κατηγορούμενο). Φθάνοντας στην τοποθεσία «Φάρος» αντιλήφθηκαν τον Παύλο να τις ακολουθεί με το αυτοκίνητο του θέλοντας να τις προσπεράσει. Στο αυτοκίνητο του επέβαινανμετέβαιναν και δύο φίλοι του τελευταίου, ένας από τους οποίους ονομαζόταν Παναγιώτης γνωστός ως Πίπης. Μόλις ο Παύλος είδε τη Χρυσάνθη ήθελε την παραπονούμενη να σταματήσει και οδήγησε το αυτοκίνητο του με τρόπο που ανέκοψε την πορεία του δικού της. Εξήγησε ότι ο Παύλος «έκαμε» το αυτοκίνητο του με τέτοιο τρόπο ώστε η ίδια να μη μπορεί να προχωρήσει. Ακολούθως, ο Παύλος μαζί με τη παρέα του, κατέβηκε από το αυτοκίνητο του. Η Κωνσταντίνα της είπε να κλείσει τις πόρτες και τις έκλεισε. Η Χρυσάνθη όμως της είπε να ανοίξει και η παραπονούμενη της άνοιξε. Αφού πλησίασε το αυτοκίνητο της ο Παύλος, ο τελευταίος άνοιξε την πίσω πόρτα όπου καθόταν η Χρυσάνθη ζητώντας το λόγο γιατί μετέβηκε στα Περβόλια. Ακολούθησε κάποια συζήτηση μεταξύ τους κατά την οποία ο Παύλος πήρε τη Χρυσάνθη από τη φανέλα, τη σήκωσε πάνω και τη χαστούκισε. Ακολούθως επέστρεψαν στη Λευκωσία. Δεν γνώριζε ποια ήταν η μεταξύ του Παύλου και της Χρυσάνθης «κατάσταση». Το ίδιο βράδυ, ενώ επέστρεφαν στη Λευκωσία, ο Παύλος τηλεφώνησε στη Χρυσάνθη λέγοντας της ότι του άρεσε «η οδηγός». Επειδή όμως η ίδια είχε αναφέρει στη Χρυσάνθη ότι «δεν ήθελε», η τελευταία είπε στον Παύλο ότι (η μάρτυρας) είχε φίλο. Την επόμενη μέρα πήρε τον Παύλο τηλέφωνο αλλά αυτός δεν ανταποκρινόταν. Γι' αυτό πήρε τηλέφωνο τον φίλο του Παύλου, Πίπη, εξηγώντας του ποια ήταν, ότι άρεσε η ιδία στον Παύλου και της άρεσε και εκείνης ο Παύλος, και ζητώντας του παράλληλα όταν θα εντόπιζε τον Παύλο να του πει να την πάρει τηλέφωνο μετά που θα σχολάσει από την εργασία της. Το ίδιο βράδυ της τηλεφώνησε ο Παύλος «πετώντας από τη χαρά του» ότι «τάχα» «τα έπιασαν». Ακολούθως, μετά από πρόσκληση της ο Παύλος μετέβηκε το ίδιο βράδυ στη Λευκωσία μαζί με τον Πίπη και τον Αντρέα (2ον κατηγορούμενο). Ακολούθησε ακόμη μια συνάντηση της με τον Παύλο πριν έχουν ολοκληρωμένες σχέσεις. Ο δεσμός της με τον Παύλο κράτησε σχεδόν τρεις μήνες. Κατά το διάστημα αυτό συναντιόντουσαν στα Περβόλια όπου μετέβαινε δύο φορές την εβδομάδα με το αυτοκίνητο της. Είχε σεξουαλικές σχέσεις με τον Παύλο, με τον οποίο έρχονταν σε σεξουαλική επαφή μέσα στο αυτοκίνητο της. Κατά το διάστημα αυτό ο Παύλος της συμπεριφερόταν ενίοτε άγρια, μερικές φορές πολύ άγρια και ενίοτε ήταν καλός. Κάποτε χειροδικούσε εναντίον της και της τραβούσε και τα μαλλιά. Σε κάποια επίσκεψη της στα Περβόλια μαζί με την αδελφή της το Μάρτη 2006 ο Παύλος της ζήτησε να οδηγήσει το αυτοκίνητο της και το οδήγησε κατά τρόπο που χάλασε το κιβώτιο ταχυτήτων (gearbox) του αυτοκινήτου. Την επόμενη μέρα της τηλεφώνησε ο Παύλος ρωτώντας την για το αυτοκίνητο της και ζητώντας της χρήματα για να επιδιορθώσει το δικό του αυτοκίνητο το οποίο, όπως της είπε, είχε επίσης χαλάσει. Αφού τηςΤου έδωσε το ποσό των £160 με την προϋπόθεση ότι θα της το επέστρεφε. Εξήγησε κατά την αντεξέταση της ότι ο Παύλος έθεσε την καταβολή του ποσού στον ίδιο ως αυτό τούτο το προϋπόθεση την καταβολή του για να συνεχίσουν τη σχέση τους. Παρά τα επανειλημμένα τηλεφωνήματα της προς τον Παύλο για να επιστρέψει το ποσό ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε. Μετά, ο Παύλος δεν απαντούσε. Σε μία περίπτωση απάντησε το τηλέφωνο ο Λευτέρης, κάποιος φίλος του Παύλου, ο Λευτέρης, ο Λευτέρης, πληροφορώντας την ότι ο Παύλος δεν ήθελε να της μιλήσει αλλά και αν η ίδια ήθελε, να μεταβεί στα Περβόλια να μιλήσει με τον ίδιο. Έτσι και έκανε. Η μη επιστροφή των χρημάτων της από τον Παύλο ήταν ο λόγος που η ίδια τελικά διέλυσε τη σχέση τους. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Μαθηκολώνη εξήγησε, συμφωνώντας με σχετικά αποσπάσματα που της διαβάστηκαν από την κατάθεση της στην Αστυνομία, ότι σταμάτησε να έχει σχέσεις με τον Παύλο όταν χάλασε το αυτοκίνητο της. Ακολούθως του έδωσε τα χρήματα για να επιδιορθώσει το αυτοκίνητο του αφού της είχε αναφέρει προηγουμένως ότι εάν του έδινε τα χρήματα θα «ξανάπιαναν» δεσμό. Ακολούθως ξανάπιασαν δεσμό ο οποίος διήρκησε δύο εβδομάδες. Μετάβηκε στα Περβόλια για να συναντήσει το Λευτέρη. Ο τελευταίος της είπε ότι του άρεσε, αλλά η ίδια ήταν διστακτική καθότι ο Λευτέρης ήταν ηλικίας 18 χρονών και ήταν πιο μικρός της. Ο Λευτέρης όμως επέμενε και μετά από δύο εβδομάδες, τον Μάρτη, Απρίλη 2006, είχαν δεσμό, σχέση. Συναντιόντουσαν στα Περβόλια όπου μετέβαινε με το αυτοκίνητο της δύο φορές την εβδομάδα και έρχονταν σε σεξουαλική επαφήσυνουσία μέσα στο αυτοκίνητο της. Από τότε Επειδή από που δημιούργησε δεσμό με το Λευτέρη, όταν βρισκόταν με τον τελευταίο στο αυτοκίνητο της, ο Παύλος με την παρέα του, όπως η μάρτυρας ανέφερε χαρακτηριστικά, «εβούραν» την «που τα πίσω, έκαμνε πελλάρες», δηλαδή τους ακολουθούσε με το δικό του αυτοκίνητο προτρέποντας τους να σταματήσουν. Αυτοί όμως αλλά αυτή συνέχιζαν την πορεία τους καθότι ο Λευτέρης της έλεγε να προχωρήσει«προχώρα για να μην της κάνει κάτι ο Παύλος.μεν σου κάμει τίποτε». Αντεξεταζόμενη για το ζήτημα ανέφερε ότι όποτε την έβλεπαν οι φίλοι του Παύλου στα Περβόλια τον πληροφορούσαν σχετικά και ο Παύλος δεν την άφηνε να φύγει από τα Περβόλια. Ήθελε πολλές φορές να πάρει τηλέφωνο την Αστυνομία αλλά δεν την άφηναν, της έπαιρναν το τηλέφωνο από τα χέρια. Ανάφερε χαρακτηριστικά αντεξεταζόμενη από τον κ. Ιωάννου «Επιάνναν το τηλέφωνο μου και τα κλειδιά μου και το αυτοκίνητο μου». Όταν τους είπε ότι θα τους κατάγγελλε στην Αστυνομία, την απείλησαν ότι θα της έβαζαν βόμβα στο σπίτι της να την σκοτώσουν και ότι θα πήγαιναν στον πατέρα της. Δεν τους κατάγγειλε στην Αστυνομία γιατί φοβόταν. Η συμπεριφορά του Παύλου την οδήγησε να ζητήσει από το Λευτέρηαυτής να ρωτήσει τον Παύλοπρώτο αν δεχόταν «να τα πιάσουν», δηλαδή η ίδια με το Λευτέρη. Ο Παύλος δεν είχε αντίρρηση. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως όταν είχε δεσμό με το Λευτέρη είχε επικοινωνία με τον Παύλο τον οποίο έπαιρνε τηλέφωνο για «να σταματήσουν να μάχονται οι φίλοι του πελλάρες». Κάποιο Σάββατο του Μαΐου 2006, μετέβηκε στα Περβόλια μετά από τηλεφώνημα του Λευτέρη να πάνε σε καφέ. Μαζί με το Λευτέρη μετέβηκαν σε καφέ στην περιοχή Φοινικούδων, στη Λάρνακα όπου έμειναν μέχρι τις 11.30μμ. Ακολούθως, μετέφερε το Λευτέρη στα Περβόλια αφήνοντας τον σε ένα μικρό πάρκο εντός του χωριού πίσω από καφενέ όπου «συχνάζουν». Φεύγοντας είδε ότι πίσω της, ήταν το αυτοκίνητο του Αντρέα (2ου κατηγορούμενου) στο οποίο επέβαιναν ο Αντρέας και ο Λεόντιος (3ος κατηγορούμενος). Της έκαναν φλας (flash) με τα φώτα του αυτοκινήτου για να σταματήσει αλλά αυτή συνέχισε την πορεία της. Ήθελε να φύγει. Ενώ προχωρούσε, εμφανίστηκε μπροστά της ο Παύλος ο οποίος στρίβοντας το αυτοκίνητο του προς το δικό της αυτοκίνητο, της έκοψε το δρόμο. Τότε η ίδια ακινητοποίησε το αυτοκίνητο της. Στο αυτοκίνητο του Παύλου επέβαιναν ο Φάνος και ο Βαλεντίνος (πρώην κατηγορούμενοι 4 και 5). Ακολούθως, ο Παύλος και ο Αντρέας κατέβηκαν από τα οχήματα τους. Τότε ο Παύλος της είπε «Ρα άνοιξε μου το παράθυρο». Η ίδια κλείδωσε τις πόρτες του αυτοκινήτου της, λέγοντας του να την αφήσει να φύγει. Το ίδιο του έλεγαν και οι φίλοι του αλλά αυτός αρνιόταν. Τελικά, φοβούμενη ότι ο Παύλος θα έσπαζε το τζάμι, άνοιξε το παράθυρο γιατί ο Παύλος, σχηματίζοντας με το χέρι του γροθιά, την απείλησε ότι αν δεν το άνοιγε «θα τα έσπαζε». Αφού άνοιξε το παράθυρο ο Παύλος της είπε «Θα το κάμεις μαζί μου τζιαι με τον Αντρέα τον Ντούγιου» (2ον κατηγορούμενο) εννοώντας να κάνει σεξ. Η ίδια αρνήθηκε. Τότε επενέβηκε ο Αντρέας λέγοντας στον Παύλο να την αφήσει να φύγει αλλά ο Παύλος του είπε «Όϊ για να φύει που τα Περβόλια εν να το κάμει μαζί σου τζιαι με μένα». Ακολούθως ο Παύλος είπε στον Λεόντιο να καθίσει στο αυτοκίνητο της μήπως φύγει, λέγοντας του επίσης «Ρε φίλε αν κάμει τίποτε πατσάκαρσ' την». Η ίδια φοβήθηκε. Δεν μπορούσε να διαφύγει όμως αφού της είχαν κόψει το δρόμο. Εξήγησε αντεξεταζόμενη από τον κ.Ταμπούρλα (συνήγορο του 4ου κατηγορούμενου) ότι η συζήτηση στο μέρος που της έκοψαν το δρόμο διήρκησε αρκετή ώρα, μπορεί και μία ώρα. Αρνήθηκε υποβολή ότι μετά που άφησε το Λευτέρη κατέβηκε στο καφενείο όπου βρέθηκε και μιλούσε με τους υπόλοιπους. Επιβεβαίωσε αντεξεταζόμενη από τον κ. Μαθηκολώνη (συνήγορο του 5ου κατηγορούμενου) ότι ήταν ο Παύλος που της ζήτησε να κάνει έρωτα με τον ίδιο και τον Αντρέα και πως ο τελευταίος δεν της το ζήτησε ο ίδιος. Στη συνέχεια, αφού ο Λεόντιος κάθισε στο αυτοκίνητο της στη θέση του συνοδηγού, ακολούθησε το αυτοκίνητο του Παύλου στο οποίο επέβαιναν και οι Φάνος και Βαλεντίνος. Την ακολουθούσε ο Αντρέας με το αυτοκίνητο του. Ενώ αυτή οδηγούσε ο Λεόντιος της είπε, «Εν σου είπα ρα να με πιάνεις τηλέφωνο για να μεν έσιεις φασαρίες με τον Παύλο;» Ήθελε να φύγει. Προσπάθησε να κάνει κίνηση για να φύγει αλλά δεν τα κατάφερε γιατί ο Λεόντιος «έκαμε» της το τιμόνι και της είπε ότι αν έκαμνε κίνηση να φύγει θα έπαιρνε τηλέφωνο τον Παύλο. Η ίδια φοβόταν τον Παύλο. Την οδήγησαν στον Πύργο, ένα αξιοθέατο σε μικρή απόσταση από το χωριό. Στο μέρος εκείνο, στο οποίο είναι όλο δέντρα και δεν υπάρχουν σπίτια, οδηγεί χωματόδρομος. Εκείνη τη νύχτα υπήρχε ομίχλη. Μέσα στον Πύργο κάτι έφεγγε. Όταν έφτασαν στο μέρος ο Παύλος σταμάτησε το αυτοκίνητο του. Λίγο πιο μακριά από τον Παύλο σταμάτησε και η ίδια το δικό της αυτοκίνητο και δίπλα της ο Αντρέας το δικό του. Στη συνέχεια ο Παύλος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και έκατσε στη θέση του οδηγού στο αυτοκίνητο της αφού πρώτα κατέβηκε η ίδια και ο Λεόντιος. Ακολούθως η ίδια κάθισε, καθ' υπόδειξη του Παύλου, στη θέση του συνοδηγού. Ο Παύλος πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και το κινητό της τηλέφωνο και τα έδωσε στον Λεόντιο. Από την περιοχή πέρασε περιπολικό της Αστυνομίας. Η ίδια αντέδρασε αλλά ο Παύλος της είπε να μη φωνάξει, να κλείσει το στόμα της. Φοβούμενη τον Παύλο και όντας σοκαρισμένη δεν φώναξε, ούτε σκέφτηκε να φύγει γιατί είχε ομίχλη. Στη συνέχεια της υπέδειξε ο Παύλος να κάτσει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου λέγοντας της «Για να φύεις που τα Περβόλια να το κάμεις μαζί μου τζιαι με τον Αντρέα». Έκανε ότι της ζήτησε ο Παύλος γιατί, όπως είπε χαρακτηριστικά, έκλαιγε, ήταν «φοβιτιασμένη». Στη συνέχεια ο Παύλος «έκαμε» το κάθισμα του συνοδηγού μπροστά για να βλέπουν οι υπόλοιποι οι οποίοι στέκονταν έξω από το αυτοκίνητο «γύρω» της. Τα τζάμια του αυτοκινήτου ήταν κλειστά αλλά η πόρτα του συνοδηγού ήταν ανοιχτή. Αφού η ίδια πήγε στο πίσω κάθισμα, ο Παύλος της είπε να βγάλει το παντελόνι της. Αρνήθηκε. Τότε της το έβγαλε ο Παύλος με το ζόρι πετώντας το στη συνέχεια μαζί με το εσώρουχο της έξω από το αυτοκίνητο. Ακολούθως έβγαλε το δικό του παντελόνι και εσώρουχο και της είπε «παίξε μου τη λλίο». Εισάκουσε. Στη συνέχεια της ζήτησε να του κάνει «πίπα», αλλά δεν του έκανε. Ακολούθως, επειδή η ίδια έκλαιγε εκείνο το βράδυ, ούρλιαζε συνέχεια, ο Παύλος έβαλε το πέος μέσα στον κόλπο της και ήρθε σε συνουσία μαζί της με βίαιο τρόπο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η παραπονούμενη «έκαμνε το πολλά δυνατά». Η ίδια φοβόταν, ήταν τρομαγμένη, συγχυσμένη, πονούσε και έλεγε στον Παύλο να σταματήσει κάμνοντας και σχετική κίνηση με τα χέρια της πάνω του. Αυτός όμως την αγνόησε λέγοντας της