Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Έρνεστ Λεωνίδη, Αρ. Υπόθεσης: 11255/05, 21.1.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11255/05 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Έρνεστ Λεωνίδη Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 21.1.2008 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: κος Χ. Φωτίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: α) Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. β) Εσκεμμένη παρακώλυση αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα. γ) Αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε την εξής μαρτυρία: Ο ΜΚ1 αστυφύλακας 3437 Αριστοτέλης Αριστοτέλους είναι ο παραπονούμενος στην πρώτη κατηγορία. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του στις 13.11.05 και περί ώρα 00.15 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με δύο συναδέλφους του εντόπισε σε ανοιχτό χώρο έναντι του ξενοδοχείου «Mayfair» το όχημα με αριθμούς εγγραφής KHR510 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο να κάμνει 1-2 γύρους στο χωράφι και μετά να πηγαίνει zig-zag και λόγω της θέσης του στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών θεώρησε ότι οι κινήσεις του ήταν ύποπτες. Οπότε έθεσαν σε λειτουργία τον υπηρεσιακό φάρο και σειρήνα και του έκαναν σήμα να σταματήσει. Όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε προσέγγισαν τον κατηγορούμενο και ο ΜΚ1 αφού του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα του ζήτησε να τον ερευνήσουν τόσο τον ίδιο όσο το αυτοκίνητο του λόγω υποψίας τους για κατοχή ναρκωτικών. Ακολούθως ο κατηγορούμενος εξήλθε του αυτοκινήτου και αφού τους ανάφερε ότι δεν τους επέτρεπε να προβούν σε έρευνα έβαλε το σώμα του μπροστά στην πόρτα του αυτοκινήτου, έσπρωξε τον ΜΚ1 με τα χέρια του στο στήθος και τον κτύπησε στα χέρια και το πρόσωπο. Τότε ο ΜΚ1 τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα και με τους συναδέλφους του προσπάθησε να του περάσουν χειροπέδες αλλά λόγω της αντίστασης που πρόβαλλε με τα πόδια και τα χέρια του αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν βία για να τον ακινητοποιήσουν. Ακολούθως ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό ενώ στην έρευνα που ακολούθησε στο αυτοκίνητο του, δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε . Ο ΜΚ2 αστυφύλακας 1833 Ιωάννης Χριστοδούλου απλά κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Η ΜΚ3 Νίκη Βασιλείου, γιατρός στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου εξέτασε τον παραπονούμενο και αυτός έφερε εκχυμώσεις και ερυθρότητα στην έσω επιφάνεια των δεξιών και αριστερών αντιβραχιόνιων, μικροεκδορά ½ εκατοστού στην έσω πλευρά πηχιοκαρπικής και ερυθρότητα στη μετωπιαία χώρα δεξιά και οίδημα, τραύματα που θα πρέπει να προκλήθηκαν την ίδια μέρα της εξέτασης. Ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία προτίμησε να δώσει μαρτυρία ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρα και δεν κάλεσε μάρτυρες. Στη μαρτυρία του έδωσε τη δική του εκδοχή για όσα διαδραματίστηκαν ένα βράδυ μέσα στο Μάη ή Νιόβρη του
- Φεύγοντας από το πάρτυ βάπτισης στο οποίο παρευρέθηκε και είχε καταναλώσει 2-3 ποτά σφηνάκια και κατευθύνετο προς το σπίτι του, ένιωσε κουρασμένος και σταμάτησε κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστεί. Δεν πρόλαβε να κατεβάσει την καρέκλα και να κλείσει τα μάτια του οπότε ένοιωσε ένα φανάρι αναμμένο στο πρόσωπο του και του ζητήθηκε να βγει έξω. Συμμορφώθηκε και ζήτησε από τα πρόσωπα που κρατούσαν το φανάρι να του δείξουν την αστυνομική τους ταυτότητα αφού ήταν με πολιτική περιβολή. Τότε πρόσεξε τον ένα από τους τρεις να μπαίνει στο αυτοκίνητο του και να κάθεται στη θέση του συνοδηγού και να ερευνά τα συρτάρια του αυτοκινήτου του χωρίς καν να τον ρωτήσουν. Ο κατηγορούμενος κάθισε και αυτός στο αυτοκίνητο και τον ρώτησε τι κάμνει και εκείνος του απάντησε «σκάσε» και με το χέρι του τον κτύπησε στη δεξιά πλευρά του προσώπου και στο στόμα με αποτέλεσμα να σπάσει ένα δόντι. Όταν ξαναπροσπάθησε να τον κτυπήσει, ο κατηγορούμενος σήκωσε το αριστερό του χέρι και ο αστυνομικός που ήταν έξω άρχισε να φωνάζει: «σηκώνεις χέρι πάνω σε αστυνομικό;». Ακολούθως έβαλε μέσα στο αυτοκίνητο το κεφάλι του και έπιασε τον κατηγορούμενο από τα μαλλιά από πίσω. Τότε ο κατηγορούμενος έπιασε τα χέρια του και ο αστυνομικός τον τράβηξε ρίχνοντας τον κάτω στο έδαφος. Από το σημείο αυτό και μετά ο κατηγορούμενος δεν θυμόταν τίποτε παρά μόνο όταν ξύπνησε είδε τα χέρια του να ήταν δεμένα πισθάγκωνα και ο αστυνομικός του έλεγε «μη λες τίποτε». Ακολούθως τον μετέφεραν στον Σταθμό. Την επόμενη μέρα του επεισοδίου του έβγαλαν φωτογραφίες στις οποίες φαίνονται τα τραύματα που του προκάλεσαν οι αστυνομικοί. Είναι ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι σε καμία περίπτωση αντέδρασε, απλά επέμενε να του δείξουν τις αστυνομικές ταυτότητες τους. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι μπαίνοντας στο χώρο στάθμευσης κοίταξε αριστερά και επειδή δεν είχε άδειο χώρο έκαμε ένα γύρο και σταμάτησε κάτω από ένα δένδρο. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να μη πιστέψει τους μάρτυρες κατηγορίας τονίζοντας το παράνομο της έρευνας που διεξήχθηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου που ήταν και η αιτία για όσα ακολούθησαν. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να προτιμήσει την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Είναι φανερό από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί ότι υπάρχουν δύο διαμετρικά αντίθετες εκδοχές όσον αφορά τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν το πρωϊνό της 13/11/
- Από τη μια αυτή του ΜΚ1 που είναι ο παραπονούμενος αστυνομικός στην πρώτη κατηγορία ότι ενώ με άλλους δυο συναδέλφους του της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία, αντιλήφθηκαν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος να κάμνει 1-2 γύρους στο χωράφι απέναντι του ξενοδοχείου «Mayfair» και μετά να πηγαίνει zig-zag. Επειδή θεώρησαν ύποπτες τις κινήσεις του λόγω της πείρας τους στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών θεώρησαν σκόπιμο να το ερευνήσουν. Στην απόφαση τους αυτή ο κατηγορούμενος έφερε ένσταση και στην προσπάθεια του να τους εμποδίσει επιτέθηκε εναντίον του ΜΚ
- Από την άλλη αυτή του κατηγορουμένου ότι αναίτια και παράνομα οι αστυνομικοί επιχείρησαν να ερευνήσουν το αυτοκίνητο του και στις διαμαρτυρίες του κατηγορουμένου, αυτοί του επιτέθηκαν και τον κτύπησαν προκαλώντας του σωματικές βλάβες. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι η έρευνα στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση εντάλματος έρευνας από το Δικαστήριο που ήταν και η αιτία που ο κατηγορούμενος αντέδρασε και διαμαρτύρετο, με κανένα τρόπο μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη παραθέτοντας και σχετική νομολογία. Δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την ακρόαση ότι η έρευνα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου από μέρους των αστυνομικών της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών δεν έγινε κατόπιν δικαστικού εντάλματος έρευνας για το σκοπό αυτό. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η έρευνα στηρίχθηκε μόνο στις υποψίες των αστυνομικών ότι λόγω της συμπεριφοράς του οδηγού του αυτοκινήτου με το να κάμει 1-2 γύρους στο χωράφι και μετά να πηγαίνει zig-zag ο κατηγορούμενος σχετίζετο με ναρκωτικά. Τέτοιο δικαίωμα σε αστυνομικό παρέχεται από το άρθρο 29
(2)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 έως 2000 το οποίο προνοεί τα εξής: "
(1)........................
(2)Αστυφύλαξ έχων εύλογον αιτίαν να υποπτεύηται ότι οιονδήποτε πρόσωπον κατέχει ελεγχόμενον φάρμακον κατά παράβασιν του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε δυνάμει τούτου γενομένων κανονισμών δύναται- (α) να ερευνήση το πρόσωπον τούτο και να κρατήση τούτο διά σκοπούς ερεύνης. (β) να ερευνήση οιονδήποτε όχημα ή σκάφος εν τω οποίω ο αστυφύλαξ υποπτεύεται ότι το φάρμακον δυνατόν να ευρίσκηται και προς τον σκοπόν τούτον να απαιτήση όπως το πρόσωπον το έχον υπό τον έλεγχον αυτού το ρηθέν όχημα ή σκάφος σταματήση τούτο. " Είναι φανερό από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι η κρίση για την ύπαρξη εύλογης αιτίας για υποψία κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου αναφέρεται στον αστυνομικό που προβαίνει στην έρευνα του προσώπου ή αυτοκινήτου και όχι στο Δικαστήριο. Ασφαλώς δεν είναι η περίπτωση έκδοσης εντάλματος ερεύνης από το Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ή του άρθρου 29
(3)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 έως 2000, όπου είναι προϋπόθεση ο Δικαστής που επιλαμβάνεται της αίτησης να ικανοποιηθεί ότι από την ενώπιον του μαρτυρία αποκαλύπτεται εύλογη υπόνοια για διάπραξη αδικήματος, οπότε θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο τα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούν την έκδοση του εντάλματος έρευνας αναγκαία ή επιθυμητή. Στην παρούσα περίπτωση ο ΜΚ1, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, έκρινε ότι, από την συμπεριφορά του οδηγού του αυτοκινήτου, λόγω της πείρας του στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών, με το να κάμει 1-2 γύρους στο χώρο στάθμευσης που ουσιαστικά ήταν χωράφι και μετά να πηγαίνει zig-zag, ο οδηγός του κατέχει ελεγχόμενο φάρμακο ή σχετίζεται με αδίκημα που αφορά ναρκωτικά. Γι' αυτό και του ζήτησαν να σταματήσει για να υποβληθεί σε σχετική έρευνα. Συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο στις ενέργειες του ΜΚ1 και συναδέλφων του λόγω της υποψίας που τους δημιούργησε ο τρόπος οδήγησης του κατηγορουμένου να σταματήσουν τον κατηγορούμενο και να προβούν σε έρευνα του ιδίου ή του αυτοκινήτου του. Όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, προτιμώ την εκδοχή του ΜΚ1 από αυτή του κατηγορούμενου για τους εξής λόγους: Ο ΜΚ1 ήταν σαφής, με φυσικό και αβίαστο τρόπο προέβη σε αφήγηση των γεγονότων χωρίς σε κανένα στάδιο να κλονιστεί η μαρτυρία του. Ο μάρτυρας αυτός άφησε εξαίρετη εντύπωση στο Δικαστήριο, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του παρά την επίμονη αντεξέταση που υπέστη. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να δεχτώ τη μαρτυρία του ως ειλικρινή και αληθινή. Η μαρτυρία της ΜΚ3 επίσης μου φάνηκε ειλικρινής. Τη θεωρώ ανεξάρτητο μάρτυρα και δέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο δεν ήταν συνεπής στις θέσεις που πρόβαλε και ήταν φανερή η προσπάθεια του να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης σε όσα του καταλογίζονται. Δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι ο αστυνομικός τον κτύπησε στο στόμα με το χέρι του και έσπασε το δόντι του. Τέτοιος τραυματισμός όμως δεν υποστηρίζεται από ιατρική μαρτυρία και ούτε επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες που κατάθεσε ως Τεκμήριο 3. Επίσης η δικαιολογία που έδωσε για την παρουσία του μέσα στο χωράφι ότι δηλαδή κατευθυνόμενος προς το σπίτι που άφησε την οικογένεια του μέσα στην Πάφο, κουράστηκε και ήθελε να κοιμηθεί γι' αυτό και μπήκε σε ένα χωράφι και στάθμευσε κάτω από το δέντρο για να κοιμηθεί, δεν μου φάνηκε λογική. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του παραδέχθηκε ότι δεν δέχθηκε αδιαμαρτύρητα την έρευνα στο αυτοκίνητο του. Αντίθετα επέμενε να του δείξουν τις αστυνομικές τους ταυτότητες και έπιασε τα χέρια του αστυνομικού που του είχεν πιάσει τα μαλλιά από πίσω, μετά που σήκωσε το χέρι του ψηλά και κτύπησε πάνω του ο αστυνομικός που ήταν καθισμένος μέσα στο αυτοκίνητο του. Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση βρίσκω ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 13/11/05 και ώρα περίπου 00.15 ενώ ο ΜΚ1 με δύο συναδέλφους του της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών ήταν σε μηχανοκίνητη περιπολία αντιλήφθηκαν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KHR510 να οδηγείται από τον κατηγορούμενο σ' ένα χωράφι απέναντι από το ξενοδοχείο "Mayfair» κατά τρόπο που τους κίνησε την υποψία ότι σχετίζεται με ναρκωτικά. Τότε έθεσαν σε λειτουργία τον υπηρεσιακό φάρο και τη σειρήνα του αυτοκινήτου της Αστυνομίας και τον κάλεσαν να σταματήσει. Όταν σταμάτησε προσέγγισαν τον κατηγορούμενο και αφού ο ΜΚ1 του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, του ζήτησε να ερευνήσουν τον ίδιο και το αυτοκίνητο του. Τότε ο κατηγορούμενος εξήλθε του αυτοκινήτου και έβαλε το σώμα του μπροστά στην πόρτα για να τον εμποδίσει στην έρευνα και έσπρωξε τον ΜΚ1 και τον κτύπησε με τα χέρια του στο πρόσωπο. Τότε ο ΜΚ1 τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, η ώρα 00.20 τον συνέλαβε. Στην προσπάθεια των αστυνομικών να του περάσουν χειροπέδες ο κατηγορούμενος αντιδρούσε προβάλλοντας αντίσταση. Τελικά ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό ενώ ο ΜΚ1 μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και κατά την εξέταση του από το ΜΚ3 έφερε εκχυμώσεις και ερυθρότητα στις έσω επιφάνειες του δεξιού και αριστερού αντιβραχιόνων και μικροεκδορά στην έσω επιφάνεια της δεξιάς πηχιοκαρπικής, ερυθρότητα στη μετωπιαία χώρα και οίδημα. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα που αφορά η πρώτη κατηγορία προβλέπει ως συνθετικά στοιχεία του αδικήματος το γεγονός της επίθεσης και την πρόκληση συνεπεία αυτής πραγματικής σωματικής βλάβης. Το τι συνιστά «πραγματική σωματική βλάβη» φαίνεται από το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 40η έκδοση, σελ. 1282, παράγραφος 2637 και είναι τα εξής: «Actual bodily harm means exactly what it says, some actual bodily injury. It need not be an injury of a permanent character nor need it amount to what would be considered to be grevious bodily harm» Στην υπόθεση Georghiades v. The Police
(1985)2 AAΔ 56, αποφασίστηκε από το Εφετείο ότι επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα είναι αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας είναι η εσκεμμένη παρεμπόδιση οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του. Τέλος τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας είναι η αντίσταση κατά της νομίμου σύλληψης. Έχοντας υπόψη τον τρόπο που ενήργησε ο κατηγορούμενος και την απουσία συγκατάθεσης από μέρους του ΜΚ1 βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί η επίθεση εναντίον του από μέρους του κατηγορουμένου και ο τραυματισμός του ήταν συνέπεια της επίθεσης αυτής γι' αυτό και ο κατηγορούμενος είναι ένοχος στην πρώτη κατηγορία. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου ότι η έρευνα που επιχείρησαν να κάμουν οι αστυνομικοί του Τμήματος Καταπολέμησης Ναρκωτικών στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ήταν νόμιμη και ο κατηγορούμενος πρόβαλλε αντίσταση στην έρευνα χρησιμοποιώντας βία δηλαδή σπρώχνοντας και κτυπώντας τον ΜΚ1 οι αστυνομικοί είχαν κάθε δικαίωμα να τον συλλάβουν· και να χρησιμοποιήσουν τέτοια βία που ήθελε κριθεί αναγκαία για το σκοπό αυτό. Ο κατηγορούμενος έθεσε στην υπεράσπιση του τον ισχυρισμό ότι κακοποιήθηκε από τους αστυνομικούς. Θα πρέπει να τονιστεί ότι κατά την σύλληψη ενός προσώπου, οι αστυνομικοί δεν θα πρέπει να προβούν σε ενέργειες περισσότερες από εκείνες που λογικά είναι αναγκαίες για τη σύλληψη και σε περίπτωση που αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει βία, οι τραυματισμοί που μπορεί να προκαλέσει στο πρόσωπο που αντιστέκεται στη σύλληψη δεν θα πρέπει να είναι δυσανάλογοι στους τραυματισμούς που ο αστυνομικός προσπαθεί να αποφύγει (βλ. Castelow and Another v. The Police
(1970)2 Α.Α.Δ. 41). Δεν αποκλείω την πιθανότητα οι αστυνομικοί να χρησιμοποίησαν βία κατά τη σύλληψη του κατηγορούμενου και την προσπάθεια τους να βάλουν τον κατηγορούμενο στο αυτοκίνητο της Αστυνομίας για να τον μεταφέρουν στον Αστυνομικό Σταθμό, όπως είναι εξάλλου παραδεκτό από τον ΜΚ1. Αυτή όμως η συμπεριφορά τους δεν απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από την ευθύνη των δικών του ενεργειών που προηγήθηκαν και οδήγησαν στη σύλληψη του. Ακόμα και ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι μπήκε και κάθισε στο αυτοκίνητο του και διαμαρτύρετο για την έρευνα και έπιασε ακολούθως τα χέρια του αστυνομικού. Κατά συνέπεια βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορούμενου τον οποίον κρίνω ένοχο και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Α. Πούγιουρου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΜΠ/ΛΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο