← Κύπρος

Δήμου Λάρνακας ν. Tutankhamon Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7902/2007, 18.12.2008

Δήμου Λάρνακας ν. Tutankhamon Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7902/2007, 18.12.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7902/2007 Μεταξύ: Δήμου Λάρνακας Kατηγορούσας Αρχής ν.

  1. Tutankhamon Enterprises Ltd
  2. Mιχάλης Δημητρίου
  3. Ιωάννα Δημητρίου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18.12.2008 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Παστός (κος Χ¨Χριστοφή για να ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Κυριακίδης (κα Ελευθερίου για ακούσει απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων υπέβαλε αίτημα για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Λεπτομέρειες αναφορικά με το αίτημα και την απάντηση που έτυχε από το συνήγορο της κατηγορούσας αρχής θα αναφέρω στη συνέχεια. Εν πρώτοις, κρίνω αναγκαίο να σημειώσω ό,τι αφορά η υπόθεση και να συνοψίσω το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Αρχικά η υπόθεση στρεφόταν εναντίον τριών κατηγορουμένων, στη συνέχεια όμως απεσύρθη εναντίον της κατηγορουμένης
  4. Οι δύο εναπομείναντες κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από μία κατηγορία έκαστος. Αντικείμενο της κατηγορίας είναι το αδίκημα έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Η μεν κατηγορουμένη 1, η οποία είναι εταιρεία, κατηγορείται ως εκδότης, ο δε κατηγορούμενος 2, ως συνεργός. Το ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό απαρτίζουν η μαρτυρία τριών μαρτύρων κατηγορούσας αρχής, αριθμός τεκμηρίων και παραδεκτά γεγονότα που έτυχαν της έγκρισης του δικαστηρίου. Εκείνο που δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός είναι πως "η Tutankhamon Enterprises Ltd είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στο μητρώο εταιρειών με αριθμό εγγραφής 87171 και ημερομηνία εγγραφής 04.07.1997 και ο Μιχάλης Δημητρίου είναι διευθυντής της εν λόγω εταιρείας από τη σύστασή της μέχρι και σήμερα." Όπως προανέφερα, πέραν των παραδεκτών γεγονότων, ενώπιον του δικαστηρίου παρήλασαν και τρεις μάρτυρες. Τούτοι είναι ο Λάμπρος Λάμπρου (Μ.Κ.1), η Δήμητρα Δημητρίου (Μ.Κ.2) και ο Κυριάκος Θεοδώρου (Μ.Κ.3). Σύμφωνα με το Μ.Κ.3, συνεργασία που είχε με τον κατηγορούμενο 2 σε κάποια εταιρεία οδήγησε σε εξαγορά των μετοχών του από τον εν λόγω κατηγορούμενο. Ένεκα τούτου ο κατηγορούμενος 2 εξέδωσε τέσσερις επιταγές από λογαριασμό της κατηγορουμένης 1, τις οποίες υπέγραψε στην παρουσία του Μ.Κ.3 και του τις παρέδωσε. Σύμφωνα πάντα με το Μ.Κ.3 επί των επιταγών δεν αναγράφηκε όνομα δικαιούχου εφόσον είχε αναφέρει στον κατηγορούμενο 2 ότι τις εν λόγω επιταγές θα παρέδιδε στο Δήμο Λάρνακος προς αποπληρωμή δικής του οφειλής. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είναι υπάλληλος του Δήμου Λάρνακας, υπεύθυνος στο τμήμα εισπράξεως. Ως εκ της θέσεώς του, ανέφερε, γνωρίζει τόσο το Μ.Κ.3 όσο και τον κατηγορούμενο
  2. Ήταν η θέση του ότι παρέλαβε από το Μ.Κ.3 τέσσερις επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν από την κατηγορουμένη 1 και ήτο υπογραμμένες από τον κατηγορούμενο 2, την υπογραφή του οποίου γνωρίζει. Ο λόγος που ο Μ.Κ.3 του παρέδωσε τις τέσσερις επιταγές ήταν εις αποπληρωμή οφειλής του έναντι του Δήμου. Σύμφωνα πάντα με το Μ.Κ.1 οι τέσσερις επιταγές έφεραν ημερομηνία αποπληρωμής 30.07.04, 30.03.05, 30.07.05 και 30.08.05 και ήτο για τα ποσά των Λ.Κ.3.000, Λ.Κ.3.000, Λ.Κ.5.000 και Λ.Κ.6.000, αντίστοιχα. Παραλαμβάνοντας τις επιταγές επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος του ανέφερε ότι ήταν εντάξει να τις αποδεχθεί. Σύμφωνα πάντα με το Μ.Κ.1, αναφορικά με τις δύο πρώτες επιταγές, την αντίστοιχη ημερομηνία εξαργύρωσης τους ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να μην τις καταθέσει και ο ίδιος, δηλαδή ο κατηγορούμενος 2, έδωσε στο μάρτυρα τα αναγραφόμενα στις επιταγές ποσά σε μετρητά. Για την τρίτη επιταγή ο κατηγορούμενος 2 πλήρωσε μέρος του ποσού, ζήτησε λίγες ημέρες παράταση και στη συνέχεια κατέβαλε και το υπόλοιπο ποσό και παρέλαβε τη σχετική επιταγή. Η τελευταία στη σειρά επιταγή είναι και η επίδικη, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με το Μ.Κ.1, όταν η εν λόγω επιταγή κατέστη πληρωτέα, επικοινώνησε εκ νέου με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος του ζήτησε μικρό χρονικό περιθώριο. Μετά πάροδο λίγων ημερών επικοινώνησε εκ νέου μαζί του και ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι κατόπιν νομικής συμβουλής δεν θα επλήρωνε την εν λόγω επιταγή γιατί το χρέος δεν ήταν δικό του. Ο Μ.Κ.1 προχώρησε και κατέθεσε την επιταγή και σχετικό της κατάθεσης είναι το τεκμήριο
  4. Το τεκμήριο 1 (η επιταγή) επεστράφη χωρίς να τιμηθεί και μέχρι στιγμής παραμένει απλήρωτη. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι επικοινώνησε εκ νέου με τον κατηγορούμενο 2 μετά την επιστροφή της επιταγής, ο τελευταίος όμως του ανέφερε ότι δεν επροτίθετο να την πληρώσει εφόσον τα χρήματα που είχε ήδη καταβάλει, δηλαδή οι προηγούμενες τρεις επιταγές, είχαν υπερκαλύψει τη συμφωνία του ιδίου με το Μ.Κ.
  5. Η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι εργάζεται στη Marfin Popular Bank και είναι λειτουργός εμπορικής τράπεζας. Ως εκ της θέσεώς της γνωρίζει την κατηγορούμενη 1 η οποία από το 2000 διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο και βιβλιάριο επιταγών. Δικαίωμα υπογραφής των επιταγών είχαν οι διευθυντές της κατηγορουμένης 1 Δημητρίου Μιχάλης και Δημητρίου Ιωάννα. Προς υποστήριξη τούτου η Μ.Κ.2 κατέθεσε ως τεκμήριο 3 σχετικό ψήφισμα της κατηγορουμένης 1 στο οποίο εμφαίνονται οι υπογραφές των δύο διευθυντών. Η Μ.Κ.2 ουδέποτε είδε την επίδικη επιταγή, τεκμήριο 1, παρόλα ταύτα, ανέφερε στο δικαστήριο πως στις 30.08.05 ο λογαριασμός που αφορούσε την επίδικη επιταγή παρότι ήτο ανοικτός η συμφωνία του είχε τερματιστεί και παρέμενε με χρεωστικό υπόλοιπο. Η αναφερόμενη επιστολή τερματισμού κατατέθηκε ως τεκμήριο
  6. Τέλος, ερωτηθείς η μάρτυρας εάν γνωρίζει κατά πόσο η επιταγή τεκμήριο 1 τιμήθηκε, απάντησε ότι βάσει της σφραγίδας που φέρει δεν πρέπει να πληρώθηκε. Έχοντας ολοκληρώσει με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής επανέρχομαι στο αίτημα της υπεράσπισης. Εξαρχής σημειώνω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων έδρασε το αίτημα του και στις δύο παραμέτρους που εξετάζονται στο εν λόγω στάδιο. Αφενός μεν ο κος Κυριακίδης ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 διέπεται από οικονομικά συμφέροντα και ως εκ τούτου οι όποιες αντιφάσεις του μάρτυρα μεγενθύνονται καθιστώντας το σύνολο της μαρτυρίας του αντινομικό, αφετέρου, αποδοχή της πιο πάνω θέσης και αποκλεισμός της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 αναδεικνύει ότι ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου αναφορικά με την ταυτότητα του προσώπου που υπέγραψε την επιταγή και ως εκ τούτου αναπόδεικτο παραμένει το συστατικό του αδικήματος στοιχείο «εκδίδει». Τέλος, ένα άλλο συστατικό στοιχείο που απουσιάζει, και εδώ είναι που εντοπίζεται η ιδιαιτερότητα του αιτήματος, είναι η «επιταγή». Σύμφωνα με τον κο Κυριακίδη ο ορισμός του όρου επιταγή (βλ. Ν.164(Ι)/03)επιτάσσει, μεταξύ άλλων, γραπτή εντολή για πληρωμή σε ορισμένο φυσικό πρόσωπο. Στη δοσμένη περίπτωση, εισηγήθηκε ο κος Κυριακίδης, ένεκα του ότι στο τεκμήριο 1 δεν αναγράφηκε όνομα δικαιούχου, το εν λόγω τεκμήριο, ουδέποτε κατέστη επιταγή. Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αφότου ανέλυσε τις δύο παραμέτρους που το δικαστήριο εξετάζει σε αυτό το στάδιο, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν είναι αντινομική και ότι αποδεικνύει την υπογραφή της επιταγής. Περαιτέρω, ο κος Παστός παρέπεμψε το δικαστήριο στον πρώτο και δεύτερο τόμο του συγγράμματος Τραπεζική Επιταγή του κου Χρ. Λουκά, ως επίσης στην πρόσφατη υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιανού Πολιτική Έφεση 210/06, ημερομηνίας 20.03.08, για να καταλήξει ότι το άρθρο 20 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 επιτρέπει τη συμπλήρωση του ονόματος του δικαιούχου της επιταγής χωρίς να αλλοιώνεται η υπόσταση της επιταγής. Προτού προχωρήσω σε οτιδήποτε άλλο, κρίνω ότι λίγα λόγια πρέπει να ειπωθούν αναφορικά με το υπό κρίση στάδιο. Το νομικό πλαίσιο που διέπει τούτο (βλ. άρθρο 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) είναι ευκρινώς αποσαφηνισμένο από την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία. Απόφαση σταθμός η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το ανώτατο δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, παρουσία των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω προϋποθέσεις έχουν ως ακολούθως: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Μείζονος σημασίας είναι και η απόφαση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το ανώτατο δικαστήριο υιοθετώντας απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis τόνισε πως ό,τι απαιτείται από το δικαστήριο είναι να αποφασίσει εάν η ενώπιον του μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an annswer). Τέλος, σημειώνω πως σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο εμπεπιστευμένο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων και το οποίο τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R v. Galbraith
(1981)2 All ER 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, ο δικαστής, ένεκα του δισυπόστατου ρόλου του οφείλει να επαγρυπνεί ούτως ώστε οι δύο ιδιότητες του να μην συγχέονται. Προτού εξετάσω οτιδήποτε άλλο πρέπει νομίζω να απαντηθεί η θέση της υπεράσπισης αναφορικά με τυχόν αντινομικότητα του μαρτυρικού υλικού. Τυχόν άλλωστε αποδοχή αυτής της θέσης δυνατόν να οδηγήσει και σε κατάληξη απουσίας συστατικού στοιχείου του αδικήματος, εάν και εφόσον βέβαια μαρτυρία η οποία αποδεικνύει τέτοιο συστατικό στοιχείο κριθεί αντινομική. Αξίζει να μνημονευθούν εδώ τα λεχθέντα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196. Λέχθηκε εκεί ότι: «Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησής της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί». Προσθέτω εδώ πως δεν υφίσταται νομολογημένη αρχή ότι οικονομικά ή άλλα συμφέροντα μάρτυρα καθιστούν τη μαρτυρία του ύποπτη και εκ προοιμίου αναξιόπιστη. Έχοντας εξετάσει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και όχι μόνο του Μ.Κ.3, η μαρτυρία του οποίου δέχθηκε τα σχετικά βέλη του αιτήματος της υπεράσπισης, και έχοντας κατά νου ότι σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία, διαπιστώνω ότι δεν εντοπίζονται τέτοιες ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες να εκθεμελιώνουν την όποια δυνατότητα θετικής αξιολόγησης στο κατάλληλο περί τούτου στάδιο. Η πιο πάνω κατάληξη οδηγεί βεβαίως σε αποτυχία και το άλλο, συναφές με το προηγούμενο, αίτημα της υπεράσπισης. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Χ¨Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 ΑΑΔ 62, 64, η μαρτυρία προσώπου που είδε ποιος υπέγραψε την επιταγή επαρκεί για απόδειξη έκδοσης της επιταγής. Στη δοσμένη περίπτωση, σε αυτό πάντα το στάδιο της υπόθεσης, η μαρτυρία του Μ.Κ.3 ότι στην παρουσία του ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε το τεκμήριο 1, οδηγεί τη θέση περί μη απόδειξης του εν λόγω συστατικού στοιχείου σε αποτυχία. Στρέφομαι τώρα στο τελευταίο σκέλος του αιτήματος της υπεράσπισης. Εισηγείται η υπεράσπιση ότι το τεκμήριο 1 δεν είναι επιταγή εν τη εννοία του νόμου εφόσον δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο ορισμός του όρου στα πλαίσια του Ν.164(Ι)/
  1. Είναι η θέση της ότι το τεκμήριο 1 παρέμεινε υποτυπώδες αλλά και ανίκανο να εξελιχθεί σε επιταγή. Ο σχετικός περί τούτου λόγος, εφόσον η απλή και μόνο παράλειψη αναγραφής ονόματος δικαιούχου φράσσει στο έγγραφο το δρόμο αναγωγής σε επιταγή, έστω και αν μεταγενέστερα συμπληρώνεται. Ήτο η θέση της υπεράσπισης ότι ούτε οι τυχόν μεταγενέστερες οδηγίες για αναγραφή ονόματος ενισχύουν την υπόσταση του εγγράφου (τεκμήριο 1), εφόσον δεν ήτο γραπτές, ως επιτάσσει ο νόμος. Τέλος, θέση της υπεράσπισης ήταν πως το τεκμήριο 1 δόθηκε ως ασφάλεια για τα συμφωνηθέντα μεταξύ κατηγορουμένου 2 και Μ.Κ.3 και όχι για να χρησιμοποιηθεί ως επιταγή. Σχολιάζω πρώτη αυτή την τελευταία θέση της υπεράσπισης. Σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν εξάγει συμπεράσματα και ως εκ τούτου δεν αποφασίζεται η εν λόγω θέση. Παρόλα ταύτα, η μαρτυρία του Μ.Κ.3 θέλει τις τέσσερις επιταγές, μεταξύ των οποίων και το τεκμήριο 1, να εκδίδονται δυνάμει συμφωνίας που είχε με τον κατηγορούμενο 2 και να αφήνεται η θέση για το όνομα δικαιούχου κενή, για να συμπληρωθεί δεόντως από το δημαρχείο, έχοντας προηγουμένως ενημερώσει τον κατηγορούμενο 2 ότι οι επιταγές θα χρησιμοποιούντο για αποπληρωμή δικής του οφειλής έναντι του δημαρχείου. Στην έκταση που το αίτημα της υπεράσπισης εδράζεται σε μαρτυρία παραμένω μέχρις εδώ για να υποδείξω ότι τούτη είναι η μαρτυρία που το δικαστήριο έχει ενώπιον του, συναρτημένη μάλιστα και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι όταν παρέλαβε τις επιταγές από το Μ.Κ.3 μίλησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος προφορικά συγκατατέθηκε στην αποδοχή των επιταγών από το δημαρχείο. Τούτη λοιπόν είναι η μαρτυρία που σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας λαμβάνεται υπόψη. Στη νομική τώρα διάσταση του θέματος είναι γεγονός πως η έννοια επιταγή, η οποία αποδίδεται στο Ν.164(Ι)/03, θέλει «γραπτή εντολή του εκδότη προς τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο .» Αντιλαμβάνομαι τη φράση γραπτή εντολή να άπτεται του συνόλου των αναφορών στον ορισμό, απευθυνόμενη όμως στην τράπεζα. Η εντολή δηλαδή απευθύνεται στην τράπεζα και αυτή καθ΄ εαυτή η εντολή, η οποία συμπεριλαμβάνει το όνομα του εκδότη, της τράπεζας, του δικαιούχου, το ποσό κ.λ.π, πρέπει να είναι γραπτή εις αντιδιαστολή προφορικής ή εν μέρει γραπτής. Η φράση «ορισμένο» φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δεν είναι νομικός όρος με ιδιαίτερη σημασία. Η πραγματική και καθημερινή έννοια του όρου «ορισμένο» αποδίδει αυτό που έχει οριστεί, που έχει αποφασιστεί με ακρίβεια .. καθορισμένος, διατυπωμένος (βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη). Το ερώτημα που προβάλει εδώ είναι κατά πόσο παράλειψη αναγραφής ορισμένου δικαιούχου υποβαθμίζει έγγραφο που καταρχήν παρουσιάζεται ως επιταγή, σε υποτυπώδη επιταγή και απλό έγγραφο. Είμαι της γνώμης πως η απάντηση κρύβεται μέσα στις διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.
  2. Η έκδοση ερμηνεύεται ως «πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος». Περαιτέρω, η παράδοση εννοείται ως «μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή, από ένα πρόσωπο σε άλλο». Το άρθρο 7 του σχετικού κεφαλαίου χρησιμοποιώντας εκτενέστερο λεκτικό ουσιαστικά επιτάσσει ότι και ο ορισμός της επιταγής αναφορικά με το πρόσωπο του δικαιούχου, δηλαδή να διαπιστώνεται τούτο επαρκώς. Δεν πρέπει να διαλανθάνουν όμως την προσοχή μας αλλά δύο άρθρα. Πρόκειται για το άρθρο 3
(4)και 20
(1)του Κεφ.
  1. Το μεν πρώτο αναφέρει συγκεκριμένες περιπτώσεις ανίκανες να οδηγήσουν συναλλαγματική σε ακύρωση, το δε δεύτερο παρέχει, υπό όρους, δικαίωμα στον κάτοχο συναλλαγματικής να συμπληρώσει οιανδήποτε ελλιπή λεπτομέρεια. Σχετική του άρθρου 20 είναι και η υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιανού, Πολ. Έφ. 210/06, ημερομηνίας 20.03.
  2. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα πως ακόμη και μετά την έκδοση, δηλαδή την πρώτη παράδοση, ο κάτοχος έχει το δικαίωμα να συμπληρώσει το αξιόγραφο, το οποίο δεν ακυρώνεται ένεκα τυπικής παρατυπίας, ως αυτή αναφέρεται στο εδάφιο
(4)του άρθρου 3 του Κεφ. 262. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 38(α) του ιδίου κεφαλαίου, τέτοιος κάτοχος δύναται να προχωρήσει και σε έγερση αγωγής. Εάν λοιπόν όλα τα πιο πάνω νομικά συμπεράσματα είναι ικανά να υποστηρίξουν σε πολιτική διαδικασία ότι έγγραφο εστί επιταγή, γιατί όχι και σε ποινική; Είμαι της γνώμης πως η πρόθεση του νομοθέτη αναφορικά με τη φράση «ορισμένο . πρόσωπο» στο Ν.164(Ι)/03, δεν είναι αυτή που η υπεράσπιση εισηγείται. Τέτοια στενή ερμηνεία, δηλαδή ότι άπαξ και έγγραφο παραδίδεται άνευ διατύπωσης δικαιούχου υποβαθμίζεται και είναι ανίκανο να θεωρηθεί επιταγή, ξεφεύγει της έννοιας του νόμου που στόχο είχε, πιστεύω, να διαφυλάξει τα συμφέροντα των εμπλεκόμενων μερών υποχρεώνοντας ευκρινή αναγραφή δικαιούχου όταν πλέον το έγγραφο παρουσιάζεται για να τιμηθεί, και όχι να καταργήσει τις εμπορικές συνδιαλλαγές, αναπόφευκτη επίπτωση στενής του όρου ερμηνείας. Στη δοσμένη περίπτωση στο πρόσωπο του τεκμηρίου 1 εμφανίζεται η αναφορά PAY LARNAKA MUNICIPALITY, αναγραφή η οποία δεόντως καθορίζει το δικαιούχο. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι και αυτή η θέση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Δεν έχει εγερθεί οτιδήποτε αναφορικά με τα λοιπά του άρθρου συστατικά στοιχεία. Εν πάση όμως περιπτώσει πέραν των προαναφερομένων, διαπιστώνω ότι ευρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία η οποία δεικνύει ότι το τεκμήριο 1 που εξέδωσε η κατηγορουμένη 1 (βλέπε πρόσωπο επιταγής), παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και δεν τιμήθηκε λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων (βλ. συναφώς σφραγίδα επί του τεκμηρίου 1) και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.1). Τέλος, η μαρτυρία τόσο του Μ.Κ.1 όσο και του Μ.Κ.3 είναι επεξηγηματική και της εμπλοκής του κατηγορουμένου 2 αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία. Ως εκ των πιο πάνω το αίτημα της υπεράσπισης απορρίπτεται, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 καλούνται σε απολογία. Επεξηγούνται τα δικαιώματα των κατηγορουμένων. Υπογρ. ............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.