να σιωπήσει. Όταν τέλειωσε, ο Παύλος εκσπερμάτωσε πάνω στην κοιλιά της. Ερωτηθείσα κατά την κυρίως εξέταση της αν ήθελε να έρθει σε σεξουαλική επαφή με τον Παύλο εκείνο το βράδυ απάντησε αρνητικά γιατί, όπως εξήγησε, είχε σχέσεις με το Λευτέρη. Αφού ο Παύλος εκσπερμάτωσε, η ίδια σηκώθηκε. Ο Παύλος όμως της είπε «εν να το κάμεις με τον Ντούγιου, δεν είναι ότι θέλεις δαμέ. Εν να το κάμεις με τον Ντούγιου τζιαι εν να φύεις». Η ίδια δεν ήθελε, ήθελε να φύγει αλλά ο Παύλος επέμενε να έρθει ο Αντρέας. Ο Παύλος βγήκε από το αυτοκίνητο και φώναξε τον Αντρέα. Αφού μπήκε στο αυτοκίνητο, ο Αντρέας της είπε να του κάνει το ίδιο που έκανε και στον Παύλο. Ακολούθως κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο του. Ήθελε να «του την παίξει», πράγμα που δεν έκανε. Ήθελε να του κάνει πίπα αλλά η ίδια δεν δέχτηκε. Τότε ο Αντρέας έβαλε το πέος του μέσα στον κόλπο της αλλά οι άλλοι που ήταν έξω εφώναζαν «ρε έν μπαίνει, ρε έν μπαίνει». Η ίδια φώναζε και ούρλιαζε. Εκείνη τη νύχτα ήταν φοβισμένη και συγχυσμένη. Δεν ήξερε τι να κάνει. Τελικά ο Αντρέας έβγαλε το πέος του από τον κόλπο της χωρίς να τελειώσει και βγήκε από το αυτοκίνητο. Δεν ήθελε εκείνο το βράδυ να έρθει ο Αντρέας σε σεξουαλική επαφή μαζί της. Ακολούθως μπήκε στο αυτοκίνητο ο Λεόντιος. Ήθελε και εκείνος τα ίδια όπως ο Παύλος και ο Αντρέας αλλά δεν του έκανε. Στη συνέχεια ο Λεόντιος έβαλε το πέος του μέσα στον κόλπο της και ήρθε σε συνουσία μαζί της πολύ βίαια με αποτέλεσμα να πονεί. Έκλαιγε και ούρλιαζε. Τότε ο Παύλος, ο οποίος ήταν εκτός του αυτοκινήτου έβαλε το χέρι του με το οποίο κρατούσε κινητό τηλέφωνο εντός του αυτοκινήτου για να «πιάσει», όπως είπε η μάρτυρας χαρακτηριστικά, το πρόσωπο της μέχρι το σημείο που το πέος του Λεόντιου ήταν μέσα στον κόλπο της. Φώναζε στον Παύλο «Παύλο σταμάτα, Παύλο σταμάτα», γιατί φοβόταν που ο Παύλος βιντεογραφούσε την σεξουαλική της επαφή με το Λεόντιο ενώ έβλεπαν οι υπόλοιποι, και για να φύγει ο Λεόντιος γιατί πονούσε. Ο Παύλος όμως της είπε να σιωπήσει και θα το έσβηνε. Ακολούθως ο Λεόντιος έβγαλε το πέος του, «έπαιξε την μόνος του», εκσπερμάτωσε πάνω στη φανέλα της και βγήκε από το αυτοκίνητο. Η ίδια ήταν τόσο σοκαρισμένη, που δεν μπορούσε να σηκωθεί, να φύγει για τη Λευκωσία. Δεν είχε έρθει ποτέ σε σεξουαλική επαφή με τον Λεόντιο πριν από το επεισόδιο. Ερωτηθείσα κατά την κυρίως εξέταση της αν ήθελε να έρθει σε σεξουαλική επαφή με τον Λεόντιο εκείνο το βράδυ απάντησε αρνητικά. Ανέφερε χαρακτηριστικά αντεξεταζόμενη «Με κανένα δεν ήθελα να το κάμω». Στη συνέχεια, όταν τέλειωσε το βίντεο, έφυγαν χωρίς να τη βοηθήσουν, να τη ρωτήσουν πώς ήταν ή να της δώσουν τα ρούχα της τα οποία ήταν στο έδαφος πίσω από το καπό του αυτοκινήτου της. Πριν φύγουν της έβαλαν τα κλειδιά του αυτοκινήτου και το κινητό της τηλέφωνο πάνω στο κάθισμα. Ακολούθως ντύθηκε και αναχώρησε για το σπίτι της στη Λευκωσία. Για το επεισόδιο δεν ανάφερε οτιδήποτε σε κανέναν εκείνη την ημέρα. Ούτε το κατάγγειλε στην Αστυνομία τις επόμενες μέρες. Μετά το περιστατικό ζήτησε από τον Λευτέρη όπως η ίδια μην επισκεφθεί τα Περβόλια για ένα μήνα. Ο Λευτέρης δέχτηκε. Για ένα μήνα δεν επισκεπτόταν τα Περβόλια. Ακολούθως άρχισαν να συναντιούνται κρυφά. Τον Αύγουστο είδε πάλι «τους πέντε» οι οποίοι «Εκάμναν χάζι», τίποτε άλλο. Ήθελαν να το ξανακάνουν μαζί της αλλά αυτή έφυγε για να μην τους δίνει σημασία. Εξήγησε ότι είχε δει τότε τον Παύλο, τον Λεόντιο και το Φάνο σε μια μπυραρία. Τον Αντρέα τον είδε στον καφενέ αλλά αυτός δεν πείραζε. Τον Βαλεντίνο τον είδε, όταν ήταν με το Λευτέρη, σε ένα «παρκούι». Αντεξεταζόμενη από τον κ. Χαραλάμπους αρνήθηκε ότι συναντήθηκε με τον Παύλο δύο φορές μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό σε συγκεκριμένο σπίτι στο Παραλίμνι. Δεν θυμόταν ωστόσο κατά πόσο είχε πάει με τον Παύλο σε συγκεκριμένη δισκοθήκη στο Παραλίμνι λέγοντας «Δεν θυμούμαι γιατί περάσασιν, πόσα να θυμούμαι». Αντεξεταζόμενη από τον κ. Ταμπούρλα (συνήγορο του 4ου κατηγορούμενου), δέχτηκε ότι μετά το επεισόδιο είχε επισκεφθεί μπυραρία και καφενέ στα Περβόλια και αρκετές φορές «παρκούι». Η ίδια είδε το βίντεο για πρώτη φορά τον Αύγουστο όταν της το έδειξε κάποιος φίλος του Παύλου το οποίο δεν θυμόταν. Δεν μίλησε σε κανένα όμως για το επεισόδιο. Ήθελε να τους καταγγείλει αλλά δεν είχε το θάρρος γιατί φοβόταν. Ερωτηθείσα κατά την κυρίως εξέταση της τι την έκανε να πάει στην Αστυνομία ανέφερε ότι η Κωνσταντίνα και η Αγγέλα έδειξαν το βίντεο στη μητέρα της και η τελευταία αναστατώθηκε. Ανέφερε χαρακτηριστικά «..έκλαιε, ήθελε να έρτει ο αδερφός της μάμμας μου, επειδή ο θείος μου είναι αστυνομικός, ήθελε να πάει απευθείας στην Αστυνομία τζιαι επήαμε.». Σημειώνουμε εδώ ότι η παραπονούμενη απέρριψε την υποβολή του συνηγόρου του 3ου κατηγορούμενου ότι «η ιστορία με το βιασμό» τη δημιούργησε από τη φαντασία της ώστε να δικαιολογήσει στη μητέρα της την όλη συμπεριφορά της που φαινόταν στο βίντεο. Όταν πληροφορήθηκε για την ως άνω επίσκεψη της Αγγέλας και Κωνσταντίνας, η παραπονούμενη πήρε τηλέφωνο τον Παύλο να τον ρωτήσει γιατί η Χρυσάνθη και η Αγγέλα επισκέφθηκαν το σπίτι της για να δείξουν το βίντεο στη μητέρα της. Ο Παύλος της ανέφερε ότι πήρε τηλέφωνο τη Χρυσάνθη η οποία του είπε πως δεν γνώριζε και ότι επρόκειτο για άλλες κοπέλες. Ακολούθως, το Σεπτέμβρη
(2006)ο Παύλος την επισκέφθηκε στην εργασία της μαζί με τους Αντρέα, Λεόντιο και Φάνο ζητώντας της, σε περίπτωση που θα πήγαινε στην Αστυνομία, να πει ότι ήταν με τη θέληση της και ότι ήρθε σε συνουσία με τον ίδιο και τον Αντρέα. Της ζήτησε επίσης όταν θα τέλειωνε την εργασία της να τον πάρει τηλέφωνο για να συναντηθούν και με την Χρυσάνθη πίσω από την υπεραγορά Μετρό και να εξηγηθούν. Όταν τέλειωσε την εργασία της συναντήθηκε με τη Χρυσάνθη και τους Παύλο, Αντρέα, Λεόντιο και Φάνο πίσω από την εν λόγω υπεραγορά. Η Χρυσάνθη δήλωσε πλήρη άγνοια για αυτά που έγιναν και για την επίσκεψη της Αγγέλας και της Κωνσταντίνας στο σπίτι της. Στη συνέχεια ήρθαν στο μέρος ο πατέρας και ο θείος της και οι υπόλοιποι αποχώρησαν. Αργότερα, μέσα του Σεπτέμβρη τους πήρε τηλέφωνο ο πατέρας της για να μιλήσουν για το επεισόδιο. Ακολούθως επισκέφθηκαν το σπίτι της ο Παύλος, ο Λεόντιος και ο Φάνος οι οποίοι εξήγησαν στον πατέρα της τι έγινε. Αντεξεταζόμενη για το ζήτημα τούτο εξήγησε πως ο πατέρας της ρώτησε, μεταξύ άλλων, ποιος έβγαλε το βίντεο. Ο Παύλος του απάντησε ότι το είχε βγάλει ο ίδιος αλλά δεν ήταν «μέσα» ο ίδιος και δεν έκανε τίποτε. Δέχτηκε ότι στην εν λόγω συνάντηση ο Παύλος ανέφερε στον πατέρα της ότι η ίδια είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή «μαζί τους» με τη θέληση της, πως ο πατέρας της ρώτησε τον Παύλο κατά πόσο θα την παντρευόταν και ότι αυτός απάντησε αρνητικά εξηγώντας στον πατέρα της ότι η ίδια «πήγε με ούλλους». Απάντησε και η ίδια ότι δεν ήθελε να παντρευτεί τον Παύλο. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης μεταξύ του Παύλου και του πατέρα της ύβρισε ο ένας τον άλλο. Ο Παύλος ζήτησε από τον πατέρα της να της απαγορεύσει να μεταβεί ξανά στα Περβόλια. Ο πατέρας της είπε στον Παύλο σε περίπτωση που η ίδια επισκεπτόταν ξανά τα Περβόλια να τον πάρει τηλέφωνο. Πράγματι τηλεφώνησε ο Παύλος στον πατέρα της όταν η ίδια μετέφερε τον Πίπη στα Περβόλια μετά που της το ζήτησε. Τότε ο πατέρας της μετέβηκε στα Περβόλια μαζί με τον παππού της και την πήραν πίσω στη Λευκωσία. Τελικά, το Σεπτέμβρη 2006 πήγε για πρώτη φορά στην Αστυνομία μαζί με τον πατέρα και τον παππού της και έδωσε κατάθεση. Εξήγησε αντεξεταζόμενη σχετικά με το ζήτημα αυτό ότι κατά την πρώτη της επίσκεψη κατάγγειλε την υπόθεση, ότι δηλαδή την είχαν βιάσει ο Παύλος, ο Αντρέας και ο Λεόντιος αλλά δεν έδωσεΣτην κατάθεση γιατί τόσο η ίδια όσο και οι γονείς της ήθελαν να το σκεφτούν. Ήθελε να ξεχαστεί η υπόθεση. Όταν έδωσε κατάθεσητης τότε ζήτησε να μην οδηγηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο γιατί δεν ήθελε να διασυρθεί το όνομα της. Μετά που ο πατέρας και ο παππούς της «είδε το», προφανώς εννοώντας το βίντεο, και είπαν ότι το ζήτημα ήταν πολύ σοβαρό και τα άτομα που της είχαν κάνει κακό έπρεπε να τιμωρηθούν, επισκέφθηκε την Αστυνομία εκ νέου και είπε να πάει η υπόθεση στο Δικαστήριο. Όταν κατά την κυρίως εξέταση της προβλήθηκε το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου (το βίντεο) Τεκμηρίου 1, η παραπονούμενη αναγνώρισε σε αυτό τον εαυτό της και το επεισόδιο που προβαλλόταν ως το επεισόδιο του Μαΐου 2006 στο σημείο που αυτή φώναζε όταν την βιντεογραφούσεβιντεογραφούσε ο Παύλος. Δεν είναι η πρόθεση μας να περιγράψουμε στα πλαίσια της απόφασης κάθε τι που απεικονίζεται ή να προβούμε σε πλήρη περιγραφή των όσων ακούγονται. Θα αρκεστούμε σε μια γενική περιγραφή των όσων παρουσιάζει το τεκμήριο. Σε αυτό απεικονίζεται μια νεαρή κοπέλα, γυμνή από τη μέση και κάτω, ξαπλωμένη ανάσκελα μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Ανάμεσα στα πόδια της βρίσκεται ένας άνδρας ο οποίος είναι επίσης γυμνός από τη μέση και κάτω και προσπαθεί να εισχωρήσει το πέος στον κόλπο της κοπέλας. Ακούγεται η φωνή ενός άντρα ο οποίος λέγει «Ρε πελλέ εννά μεν ημπεί» και η φωνή της κοπέλας να λέγει «Άησμε με να φύω» και στη συνέχεια «γιατί το κάμνεις τούτο». Ακολούθως η κοπέλα φωνάζει «Εύρετε μου τον Παύλο» ενώ ακούγεται η φωνή ενός άντρα να λέγει «Ρά εγιώ είμαι». Ακολούθως η κοπέλλα λέγει «Άτε ρε Άντρο ήντα που κάμνεις ρε εσύ τζιαμαί» και ένας άντρας λέγει «Εν φωτογραφία που φκάλλω». Στη συνέχεια ακούγεται η φράση «Ας μου το εμένα ρε πελλέ ενά λεπτό» ενώ κάποιος παρευρισκόμενος ακούγεται να λέει «Ρε πελλέ έν δέχεται ρε πελλέ έτσι», οπότε κάποιος λέει «Κάτσε τζιαμαί, εννά το σβήσω κόρη.Άτε Φανούριε μου». Και πάλι ακούγεται η φράση «Ρε πελλέ εν ημπαίννει», ενώ κάποιος προτρέπει το πρόσωπο που έρχεται σε επαφή με την κοπέλα να φορέσει προφυλακτικό. Στη συνέχεια ακούγονται διάφορες προτροπές προς την κοπέλλα να ανοίξει τα πόδια της με τις φράσεις «Άννοιξε τα πόθκια σου», «Άννοιξε τα πόθκια σου κόρη» και «Άννοιξε τα πόθκια σου ρα» Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου φαίνεται το πέος του άνδρα να εισχωρεί στον κόλπο της κοπέλας και ακούγεται η κοπέλα να κλαίει, να ουρλιάζει και να διαμαρτύρεται ότι πονεί. Αρκετές φορές η κοπέλα ακούγεται να φωνάζει το όνομα Παύλο και σε κάποιο σημείο ένας άνδρας να λέγει «Πάλαι φωνάζει μου εμένα!» Η κοπέλα φωνάζει επίσης «Φάνο. Ενημπορώ ρεεε. Γιατί ρεεε.Ένημπορώ.Φάνο» Στη συνέχεια ακούγεται ένας άνδρας να λέει ότι «.εννα μεν ημπεί» οπότε ακούγεται ανδρική φωνή να λέει «Περίμενε ρε πελλέ, περίμενε..να το αναλύσουμε» και το βίντεο στη συνέχεια επικεντρώνεται στα γεννητικά όργανα της κοπέλας. Κάποιος από τους παρευρισκόμενους προτρέπει να γίνει προσπάθεια πρωκτικής επαφής και κάποιος επισημαίνει την άποψη του ότι τέτοιο εγχείρημα δεν έχει προοπτικές επιτυχίας. Ακούγεται μια φωνή να απευθύνεται στην κοπέλα με τα λόγια «Μεν ησφίγγεις ρα» και η φράση να επαναλαμβάνεται (πιθανώς από άλλο πρόσωπο). Ακούγεται ανδρική φωνή να προτρέπει «Ρε άνοιξε τα πόθκια της», ενώ η κοπέλα εξακολουθεί να φωνάζει. Η κοπέλα φωνάζει ξανά το όνομα «Παύλο» και ακούγεται ξανά ένας άνδρας να σχολιάζει «Πάλαι φωνάζει μου εμένα» Ακούγεται επίσης ανδρική φωνή να λέγει «Ρε πελλέ εννα μεν με αφήκει». Ο Υπαστυνόμος Χρίστος Ανδρέου Μ.Κ.6 ήταν το πρόσωπο που συνέλαβε στις 24.9.2006, στην οικία του στα Περβόλια, τον Παύλο Δημητρίου δυνάμει δικαστικού διατάγματος σύλληψης (τεκμήριο 11). Την ίδια μέρα δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας (τεκμήριο 12) προέβη σε έρευνα της οικίας του εν λόγω προσώπου, στα πλαίσια της οποίας παρέλαβε το κινητό του τηλέφωνο. Έρευνα του αυτοκινήτου και της μοτοσυκλέτας του κατηγορούμενου δεν είχε οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Την ίδια μέρα οδήγησε με άλλους συναδέλφους του τον κατηγορούμενο στα γραφεία του Τ.Α.Ε. όπου και του έλαβε ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 13). Στα πλαίσια της κατάθεσής του ο Παύλος Δημητρίου αναφέρθηκε στον τρόπο που γνωρίστηκε με την παραπονούμενη με την οποία συνήψε σχέση, στα πλαίσια της οποίας η τελευταία κάθε Τετάρτη και Σάββατο ερχόταν με το αυτοκίνητό της από την Λευκωσία όπου διέμενε στα Περβόλια για να συναντηθούν. Τις περισσότερες φορές που την συναντούσε έκαναν έρωτα στο αυτοκίνητο της σε ερημικές τοποθεσίες στη περιοχή Περβολιών. Η σχέση τους κράτησε περίπου δύο μήνες πριν ο ίδιος την διακόψει. Στα πολλά μηνύματα της ΜΓ να τα ξαναφτιάξουν ο ίδιος ήταν αρνητικός επειδή κατάλαβε ότι «ο νους της ήταν λλίος». Η ΜΓ συνέχισε να έρχεται στα Περβόλια γνωρίζοντας και άλλους από τα Περβόλια ενώ συνήψε σχέσεις με ένα από αυτούς, τον φίλο του Λευτέρη. Ένα βράδυ ενημερώθηκε τηλεφωνικά από κάποιο φίλο του, (πιθανόν τον κατηγορούμενο 2) ότι η ΜΓ ήταν σε καφενείο στα Περβόλια ότι η ΜΓ του ζήτησε όπως ο ίδιος, ο φίλος του και η ΜΓ κάνουν σεξ. Μετέβη στο συγκεκριμένο καφενείο όπου όταν άκουσαν το όλο ζήτημα οι φίλοι του Βαλεντίνος, Φάνος και Λεόντιος (κατηγορούμενοι 5, 4 και 3 αντίστοιχα) ήθελαν να πάνε μαζί τους για να βλέπουν. Ο ίδιος με το αυτοκίνητό του και συνεπιβάτη τον φίλο του 5ο κατηγορούμενο, ακολουθούσε το όχημα που οδηγούσε ο 2ος κατηγορούμενος στο οποίο επέβαιναν ο 3ος και 4ος κατηγορούμενοι ενώ τελευταία ακολουθούσε μόνη με το αυτοκίνητό της η ΜΓ. Έφτασαν στην ερημική περιοχή του Πύργου στα Περβόλια. Όπως είχαν συμφωνήσει η ΜΓ με την θέληση της έκανε πρώτα σεξ μαζί του και μετά με τον κατηγορούμενο
- Οι φίλοι τους, κατά τον χρόνο που οι δύο έκαναν σεξ ήταν μέσα στα αυτοκίνητα 5-6 μέτρα πιο κάτω. Όταν η ΜΓ φορούσε τα ρούχα της πλησίασε το μέρος ο Βαλεντίνος ζητώντας της να κάνει και μαζί του σεξ. Παρά το γεγονός ότι η ΜΓ ανάφερε ότι ήθελε να πάει σπίτι της όταν της είπε ότι ολοκληρώνει γρήγορα δέχτηκε να κάνει και με αυτόν σεξ. Στο μεταξύ ο ίδιος και ο κατηγορούμενος 2 φορούσαν τα ρούχα τους στα αυτοκίνητά τους. Αμέσως μετά ο 5ος κατηγορούμενος δηλώνοντας ότι δεν μπορούσε να ολοκληρώσει κάλεσε τον 4ον κατηγορούμενο να πάει για να κάνει σεξ με την παραπονούμενη η οποία του είπε να το κάνει γρήγορα για να φύγει. Την ώρα που ο 4ος κατηγορούμενος έκανε σεξ με την παραπονούμενη, ο 2ος κατηγορούμενος με το τηλέφωνο του 3ου κατηγορούμενου «τραβούσε» βίντεο. Η παραπονούμενη δεν δεχόταν να βιντεογραφεί ο 2ος κατηγορούμενος και είπε να φωνάξουν στον ίδιο. Ο ίδιος είπε στον 2ον κατηγορούμενο να του δώσει το τηλέφωνο και συνέχισε να βιντεογραφεί με το τηλέφωνο του 3ου κατηγορούμενου. Η παραπονούμενη υποστήριξε συνέχιζε να φωνάζει, όχι όμως γιατί δεν ήθελε αλλά γιατί πονούσε αφού το αντρικό μόριο του 4ου κατηγορούμενου είναι μεγάλο. Αφού αναφέρθηκε σε διαλόγους που έγιναν κατά την διάρκεια που ο 4ος κατηγορούμενος έκανε σεξ με την παραπονούμενη και στη δυσκολία που ο τελευταίος αντιμετώπιζε να εισχωρήσει το πέος του στον κόλπο της, υποστήριξε ότι ο ίδιος σταμάτησε να βιντεογραφεί την σκηνή με το τηλέφωνο του 3ου κατηγορούμενου. Στη συνέχεια και ο 3ος κατηγορούμενος ήθελε να κάνει σεξ με την παραπονούμενη γι' αυτό τον λόγο πήγε να την συναντήσει στο αυτοκίνητό της. Ό ίδιος την ώρα που ο 3ος κατηγορούμενος έκανε σεξ με την παραπονούμενη πλησίασε το αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα και άρχισε εκ νέου να βιντεογραφεί τα συμβάντα με το τηλέφωνο του 3ου κατηγορούμενου το οποίο ήταν το μόνο που είχε camera. Άκουσε την παραπονούμενη να φωνάζει και πάλι το όνομα του δεν αντιλήφθηκε όμως γιατί, ενώ ο 3ος κατηγορούμενος την ρώτησε γιατί φωνάζει του Παύλου αφού ήταν ο ίδιος που έκανε σεξ μαζί της. Όταν ο 3ος κατηγορούμενος ολοκλήρωσε η ΜΓ ντύθηκε, τους καληνύχτισε και έφυγε με το αυτοκίνητό της. Επέμενε ότι ήταν με την θέλησή της που ήλθε σε συνουσία μαζί τους δηλώνοντας ότι δεν ήξερε γιατί φώναζε. Ταυτόχρονα δήλωσε ότι στο βίντεο (τεκμήριο1) δεν ακούγεται η παραπονούμενη να λέει «αφήστε με να φύγω», ούτε έκλαιγε. Αναγνώρισε ότι η παραπονούμενη δεν ήθελε να την βιντεογραφήσουν δηλώνοντας ότι την βιντεογράφησαν «Πάνω στο άππομα». Ο Αστυφύλακας 1783, Σωτήρης Ζαχαρίου, (Μ.Κ.7) υιοθετώντας την κατάθεση του (έγγραφο Ε) δήλωσε ότι στις 24.9.2006 και ώρα 18:30 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (τεκμήριο 14) συνέλαβε τον κατηγορούμενο 3 στο σπίτι του στα Περβόλια. Ο 3ος κατηγορούμενος όταν του επέστησε την προσοχή στο νόμο του απάντησε «Εν ο Παύλος που ετράβαν το βίντεο. Εγώ εν την εγάμησα». Την ίδια μέρα, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας προέβη μαζί με τους συναδέλφους του Αβρααμίδη και Σιημητρά του Τ.Α.Ε. Λάρνακας σε έρευνα της οικίας του συλληφθέντα 3ου κατηγορούμενου, στα πλαίσια της οποίας εντοπίστηκε και παραλήφθηκε ένα κινητό τηλέφωνο που ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι είναι δικό του. Ο ίδιος δεν γνώριζε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες της υπόθεσης αφού η μόνη πληροφόρηση που είχε ήταν από τον εξεταστή της υπόθεσης, ότι δηλαδή εξετάζεται υπόθεση απαγωγής και βιασμού για την οποία είχαν εκδοθεί σχετικά εντάλματα σύλληψης και έρευνας εναντίον των κατηγορουμένων στη διαδικασία. Μετά την έρευνα ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. στη Λάρνακα σε γραφείο που δεν θα ερχόταν επαφή με τους άλλους συλληφθέντες, στο οποίο ήταν ο συνάδελφος του Ψευδιώτης. Ο Αστυφύλακας 412, Κωνσταντίνος Καραγιώργης (Μ.Κ.9) συνέλαβε στις 24.9.2006 δυνάμει δικαστικού εντάλματος (τεκμήριο 17) τον κατηγορούμενο 2, Αντρέα Αντρέου στην οικία του στα Περβόλια. Ο κατηγορούμενος, όπως ανάφερε ο μάρτυρας στην κατάθεσή του (έγγραφο Ζ) όταν του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε «Άτε ρε που βιασμός» ενώ παρέδωσε το κινητό του τηλέφωνο. Σε έρευνα που ακολούθησε στην οικία του δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας (τεκμήριο18) παρελήφθη από το υπνοδωμάτιο του ακόμα ένα τηλέφωνο που ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι ήταν δικό του ενώ με γραπτή συγκατάθεση του ερευνήθηκε το αυτοκίνητό του όπου και εντοπίστηκαν και παρελήφθησαν ακόμα δύο τηλέφωνα. Το ένα, ανάφερε στον μάρτυρα και τους λοχίες του Γραφείου Συλλογής Πληροφοριών που τον συνόδευαν ανήκε στην αδελφή του ενώ το άλλο ήταν «του Παυλή». Όταν εξήγησε στον κατηγορούμενο 2 τα δικαιώματά του ο τελευταίος δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε δικηγόρο σε εκείνο το στάδιο ούτε να ενημερώσει κανένα. Αργότερα την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε και σχετικό έντυπο για τα δικαιώματα του (τεκμήριο 20). Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι εξαρχής εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του κατά τον χρόνο που τον συνέλαβε ρωτώντας τον μάλιστα αν ήθελε να μιλήσει με δικηγόρο ή να ειδοποιήσει τους γονείς του πλην όμως ο κατηγορούμενος ήταν αρνητικός. Κατά την μεταφορά του κατηγορούμενου στο σταθμό ούτε ο ίδιος ούτε άλλος συνάδελφος του θυμόταν να μιλούσε με τον κατηγορούμενο για την υπόθεση. Το σχετικό έντυπο (τεκμήριο 20) υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο αργότερα όταν μετεφέρθη στον αστυνομικό σταθμό. Η ώρα ήταν περίπου 20:00 και ο μάρτυρας δεν ξαναείδε τον κατηγορούμενο για να γνωρίζει αν σε μεταγενέστερο στάδιο ζήτησε να μιλήσει με δικηγόρο ή τον πατέρα του. Δέκατος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή κλήθηκε ο Λοχ. 3645 Μενέλαος Αντωνίου ο οποίος κατέθεσε σχετικά με ενέργειες που έκανε, οι οποίες σχετίζονται με τον πρώην κατηγορούμενο
- Ο Αστυφύλακας 521 Μανώλης Μανώλη, (Μ.Κ.11) υιοθέτησε την κατάθεσή του (έγγραφο Θ). Σύμφωνα με αυτή στις 24.9.2006 έλαβε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. στη Λάρνακα θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 5 και ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, αφού προηγουμένως τους επέστησε την προσοχή στο νόμο. Για λόγους που εξήγησε η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής δεν επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί από την πλευρά της στο Δικαστήριο η κατάθεση του κατηγορούμενου
- Αντίθετα, ο Μ.Κ.11 παρουσίασε και σημειώθηκε ως τεκμήριο 24 την κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο
- Σύμφωνα με αυτή ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε τους υπόλοιπους κατηγορούμενους αφού είναι χωριανοί του όπως και την παραπονούμενη αφού η τελευταία για ένα διάστημα είχε σχέσεις με τον Παύλο ενώ συχνά πήγαινε στο χωριό του τα Περβόλια όπου «έβρισκε κοπελλούθκια για να την γαμούν». Τέσσερις περίπου μήνες πριν την κατάθεσή του τον ενημέρωσε τηλεφωνικά ο Παύλος ότι η ΜΓ ήταν σε καφενείο του χωριού τους ζητώντας του να συναντηθούν εκεί. Πήγε στο συγκεκριμένο καφενείο με το αυτοκίνητο του παίρνοντας μαζί του και τον Λεόντιο. Συνάντησε την ΜΓ να κάθεται στο αυτοκίνητό της η οποία όπως τον ενημέρωσε πήγε στα Περβόλια για περίπατο. Όταν της είπε ποιος ήταν ο λόγος που ο ίδιος βρέθηκε στο μέρος, η ΜΓ του ανέφερε ότι ήθελε να φύγει αφού της τηλεφώνησε η μητέρα της. Προσφέρθηκε να την βγάλει ο ίδιος έξω από το χωριό για να μην την βρει ο Παύλος αφού όπως γνώριζε του είχε υποσχεθεί ότι δεν θα ξαναερχόταν στα Περβόλια. Φεύγοντας μπροστά πήγαινε η ΜΓ με το αυτοκίνητό της και ο ίδιος την ακολουθούσε με το δικό του αυτοκίνητο έχοντας σαν συνοδηγό τον Λεόντιο. Ξαφνικά η ΜΓ οδήγησε το αυτοκίνητό της σε αδιέξοδο, σταμάτησε και άρχισε να κλαίει λέγοντας του όταν την πλησίασε ότι φοβόταν πως θα την έβρισκε ο Παύλος. Την καθησύχασε λέγοντας της ότι ο ίδιος θα την βγάλει από το χωριό και μπήκε οδηγός στο αυτοκίνητό της με την ίδια συνοδηγό ενώ ο Λεόντιος οδηγούσε προπορευόμενος το αυτοκίνητό του (κατηγορούμενου 2). Εισερχόμενοι στον πίσω δρόμο που οδηγεί από τα Περβόλια στο Κίτι είδε από απέναντι το όχημα του Παύλου ο οποίος όταν τους είδε τους ακολούθησε και αφού του έκανε νόημα με τα φώτα του οχήματος του να σταματήσει, λίγο έξω από το Κίτι σταμάτησε δίπλα από το όχημα της ΜΓ που οδηγούσε ο ίδιος. Στο αυτοκίνητο του, από το οποίο κατέβηκε μόνο ο ίδιος, ήταν ο Φάνος και ο Βαλεντίνος (κατηγορούμενοι 4 και 5 αντίστοιχα). Στην ερώτηση του προς τον ίδιο που πάνε, ο μάρτυρας του απάντησε ότι βγάζει την ΜΓ έξω που το χωριό για να φύγει. Τότε ο Παύλος του είπε ότι «εν θα φύει, εν να έρτει να πάμε». Η ΜΓ δεν είπε τίποτα ούτε αντέδρασε. Ο Παύλος είπε στο Λεόντιο να μπει στο αυτοκίνητο της ΜΓ και ο τελευταίος έκατσε συνοδηγός σε αυτό ενώ ο ίδιος επέστρεψε στο αυτοκίνητό του με τον Βαλεντίνο ενώ ο Παύλος έμεινε με τον Φάνο. Ξεκίνησαν μπροστά η ΜΓ, πίσω ο Παύλος και τρίτος ο ίδιος. Σε κάποιο στάδιο η ΜΓ αποπειράθηκε να στρίψει σε ένα δρόμο και ο Παύλος πήγε στο πλευρό της και της είπε να τον ακολουθήσει. Η ΜΓ μπήκε στη μέση και κατέληξαν στην περιοχή του Πύργου της Ρήγαινας. Στο συγκεκριμένο σημείο ο Παύλος τους είπε να πάνε λίγο πίσω γιατί ήθελε να έλθει σε συνουσία με την ΜΓ. Ο ίδιος δεν άκουσε την ΜΓ να λέει στον Παύλο για να «την γαμήσει». Ούτε την είδε να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο της παρά μόνο να μετακινείται στη θέση του συνοδηγού. Στο αυτοκίνητο της μπήκε ο Παύλος και ο ίδιος έχοντας πει στον Παύλο ότι ήθελε να «την γαμήσει» και ο ίδιος. Είδε τον Παύλο που έβαλε προφυλακτικό και ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη χωρίς η ίδια να φέρει αντίρρηση ούτε και αντίσταση. Την ίδια στιγμή ο ίδιος κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο του και η παραπονούμενη άρχισε να του κάνει στοματικό έρωτα χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Όταν ο Παύλος τέλειωσε είπε στον ίδιο να πάει αυτός με την παραπονούμενη πράγμα που έπραξε αφού προηγουμένως έβαλε προφυλακτικό. Κατά τον χρόνο που ο ίδιος έκανε σεξ με την παραπονούμενη η τελευταία έκανε στοματικό έρωτα του Παύλου. Στο μεταξύ οι άλλοι τρεις ήταν έξω από το αυτοκίνητο και έβλεπαν. Όταν τελείωσαν και οι δύο, βγήκαν έξω από το αυτοκίνητο και ο ίδιος πέταξε το προφυλακτικό στο έδαφος. Μετά τον ίδιο και τον Παύλο «σειρά έπιασε ο Βαλεντίνος» ενώ οι άλλοι έβλεπαν απ' έξω. Ο ίδιος απομακρύνθηκε για να μιλήσει τηλεφωνικά με την φίλη του και όταν επέστρεψε αντιλήφθηκε ότι στο αυτοκίνητο βρισκόταν ο Φάνος και έκανε σεξ με την παραπονούμενη. Τότε ο ίδιος χρησιμοποιώντας το τηλέφωνο του Φάνου βιντεογράφησε τη σκηνή για μισό περίπου λεπτό, αφού στη συνέχεια του πήρε το τηλέφωνο ο Παύλος ο οποίος συνέχισε να βιντεογραφεί. Ο ίδιος επέστρεψε στο αυτοκίνητό του περιμένοντας τους υπόλοιπους. Όταν τέλειωσαν έφυγαν από τον χώρο ενώ η ΜΓ την οποία δεν άκουσε να διαμαρτύρεται έμεινε μόνη της. Κατέληξε πως ότι έγινε, έγινε με την θέλησή της παραπονούμενης και χωρίς πίεση ενώ σχολιάζοντας το περιεχόμενο του βίντεο όταν σε μεταγενέστερο χρόνο του το έδειξε ο Παύλος, απέδωσε το ότι η παραπονούμενη διακρίνεται να κλαίει στο γεγονός ότι πονούσε αφού «εν είσιεν άλλα υγρά τζιαι εστέγνωσε ο κόλπος της». Ο υπαστυνόμος Μιχάλης Πάρπας (Μ.Κ.12) καταθέτοντας στο δικαστήριο εξήγησε ότι ο ίδιος πέραν των ενεργειών του που καταγράφονται στην κατάθεσή του ( έγγραφο Κ ) δεν αναμίχθηκε στη διερεύνηση της υπό συζήτηση υπόθεσης. Σύμφωνα με την ως άνω κατάθεσή του την οποία υιοθέτησε, στις 18/10/2006 παρέλαβε από το εργαστήριο φωτογραφίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε. στο Αρχηγείο Αστυνομίας σφραγισμένο χακί φάκελο στον οποίο αναγραφόταν ότι περιείχε ψηφιακό δίσκο (CD-R) μάρκας «VERBATIM» με διακριτικά l.l.1, βιβλιάριο φωτογραφιών που εκτυπώθηκαν από το πιο πάνω ψηφιακό δίσκο και έκθεση του Αστ. 2476 σχετική με την υπό συζήτηση υπόθεση. Όλα τα πιο πάνω παρέδωσε την επόμενη μέρα στο Λοχ. 1508, Δ. Γεωργίου στο Τ.Α.Ε. Λάρνακας. Ο ίδιος δεν γνώριζε το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου, είδε όμως τις φωτογραφίες. Αναγνώρισε το τεκμήριο 1 ως τον φάκελο με τον ψηφιακό δίσκο που παρέλαβε ως επίσης το τεκμήριο 5 ως το βιβλιάριο φωτογραφιών που περιγράφει στην κατάθεση του. Ο Λευτέρης Ελευθερίου κλήθηκε να καταθέσει για την κατηγορούσα αρχή ως ΜΚ
- Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 26.9.2006 σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρει ότι 5 - 6 μήνες προηγουμένως, ο φίλος του, Παύλος, είχε δεσμό με την παραπονούμενη, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ο ίδιος το είδος και τη διάρκεια της σχέσης τους. Ο Παύλος όμως έλεγε ότι την βαρέθηκε και ήθελε να διακόψουν τη σχέση τους. Ζήτησε από τον Παύλο το τηλέφωνο της παραπονούμενης με σκοπό να δημιουργήσει ο ίδιος σχέση μαζί της. Την πήρε τηλέφωνο ζητώντας της να δημιουργήσουν σχέση μεταξύ τους και αυτή αποδέχτηκε. Μιλούσαν καθημερινά στο τηλέφωνο, και συναντιόντουσαν κάθε Πέμπτη και Σάββατο που η παραπονούμενη ερχόταν στα Περβόλια. Ένα μήνα μετά που άρχισε η σχέση τους άρχισαν να έχουν σεξουαλικές σχέσεις. Μια μέρα τον Μάιο του 2006, μέρα Σάββατο, όπως πίστευε ο μάρτυρας, μετέβηκε στα Περβόλια η παραπονούμενη όπου συναντήθηκαν σε ένα «παρκούϊ» δίπλα από το σπίτι του και ακολούθως μετέβηκαν με το αυτοκίνητο της για καφέ στην παραλία των Φοινικούδων στη Λάρνακα. Μετά, γύρω στα μεσάνυχτα με 1πμ, επέστρεψαν στο ίδιο πάρκο. Ο ίδιος πήγε στο σπίτι του και η παραπονούμενη ξεκίνησε για τη Λευκωσία. Την επόμενη μέρα τον πήρε τηλέφωνο η παραπονούμενη αναφέροντας του ότι μετά που έφυγε την «βουρούσαν» με το αυτοκίνητο «που πίσω τζιαι εκόψαν της τον δρόμο» πέντε άτομα, ο Παύλος, ο Αντρέας, ο Λεόντιος, ο Φάνος και ο Βαλεντίνος. Αυτοί την πήραν στον Πύργο της Ρήγαινας όπου την βίασαν οι Παύλος, Αντρέας και Λεόντιος. Οι άλλοι δύο τραβούσαν βίντεο με το τηλέφωνο τους. Αφού μίλησε πρώτα με τον Παύλο για να διακριβώσει «αν ήθελε εκείνη ή αν ήθελαν αυτοί», και αυτός του ανέφερε ότι «αυτοί ήθελαν να έρθει μαζί τους», διέκοψε αμέσως τη σχέση του με την παραπονούμενη λέγοντας της επίσης να μην ξαναπάει στα Περβόλια, για να μην επαναληφθεί αυτό το πράγμα. Η παραπονούμενη τον έπαιρνε τηλέφωνο αλλά αυτός δεν το απαντούσε και το έκλεινε. Τελικά άλλαξε και αριθμό τηλεφώνου. Βλέποντας το βίντεο, το οποίο του έδειξε κάποιος φίλος, κατάλαβε ότι επρόκειτο για βιασμό γιατί η παραπονούμενη φώναζε και έκλαιγε. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ιωάννου έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες της στιχομυθίας του με την παραπονούμενη την επομένη του επεισοδίου. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η παραπονούμενη του εξήγησε πως φεύγοντας για το σπίτι της έχασε το δρόμο, πήγε από άλλο δρόμο, προς τον Πύργο της Ρήγαινας, και της έκοψαν το δρόμο τα πιο πάνω πρόσωπα, και έγινε ότι έγινε στον τόπο εκείνο, δηλαδή την βίασαν. Ο ίδιος όμως δεν την πίστεψε. Η παραπονούμενη δεν είπε τίποτε για το επεισόδιο σε κανένα. Μόλις του ανέφερε τα ως άνω η παραπονούμενη της ζήτησε να μην τον ξαναπάρει τηλέφωνο, επειδή κατάλαβε ότι επρόκειτο για κοπέλα που της άρεσε «να πηαίνει με τον ένα τζιαι τον άλλο». Μίλησε με τον Παύλο για το θέμα. Ο τελευταίος του ανέφερε ότι η παραπονούμενη ήθελε να πάει μαζί τους. Τότε αντιλήφθηκε ότι δεν άξιζε αυτή η κοπέλα για τον ίδιο. Δεν έτυχε να ξαναμιλήσει με την παραπονούμενη για το θέμα τούτο. Ερωτηθείς για την αντίδραση της παραπονούμενης όταν της ανέφερε ότι ο Παύλος είπε ότι δεν τη βίασε, ότι ήταν με τη θέληση της που είχαν σεξουαλική επαφή, απάντησε ότι η παραπονούμενη φυσικά του είπε ότι δεν ήθελε η ίδια, ήταν «εκείνοι που επέμεναν», για να καλύψει τον εαυτό της και να συνεχίσει μαζί του. Αναφερόμενος στην εκτίμηση στο τέλος της κατάθεσης του στην Αστυνομία ότι επρόκειτο για βιασμό, ανέφερε ότι ο ίδιος ανέφερε κάτι στον αστυνομικό και ο αστυνομικός κατέγραψε αυτά που διατυπώνονται στην κατάθεση του. Ανέφερε, (αντεξεταζόμενος από τον κ. Μαθηκολώνη), ότι είναι φίλος όλων των κατηγορούμενων. Μετά που χώρισε με την παραπονούμενη έμαθε ότι αυτή «πήγαινε και με άλλους». Αυτό όμως δεν συνέβαινε όταν η παραπονούμενη ήταν μαζί του. Σε ερώτηση αν όταν ξεκίνησε η σχέση του με την παραπονούμενη γνώριζε ότι αυτή «πήγαινε με άλλους ομαδικά» απάντησε καταφατικά. Ωστόσο δεν της ζήτησε να σταματήσει γιατί γνώριζε πως δεν θα σταματούσε. Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους συναντιόντουσαν σε ένα «παρκούι» δίπλα από το σπίτι του, πήγαιναν «ένα γυρό» στη Λάρνακα και ακολούθως σε χωράφια, και παρόμοιους χώρους όπου δεν τους έβλεπε κανένας, και έκαναν έρωτα. Μετά από το επεισόδιο δεν ξανάκανε έρωτα με την παραπονούμενη. Αυτή όμως επισκεπτόταν τα Περβόλια σχεδόν κάθε βράδυ για να τον βρει με σκοπό να του αναφέρει ότι δεν ήταν σωστό αυτό που έγινε και να ξαναγυρίσει κοντά της. Τη βρήκε μόνο μία φορά ο ίδιος στο «παρκούι» για να της ζητήσει να μην τον ψάχνει στο χωριό γιατί είναι χωριό και «ακούονται εύκολα» διάφορα πράγματα. Εκείνο το βράδυ την ρώτησε για το επεισόδιο, αν ήθελε να πάει ή όχι, αν την πίεσαν, και αυτή απάντησε ότι ήθελε να πάει αλλά σκεφτόταν παραπάνω το βίντεο που θα κυκλοφορούσε. Την κατάθεση του την έδωσε μετά από αυτό το περιστατικό. Ωστόσο δεν το ανάφερε στην κατάθεση του γιατί ήταν μικρός, φοβόταν, δεν ήξερε για τέτοια πράγματα αφού δεν είχε δώσει κατάθεση προηγουμένως για να γνωρίζει. Εξήγησε περαιτέρω, απαντώντας σχετικές ερωτήσεις ότι την κατάθεση του την κατέγραψε αστυνομικός ο οποίος του υπέβαλλε ερωτήσεις τις οποίες απαντούσε. Ο αστυνομικός δεν τον ρώτησε αν ήταν με τη θέληση της που πήγε η παραπονούμενη παρά μόνο πώς αντιλαμβανόταν το βίντεο που είδε. Ανέφερε επίσης ότι στον αστυνομικό είχε αναφέρει ότι «αυτή» εννοώντας την παραπονούμενη «ήθελε να πάει μαζί τους», όπως ανέφερε και στο Δικαστήριο. Δεν γνώριζε αν ο αστυνομικός δεν κατάλαβε και έγραψε «αυτοί» για τους κατηγορούμενους. Ερωτηθείς κατά την επανεξέταση κατά πόσο συμφωνούσε ότι η αναφορά στην κατάθεση του στην αστυνομία «Ο Παύλος μου είπε ότι αυτοί ήθελαν να έρτει μαζί τους» αναφερόταν στο «αυτοί» με όμικρον ιώτα (όχι ήττα) , ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι η παραπονούμενη ήθελε να πάει μαζί με τους κατηγορούμενους, αυτό είχε αναφέρει στον αστυνομικό. Η ως άνω αναφορά του είχε ως αποτέλεσμα να κηρυχθεί εχθρικός μάρτυρας κατόπιν σχετικού αιτήματος της κατηγορούσας αρχής. Στη συνέχεια η επανεξέταση του μάρτυρα συνέχισε υπό μορφή αντεξέτασης. Στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του αναφέρθηκε, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, στη σχέση του με τους κατηγορούμενους και τις προηγούμενες αναφορές του ότι η παραπονούμενη πήγαινε μαζί με άλλους. Επέμενε δε στη θέση του ότι ο Παύλος του ανάφερε ότι η παραπονούμενη ήθελε «να πάει μαζί τους» αλλά η άποψη του για το βίντεο ήταν αυτή που ανάφερε στην κατάθεση του, λέγοντας σχετικά «Για μια ματιά που το είδα έτσι κατάλαβα». Ο Αστ.1916 Γιώργος Χαραλάμπους (Μ.Κ.14), καταθέτοντας στο Δικαστήριο υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση (έγγραφο Μ) σύμφωνα με την οποία δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (τεκμήριο 25) συνέλαβε στις 24.9.2006 τον Θεοφάνη Ασπρομάλλη (κατηγορούμενο 4 ) στα Περβόλια, ενώ την ίδια μέρα προέβηκε σε έρευνα στην οικία του δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας (τεκμήριο 26). Έλαβε επίσης από το εν λόγω πρόσωπο αργότερα την ίδια μέρα θεληματική όπως την χαρακτήρισε κατάθεση η οποία όμως δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αφού ως εξήγησε η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αυτή λήφθηκε καθ' όν χρόνο ο κατηγορούμενος ήταν 16 χρονών και 4 μηνών χωρίς την παρουσία δικηγόρου ως ο νόμος 163(Ι)/05 απαιτεί. Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, το Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε τους κατηγορούμενους 4 και 5 από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν ενώ αντίθετα, κρίνοντας ότι σε βάρος των κατηγορούμενων 1, 2, και 3 αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν κάλεσε τους τελευταίους να προβάλουν την υπεράσπισή τους εξηγώντας τους παράλληλα τα δικαιώματα τους στο συγκεκριμένο στάδιο τής διαδικασίας. Και οι τρεις κατηγορούμενοι επέλεξαν το δικαίωμα της σιωπής. Κάλεσαν μοναδικό μάρτυρα υπεράσπισης τον Θεοφάνη Ασπρομάλλη, πρώην κατηγορούμενο 4 στην παρούσα υπόθεση. Καταθέτοντας ο Θεοφάνης Ασπρομάλλης υπέδειξε ότι οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 είναι συγχωριανοί και φίλοι του αφού μεγάλωσαν μαζί. Στο πλαίσιο της εξέτασης του από του Δικηγόρους των κατηγορουμένων υιοθέτησε κατάθεση του προς την Αστυνομία ημερομηνίας 24.9.2006, στην οποία προέβη σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση. Τόσο στην εν λόγω κατάθεσή του όσο και ενώπιον του δικαστηρίου αναφέρθηκε στον τρόπο που ο ίδιος γνώρισε την ΜΓ, δυόμισι περίπου χρόνια προηγουμένως, όταν ο Παύλος (κατηγορούμενος 1) προσκάλεσε τον ίδιο όσο και άλλους νεαρούς συγχωριανούς του να την συναντήσουν για να κάνουν, αν τα καταφέρουν, έρωτα μαζί της. Δεν κατάφεραν τότε να πείσουν την ΜΓ να κάνει και μαζί τους έρωτα όμως έκτοτε έκαναν παρέα αφού η ΜΓ ερχόταν συχνά από την Λευκωσία με το αυτοκίνητό της όπου συναντούσε μέλη της παρέας του σε πάρκο στα Περβόλια. Ορισμένες από αυτές τις φορές μερικοί φίλοι του έκαναν έρωτα με την ΜΓ. Σύμφωνα πάντα με την κατάθεσή του (έγγραφο Ν), τον Μάιο του 2006 ενώ βρισκόταν με φίλους του σε καφενείο του χωριού του ήλθε στο χώρο η ΜΓ αναζητώντας τον Λευτέρη με τον οποίο όπως ο ίδιος γνώριζε διατηρούσε δεσμό. Ο Λευτέρης ο οποίος ήταν παρών δεν πήγε μαζί της, Ο Αντρέας (κατηγορούμενος 2) κάθισε στη θέση του οδηγού στο αυτοκίνητό της και η ΜΓ κάθισε στη θέση του συνοδηγού ενώ σε λίγο έφυγαν από το μέρος . Σε λίγη ώρα ο Αντρέας τηλεφώνησε στον Παύλο καλώντας τον να πάει να τους βρει στο πάρκο με σκοπό να κάνουν έρωτα οι δύο τους με την ΜΓ. Όταν ο Παύλος τους πληροφόρησε για τούτο, μαζί του πήγαν στο πάρκο ο ίδιος, ο Λεόντιος (κατηγορούμενος 3) και ο Βαλεντίνος (κατηγορούμενος 5). Αφού ο Παύλος πήγε και αυτός στο αυτοκίνητο της ΜΓ όπου ήταν ή ίδια και ο Αντρέας, επέστρεψε εκεί που ήταν ο μάρτυρας και οι κατηγορούμενοι 3 και 5 αναφέροντας τους ότι «θα κανονίσει να γαμήσουμε ούλλοι». Όταν στη συνέχεια ο Παύλος και ο Ανδρέας έκαναν έρωτα με την ΜΓ οι τρεις τους πλησίασαν για να βλέπουν και ο ίδιος διαπίστωσε ότι η ΜΓ ερχόταν σε σεξουαλική επαφή με την θέληση της. Όταν ο Παύλος τελείωσε ο μάρτυρας τον ρώτησε τι θα γίνει και ο Παύλος του είπε να πάει πρώτα αυτός για να κάνει έρωτα με την ΜΓ. Αρχικά η ΜΓ αρνήθηκε στον ίδιο να κάνει έρωτα μαζί της και όταν στη συνέχεια ο ίδιος προσπάθησε να έλθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της η ΜΓ έκλαιε γιατί πονούσε ενόψει του μεγάλου μεγέθους του αντρικού του μορίου, λέγοντας ταυτόχρονα στον ίδιο «άνου πάνω». Παρά τις προσπάθειές του ήταν αδύνατο να εισχωρήσει και έτσι εγκατέλειψε την προσπάθεια. Στο μεταξύ ενώ ο ίδιος βρισκόταν με την ΜΓ στο αυτοκίνητο της τελευταίας, ο Παύλος «έβγαζε» video με το τηλέφωνό του. Η ΜΓ φώναζε στον Παύλο «ρε ήντα που κάμνεις εσού τζιαμέ» ενώ τον ίδιο δεν τον «έκοφτε γιατί έκαναν φάση». Το βίντεο (τεκμήριο 1) δείχνει τον ίδιο που έρχεται σε επαφή με την ΜΓ ενώ το βραχιόλι (τεκμήριο 3) είναι δικό του και το φορούσε το συγκεκριμένο βράδυ. Μετά τον ίδιο έκαναν έρωτα με την ΜΓ πρώτα ο Βαλεντίνος και στη συνέχεια ο Λεόντιος. Την στιγμή που μαζί με την ΜΓ βρισκόταν ο Λεόντιος, ο Παύλος και πάλι «τραβούσε» video ενώ η ΜΓ φώναζε εκ νέου στον Παύλο προκαλώντας την αντίδραση του Λεόντιου. Στην συνέχεια αποχώρησαν από το μέρος με το αυτοκίνητο του Παύλου ενώ η ΜΓ, η οποία έψαχνε το εσώρουχο της έφυγε μόνη της. Μετά το πιο πάνω περιστατικό και αφού πέρασε χρονικό διάστημα μερικών μηνών, η ΜΓ πήρε τηλέφωνο τον Παύλο και του ζήτησε να μιλήσουν, πράγμα που έγινε όταν η ίδια τους επισκέφθηκε στα Περβόλια, όπου και ζήτησε από τον Παύλο να της τα κανονίσει με τον Λευτέρη. Ο Παύλος της είπε εντάξει νοουμένου ότι θα συναινούσε να κάνει έρωτα μαζί του και με τον μάρτυρα, πράγμα το οποίο και έγινε. Ο ίδιος σε μεταγενέστερο στάδιο έκανε ακόμα μια φορά έρωτα με την ΜΓ στο αυτοκίνητό της. Ο πατέρας της ΜΓ είδε τα video που έβγαλε ο Παύλος και όταν ο ίδιος, ο Λεόντιος και ο Παύλος πήγαν σπίτι του στη Λευκωσία του ανέφεραν ότι η ΜΓ πήγαινε στα Περβόλια. Ο πατέρας της τους είπε να σβήσουν τα video και αν η κόρη του ξαναπάει στα Περβόλια να τον ειδοποιήσουν, πράγμα που έπραξε ο Παύλος όταν η ΜΓ σε μεταγενέστερο στάδιο ξαναπήγε, με αποτέλεσμα να έλθει ο πατέρας της και να την πάρει. Κατά το στάδιο που κατέθετε στο Δικαστήριο υπέδειξε πως ο πατέρας της ΜΓ κατά την επίσκεψή τους στο σπίτι του, είπε στον Παύλο πως «για να μην πάρω το συμβάν στην Αστυνομία κάποιος από εσάς πρέπει να την παντρευτεί», πράγμα το οποίο αρνήθηκε ο τελευταίος. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι κατά τον χρόνο που ο ίδιος γνώρισε την ΜΓ, δεν γνώριζε αν αυτή είχε δεσμό με τον Παύλο. Αποφάσισε να μαρτυρήσει στην υπόθεση μετά που ο ίδιος αθωώθηκε γιατί η ΜΓ δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ο ίδιος έπρεπε να βοηθήσει τους φίλους του. Όταν η ΜΓ πήγαινε στα Περβόλια αρχικά αναζητούσε τον Παύλο και έκανε γνωριμίες με διάφορους με τους οποίους έκανε έρωτα, πράγμα που έκανε και στη συνέχεια ενώ είχε συνάψει δεσμό με τον φίλο του τον Λευτέρη (Μ.Κ.13). Απέδωσε το γεγονός ότι δεν ανέφερε στην κατάθεσή του τα σχετικά με τις πολλές ερωτικές σχέσεις της ΜΓ στο χωριό του, στο ότι η Αστυνομία τον έπιασε ξαφνικά από το σπίτι του ενώ όντας μικρός ήταν τρομαγμένος χωρίς να ξέρει τι να πει. Αναφερόμενος στο περιστατικό που αφορούν οι κατηγορίες υποστήριξε ότι αυτό έλαβε χώρα σε πάρκο κοντά στο καφενείο όπου βρίσκονταν αρκετοί νεαροί και πείραζαν την ΜΓ. Ουδέποτε οδηγήθηκε η ΜΓ στον Πύργο, ούτε την απήγαγαν, ούτε ο Λεόντιος έπιασε τα κλειδιά και το κινητό τηλέφωνο της ΜΓ. Ουδέποτε ο Παύλος απέκοψε με το αυτοκίνητό του τον δρόμο στο όχημα της ΜΓ. Ούτε έδωσε οδηγίες στον Λεόντιο να καθίσει συνοδηγός στο όχημα της και αν κάνει οτιδήποτε να την «πατσαρκάσει». Όλες οι ερωτικές συνευρέσεις έγιναν με την θέληση της ΜΓ η οποία στο video δεν ακούγεται να φωνάζει «αφήστε με να φύω». Εξήγησε ταυτόχρονα πως όταν την παρακολουθούσαν το συγκεκριμένο βράδυ να κάνει έρωτα με τον Παύλο και τον Αντρέα, η ίδια αντιλήφθηκε την παρουσία τους δεν είπε όμως οτιδήποτε. Πρόκειται για άτομο συμπλήρωσε που «δεν τα έχει τετρακόσια. Ήταν λλίο λιψιμιά του νου», αποδίδοντας τις αναφορές της στη φαντασία της. Ο Παύλος, συμπλήρωσε, δεν ήθελε η ΜΓ να έρχεται στο χωριό τους γιατί ενδιαφερόταν να μην χαλάσουν τα «κοπελλούθκια» του χωριού. Τις επόμενες φορές που έκανε έρωτα μαζί με την ΜΓ η τελευταία δεν έκλαιε εξαιτίας του μεγάλου μεγέθους του αντρικού του μορίου αφού η ερωτική συνεύρεση τους διήρκησε πολύ λίγη ώρα. Την νύκτα του επεισοδίου έκλαιε μόνο όταν ο ίδιος ερχόταν σε συνουσία μαζί της ενώ δεν κατάλαβε αν ήθελε ή δεν ήθελε να την «τραβήσουν» video. Όλοι βρίσκονταν γύρω από το αυτοκίνητο όταν εξελίσσονταν τα γεγονότα και έκαναν «χάζι». Όταν τέλειωσαν υποστήριξε, έφυγε η ΜΓ και μετά έφυγαν και οι ίδιοι. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι τον Σεπτέμβριο του 2006 συναντήθηκαν με την ΜΓ στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς ΜΕΤΡΟ στη Λευκωσία, όχι όμως για να την παρακαλέσουν να μην προβεί σε καταγγελία αλλά για να μιλήσουν, όπως τους είπε η ΜΓ που τους ζήτησε να συναντηθούν. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις τους, εντοπίζοντας τα, κατά την άποψη τους, αδύνατα σημεία της άλλης πλευράς. Έχουμε θέσει τις αγορεύσεις τους ενώπιον μας και θα σταθούμε σ' αυτές όπου κρίνουμε αναγκαίο. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Συμπεράσματα Θα εξετάσουμε το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας πάντοτε κατά νου και τις θέσεις της υπεράσπισης. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα και πάνω σε αυτή τη βάση θα την προσεγγίσουμε (βλ. C & A Pelekanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 A.A.Δ. 1273, 1280 - 1281). Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σε ότι αφορά τις αντιφάσεις, πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου (πιο πάνω)). Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και εξονυχίσαμε το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μας. Έχοντας πλήρη συναίσθηση της σπουδαιότητας που έχει η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο για την κρίση της αξιοπιστίας του, παρακολουθήσαμε όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μας με ιδιαίτερη περίσκεψη, έχοντας καταγράψει σε κάθε περίπτωση νοητικά, την εντύπωση μας από την εικόνα τους καθ΄ oν χρόνο έδιδαν μαρτυρία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα. Να σημειωθεί κατ' αρχάς ότι η μαρτυρία των αστυνομικών μαρτύρων ΜΚ1 Ανωτ. Υπαστ. Ιάκωβου Ιωάννου, ΜΚ2 Αστ. 1506 Δημήτρη Γεωργίου, ΜΚ3 Αστ.2476 Σπύρου Νικολάου, ΜΚ4 Αστ. 1776 Κυριάκου Χριστοδούλου, ΜΚ6 Υπαστ. Χρίστου Ανδρέου, ΜΚ7 Αστ.1783 Σωτήρη Ζαχαρίου, ΜΚ9 Αστ. 412 Κωνσταντίνου Καραγιώργη, ΜΚ10 Λοχ.3645 Μενέλαου Αντωνίου, ΜΚ11 Αστ,521 Μανώλη Μανώλη, ΜΚ12 Υπαστ. Μιχάλη Πάρπα και ΜΚ14 Αστ.1916 Γ. Χαραλάμπους, η οποία προήλθε από την εμπλοκή τους στη διερεύνηση της υπόθεσης, χαρακτηρίζεται ως ειλικρινής και θετική μαρτυρία και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία του Αστ. 2442 Ψευδιώτη (ΜΚ8) δεχόμαστε ότι έλαβε κατάθεση από τον 3ον κατηγορούμενο πλην όμως η θέση του ότι τούτη ήταν θεληματική δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που φαίνονται σε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για το ζήτημα. Στρεφόμαστε τώρα στη μαρτυρία της παραπονούμενης. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής έχει εισηγηθεί ότι η ΜΓ είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, γεγονός είπε που προκύπτει από την αμεσότητα των απαντήσεων της και τη θετικότητα και φυσικότητα της μαρτυρίας της, σημειώνοντας παράλληλα πως δεν είναι η πιο έξυπνη, μορφωμένη και συγκροτημένη μάρτυρας που είχε να αντιμετωπίσει το Δικαστήριο αλλά ήταν ειλικρινής και ξεκάθαρη για τα γεγονότα που μαρτυρούσε. Οι συνήγοροι υπεράσπισης κάλεσαν το Δικαστήριο να θεωρήσει την ΜΓ αναξιόπιστη μάρτυρα, αναφερόμενοι σε ορισμένα θέματα που παραθέτουμε στη συνέχεια. - Ότι η παραπονούμενη δεν κατάγγειλε τον ισχυριζόμενο βιασμό αμέσως μετά τη διάπραξη του. Ο κ. Ιωάννου επισήμανε, ότι ενώ ο ισχυριζόμενος βιασμός διαπράχθηκε το Μάιο 2006 η παραπονούμενη κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία το Σεπτέμβρη 2006. Παράπεμψε στην υπόθεση Κώστας Παπαδήμας ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 6/2007, ημερ. 24.5.2007 στην οποία επαναλαμβάνεται το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 1: «Ο Νόμος εκφραστής της αναμενόμενης ανθρώπινης συμπεριφοράς αναμένει την άμεση αντίδραση και καταγγελία από το θύμα της παράνομης πράξης, ιδιαίτερα της σεξουαλικής». Βεβαίως δεν υπάρχει απόλυτος κανόνας όσο αφορά το χρόνο καταγγελίας, η κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά. Η ΜΓ πρόβαλε πειστικούς λόγους για την καθυστέρηση στην καταγγελία της υπόθεσης, αναφερόμενη, μεταξύ άλλων, στα αισθήματα ντροπής που αισθανόταν απέναντι στους γονείς της, στο γεγονός ότι η ίδια ήθελε να προχωρήσει με τη ζωή της και σε απειλές τις οποίες δεχόταν από τους κατηγορούμενους σε περίπτωση που πρόβαινε σε καταγγελία. Σημειώνουμε δε ότι η καταγγελία έγινε μετά που οι γονείς της είδαν το βίντεο και την ενθάρρυναν να προβεί σε καταγγελία. Σε κάθε περίπτωση η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, σε αντίθεση με τις πιο πάνω υποθέσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρη και δεν προσφέρεται για την οικοδόμηση οποιουδήποτε επιχειρήματος ότι η καθυστέρηση από μόνη της θα πρέπει να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η παραπονούμενη δεν είπε την αλήθεια. - Ότι η παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να αναφέρει συγκεκριμένα ποίοι την είχαν βιάσει. Ο κ. Χαραλάμπους υπέδειξε ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αστ. 1776 Κ. Χριστοδούλου, ο οποίος πήρε το «παράπονο» της παραπονούμενης στις 21.9.2006, η τελευταία δεν ήταν σε θέση να του αναφέρει τα ονόματα των βιαστών της ενώ καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου στις 6.11.2007 η παραπονούμενη θυμήθηκε «συνταρακτικές», όπως τις αποκάλεσε ο συνήγορος, λεπτομέρειες. Παρατηρούμε ότι στις 21.9.07 η παραπονούμενη, σύμφωνα με τη μαρτυρία, δεν προέβηκε σε παράπονο αλλά σε απλή αναφορά προς την Αστυνομία για τα συμβάντα. Την αναφορά της παραπονούμενης ακολούθησαν δύο καταθέσεις της στις 23.9.2007 και 25.9.2007 αντίστοιχα. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, με την κατάθεση της ημερομηνίας 23.9.2007 η ΜΓ υπέβαλε το παράπονο της. Σε αυτή την κατάθεση, σύμφωνα με τον ανακριτή της υπόθεσης Αστ. 1506 Δ. Γεωργίου, η παραπονούμενη κατονομάζει τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 ως τους βιαστές της. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι η παραπονούμενη στην ένορκη της μαρτυρία ερωτηθείσα αν είχε αναφέρει τα ονόματα των βιαστών της στον Αστ.1776, απάντησε καταφατικά. Σημειώνουμε δε το μικρό χρονικό διάστημα μεταξύ της πρώτης αναφοράς της παραπονούμενης στην Αστυνομία και του γραπτού της παραπόνου καθώς και το χρονικό διάστημα που έχει στο μεταξύ διαρρεύσει μέχρι την ένορκη κατάθεση της στο Δικαστήριο, παράγοντες οι οποίοι δεν αποκλείουν τη σύγχυση της ως προς την ημερομηνία που ανέφερε τα ονόματα των βιαστών της στην Αστυνομία. Δεν παραγνωρίζουμε βεβαίως το γεγονός ότι η παραπονούμενη προβαίνοντας για πρώτη φορά στις 21.9.2006 σε αναφορά της υπόθεσης παρέλειψε να αναφερθεί σε ονόματα, πράγμα που έπραξε στις 23.9.2006. Η μη αποκάλυψη εξ αρχής των ονομάτων μπορεί να ενταχθεί στην εκφρασθείσα αρχικά βούληση της να μην προβεί σε καταγγελία. Δεν θεωρούμε ότι τα όσα η υπεράσπιση εισηγήθηκε σε σχέση με το ζήτημα αυτό επηρεάζουν την αξιοπιστία της. - Η συμπεριφορά της παραπονούμενης «πριν, κατά και μετά» τον ισχυριζόμενο βιασμό. Αποτέλεσε ζήτημα για το οποίο ο κ. Κίζης θέλησε να στρέψει την προσοχή του Δικαστηρίου καλώντας το να προβληματιστεί. Δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη συμπεριφορά ούτε προέβηκε σε συγκεκριμένες εισηγήσεις. Οι συνήγοροι υπεράσπισης αντεξετάζοντας την παραπονούμενη της υπέβαλαν ότι επισκεπτόταν την περιοχή των Περβολιών πριν και μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό, αλλά και την Αραδίππου ερχόμενη σε συνουσία με νεαρά άτομα. Έγινε μάλιστα αναφορά και σε συγκεκριμένα ονόματα. Η μόνη μαρτυρία για το ζήτημα η οποία προέρχεται από τον ΜΚ13 Λευτέρη Ελευθερίου και τον ΜΥ1 Θεοφάνη Ασπρομάλλη, η οποία ήταν εν πάση περιπτώσει γενική και αόριστη, για τους λόγους που αναφέρουμε πιο κάτω σε άλλο σημείο της απόφασης μας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πληθώρα δε άλλων υποβολών σε σχέση με τη γενικότερη συμπεριφορά της παραπονούμενης προ και μετά το επεισόδιο παρέμειναν μετέωρες και ατεκμηρίωτες χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό που να τις υποστηρίζει. Δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε στη γενικότερη συμπεριφορά της παραπονούμενης το οποίο θα ήταν ικανό από μόνο του να κλονίσει την αξιοπιστία της. Στο βαθμό δε που η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου αφορά στη συνάντηση της παραπονούμενης με τον Παύλο και άλλους στο Jumbo και Μετρό το Σεπτέμβρη του 2006, δηλαδή μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό, με δεδομένες τις εξηγήσεις που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου για το λόγο της συνάντησης, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, δεν θεωρούμε ότι τούτο μπορεί να επιδράσει αρνητικά στη γενικότερη αξιοπιστία της. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου να προβληματιστεί το Δικαστήριο σε σχέση με τη συμπεριφορά των γονέων της παραπονούμενης να «φιλοξενήσουν» τους κατηγορούμενους στην οικία τους, επιδέχεται νομίζουμε σύντομης απάντησης. Η συμπεριφορά άλλων δεν μπορεί να αποτελέσει μέτρο για την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Σε κάθε δε περίπτωση η επίσκεψη κατηγορουμένων στην οικία των γονέων της υπό τις περιστάσεις που έγινε δεν μπορεί να αποκτήσει οποιαδήποτε σημασία για την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Σημειώνουμε μάλιστα, ως προκύπτει σαν αδιαμφισβήτητο γεγονός από τη μαρτυρία, ότι δεν επρόκειτο για κοινωνική επίσκεψη μέσα σε φιλικό κλίμα, αλλά σε συνάντηση η οποία εξελίχθηκε σε έντονη λογομαχία με ανταλλαγή ύβρεων. Έχουμε εξονυχίσει τη μαρτυρία της παραπονούμενης απομονωμένα και σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αποκομίσαμε την εντύπωση ότι πρόκειται για κοπέλα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου η οποία δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευφυής. Διακρίναμε στον προφορικό της λόγο κάποια αδυναμία στην έκφραση αλλά και στην άμεση αντίληψη κάποιων ερωτήσεων που της υποβάλλονταν. Κατάθεσε όμως στο Δικαστήριο για τη δική της εκδοχή των γεγονότων απλοϊκά και με φυσικότητα. Η μαρτυρία της δόθηκε χωρίς αμφιταλαντεύσεις ή δισταγμούς. Κατά την αντεξέταση της απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν. Δεν δίσταζε ακόμη να απαντήσει σε ερωτήσεις για τη σεξουαλική της ζωή. Η αντεξέταση της ήταν μακρά καλύπτοντας δύο δικασίμους. Αντεξετάστηκε από πέντε δικηγόρους υπεράσπισης. Παρά το γεγονός ότι ο λόγος της σε κάποια σημεία δεν ήταν απόλυτα συγκροτημένος, ωστόσο στα ουσιαστικά της σημεία η μαρτυρία της παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη. Κάποιες αντιφάσεις εντοπίζονται στη μαρτυρία της. Κρίνουμε όμως ότι σε καμιά περίπτωση δεν είναι τέτοιες που να επηρεάζουν αρνητικά τη γενικά καλή εικόνα που έχουμε σχηματίσει για την αξιοπιστία της. Για παράδειγμα, αντεξεταζόμενη από τους κύριους Ιωάννου και Κίζη ανέφερε ότι όταν συνάντησε τον Παύλο (1ον κατηγορούμενο) για πρώτη φορά της άρεσε, ενώ αντεξεταζόμενη από τον κ. Ταμπούρλα (συνήγορο του 4ου κατηγορούμενου) είπε «Δεν μου φάνηκε καλά που έπιασε τη Χρυσάνθη από το γιακκά. Είπα τούτος ο άνθρωπος για μένα δεν μου αρέσκει, δεν ήταν καλός».Πρόκειται όμως Για το ζήτημα της διακοπής των σχέσεων της με τον Παύλο ενώ αρχικά πρόβαλε τη θέση ότι ο Παύλος πήρε την πρωτοβουλία, στη συνέχεια ανέφερε πως η ίδια διέλυσε τη σχέση. Σχετικά με τη σχέση της με το Λευτέρη μετά το επεισόδιο ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της ότι είπε στο Λευτέρη να μην επισκέπτεται η ίδια τα Περβόλια για διάστημα ενός μηνός ενώ αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο Λευτέρης της ζήτησε να μην πηγαίνει. Πρόκειται για επουσιώδη ζητήματα. Για τα ουσιαστικά ζητήματα της υπόθεσης, ο βασικός κορμός της μαρτυρίας της ήταν σταθερός και η ίδια κατηγορηματική και ακλόνητη... Θεωρούμε την παραπονούμενη αξιόπιστη μάρτυρα. Όπως αναφέραμε και προηγουμένως μετά τη διάγνωση της εχθρικής διάθεσης την οποία επέδειξε προς την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής που τον είχε κλητεύσει, ο Λευτέρης Ελευθερίου (ΜΚ.13), κηρύχθηκε εχθρικός. Ο τρόπος προσέγγισης τέτοιας μαρτυρίας εκτίθεται στη νομολογία και επεξηγήθηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 628. όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, μετά από ανασκόπηση της νομολογίας επί του θέματος (R. v. Golder
(1960)3 All E.R. 457, R. v. Pestano and others
(1981)Crim. L.R. 397, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Georghiou v. Police
(1984)2 C.L.R. 65), υπέδειξε ότι το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Η βαρύτητα η οποία θα αποδοθεί σε τέτοια μαρτυρία, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου και δεν υπάρχει κανόνας που υπαγορεύει ότι πρέπει να παραγνωρισθεί στην ολότητα της (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1984)2 CLR 65). Συνήθως το Δικαστήριο είναι πολύ επιφυλακτικό στο να της αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα, πλην όμως έχει τη δυνατότητα να το πράξει όταν αυτό φαίνεται να προσφέρεται σε κάποια περίπτωση, ιδιαίτερα εκεί που μέρη της μαρτυρίας υποστηρίζονται από άλλη μαρτυρία. Στην παρούσα περίπτωση, αφού προβληματιστήκαμε κατάλληλα, κρίνουμε ότι κάποια σημεία της μαρτυρίας του μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Συγκεκριμένα αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του Ελευθερίου ότι κατά το χρόνο του επεισοδίου είχε σχέση με την παραπονούμενη. Το βράδυ του επεισοδίου, πριν από το επεισόδιο είχε συναντηθεί μαζί της. Την επόμενη μέρα σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την παραπονούμενη αυτή του ανέφερε ότι της «έκοψαν το δρόμο» πέντε άτομα, δηλαδή οι κατηγορούμενοι και οι δύο πρώην κατηγορούμενοι, ότι την οδήγησαν χωρίς τη θέληση της στον «Πύργο» όπου οι κατηγορούμενοι την βίασαν. Ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του δεν αναίρεσε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του. Με βάση τη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία έχει κριθεί αξιόπιστη, ότι δηλαδή πραγματικά ανέφερε στο Λευτέρη για το επεισόδιο, δεχόμαστε τα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας του. (Για τη σχετική δυνατότητα του Δικαστηρίου να δεχθεί σημεία μαρτυρίας εχθρικού μάρτυρα βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης» του Τ. Ηλιάδη). Τα υπόλοιπα σημεία της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα κρίνονται αναξιόπιστα και δεν θα αποδοθεί καμία βαρύτητα σε αυτά. Στρεφόμενοι τώρα στη μαρτυρία του μοναδικού, «κοινού», όπως δηλώθηκε, μάρτυρα υπεράσπισης, Θεοφάνη Ασπρομάλλη, πρώην κατηγορούμενου 4, σημειώνουμε τα ακόλουθα. Ο μάρτυρας αυτός υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία σε σχέση με την υπόθεση (έγγραφο «Ν») ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου συνόδευσε δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου του 2ου κατηγορούμενου πως η εν λόγω κατάθεση «αποδίδει τα πραγματικά γεγονότα που είχαν συμβεί εκείνη την ημέρα». Εμφανής ήταν η προσπάθεια του να βοηθήσει με τη μαρτυρία του τους κατηγορούμενους, «κολλητούς» του, κάτι άλλωστε που ο ίδιος δεν αρνήθηκε. Ευθύς εξ αρχής σημειώνουμε ότι οι θέσεις του εν λόγω μάρτυρα σε σχέση με το χώρο του επεισοδίου έρχονται σε αντίθεση με τις θέσεις της παραπονούμενης, των κατηγορουμένων 1 και 2, των οποίων οι καταθέσεις τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, αλλά και της γενικότερης γραμμής της υπεράσπισης όπως διαφάνηκε με την πρόοδο της διαδικασίας σε σχέση με το ζήτημα. Ο μάρτυρας τοποθετεί το επεισόδιο σε πάρκο δίπλα από καφενείο όπου σύχναζαν ενώ οι πιο πάνω στο σύνολο τους τοποθετούν την εξέλιξη του επεισοδίου σε απόμερη περιοχή του Πύργου στα Περβόλια. Οι ισχυρισμοί που πρόβαλε κατά το στάδιο που κατέθετε στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσει τις φωνές και την αντίδραση της παραπονούμενης όπως αποτυπώνονται στο βίντεο (Τεκμήριο1), δηλαδή το μέγεθος του πέους του και το γεγονός ότι δεν άρεσε στην παραπονούμενη να την βιντεογραφούν δεν αναφέρονται στην κατάθεση του έγγραφο «Ν». Η δικαιολογία που πρόβαλε να εξηγήσει αυτή την παράλειψη, ότι δηλαδή η Αστυνομία τον πήρε ξαφνικά από το σπίτι του ενώ όντας μικρός ήταν φοβισμένος και ότι του «βγήκε» είπε, δεν πείθει. Θεωρούμε ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσει την ως άνω συμπεριφορά της παραπονούμενης. Ενώ ο ίδιος παρουσιάζει τον εαυτό του ως το άτομο που απεικονίζεται στο βίντεο Τεκμήριο 1, εντούτοις επιμένει, σε αντίθεση με την πραγματική μαρτυρία, στη θέση ότι η παραπονούμενη δεν φωνάζει «αφήστε με να φύω». Η διάψευση και αυτής της θέσης του από την πραγματική μαρτυρία είναι αυταπόδεικτη. Εντύπωση προκαλεί ο ισχυρισμός που πρόβαλε ότι ο Παύλος ενδιαφερόταν, με στόχο την προστασία των νεαρών του χωριού του , να μη μεταβαίνει η παραπονούμενη στα Περβόλια, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει τον Παύλο να φέρνει σε επαφή τους νεαρούς με την παραπονούμενη και να τους φέρνει σε επικοινωνία με σκοπό τη σεξουαλική επαφή. Στα σημεία που η μαρτυρία του έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της παραπονούμενης την απορρίπτουμε. Η υπόθεση αυτή αφορά κατά κύριο λόγο σε σεξουαλικά αδικήματα. Η κα Ζαχαριάδου εισηγήθηκε ότι η ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης Το ερώτημα που εγείρεται προς απάντηση είναι τέτοια που το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί σε αυτή χωρίς ενίσχυση. Η μαρτυρία παραπονούμενης σε αδικήματα αυτού του είδους, εφόσον πρώτα θεωρηθεί αξιόπιστη, χρήζει ενίσχυσης, όχι βάσει νόμου αλλά βάσει πρακτικής. Την έχουμε εξονυχίσει απομονωμένα και σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αποκομίσαμε την εντύπωση ότι πρόκειται για κοπέλα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Κατάθεσε στο Δικαστήριο για τη δική της εκδοχή των γεγονότων με τρόπο απλό. Διακρίναμε στον προφορικό της λόγο κάποια αδυναμία στην έκφραση αλλά και στην άμεση αντίληψη κάποιων ερωτήσεων που της υποβάλλονταν. Η μαρτυρία της όμως δόθηκε χωρίς αμφιταλαντεύσεις ή δισταγμούς. Κατά την αντεξέταση της απαντούσε σε όλα τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν απαντώντας ακόμη, χωρίς διαμαρτυρία, ερωτήσεις για προηγούμενες τις σεξουαλικές σχέσεις. Η αντεξέταση της ήταν μακρά. Κράτησε.δικασίμους. Αντεξετάστηκε από πέντε δικηγόρους υπεράσπισης. Ωστόσο, στα ουσιαστικά της σημεία η μαρτυρία της παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη. Η αναγκαιότηταμαρτυρία της αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι απόλυτη. Τόσο η μαρτυρία της οποίας επιζητείται η ενίσχυση όσο και η μαρτυρία για την ενίσχυση της, πρέπει να αποτελούν αξιόπιστη μαρτυρία. Καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί στην αποδοχή και μόνο της μαρτυρίας της παραπονούμενης, αφού όμως το Δικαστήριο προειδοποιήσει, κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ελλοχεύει να κριθεί η ενοχή του κατηγορουμένου χωρίς ενίσχυση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Το τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία αποτέλεσε το θέμα πολλών αποφάσεων τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία. Στην υπόθεση Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 258 o Δικαστής Πικής αναφέρει σχετικά στη σελίδα 265: "Η απόφαση του Λόρδου Reading στην υπόθεση R. v. Baskerville
(1916)2 Κ.Β. 658 έχει επανειλημμένα κριθεί ότι συνοψίζει όλα τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν την ενισχυτική μαρτυρία. Πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει και να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο υπόδικος, αλλά επίσης ότι εκείνος που το διέπραξε ήταν ο κατηγορούμενος. Όπως υποδεικνύεται στην πρόσφατη δικαστική απόφαση Turner v. Blunden [1986] 2 All E.R. 75 δεν απαιτείται όπως η ενισχυτική μαρτυρία αποδεικνύει αφ' εαυτής τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ότι απαιτείται είναι η μαρτυρία να έχει ανεξάρτητη προέλευση από το συνένοχο (accomplice) και να τείνει να καταδείξει σε μια ή περισσότερες ουσιώδεις λεπτομέρειες ότι διαπράχθηκε το κρινόμενο έγκλημα και ότι ο εγκληματίας είναι ο κατηγορούμενος. (Βλ. R. v. Beck [1982] 1 All E.R. 807)." Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224 όπου γίνεται εκτεταμένη ανάλυση του τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία. Μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά στον ορισμό που δίνεται στο σύγγραμμα των Cross & Wilkins, "Outlines of the Law of Evidence" 6η έκδοση, σελ.242. Τον παραθέτουμε: "corroboration is confirmatory evidence implicating the person against whom it is required in a material particular; it may consist of the express or implied admission or other relevant conduct of such person, but not of the previous statement of the witness whose evidence requires corroboration." Και σε ελεύθερη μετάφραση: "Ενισχυτική είναι επιβεβαιωτική μαρτυρία η οποία ενοχοποιεί το πρόσωπο εναντίον του οποίου απαιτείται πάνω σε ένα ουσιώδες σημείο. Μπορεί να αποτελείται από ρητή ή εξυπακουόμενη παραδοχή ή άλλη σχετική συμπεριφορά αυτού του προσώπου. Όμως δεν μπορεί να αποτελείται από την προηγούμενη δήλωση του μάρτυρα του οποίου η μαρτυρία χρειάζεται ενίσχυση." Χρήσιμη αναφορά για το ζήτημα της ενισχυτικής μαρτυρίας μπορεί να γίνει και στην υπόθεση D.P.P. v. Brian Meehan [2006] ΙΕCCA 104 όπου αφού γίνεται ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας και της προσέγγισης δικαστηρίων άλλων χωρών που εφαρμόζουν το κοινοδίκαιο, επισημαίνεται πως ήδη σε αρκετές χώρες η Baskerville δεν αντικρίζεται τόσο στενά αλλά ερμηνεύεται κατά τρόπο που να συνάδει με την κοινή λογική ως προς το τι θα πρέπει να αποτελεί ενισχυτική μαρτυρία. Στην υπόθεση The People (D.P.P) v. C [2001] 3 I.R.345 παρατηρείται πως (σε ελεύθερη μετάφραση) «ενισχυτική μαρτυρία δεν σημαίνει ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου πρέπει να ενισχύεται σε όλα τα ουσιώδη σημεία της». Στην υπόθεση The People (DPP) v. Murphy [2005] 2 I.R. 125 επιδοκιμάστηκε το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Evidence (2η) έκδοση του Richard May: « "Material particular" simply means a material fact i.e. a fact which in the circumstances of the case and the issues raised in it is material to the guilt or innocence of the accused of the offence charged. It does not mean that the corroboration has to corroborate the whole of the evidence of the witness who requires corroboration. If this were required the evidence of the complainant or accomplice would be unnecessary. The whole case could be proved by the corroborative evidence. It is sufficient therefore if there is confirmation of a material part of the witness's evidence implicating the defendant in the offence.» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «'Ουσιώδες στοιχείο' απλά σημαίνει κάποιο ουσιώδες γεγονός, δηλαδή κάποιο γεγονός το οποίο έχοντας υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης και τα ζητήματα που εγείρονται σε αυτή είναι ουσιαστικής σημασίας για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορούμενου στο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Δε σημαίνει ότι η ενισχυτική μαρτυρία θα πρέπει να ενισχύει το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα ο οποίος χρήζει ενίσχυσης. Αν υπήρχε τέτοια απαίτηση τότε η μαρτυρία της παραπονούμενης ή του συναυτουργού θα ήταν αχρείαστη, αφού υπόθεση θα μπορούσε να αποδειχθεί μόνο με την ενισχυτική μαρτυρία. Συνεπώς είναι αρκετό να υπάρχει επιβεβαίωση κάποιας ουσιώδους πτυχής της μαρτυρίας του μάρτυρα η οποία να εμπλέκει τον κατηγορούμενο στην διάπραξη του αδικήματος.» Ακόμη και περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ενισχυτική μαρτυρία. Στην προκείμενη περίπτωση εντοπίζουμε τα ακόλουθα στοιχεία ενισχυτικής μαρτυρίας είτε σε σχέση με όλους από τους κατηγορούμενους είτε μερικούς όπως θα εξηγήσουμε στην κάθε περίπτωση. (α) Το περιεχόμενο του βίντεο (Τεκμήριο 1) το οποίο αποτελεί ενισχυτική μαρτυρία σε σχέση με όλους τους κατηγορούμενους. Αποτέλεσε θέση του κ. Χαραλάμπους ότι έστω και αν το βίντεο έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο χωρίς να εγερθεί ένσταση στην κατάθεση του, το Δικαστήριο πρέπει να το αγνοήσει εντελώς. Εξήγησε ότι δεν εγέρθηκε ένσταση εκ μέρους της υπεράσπισης, στο στάδιο που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε το βίντεο και ζήτησε την κατάθεση του ως τεκμήριο στη διαδικασία, γιατί το θεώρησε «άχρηστο». Αποτέλεσε επίσης θέση του ότι δεν αποδείχθηκε η αυθεντικότητα του. Υπάρχει μαρτυρία ότι από τη στιγμή που το βίντεο περιήλθε στα χέρια της Αστυνομίας και μέχρι την κατάθεση του στο Δικαστήριο το περιεχόμενο του δεν αλλοιώθηκε. Δόθηκαν επίσης εξηγήσεις γιατί δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του πρωτότυπου. Περαιτέρω αναγνωρίστηκε ως αυθεντικό όχι μόνο από την παραπονούμενη αλλά και από τον μάρτυρα υπεράσπισης Ασπρομάλλη. Καθ' όλη δε την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, η υπεράσπιση όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την αυθεντικότητα του αλλά προέβηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης της παραπονούμενης σε στοχευμένες ερωτήσεις, παρατηρήσεις και εισηγήσεις για το περιεχόμενο του. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν το ανεδαφικό της προβληθείσας θέσης. Το βίντεο αποτελεί πραγματική και όχι εξ ακοής μαρτυρία (βλ. Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 ΑΑΔ 298). Το περιεχόμενο του συνιστά αυταπόδεικτο στοιχείο μαρτυρίας που μιλά από μόνο του. Έχουμε συνοπτικά περιγράψει το περιεχόμενο του βίντεο. (βλ. σελ. 17-18). Δεν χωρεί αμφιβολία ότι παρά το γεγονός ότι απεικονίζει μέρος του επεισοδίου τούτο τείνει να ενισχύσει τις αναφορές της παραπονούμενης για τις συνθήκες και την κατάσταση που επικρατούσε καθ' όλη την εξέλιξη του επεισοδίου στον «Πύργο» στα Περβόλια το συγκεκριμένο βράδυ. Σε αυτό διακρίνονται η παραπονούμενη, οι φωνές και τα κλάματα της ενώ ακούγεται να φωνάζει μεταξύ άλλων, «Αφήστε με να φύγω», «Γιατί το κάμνεις τούτο;». (β) Η εκδοχή της παραπονούμενης όσον αφορά την εξέλιξη των γεγονότων το βράδυ του επεισοδίου ενισχύεται και από τις αναφορές του 2ου κατηγορούμενου στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 24), η οποία κρίθηκε θεληματική, οι οποίες γίνονται αποδεκτές στο βαθμό που συμπλέουν με τις αναφορές της παραπονούμενης. Είναι άλλωστε καθιερωμένη αρχή ότι οι προφορικές και γραπτές δηλώσεις ενός κατηγορούμενου που είναι ενάντια στα συμφέροντα του και συνιστούν ομολογίες μπορούν να γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους και το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στα γεγονότα που περιγράφουν (Βλ. μεταξύ άλλων, R. v. Donaldson and others
(1976)64 Cr. App. R. 59, R. v. Pearce
(1979)69 Cr. App. R. 365 και Ταμ. Πρ. Προσ. Βιομ. (ΣΕΚ) ν. Sαm. Cl. Ind. Ltd. κ.ά (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 619,625). Σημειώνουμε εδώ ότι οι εν λόγω αναφορές του συνιστούν μαρτυρία εναντίον του ιδίου μόνο και όχι εναντίον των συγκατηγορούμενων του. Ούτε εκλαμβάνεται ως μαρτυρία δυνάμενη να ενισχύσει τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε βάρος άλλων συγκατηγορουμένων του 2ου κατηγορούμενου. Στην εν λόγω κατάθεση του ο 2ος κατηγορούμενος επιβεβαιώνει ότι η παραπονούμενη έφευγε για Λευκωσία και ότι καθοδόν το όχημα της ακινητοποιήθηκε μετά από παρέμβαση του 1ου κατηγορούμενου ο οποίος δήλωσε επιτακτικά ότι η παραπονούμενη «εν θα φύει, εν να έρτει να πάμε», ζητώντας από τον 3ον κατηγορούμενο να μπει συνοδηγός στο όχημα της. Ακολούθως η παραπονούμενη οδηγήθηκε στον «Πύργο», στα Περβόλια όπου ήρθε σε συνουσία, μεταξύ άλλων, με τον ίδιο. Όσο αφορά αυτές τις δηλώσεις οι οποίες συμπίπτουν με την εκδοχή τής παραπονούμενης, βρίσκουμε ότι ο 2ος κατηγορούμενος είπε την αλήθεια. (γ) Οι αναφορές των κατηγορούμενων 1 και 2 στις καταθέσεις τους ότι κατά το χρόνο που η παραπονούμενη ερχόταν σε συνουσία, βιντεογραφείτο περιοδικά με τη χρήση κινητού τηλεφώνου. (δ) Τόσο ο 1ος όσο και ο 2ος κατηγορούμενος επιβεβαιώνουν τις αναφορές της παραπονούμενης ότι κατά τη διάρκεια των σεξουαλικών επαφών η ίδια δεν ήθελε να βιντεογραφείται. Οι ως άνω δηλώσεις των κατηγορούμενων συμπίπτουν με τις αναφορές της παραπονούμενης για το συγκεκριμένο ζήτημα και κρίνονται αληθείς. Δεν διαλανθάνει της προσοχής ότι οι αναφορές στα σημεία (γ) και (δ) αφορούν τους κατηγορούμενους 1 και 2 ωστόσο σημειώνουμε ότι η μαρτυρία για βιντεογράφηση μέρους του επεισοδίου με τη χρήση κινητού τηλεφώνου επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΥ1 Ασπρομάλλη, την οποία σε αυτό το σημείο αποδεχόμαστε. Τα όσα αναφέρει επιβεβαιώνουν την μαρτυρία τής παραπονούμενης, σε σχέση με όλους τους κατηγορούμενους, τόσο ως προς το γεγονός ότι γινόταν βιντεογράφηση με κινητό τηλέφωνο, όσο και ως προς την θέση της παραπονούμενης ότι ενώ ερχόταν σε συνουσία με τον Λεόντιο τους βιντεογραφούσε ο Παύλος. Σημειώνουμε επίσης ότι και αν ακόμα δεν είχαμε εντοπίσει ενισχυτική μαρτυρία, έχοντας κατά νου αφενός τους κινδύνους που συνεπάγεται η υιοθέτηση μαρτυρίας παραπονούμενης σε αδικήματα αυτής τής φύσης χωρίς ενίσχυση και αφετέρου την ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης σε αυτή την περίπτωση όσον αφορά τα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, θα είμαστε διατεθειμένοι, να ενεργούσαμε στη βάση της μαρτυρίας της και μόνο χωρίς την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Νομική Πτυχή Όπως έχουμε ήδη αναφέρει πιο πάνω οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία για απαγωγή της παραπονούμενης, και ο καθένας από αυτούς αντιμετωπίζει κατηγορία για βιασμό της και για συνδρομή στο βιασμό της από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους Ο βιασμός συντελείται, σύμφωνα με το άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όταν υπάρχει παράνομη συνουσία, χωρίς τη συναίνεση της παραπονούμενης ή με τη συναίνεση της, εφόσον η συναίνεση αυτή δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης. Δεν απαιτείται όπως η παραπονούμενη επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούμενο ότι δεν συγκατατίθεται. Δεν χρειάζεται δε να αποδειχθεί οποιαδήποτε φυσική αντίσταση εκ μέρους της παραπονούμενης (βλ. Olugboja
(1982)Q.B. 320). Η Κατηγορούσα Αρχή όμως πρέπει να αποδείξει ότι η συγκατάθεση ή συναίνεση της παραπονούμενης δεν είχε δοθεί και ότι η σεξουαλική πράξη έλαβε χώρα στην απουσία τέτοιας συγκατάθεσης. Η συνουσία συντελείται με την έστω και μερική είσοδο του πέους εντός του κόλπου της παραπονούμενης. Η πλέον ελάχιστη είσοδος είναι αρκετή (βλ. Stanton
(1844)1 Car & Kir 415. To αδίκημα συντελείται ακόμη και στην περίπτωση που η παραπονούμενη αρχικά συγκατατίθεται στη συνουσία αλλά το πέος δεν αποσύρεται από τον κόλπο της όταν αυτή αποσύρει τη συγκατάθεση της (βλ. Κaitamaki v. The Queen
(1985)A.C. 147). Στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice, 2004, υποδεικνύεται με αναφορά στην υπόθεση Malone
(1998)2 Cr. App.R. 447, ότι μια παραπονούμενη μπορεί να θεωρηθεί ανίκανη να δώσει τη συγκατάθεση της όταν τελεί υπό την επήρεια αλκοόλ ή άλλων ουσιών. Σημειώνουμε επίσης ότι ο βιασμός συντελείται παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε εκσπερμάτωση. Όσον αφορά την νοητική κατάσταση ενός κατηγορουμένου (mens rea), πρέπει να αποδειχθεί πρόθεση για σεξουαλική επαφή με γνώση ότι η παραπονούμενη δεν συγκατατίθεται ή αδιαφορία για την ύπαρξη ή όχι συγκατάθεσης εκ μέρους της. Αποδεχόμενοι πως τα ουσιώδη γεγονότα επεσυνέβησαν όπως ακριβώς τούτα περιγράφησαν από την παραπονούμενη βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 ανέκοψε το όχημα της με τον τρόπο που έχουμε ήδη περιγράψει πιο πάνω. Στη συνέχεια επέμενε να μην αφεθεί η παραπονούμενη να φύγει από τα Περβόλια εάν πρώτα δεν ερχόταν σε σεξουαλική επαφή με τον ίδιο και τον 2ον κατηγορούμενο. Η θέση του αυτή τελικά υιοθετήθηκε και από τους κατηγορούμενους 2 και 3. Στη συνέχεια, αφού με οδηγίες του 1ου κατηγορούμενου ο 3ος κατηγορούμενος μπήκε στην θέση του συνοδηγού στο αυτοκίνητο τής παραπονούμενης, οι κατηγορούμενοι την οδήγησαν στην περιοχή του Πύργου. Εκεί ο 1ος κατηγορούμενος πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου τής παραπονούμενης και το κινητό της τηλέφωνο και τα παρέδωσε στον 3ον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος αφαίρεσε το παντελόνι και το εσώρουχο τής παραπονούμενης και τα πέταξε στο έδαφος έξω από το αυτοκίνητο. Ακολούθως ήλθε σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέληση της και ενώ η παραπονούμενη προσπαθούσε να τον απωθήσει με τα χέρια της, έκλαιγε και φώναζε. Αφού ο 1ος κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε η παραπονούμενη του ζήτησε να την αφήσει να φύγει αλλά αυτός επέμενε ότι θα έπρεπε πρώτα να "το κάνει" με τον 2ον κατηγορούμενο. Βγήκε από το αυτοκίνητο και φώναξε στον 2ον κατηγορούμενο ο οποίος μπήκε στο αυτοκίνητο και ήλθε σε συνουσία με την παραπονούμενη χωρίς την θέληση της και ενώ αυτή εξακολουθούσε να κλαίει και να φωνάζει. Μετά τον 2ον κατηγορούμενο ήλθε σε συνουσία με την παραπονούμενη και ο 3ος κατηγορούμενος, χωρίς τη θέληση τής, ενώ και σε αυτή την περίπτωση η παραπονούμενη συνέχιζε να αντιδρά, και ενώ ο 1ος κατηγορούμενος παρά την αντίρρηση τής παραπονούμενης βιντεογραφούσε την σκηνή με κινητό τηλέφωνο. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι άφησαν τα κλειδιά και το κινητό τηλέφωνο τής παραπονούμενης στο κάθισμα του αυτοκινήτου της και έφυγαν. Βρίσκουμε ότι με βάση τα πιο πάνω γεγονότα έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι κατηγορίες 2, 3 και 4 για βιασμό που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 , 2 και 3 αντίστοιχα. Βεβαίως, ως έχει πιο πάνω ήδη επεξηγηθεί ο λόγος για το οποίο μια γυναίκα δεν συναινεί στη συνουσία είναι αδιάφορος. Αδιάφορο επομένως είναι το κατά πόσο η ΜΓ δεν επιθυμούσε τη συνουσία επειδή αυτή βιντεογραφείτο, όπως της τέθηκε από το συνήγορο του 1ου κατηγορούμενου, ή επειδή πονούσε ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Και το αδίκημα της απαγωγής (1η κατηγορία) έχει συντελεστεί αφού, αποδεχόμενοι τη μαρτυρία της παραπονούμενης βρίσκουμε ότι οι κατηγορούμενοι οδήγησαν την παραπονούμενη χωρίς τη θέληση της στο μέρος γνωστό ως Πύργος στα Περβόλια, παρά την προσπάθεια της καθοδόν να παρεκκλίνει από την πορεία που της επιβλήθηκε να ακολουθήσει, όπου και την κατακράτησαν, αφού της πήραν και τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και το κινητό της τηλέφωνο, χωρίς τη θέληση της. Συνέχισαν να την κατακρατούν στο εν λόγω μέρος με σκοπό να έρθουν σε συνουσία μαζί της, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της να την αφήσουν να φύγει. Τελικά οι κατηγορούμενοι αποχώρησαν από το μέρος, αφήνοντας την παραπονούμενη εκεί, μόνο όταν κατάφεραν να έρθουν σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέληση της. Σημειώνουμε ότι ακόμη και η σύντομη κατακράτηση ενός προσώπου σε χώρο παρά την θέληση του είναι αρκετή για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απαγωγής (βλ. Felekis v The Police
(1968)2 ΑΑΔ 151). Στρεφόμαστε τώρα στις κατηγορίες 7, 8 και 9 (για συνδρομή) που έχουν σαν βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Έχουμε την άποψη πως η παρουσία και μόνο των κατηγορουμένων στο χώρο υπό τις περιστάσεις που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τη διάπραξη των αδικημάτων που αποδίδονται στους κατηγορούμενους στη βάση του άρθρου
- Άλλωστε ελλείψει μαρτυρίας προς τούτο το Δικαστήριο δεν μπορεί με ασφάλεια να αποδώσει εκφράσεις που πράγματι ακούγονται στο Τεκμήριο 1 σε συγκεκριμένο κατηγορούμενο καταλήγοντας έτσι σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, διαφορετική είναι η κατάσταση πραγμάτων στη βάση όλων όσων έχουν γίνει αποδεκτά σε σχέση με τη στάση και εμπλοκή των κατηγορουμένων 1 και
- Ως έχει γίνει αποδεκτό οι εν λόγω κατηγορούμενοι προέβηκαν σε συγκεκριμένες ενέργειες όταν οδηγήθηκε η παραπονούμενη στο χώρο του βιασμού της, αποσπώντας από αυτή τα κλειδιά του οχήματος της. Πρόκειται για συγκεκριμένες ενέρεγειες οι οποίες σκοπό είχαν να υποβοηθήσουν και υποβοήθησαν τη διάπραξη του βιασμού της από όλους. Οι κατηγορούμενοι 4 και 5 αθωώθηκαν στην κατηγορία που ο καθένας από αυτούς αντιμετώπιζε για βιασμό της ΜΓ. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των γεγονότων στα οποία αυτές στηρίζονταν. Η απόρριψη των κατηγοριών αυτών επηρεάζει και τις κατηγορίες 10 και 11 αφού στηρίζονται ουσιαστικά στα ίδια γεγονότα, δηλαδή το βιασμό της ΜΓ από τους κατηγορούμενους 4 και 5 αντίστοιχα (βλ. Δ. Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 και Χρίστου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.
- Ως εκ τούτου δεν υπάρχει το υπόβαθρο γεγονότων για στοιχειοθέτηση των κατηγοριών αυτών. Πριν την ολοκλήρωση της παρούσας αισθανόμαστε την ανάγκη να σχολιάσουμε τη θέση του ευπαίδευτου συνήγορου του 2ου κατηγορούμενου αφού δήλωσε ότι διεξήχθη μια δίκαιη δίκη εντούτοις εισηγήθηκε πως έχει παραβιαστεί η αρχή της ισότητας των όπλων. Τούτο γιατί η υπεράσπιση δεν είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει το «οπλοστάσιο μαρτύρων» που η κατηγορούσα αρχή είχε στη διάθεση της αφού παρά τις προσπάθειες της να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία αντιμετώπισε την παντελή αδιαφορία, ακόμη και στενών συγγενών των κατηγορουμένων. Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου. Δεν μπορούμε άλλωστε παρά να σημειώσουμε το γεγονός ότι κανένα αίτημα για κλήτευση οποιουδήποτε μάρτυρα δεν υποβλήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης. Αντίθετα το Δικαστήριο επέδειξε μεγάλη ευελιξία και κατανόηση στα πολλαπλά αιτήματα της υπεράσπισης για να καταστεί δυνατή η παρουσίαση της υπόθεσης της. Ενόψει όλων των πιο πάνω οι κατηγορούμενοι 1,2 και 3 κρίνονται ένοχοι στην 1η κατηγορία. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 8 και
- Ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος και στην 3η κατηγορία. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 3 κρίνεται ένοχος και στις κατηγορίες 4, 7 και
- Οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Υπ......................................... Σ. Παναγή, Π.Ε.Δ. Υπ........................................ Φ. Ζωμενής, Α.Ε.Δ. Υπ....................................... Α. Δαυίδ, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο