Αστυνομίας ν. Παρασκευούλλας Κλεόπα, Αρ. Υπόθεσης: 937/08, 19.12.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:B104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 937/08 Μεταξύ: Αστυνομίας Κατηγορούσας Αρχής και Παρασκευούλλας Κλεόπα Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 19.12.08 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίπη Για την Κατηγορούμενη: κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος στις 13.9.07, στη συμβολή των Φώτων τροχαίας της Λεωφόρου Λεμεσού και Μακεδονίας στη Λάρνακα, η κατηγορούμενη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KMB412 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυ.458 Γ. Κακουλλή της Τροχαίας Λάρνακας. Στις 13.9.07 η ώρα 21:35 επισκέφτηκε την σκηνή δυστυχήματος που συνέβη η ώρα 21:15 στην συμβολή των φώτων τροχαίας της Λεωφόρου Λεμεσού με την οδό Μακεδονίας με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KMV 580 το οποίο οδηγούσε ο Ευδόκιμος Κυριακίδης, ΜΚ2 με συνοδηγό την Σταυρούλα Κυριακίδου και συνεπιβάτες την Χριστίνα Αδάμου και τους Ορέστη Κυριακίδη, Νικόλαο Λεοντή και Σταυριανή Λεοντή οι οποίοι είναι 7, 7 και 8 ετών αντίστοιχα, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KMB 412 το οποίο οδηγούσε η κατηγορουμένη και το αυτοκίνητο με αριθμούς KJJ 179 το οποίο οδηγούσε ο Αντρέας Νικολάου. Όταν έφτασε στη σκηνή τα ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση εκτός του αυτοκινήτου KJJ 179 το οποίο είχε μετακινηθεί. Ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αφού πήρε τα αναγκαία μέτρα στην παρουσία των πιο πάνω ενεχομένων. Παρών επίσης βρισκόταν και ο αυτόπτης μάρτυρας ο Ευστάθιος Αργυρίδης ο οποίος του ανέφερε τι συνέβηκε. Ακολούθως έλεγξε την σκηνή του δυστυχήματος και τα οχήματα και διαπίστωσε τα εξής: Το αυτοκίνητο του ΜΚ2 έφερε βούλωμα στις δύο αριστερές πόρτες. Επίσης βούλωσε το πατήδι κάτω από τις αριστερές πόρτες, έσπασε το τζάμι του συνοδηγού, άνοιξαν οι δύο πλευρινοί αριστεροί αερόσακκοι, γθάρθηκε η δεξιά πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα, και μπροστινό δεξί φτερό, οι δύο δεξιές πόρτες και το πίσω δεξιό φτερό. Το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης έφερε βούλωμα στο μπροστινό δεξιό φτερό, στον μπροστινό προφυλακτήρα στη δεξιά γωνιά και τσάκρισμα, έφερε γδάρσιμο στο μπροστινό δεξιό φανάρι, βούλωμα στο καπό και η γρίλια βγήκε. Το αυτοκίνητο KJJ 179 έφερε γδάρσιμο στην μπροστινή δεξιά πόρτα και δεξιά πλευρά του πίσω προφυλακτήρα, ελαφρύ βούλωμα στην πίσω δεξιά πόρτα και φτερό και έλειπε το πίσω δεξιό του τάσι. Ο δρόμος είναι καλής επιφάνειας και την ώρα του δυστυχήματος ήταν στεγνός. Η τροχαία κίνηση ήταν μέτρια. Τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά. Υπάρχει ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Το σημείο σύγκρουσης το σημείωσε στο πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 2 με την ένδειξη ΧΠ, όπως του υποδείχθηκε από την κατηγορουμένη, και την ένδειξη ΧΚ όπως του υποδείχθηκε από το ΜΚ
- Η γραμμή ορατότητας του ΜΚ2 από τα φώτα τροχαίας σε σχέση με την πορεία του ήταν αρκετή, πέραν των 100 μέτρων αφού ο δρόμος είναι ευθύς και κατηφορικός με το πιο ψηλό σημείο στα φώτα τροχαίας ενώ της κατηγορουμένης παρόλο που ο δρόμος είναι ευθύς είναι περιορισμένη διότι σε σχέση με την πορεία της ο δρόμος είναι αρκετά ανηφορικός με αποτέλεσμα να έχει ορατότητα μέχρι τα φώτα τροχαίας της πορείας της. Ο ΜΚ1 πήρε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη, Τεκμήριο 4 και απο το ΜΚ2, Τεκμήριο
- Στις 8.10.07 κατηγόρησε γραπτώς το ΜΚ2 ο οποίος απάντησε «ότι είχα να πω το είπα στην κατάθεση μου και αμφισβητώ το σχεδιαγράφημα». Επίσης, την ίδια μέρα κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορουμένη η οποία δεν παραδέκτηκε, Τεκμήριο
- Από το πρόχειρο του σχέδιο ο ΜΚ1 ετοίμασε τελικό το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο, Τεκμήριο
- Σημείωσε την πορεία του αυτοκινήτου του ΜΚ2 με την ένδειξη Α και με την ένδειξη Β την πορεία του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης ενώ με την ένδειξη Α1 και Β1, αντίστοιχα, τις τελικές τους θέσεις. Με την ένδειξη Χ1 φαίνεται το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης και του ΜΚ2 που υπέδειξε η κατηγορουμένη και Χ2 το σημείο που υπέδειξε ο ΜΚ
- Με το Χ3 φαίνεται το σημείο σύγκρουσης μεταξύ του αυτοκινήτου του ΜΚ2 και του KJJ
- Η πορεία του τελευταίου φαίνεται με την ένδειξη Γ. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι η θέση της κατηγορουμένης ήταν ότι ενώ οδηγούσε με πράσινο φως σύμφωνα με την πορεία Β ο ΜΚ2 της έκοψε το δρόμο στρίβοντας δεξιά. Η Χριστίνα Αδάμου η οποία επέβαινε στο αυτοκίνητο του ΜΚ2 ανέφερε στην κατάθεση της, Τεκμήριο 6 ότι αφού το φανάρι στην πορεία τους ήταν πράσινο έστριψαν δεξιά χωρίς να σταματήσουν. Ο ΜΚ1 συμφώνησε με υποβολή ότι η εκδοχή της Αδάμου συνάδει με αυτή την κατηγορουμένης, η οποία είχε προτεραιότητα αφού η πορεία της ήταν ευθεία. Δεν υπήρχε μαρτυρία για υπερβολική από μέρους της ταχύτητα. Συμφώνησε επίσης ότι ο Α. Νικολάου ανέφερε στην κατάθεση του ότι περίμενε σε κόκκινο φως. Η κατηγορουμένη δεν είχε ορατότητα των αυτοκινήτων από την αντίθετη κατεύθυνση, πίσω από τα φώτα τροχαίας. Για το σημείο σύγκρουσης ο ίδιος δεν έχει θέση. Σε ερώτηση σε σχέση με το βέλος προτεραιότητας προς τα δεξιά απάντησε πως δεν θυμόταν λεπτομέρειες και συγκεκριμένα αν άναβε. O MK2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 7 στην οποία ανέφερε ότι στις 13.9.07 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη Λεωφόρο Λεμεσού προς τα φώτα «του Κρασά». Συνοδηγός του ήταν η σύζυγος του και πίσω της καθόταν η Χριστίνα Αδάμου με τα παιδιά της και ο γιός του ΜΚ
- Πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας πήρε τη δεξιότερη λωρίδα γιατί θα έστριβε δεξιά και αφού έφτασε στη γραμμή του άλτ του φαναριού παρόλο που ήταν πράσινο σταμάτησε γιατί από απέναντι του έρχονταν αυτοκίνητα. Αφού καθάρισε ο δρόμος πλήρως εκτός από ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι του και κρατούσε την αριστερότερη λωρίδα αλλά ερχόταν πολύ σιγά γιατί ήταν αρκετά μακρυά και αφού το φανάρι ήταν πράσινο εκκίνησε για να στρίψει δεξιά. Φτάνοντας στο μέσο περίπου της διασταύρωσης είδε ότι το αυτοκίνητο αυτό είχε σταματήσει και το φανάρι είχε γίνει κόκκινο, συνεχίζοντας την πορεία του ξαφνικά είδε ότι πίσω από το αυτοκίνητο που είχε σταματήσει ακολουθούσε ένα άλλο που ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα και κάνοντας ελιγμό το προσπέρασε και μπαίνοντας στη διασταύρωση με κόκκινο φανάρι έκανε κίνηση προς τ' αριστερά και τον κτύπησε με αποτέλεσμα ο ίδιος να κτυπήσει σε αυτοκίνητο που βρισκόταν σταματημένο στην πάροδο που ο ΜΚ2 έμπαινε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι σταμάτησε παρόλο που το φανάρι ήταν πράσινο γιατί έρχονταν αυτοκίνητα από απέναντι. Αρνήθηκε ότι δεν είχε σταματήσει. Είχε ήδη μπει στην πάροδο όταν το άλλο αυτοκίνητο τον κτύπησε, δεν υπήρξε ανακοπή πορείας. Το σημείο Χ2 το υπέδειξε ο ίδιος και είναι επί της οδού Μακεδονίας. Αρνήθηκε υποβολή ότι το Χ2 είναι επί της διασταύρωσης. Το Χ2 είναι μέσα από τη νοητή ευθεία της Λεωφόρου. Το αυτοκίνητο του σύρθηκε, δεν προχώρησε. Σε υποβολή ότι στο σχέδιο δεν υπάρχουν ίχνη πλαγιολίσθησης απάντησε πως έγινε κακή καταγραφή του δυστυχήματος. Αν το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης δεν πήγαινε αριστερά δεν θα τον κτυπούσε. Τα έχασε. Αφού πέρασε με κόκκινο με μεγάλη ταχύτητα και είδε το αυτοκίνητο του ήδη στην πάροδο, τα έχασε. Σε ερώτηση πως τον είδε μπροστά της αφού κρατούσε τη δεξιά λωρίδα απάντησε πως η σύγκρουση ήταν τελείως αριστερά της. Είδε το αυτοκίνητο του δευτερόλεπτα πριν. Αν δεν τα έχανε θα πήγαινε ευθεία. Η κατάθεση της Χριστίνας Αδάμου δεν ήταν ακριβής. Δεν ήταν συγκεντρωμένη στο φανάρι, καθόταν πίσω με τρία παιδιά. Σε υποβολή ότι ο ίδιος ήταν σε πλεονεκτική θέση από άποψης ορατότητας απάντησε ότι «όταν βλέπεις κάποιον εκείνος σε βλέπει ταυτόχρονα την ίδια στιγμή». Είδε απέναντι το αυτοκίνητο που σταμάτησε σε απόσταση 30 - 40 μέτρων και της κατηγορουμένης στα 20 μέτρα πιο πίσω. Στη φάση που το πρώτο σταμάτησε η κατηγορουμένη το προσπέρασε πάνω στα φώτα. Η κατηγορουμένη έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα σίγουρα πάνω από το όριο, από τη στιγμή που είδε το εμπόδιο δεν μπόρεσε ούτε να φρενάρει. Ο ΜΚ2 είδε ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή αλλά ο αστυνομικός του είπε πως δεν υπήρχαν. Όταν δε του υπέδειξε σωρό από γυαλιά στο έδαφος του είπε πως γυαλιά υπήρχαν και αλλού. Ο ίδιος ξεκίνησε να διασταυρώσει το δρόμο όταν ήταν το τέλος του πράσινου, ταυτόχρονα άναψε πορτοκαλί και μετά κόκκινο. Ενώ η κατηγορουμένη μπήκε με κόκκινο χωρίς να σταματήσει. Η κατηγορουμένη αφού κλήθηκε σε απολογία έδωσε ένορκη μαρτυρία. Υιοθέτησε την κατάθεση της, Τεκμήριο 4 στην οποία ανέφερε ότι στις 13.9.07 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής KMB412 προς Καλό Χωριό με ταχύτητα γύρω στα 60 - 75 χαω περίπου. Πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας υπήρχε μπροστά της στην αριστερή λωρίδα ένα αυτοκίνητο το οποίο προσπέρασε 3 μέτρα περίπου πριν την πρώτη άσπρη γραμμή των φώτων τροχαίας. Αφού προσπέρασε και το φανάρι το οποίο έβλεπε απο μακρυά ήταν πράσινο συνέχισε την πορεία της χωρίς να ελαττώσει. Περνώντας την πρώτη γραμμή το φανάρι άλλαξε σε πορτοκαλί και ενώ συνέχισε ευθεία ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι της έστριψε δεξιά χωρίς να σταματήσει με αποτέλεσμα να της κόψει το δρόμο. Προσπάθησε να τον αποφύγει στρίβοντας αριστερά αλλά δεν απεφεύχθη η σύγκρουση. Στη συνέχεια διαπίστωσε ότι το άλλο αυτοκίνητο είχε συγκρουστεί και σε αυτοκίνητο που βρισκόταν σταματημένο στ' αριστερά σε κόκκινο φανάρι. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είδε το αυτοκίνητο του ΜΚ2 όταν η ίδια είχε μπει στη διασταύρωση, τη στιγμή της σύγκρουσης. Προηγουμένως δεν το είχε δει καθόλου. Η ίδια δεν είχε σταματήσει καθόλου. Είχε ελέγξει το δρόμο ο οποίος ήταν καθαρός. Αρνήθηκε υποβολή ότι πέρασε με κόκκινο και ότι δεν είχε ελέγξει το δρόμο. Δεν είχε πλήρη ορατότητα, τα φώτα βρίσκονταν σε ύψωμα. Ως εκεί που έβλεπε ο δρόμος ήταν καθαρός. Δεν μπορούσε να δει πέραν των φώτων τροχαίας. Αρνήθηκε υποβολή ότι μπορούσε να δει γιατί είχε μεγάλη ορατότητα. Μετά το τέλος της υπόθεσης δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο μάρτυρας στο κατηγορητήριο, Ανδρέας Νικολάου κατά την ώρα του ατυχήματος βρισκόταν στο άλτ της οδού Μακεδονίας με κόκκινο φως αναμένοντας να ανάψει πράσινο, οδηγώντας σύμφωνα με την πορεία Γ. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο. Απάντησε ικανοποιητικά σε ότι ρωτήθηκε και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή. Έθεσε τόσο με την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 3 τα δικά του ευρήματα. Κανένα κλονιστικό στοιχείο δεν έχει προκύψει από την αντεξέταση του μάρτυρα και η μαρτυρία του όσον αφορά τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 3, τις ζημιές στα οχήματα και τα ευρήματα του γίνονται αποδεκτά στην ολότητα τους. Βεβαίως κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιαστικά κενά σε πολλά σημεία, παραδείγματος χάριν τον υπολογισμό του σημείου σύγκρουσης, για το οποίο δεν προέβη σε εξετάσεις καθώς και σε σχέση με τις λεπτομέρειες της λειτουργίας των φώτων τροχαίας, τα οποία θα μπορούσαν να βοηθήσουν το Δικαστήριο στην ευχερέστερη αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας (βλ.Halloumias v. The Police
(1970)2 C.L.R. 154). O MK2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση, η μαρτυρία του ήταν ασαφής ανακριβής αλλά και αντιφατική. Καταρχήν αναφέρω ότι το γεγονός ότι το αυτοκίνητο του βρισκόταν εντός της παρόδου της οδού Μακεδονίας κατά τη σύγκρουση αναφέρθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του και κατά την άποψη μου αποτελεί ύστερη του σκέψη. Περαιτέρω, η πιο πάνω θέση του δεν φαίνεται να συνάδει ούτε και με το σημείο σύγκρουσης που ο ίδιος υπέδειξε στο ΜΚ1 όπως σημειώθηκε από τον τελευταίο στο Τεκμήριο 3 ούτε και υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του ΜΚ
- Έχω δε την άποψη ότι η θέση του ότι είχε σταματήσει στο πράσινο φανάρι προτού αρχίσει να στρίβει προς δεξιά και παραταύτα παρά την ύπαρξη ορατότητας δεν είδε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης, το οποίο είδε ξαφνικά όταν έφθασε στο μέσο της διασταύρωσης στερείται πειστικότητας, έχοντας υπόψη και την μεγάλη απόσταση που διένυσε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης όπως προκύπτει από το σχέδιο του ΜΚ
- Στερείται επίσης πειστικότητας και αντίκειται στη λογική ο ισχυρισμός του ότι παρά το ότι δεν υπήρξε ανακοπή πορείας της κατηγορουμένης και παρά το ότι βρισκόταν αριστερά του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης και εντός της παρόδου η κατηγορουμένη «τα έχασε» όταν τον είδε και κινήθηκε προς αριστερά. Είναι δε αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σύμφωνα με το ΜΚ2 η καταγραφή του δυστυχήματος ήταν γενικά κακή. Ο ΜΚ1 δεν σημείωσε τα ίχνη τροχοπέδησης και πλαγιολίσθησης τα οποία υπήρχαν, ούτε και έλαβε υπόψη του τα σπασμένα γυαλιά. Παραταύτα ο ΜΚ2 έχει υπογράψει το πρόχειρο σχέδιο του ΜΚ2, τίποτε δε δεν αναφέρει στην κατάθεση του σε σχέση με την ύπαρξη ιχνών ή γυαλιών στο δρόμο ή γενικά περί κακής καταγραφής του δυστυχήματος. Εν πάση περιπτώσει ο ΜΚ1 τίποτε δεν αναφέρει στη μαρτυρία του σε σχέση με την ύπαρξη τέτοιων ευρημάτων. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ
- Ούτε και η κατηγορουμένη μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της ήταν ασαφής και αόριστη σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα. Η θέση της ότι δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου παρά μόνο τη στιγμή της σύγκρουσης γιατί δεν είχε πλήρη ορατότητα δεν έχει επεξηγηθεί και παρέμεινε μετέωρη. Προβλήθηκε δε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση της και αποτελεί κατά την άποψη μου ύστερη σκέψη. Η δε θέση της ότι έλεγξε το δρόμο ο οποίος ήταν καθαρός αναιρείται εκ των πραγμάτων. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, αφού τόσο ο ΜΚ2 όσο και η κατηγορουμένη έχουν κριθεί αναξιόπιστοι. Οι αποδεκτές μετρήσεις και τα αποδεκτά ευρήματα του ΜΚ1 ο οποίος δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβη το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ.Ε. v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης v. Dhranghji
(1990)1 AAΔ 1013, Αντώνη Παπαϊωάννου v. Νίκου Νικολάου,
(2005)1 ΑΑΔ 800). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 ΑΑΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με τη νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά v. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή v. Χίνη,
(2000)1 AAΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου Μπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R 188). Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ1 και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύγκρουσης των τριών αυτοκινήτων. Περαιτέρω ελλείπει μαρτυρία ότι η κατηγορουμένη παρεξέκλινε της πορείας της ούτως ώστε στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από αυτήν να δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι ήταν αμελής. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού η κατηγορουμένη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς η κατηγορουμένη απαλλάσσεται και αθωώνεται. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο