Αστυνομίας ν. Στέλλας Πισσούριου Διομήδους, Αρ. Υπόθεσης: 9199/08, 27.11.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9199/08 Μεταξύ: Αστυνομίας και Στέλλας Πισσούριου Διομήδους Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 27.11.08 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίπη Για την Κατηγορούμενη: κ. Βασίλακας Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
- Το αδίκημα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας ανατρέχει στις 7.5.2008 στην Λεωφόρο Αγίων Αναργύρων στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας όπου η κατηγορούμενη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HKB933 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρείς μάρτυρες. Ο ΜΕ1, Αστ 3024 στις 7.5.08 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο είχε συμβεί η ώρα 10:00 το πρωί στη Λεωφόρο Αγίων Αναργύρων παρά την οδό Β. Αυγερινού. Στο δυστύχημα ενέχονταν το αυτοκίνητο που οδήγουσε η κατηγορούμενη με αριθμούς εγγραφής HKB 933, το KBK 896 με οδηγό τον Ανδρέα Ζενιέρη (ΜΚ2) και το HXZ 991 με οδηγό το Θωμά Θωμά, ΜΚ
- Στη σκηνή πήρε μέτρα και έφτιαξε πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 2 στο οποίο σημείωσε με τα γράμματα Χ και Χ1 τα σημεία σύγκρουσης τα οποία ήταν εμφανή από τις τελικές θέσεις των αυτοκινήτων και τις πορείες των αυτοκινήτων. Οι οδηγοί συμφώνησαν με το σχέδιο, το οποίο υπέγραψαν. Ο δρόμος ήταν άσφαλτος καλής επιφάνειας και στεγνός. Ο καιρός ήταν αίθριος. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χαω. Η ορατότητα της κατηγορουμένης ήταν απεριόριστη, πέραν των 100 μέτρων. Στο αυτοκίνητο της κατηγορουμένης βούλωσε ο μπροστινός προφυλακτήρας, το μπροστινό καπώ, το μπροστινό δεξί και αριστερό φανάρι και φτερό. Στο αυτοκίνητο του ΜΚ2 βούλωσαν τα μπροστινά δεξιά και αριστερά φτερά, έσπασαν τα μπροστινά φανάρια και ο μπροστινός προφυλακτήρας και βούλωσε το μπροστινό καπώ. Στο αυτοκίνητο του ΜΚ3 βούλωσε το μπροστινό καπώ, ο προφυλακτήρας και το δεξί φτερό. Ο ΜΕ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη, Τεκμήριο 4 και την κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
- Από το πρόχειρο σχέδιο ο ΜΕ1 ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 3, στο οποίο σημείωσε τις πορείες των τριών οχημάτων, τα σημεία σύγκρουσης των δύο συγκρούσεων. Με την ένδειξη Β1 σημείωσε ίχνη μαυρίσματος του αυτοκινήτου KBK
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν υπήρχαν στη σκηνή ίχνη προσπάθειας αποφυγής της σύγκρουσης. Μετά τη σύγκρουση, το αυτοκίνητο με το οποίο συγκρούστηκε η κατηγορουμένη έσπρωξε αυτό της κατηγορουμένης σε απόσταση γύρω στα 5 μέτρα. Αρνήθηκε ότι η απόσταση ήταν 11.6 μέτρα, όπως φαίνεται στο σχέδιο. Δεν νομίζει ότι το αυτοκίνητο του ΜΚ2 συνέχισε την πορεία του και παρέσυρε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης μέχρι το πεζοδρόμιο. Δέχθηκε ότι μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του ΜΚ2 πήγε προς αριστερά συγκρουόμενο με το αυτοκίνητο του ΜΚ3 που βρισκόταν στη συμβολή στο σημείο Γ1 του Τεκμηρίου
- Δεν συμφώνησε πως από τα δεδομένα το άλλο αυτοκίνητο έτρεχε. Φαίνεται καθαρά ποιός φταίει · η κατηγορουμένη ανέκοψε, κάνοντας στροφή δεξιά, την πορεία του εξ' αντιθέτου ερχόμενου οχήματος. Δεν μπόρεσε να βρει ίχνη που να υποδηλούν υπερβολική ταχύτητα αφού δεν υπήρχαν, ούτε και από τις ζημιές μπορεί να βγάλει τέτοιο συμπέρασμα αφού δεν είναι εκτιμητής. Ο ΜΚ2, Α. Ζενιέρης, 20 ετών υιοθέτησε την κατάθεση του, Τεκμήριο 6, στην αστυνομία, στην οποία αναφέρει ότι στις 7.5.08 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής KBK 896 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού προς τα Λειβάδια, με ταχύτητα 40 χαω. Πλησιάζοντας την οδό Β.Αυγερινού είδε στα αριστερά του ένα γκρίζο αυτοκίνητο σταματημένο στη συμβολή των δύο δρόμων και αμέσως μπροστά του ένα άλλο αυτοκίνητο που ερχόταν αντίθετα του επιχείρησε στροφή δεξιά με αποτέλεσμα να μην προλάβει να σταματήσει πατώντας τα στόπερ του, και να συγκρουστούν. Το αυτοκίνητο του κινήθηκε ελαφρά αριστερά και κτύπησε στο αυτοκίνητο στη συμβολή ενώ το αυτοκίνητο που έστριψε «πήγε προς το πεζοδρόμιο». Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι η ταχύτητα του ήταν υπερβολική και ότι γι' αυτό δεν πρόλαβε να πατήσει φρένα. Ανακόπηκε ξαφνικά, τα έχασε. Αρνήθηκε ότι το αυτοκίνητο του διένυσε μεγάλη απόσταση. Η ταχύτητα του ήταν 40 χαω. Σε ερώτηση πως δικαιολογεί ότι το αυτοκίνητο του καταστράφηκε ολοσχερώς αφού οδηγούσε με τέτοια ταχύτητα απάντησε ότι και με 10 χαω μπορούσε το αυτοκίνητο «να βγεί total loss», ο ίδιος γνωρίζει μηχανικά, παρά το ότι είναι οικοδόμος. Σε ερώτηση από πόση απόσταση είδε το αυτοκίνητο σταματημένο για να στρίψει δεξιά απάντησε ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν σταματημένο. Όπως ερχόταν έστριψε για να μπει κατευθείαν. Μπήκε πιο νωρίς για να στρίψει, δεν ήταν στη σωστή θέση. Ο ΜΕ3 ήταν ο Θωμάς Θωμά, ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής HXZ 991 στην οδό Β. Αυγερινού. Φτάνοντας στη συμβολή του δρόμου με τη Λεωφόρο Αγίων Αναργύρων σταμάτησε και ενώ περίμενε είδε στα δεξιά του ένα κόκκινο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KBK 896 να έρχεται προς το μέρος του και εντός της συμβολής ένα ασημί σαλούν να προσπαθεί να κάνει στροφή δεξιά προς την οδό Β. Αυγερινού. Ενώ έκανε τη στροφή, το κόκκινο αυτοκίνητο συγκρούστηκε σ' αυτό με αποτέλεσμα το κόκκινο να κινηθεί αριστερότερα και να κτυπήσει στο αυτοκίνητο του ΜΚ3, την ίδια στιγμή που παρέσερνε το γκρίζο αυτοκίνητο προς το πεζοδρόμιο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι του έκανε εντύπωση το γεγονός ότι το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης προσπαθούσε να στρίψει δεξιά σιγά σιγά. Παρεσύρθη από το κόκκινο αυτοκίνητο. Η σύγκρουση ήταν δυνατή. Το κόκκινο αυτοκίνητο πρέπει να έτρεχε αφού αν δεν έτρεχε θα μπορούσε να σταματήσει. Η κατηγορουμένη αφού κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Υιοθέτησε την κατάθεση της, Τεκμήριο 4 στην οποία ανέφερε ότι στις 7.5.08 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HKB 933 στη Λεωφόρο Αγίων Αναργύρων με χαμηλή ταχύτητα και πρόθεση να στρίψει δεξιά στην οδό Β. Αυγερινού. Μόλις άρχισε να στρίβει ένα αυτοκίνητο από απέναντι της «ήρθε και την κτύπησε». Το αυτοκίνητο της πήγε δεξιά στο πεζοδρόμιο και ακινητοποιήθηκε. Το κόκκινο αυτοκίνητο ήρθε πάνω της σαν βολίδα. Η ίδια είχε βάλει το δείκτη της και έλεγξε εντατικά το δρόμο πριν πάρει κλίση προς τα δεξιά. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι πριν συγκρουσθεί με ταχύτητα πάνω της το αυτοκίνητο δεν το είχε δει. Πριν στρίψει είχε ελαττώσει ταχύτητα, σχεδόν σταματήσει. Απέκλεισε το ενδεχόμενο να μην είχε ελέγξει το δρόμο ικανοποιητικά. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν και αφού εξέτασα τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Έθεσε στο σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 3 τα ευρήματα του και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή. Αποδέχομαι τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 3 οι οποίες εξάλλου δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν αποδέχομαι όμως τον καθορισμό της ορατότητας της κατηγορουμένης σε πέραν των 100 μέτρων αφού η αναφορά ήταν παντελώς ατεκμηρίωτη, έχοντας υπόψη ότι δεν έγιναν οποιεσδήποτε μετρήσεις. Δεν αποδέχομαι, περαιτέρω, τη θέση του ΜΚ1 ότι φαίνεται καθαρά ποιός φταίει για το παρών δυστύχημα. Τη θέση του αυτή δεν ήταν σε θέση ο ΜΚ1 να τη συσχετίσει ή τεκμηριώσει με τα ευρήματα του ή τη μαρτυρία των μαρτύρων από τους οποίους έλαβε καταθέσεις. Εν πάση περιπτώσει το ποιός ευθύνεται για ένα δυστύχημα αποτελεί έργο του Δικαστηρίου και όχι του εξεταστή ενός δυστυχήματος. Σημειώνω δε ότι η θέση του μάρτυρα ότι δεν νομίζει ότι το αυτοκίνητο του ΜΚ2 παρέσυρε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης μέχρι το πεζοδρόμιο πλην του ότι παρέμεινε χωρίς επιστημονικό ή άλλο υπόβαθρο, συγκρούεται με τη θέση του ΜΚ3, συνεπώς δεν την αποδέχομαι. Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν ασαφής και αόριστη όσον αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος. Πολλά μέρη της μαρτυρίας του συγκρούονται με την πραγματική μαρτυρία. Η θέση του ότι το αυτοκίνητο του κινήθηκε ελαφριά αριστερά δεν συνάδει με την απόσταση των 5 μέτρων που προκύπτει από τις μετρήσεις του ΜΚ1 αλλά ούτε και με τις ζημιές που προκλήθηκαν στα άλλα δύο οχήματα. Πέραν των πιο πάνω η θέση του ότι η κατηγορούμενη δεν έστριψε από τη σωστή θέση προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του και αποτελεί κατά την άποψη μου ύστερη σκέψη. Σημειώνω δε ότι η πιο πάνω θέση δεν υποστηρίχθηκε από τον ΜΚ1 ο οποίος έλαβε τις σχετικές μετρήσεις. Η θέση του ΜΚ2 ότι είδε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης αμέσως μπροστά του και ξαφνικά πέραν του ότι δεν συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ3 ο οποίος ανάφερε ότι το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης έστριβε σιγά - σιγά, στερείται πειστικότητας και υποδηλεί από μόνη της έλλειψη της δέουσας παρατηρητικότητας από το ΜΚ
- Η δε θέση του ΜΚ2 ότι μπορεί να καταστραφεί ένα αυτοκίνητο ολοσχερώς αν οδηγείται με 10 χαω παρέμεινε αστήρικτη επιστημονικά και ανάγεται εμφανώς στη σφαίρα της φαντασίας. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο ΜΚ3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική και απαντούσε τις ερωτήσεις χωρίς δισταγμό. Ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του και συνάδει με την πραγματική μαρτυρία. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Η κατηγορουμένη μου έκανε καλή εντύπωση. Κατέθεσε με βεβαιότητα και σαφήνεια όσα συνέβησαν. Κανένα κλονιστικό στοιχείο δεν προέκυψε από τη μαρτυρία της η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι η θέση της ότι το αυτοκίνητο της κινήθηκε αργά για να στρίψει δεξιά υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του ΜΚ
- Το ίδιο και η θέση της περί ψηλής ταχύτητας του οχήματος του ΜΚ
- Αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρία καταλήγω ότι το δυστύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες περιστάσεις: Στις 7.5.08 η κατηγορουμένη οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αριθμό εγγραφής HKB933 στη Λεωφόρο Αγίων Αναργύρων με χαμηλή ταχύτητα και πρόθεση να στρίψει δεξιά στην οδό Β. Αυγερινού, σύμφωνα με την πορεία Α του Τεκμηρίου 3, με χαμηλή ταχύτητα. Έχοντας ελέγξει το δρόμο έδειξε, ελάττωσε ταχύτητα και ενώ έστριβε, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KBK896, το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ3 στη Λεωφόρο Αγίων Αναργύρων σύμφωνα με την πορεία Β του Τεκμηρίου 3 συγκρούσθηκε πάνω της, σαν βολίδα, στο σημείο Χ του Τεκμηρίου
- Το αυτοκίνητο του ΜΚ2 ακολούθως κινήθηκε αριστερότερα κτυπώντας στο αυτοκίνητο του ΜΚ3 με αριθμούς εγγραφής HXZ 991 το οποίο βρισκόταν σταματημένο στη συμβολή της οδού Β. Αυγερινού με τη Λεωφόρο Αγίων Αναργύρων, στο σημείο Χ1 του Τεκμηρίου 3 παρασύροντας το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης προς το πεζοδρόμιο στη θέση Α1 του Τεκμηρίου
- Στα τρία αυτοκίνητα προκλήθηκαν ζημιές ως ακολούθως: Στο αυτοκίνητο της κατηγορουμένης βούλωσε ο μπροστινός προφυλακτήρας, το μπροστινό καπώ, το μπροστινό δεξί και αριστερό φανάρι και φτερό. Στο αυτοκίνητο του ΜΚ2 βούλωσαν τα μπροστινά δεξιά και αριστερά φτερά, έσπασαν τα μπροστινά φανάρια και ο μπροστινός προφυλακτήρας και βούλωσε το μπροστινό καπώ. Στο αυτοκίνητο του ΜΚ3 βούλωσε το μπροστινό καπώ, ο προφυλακτήρας και το δεξί φτερό. Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 ΑΑΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με τη νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά v. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή v. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά, αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου v. Μπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 CLR 188). Σύμφωνα με την υπόθεση Constantinou v. Katsouris (πιο πάνω) το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας βαραίνει κάθε οδηγό παντού και κάτω από όλες τις περιστάσεις εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις. 'Εχοντας υπόψη μου τα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται βρίσκω ότι η συμπεριφορά της κατηγορουμένης δεν δείχνει ούτε την έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ούτε απέχει από αυτή του λογικού και συνετού οδηγού. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος. Τα πιο πάνω ευρήματα δεν αποκαλύπτουν πράξη της κατηγορουμένης αποκλίνουσα από το καθήκον επιμέλειας. Ο τρόπος οδήγησης του αυτοκινήτου της δεν ξεφεύγει από το επίπεδο του συνετού οδηγού. Δεν έχει τεθεί ίχνος αξιόπιστης μαρτυρίας ενώπιον μου που να αποκαλύπτει πράξη της κατηγορουμένης αποκλίνουσα από το καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω, κρίνω πως δεν έχει αποδειχθεί πως η συμπεριφορά της κατηγορουμένης υπήρξε η γενεσιουργός αιτία των δύο συγκρούσεων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη η οποία απαλλάσσεται και αθωώνεται. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο