← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χριστόδουλος Κώστα, Aρ. Υπόθεσης 3272/2005, 22.1.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χριστόδουλος Κώστα, Aρ. Υπόθεσης 3272/2005, 22.1.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 3272/2005 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου V Χριστόδουλος Κώστα Ημερομηνία: 22.1.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα Για τον κατηγορούμενο : κ. Αλ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος : Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες: 1) Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 2) Δημόσια εξύβριση κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και 3) Κακόβουλη ζημιά κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αυτά διαπράχθηκαν στις 8.12.2004 στο Κάτω Πύργο της Επαρχίας Πάφου όταν ο κατηγορούμενος επιτέθηκε παράνομα κατά του Διογένη Στυλιανού από τον Κ. Πύργο και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, τον εξύβρισε και εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους Λ.Κ.50.- στην περίφραξη της οικίας του. Μαρτυρία και Τεκμήρια της υπόθεσης: Προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχή, κατέθεσαν 4 μάρτυρες, ο Αστυφ. 2178 Γεννάδιος Ιωάννου, ο Διογένης Στυλιανού (Μ.Κ.2) η Δρ. Βιολίνα Πέτρου (Μ.Κ.3) και ο Α/Αστυφ. 1306 Σάββας Σπυρίδωνος. Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν συνολικά 6 τεκμήρια, ως ακολούθως: 1) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 1) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 2) Έντυπο ημερομηνίας 8.12.2004 με Ιατρική έκθεση (Τεκμήριο 2) 3) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.2 (Τεκμήριο 3) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 4) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.4 (Τεκμήριο 4) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 5) Ανακριτική κατάθεση κατηγορούμενου (Τεκμήριο 5) 6) Γραπτή κατάθεση του Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 6) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον Άριστο Ανδρέου (Μ.Υ.1). Από το εδώλιο του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος ανέφερε: «υιοθετώ την κατάθεση μου που έδωσα στην αστυνομία - και εγώ δεν τον χτύπησα αλλά ούτε τον ύβρισα, είναι εντελώς ψέματα και είμαι αθώος». Στην ανακριτική του κατάθεση, ο κατηγορούμενος, περιγράφει τις σχέσεις του με τον παραπονούμενο ως μη καλές, μεταξύ άλλων και λόγω συνοριακών διαφορών. Στις 8.12.2004 αναφέρει ότι είδε τον συγχωριανό του Ανδρέα Κάρο μαζί με ένα υπάλληλο του στην παρουσία του παραπονούμενου να προσπαθούν να τοποθετήσουν ένα σιδερένιο κάγκελο, τότε πλησίασε τον Ανδρέα και του είπε να μην βάλει το κάγκελο γιατί το χωράφι είναι δικό του και θα πάει στην Αστυνομία. Ο Ανδρέας σταμάτησε και του είπε ότι θα αποχωρήσει για φαγητό και όταν επιστρέψει αν έρθει η αστυνομία και του πει θα σταματήσει. Αναφέρει ο κατηγορούμενος, ότι επισκέφτηκε τον αστυνομικό σταθμό όπου βρήκε την Γ/Α 5536, η οποία ήταν μόνη της και του είπε όταν έρθει ο επόμενος συνάδελφος θα επιληφθεί της υπόθεσης. Περί ώρα 14:30 όταν επέστρεψε στο μέρος, ο Ανδρέας Κάρος δεν ήταν εκεί και ενώ ο παραπονούμενος διέσχιζε πεζός από την μέση το κτήμα του είπε γιατί περνά από το κτήμα του αφού του απαγορεύει και αυτός του απάντησε, ότι θα βάλει το κάγκελο και θα κόψει και την ελιά. Αναφέρει ο κατηγορούμενος ότι στην κατοχή του εκείνη την ώρα δεν είχε κουνιά ή άλλο αντικείμενο γιατί δεν είχε πρόθεση ούτε να τον χτυπήσει ούτε να τον εκφοβίσει. Αρνείται στην κατάθεση του ότι τον εξύβρισε και όταν είδε τον παραπονούμενο να αντιδρά και να φωνάζει ότι θα βάλει το κάγκελο έφυγε για να μην συζητήσει μαζί του ενώ την ίδια ημέρα ο παραπονούμενος έβαλε το κάγκελο. Τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας, και ο Μ.Υ.1 έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, έχουν ληφθεί υπόψη μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια από το Δικαστήριο και δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη την μαρτυρία, παρά τα σημεία, τα οποία θα κρίνω ακολούθως ότι είναι σημαντικά σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου οτιδήποτε λέχθηκε από τους συνηγόρους αμφότερων των πλευρών προς υποστήριξη των θέσεων τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. Πέραν των όσων ο Μ.Κ.1 αναφέρει στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δεν γίνονται αποδεκτά από το δικαστήριο, εφόσον η υπόλοιπη μαρτυρία του αποδυναμώνεται και καταρρίπτεται από άλλη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, η οποία πιο κάτω κρίνεται αξιόπιστη και αναφέρομαι στην μαρτυρία της Μ.Κ.
  2. Η μαρτυρία του M.K.1 επίσης έρχεται και σε αντίθεση με την μαρτυρία του παραπονούμενου (Μ.Κ.2), του οποίου όμως θα πρέπει να σημειωθεί, η μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή, δεν στηρίζομαι φυσικά σε αναξιόπιστη μαρτυρία για να καταλήξω στο πιο πάνω συμπέρασμα, αλλά στο γεγονός ότι οι δύο αυτές μαρτυρίες, του Μ.Κ.1 και του παραπονούμενου (Μ.Κ.2) δεν συνάδουν, δεν αλληλοσυμπληρώνονται αλλά αντικρούονται με αποτέλεσμα να εξουδετερώνει η μια την άλλη στα κύρια της σημεία. Ο Μ.Κ.1 στην αντεξέταση του ανάφερε ότι ο Μ.Κ.2, ο παραπονούμενος, προσήλθε για πρώτη φορά στον αστυνομικό σταθμό, στις 8.12.2007 περί ώρα 15:00 και έκανε καταγγελία όπου και του χορήγησε το Τεκμήριο 2 και τον συμβούλεψε να δει γιατρό και μετά να πάει να δώσει κατάθεση. Όλα τα πιο πάνω ο Μ.Κ.1 δεν τα αναφέρει στην κατάθεση του. Ο Μ.Κ.2 στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του (Τεκμήριο 3 σελ. 4), αναφέρει ότι μετά το επεισόδιο πήγε στο Νοσοκομείο Κ. Πύργου όπου του έκαναν στις Α΄ βοήθειες και ότι μετά τηλεφώνησε στην αστυνομία και έκανε το παράπονο του, επίσης στην κατάθεση του αναφέρει ότι μετά επειδή πονούσε τον λαιμό του έφυγε αμέσως για το Νοσοκομείο Πάφου και επίσης προβάλλει και τους λόγους για τους οποίους καθυστέρησε να πάει στην αστυνομία να δώσει κατάθεση. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1, σε ερώτηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου, αν το έντυπο, Τεκμήριο 2, είναι απαραίτητο για να πάει κάποιος στον γιατρό, απάντησε ότι δεν είναι απαραίτητο να προσέλθει πρώτα στον σταθμό γιατί προέχει η υγεία του, ενώ στην αμέσως επόμενη ερώτηση, αν απόκλειε να έγινε αυτό στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο μάρτυρας απάντησε «δεν το γνωρίζω». Θεωρώ ότι τα πιο πάνω δείχνουν και την αδυναμία από μέρους του μάρτυρα, να υποστηρίζει με θετικό αλλά και πειστικό τρόπο, ότι το τεκμήριο 2 χορηγήθηκε στον παραπονούμενο προτού να επισκεφθεί τον γιατρό. Στην τελευταία περίπτωση αν τα πράγματα ήταν ως τα ανάφερε, θα ήταν πιστεύω ο Μ.Κ.1 σε θέση να απόκλειε το πιο πάνω ενδεχόμενο και όχι να δήλωνε άγνοια. Από την μαρτυρία της Μ.Κ.3, συνάγεται, ότι το Τεκμήριο 2, το συμπλήρωσε την ίδια ημέρα που εξέτασε τον παραπονούμενο, αφού όμως αυτό της παρουσιάστηκε από την Αστυνομία μετά την εξέταση του παραπονούμενου και η μάρτυρας αυτή ουδέποτε ανάφερε ότι το Τεκμήριο 2 το είχε ο παραπονούμενος μαζί του και της το παρουσίασε όταν την επισκέφθηκε για να τον εξετάσει, συμφώνησε επίσης η Μ.Κ.3 ότι το Τεκμήριο 2 όταν το συμπλήρωσε το έδωσε πίσω στον αστυνομικό που της το είχε πάρει. Είναι εμφανές, ότι ο Μ.Κ.1, δεν έχει πράξει οτιδήποτε πέραν των όσων αναφέρει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) και από το γεγονός ότι σε αυτή αναφέρει ότι στην σκηνή μετάβηκε στις 21.12.2004, την ίδια ημέρα που λέει και στην κατάθεση του ότι προσήλθε στον σταθμό ο Μ.Κ.
  3. Ο ισχυρισμός του Μ.Κ.1, ότι διερεύνησε και το ζήτημα της ύπαρξης της κουνιάς δεν γίνεται πιστευτός, εφόσον κάτι τέτοιο δεν το αναφέρει στην κατάθεση του, δεν το ανάφερε στην κυρίως εξέταση, ως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο, αλλά για πρώτη φορά το επικαλείται στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε σχετικά. Εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή την μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος είναι και ο βασικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής. Από τον τρόπο γενικά που μαρτυρούσε μου έδωσε την εντύπωση ότι διακατέχετο από έντονα αρνητικά συναισθήματα έναντι του κατηγορούμενου, με τον οποίο οι σχέσεις τους φαίνεται να έχουν διαταραχθεί εδώ και αρκετά χρόνια, όπως παραδέχτηκε. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων η μαρτυρία του σε αρκετά της σημεία ήταν δυσνόητη και ακατανόητη, μπορώ φυσικά να αποδώσω τούτο, μέχρι ενός σημείου, στο ότι οφείλετο στην ηλικία του και στο μορφωτικό του επίπεδο, αλλά δεν είναι μονό αυτό, ο μάρτυρας ακόμη και στην κυρίως εξέταση υπέπεσε σε αντιφάσεις χωρίς την ανάγκη παρεμβολής της αντεξέτασης. Επίσης, η μαρτυρία του Μ.Κ.2, έρχεται σε αντίθεση με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής από την οποία και ελέγχεται η αξιοπιστία του, αυτή της ιατρού Μ.Κ.
  4. Η μαρτυρία του παραπονούμενου (Μ.Κ.2) δεν υποστηρίζεται ούτε από την πραγματική μαρτυρία ούτε από την επιστημονική μαρτυρία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση, Ανδρέας Γεωργίου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 6333 ημερομηνίας 19.12.1997, η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 ΑΑΔ 1003, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51). Θα πρέπει εδώ να τονιστεί ότι δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη της μαρτυρίας (βλ. Χαράλαμπος Αγαθοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 316). Οι αντιφάσεις για να έχουν αυτό το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη και άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Οι αντιφάσεις πρέπει να αξιολογηθούν μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και μόνο αν είναι ουσιαστικές μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του μάρτυρα. Ο Μ.Κ.2 στην κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε σε κάποιο αστυνομικό που «ήρτε τζικάτω» (μπορώ να υποθέσω στο μέρος που ισχυριζόταν ότι έγινε το συμβάν) και ότι ο Αστυνομικός ήταν που τον πήρε στη γιατρό, επίσης υποστήριξε ότι ο Αστυνομικός τον πήρε από τον γιατρό και τον πήρε στο σταθμό όπου ήρθαν δύο αστυνομικοί, κάποιος Στυλλής και κάποιος Στασής, ο ένας από αυτούς ήθελε να του πάρει κατάθεση (ο Στυλλής) ενώ ο άλλος, (ο Στασής) τον έβγαλε έξω από τον σταθμό και αρνήθηκε να του πάρει κατάθεση. Όλα τα πιο πάνω έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την γραπτή του κατάθεση στην οποία αναφέρει: « Από το δεξί μου χέρι έτρεχε αίμα και πήγα στο Νοσοκομείο Κ. Πύργου όπου μου έκαναν τις Α' Βοήθειες. Μετά τηλεφώνησα στην Αστυνομία και έκανα παράπονο ότι μου χτύπησε ο Χριστόδουλος με την κουνιά και ότι με έπιασε από τον λαιμό. Ο Αστυνομικός που βρισκόταν καθήκον που δεν θυμάμαι ποιος, μου είπε να έρθω στην Αστυνομία και να δώσω κατάθεση. Εγώ επειδή δεν ακούω καλά δεν κατάλαβα τι μου είπε ο γιατρός για το τραύμα μου και επειδή πονούσα το λαιμό μου έφυγα αμέσως για το Νοσοκομείο Πάφου και έβγαλα ακτινογραφίες. Να διορθώσω στο Νοσοκομείο Πάφου πήγα στις 10.12.2004 ημέρα Παρασκευή .» Ο Μ.Κ.2 στην κατάθεση του δίδει δικαιολογία και λόγους για τους οποίους καθυστέρησε να πάει στην αστυνομία να δώσει κατάθεση, λέγοντας ότι, αυτό έγινε γιατί απουσίαζε στην Λευκωσία και έπρεπε να βρει μεταφορικό μέσο, σε αντίθεση με τα πιο πάνω και με την θέση του ότι πήγε την ίδια ημέρα στον σταθμό αλλά τον έβγαλαν έξω και ότι αρνήθηκαν να του πάρουν κατάθεση. Στην προφορική του κατάθεση, ο Μ.Κ.2 περίγραψε με παραστατικό τρόπο, τον τρόπο που ο κατηγορούμενος προσπάθησε να το πνίξει, έδειξε μάλιστα ότι αυτό έγινε με την χρήση της κουνιάς και επανέλαβε τούτο σε κάθε περίπτωση που αυτός ερωτείτο ότι δηλαδή η απόπειρα πνιγμού έγινε με την κουνιά. Στην γραπτή του κατάθεση, σε αντίθεση με τα πιο πάνω, αναφέρει ότι ο Χριστόδουλος μετά που άφησε την κουνιά πήγε από πίσω του και με τον βραχίονα του δεξιού του χεριού τον έπιασε από τον λαιμό, του αγκάλισε τον λαιμό με το δεξί του χέρι και με το αριστερό του χέρι, το οποίο κρατούσε το δεξί τον έσφιγγε πιο δυνατά για να τον πνίξει. Ο Μ.Κ.2 αμφισβήτησε ακόμη και την ημερομηνία που χτυπήθηκε, όπως ισχυρίστηκε, από τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι αυτό έγινε στις 5.11.2004 και ότι έβαλαν, άλλην ημερομηνία. O M.K.2 περίγραψε ένα χτύπημα με κουνιά (τσεκούρι) και προσπάθεια πνιγμού δια της χρήσεως του ιδίου οργάνου, όπου του δημιουργήθηκαν τραύματα για τα οποία επισκέφθηκε ιατρό και τον εξέτασε. Η ιατρική μαρτυρία δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου και αντίστροφα οι ισχυρισμοί του με την ιατρική μαρτυρία. Η Μ.Κ.3, η μαρτυρία της οποία γίνεται αποδεκτή στα ουσιώδη της σημεία από το Δικαστήριο, ανέφερε στο δικαστήριο ότι διαπίστωσε εκδορά, η οποία δεν αιμορραγούσε και δεν είχε βάθος καθώς και οίδημα, ενώ σε σχέση με τον παράπονο του Μ.Κ.2 για προσπάθεια πνιγμού δεν διαπίστωσε οτιδήποτε εξωτερικό. Αν πράγματι συνεβαίνανε τα όσα ο παραπονούμενος περίγραψε, ειδικά ως προς τον τρόπο που δέχτηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο, σαφώς και τα τραύματα του θα ήταν σοβαρότερα, πράγμα με το οποίο συμφώνησε και η Μ.Κ.3 Προσπάθησε ο Μ.Κ.2, να πείσει ότι αντιμετώπισε σωρεία προβλημάτων υγείας λόγω της επίθεσης που δέχτηκε, μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι ούτε να καταπιεί δεν μπορεί, κάτι που προσπάθησε να συνδέσει με την ισχυριζόμενη απόπειρα πνιγμού του, καμία όμως ιατρική μαρτυρία δεν υποστήριξε τούτο, αντιθέτως η Μ.Κ.3 δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε τραύμα στο λαιμό του και συμφώνησε ότι μετά από απόπειρα πνιγμού θα πρέπει να υπάρχουν ερυθρότητα και εκδορές στο λαιμό, κάτι το οποίο δεν διαπίστωσε να έχει ο Μ.Κ.
  1. Και παρά το ότι ο Μ.Κ.2 στην κατάθεση του αναφέρεται στην ύπαρξη ακτινογραφιών και πορίσματος της ακτινολόγου και στην προφορική του κατάθεση ανέφερε επανειλημμένα ότι επισκέφθηκε και άλλους ιατρούς στη Λευκωσία και ότι έχει και πιστοποιητικά, όταν του ζητήθηκε να τα καταθέσει, παρά το ότι υπήρξε ένσταση στην κατάθεση φωτοαντιγράφων και ενώ δήλωνε ότι έχει τα πρωτότυπα έντονα αντιδρούσε και αρνήθηκε να τα παρουσιάσει. . Κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του ο παραπονούμενος, σε κάποιες από τις ερωτήσεις που τέθηκαν, υπήρξε ιδιαίτερα αντιδραστικός, ειδικότερα σε υποβολές που του τέθηκαν ότι δεν είχε υποστεί καμία επίθεση και καμία σωματική βλάβη, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις απέφευγε με τον τρόπο του να δώσει απαντήσεις ή ακόμη έδιδε απαντήσεις που ήταν άσχετες με τα ερωτήματα που του είχαν τεθεί, κάνοντας κατά αυτό τον τρόπο και εμφανή την αμηχανία του και την προσπάθεια του να αποφύγει να απαντήσει. Οι υπερβολές του ήταν τέτοιου βαθμού, μεγέθους, και εκτός λογικής, οι οποίες καθιστούν τους ισχυρισμούς του μη πιστευτούς και κατ΄ επέκταση την μαρτυρία του αναξιόπιστη. Για παράδειγμα, Ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε τέτοιο χτύπημα που το χέρι του αιμορραγούσε και ήταν όλο αίματα. Η ιατρική μαρτυρία δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο, το τραύμα που έφερε όταν επισκέφθηκε την Μ.Κ.3, το είδος και το μέγεθος του τραύματος του δεν συνηγορούν υπέρ των όσων ανάφερε. Ισχυρίστηκε ότι πήγε στο Νοσοκομείο Πάφου με το χαρτί που του δόθηκε από την ιατρό για να κάνει ακτινογραφίες και ότι ο Στασής που ήταν ένας αστυνομικός, όπως είπε, που τον πήρε στο Νοσοκομείο, του πήρε τις ακτινογραφίες και αφού τις είδε του είπε ότι δεν έχει τίποτα (ο αστυνομικός), και επίσης ότι ο Στασής δεν τις έδινε του γιατρού που τον εξέτασε, ο γιατρός δεν είδε τις ακτινογραφίες και ενώ του έλεγε αυτός ότι πονούσε το λαιμό του, ο γιατρός κοίταζε τα αυτιά του και του είπε ότι δεν έχει τίποτα, εννοώντας ότι ο γιατρός αρνήθηκε να τον εξετάσει στα σημεία που του έλεγε ότι πονούσε αλλά αυτός κοίταξε τα αυτιά του και του είπε ότι δεν έχει τίποτα. Εμπεριέχουν τόση υπερβολή τα πιο πάνω, που δεν συνάδουν με την λογική και κατ΄ επέκταση δεν μπορεί παρά να μην ανταποκρίνονται και στην αλήθεια. Περαιτέρω στην κατάθεση του σε αντίθεση με τον ισχυρισμό που πρόβαλε πιο πάνω, ότι δηλαδή ο Στασής κρατούσε τις ακτινογραφίες και αρνήθηκε να τις δώσει στον γιατρό, αναφέρει ότι τις ακτινογραφίες μετά που εκδόθηκαν τις κρατούσε ο ίδιος και μπήκε στο ιατρείο κάποιου ιατρού για να τις ελέγξει και να του πει τι έχει γιατί πονούσε τον λαιμό του και ο γιατρός χωρίς να τις δει του είπε ότι δεν έχει τίποτα. Είναι φανερό, ότι οι πιο πάνω αναφορές του Μ.Κ.2, έγιναν σε μια προσπάθεια του, να πείσει για τα γεγονότα και της περί της ύπαρξης σοβαρών τραυματισμών, και επειδή η εκδοχή του δεν υποστηριζόταν από ιατρική μαρτυρία επικαλέστηκε και άρνηση γιατρού να τον εξετάσει. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2, με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, ο τρόπος, το ύψος και τα λεγόμενα του δεν με έχουν πείσει ότι ενώπιον του Δικαστηρίου είπε την αλήθεια. Η μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη και συνεπακόλουθα δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Από την μαρτυρία της Μ.Κ.3 αποδέχομαι ότι κατόπιν εξέτασης του παραπονούμενου Μ.Κ.2, διαπίστωσε τα όσα στο Τεκμήριο 2 καταγράφονται, δηλαδή μια εκδορά στο δεξί χέρι 4 εκατοστών και ένα οίδημα 2 εκατοστών στη ραχιαία επιφάνεια. Επίσης αποδέχομαι ότι η εκδορά αυτή δεν αιμορραγούσε και δεν είχε βάθος. Δήλωσε όμως η Μ.Κ.3 αδυναμία να πει στο δικαστήριο καθότι δεν μπορούσε να θυμηθεί, η εκδορά σε σχέση με το οίδημα που ακριβώς ήταν, αλλά ούτε και σε ποιο σημείο του δεξιού χεριού ήταν η εκδορά. Από την μαρτυρία της δεν αποδέχομαι την γνώμη που εξέφρασε ότι ο ασθενής, ο παραπονούμενος δηλαδή, φάνηκε να δέχτηκε επίθεση, όχι μόνο γιατί αυτό που ανέφερε αποτελεί εξ΄ακοής μαρτυρία αλλά έχοντας υπόψη και το τι η ίδια δήλωσε, ότι δηλαδή τα τραύματα που αυτός είχε μπορούσαν να προκληθούν και από άλλους παράγοντες. Αποδέχομαι όμως την γνώμη της ότι μετά από απόπειρα πνιγμού θα πρέπει να υπάρχει ερυθρότητα και εκδορές στο λαιμό και ότι διαπίστωσε ότι ο Μ.Κ.2 δεν είχε ούτε ερυθρότητα αλλά ούτε και εκδορά στο λαιμό. Επίσης αποδέχομαι την γνώμη της ότι αν κάποιος έχει χτυπηθεί βίαια με τσεκούρι θα είχε πιο σοβαρούς τραυματισμούς από αυτούς του Μ.Κ.
  2. Η μαρτυρία του Μ.Κ.4 υπήρξε τυπική, ο μάρτυρας αυτός κλήθηκε για να καταθέσει την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου και δεν αμφισβητήθηκε για οτιδήποτε είπε στην διάρκεια της αντεξέταση του αλλά ερωτηθείς σχετικά ανάφερε γιατί η γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου έγινε στις 17.3.2005, λέγοντας ότι τότε είχε λάβει οδηγίες να τον κατηγορήσει. Ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Η επιλογή του κατηγορούμενου να μην δώσει ένορκο κατάθεση είναι μέσα στα δικαιώματα του και το δικαστήριο δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάσει το γεγονός αυτό, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε θα αναμένετο από τον κατηγορούμενο να δώσει κάποια εξήγηση (βλ. Βρακάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 ΑΑΔ 139 και Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 ΑΑΔ 2000). Εάν η ανώμοτη δήλωση δεν αξιολογείται αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Δεν μπορεί να απορρίψει ισχυρισμούς ή να αποδείξει γεγονότα που μόνο με τη μαρτυρία μπορούν να καταρριφθούν ή να αποδειχτούν (ανάλογα της περίπτωσης) μπορεί όμως αφετέρου να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα από το περιεχόμενο της για να βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική πλευρά. Σε περιπτώσεις που ένας κατηγορούμενος παραλείψει να δώσει μαρτυρία ενόρκως ή να καλέσει μάρτυρα για την υπεράσπιση του, το Δικαστήριο εξετάζει αν η μαρτυρία τη Κατηγορούσας Αρχής είναι αξιόπιστη και αν είναι αξιόπιστη προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει την κατηγορία εφόσον αποτελεί νομική αρχή ότι το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Ο Μ.Υ.1 μου έκανε καλή εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν θεωρώ ότι κλονίστηκε από το γεγονός ότι αυτός ανάφερε στην κατάθεση του ότι περί ώρα 16:00 αφίχθηκε στον Κ.Πύργο, ενώ το πιστοποιητικό της ιατρού αναφέρει ότι η ώρα 16:00 εξέτασε τον παραπονούμενο. Άλλωστε ο ίδιος ο παραπονούμενος στην κατάθεση του ανάφερε ότι σε κάποιο στάδιο ο Άριστος εμφανίστηκε στο μέρος, περιγράφει όμως ο Μ.Κ.2 τις ενέργειες του Άριστου με άλλο τρόπο ενώ ο Άριστος (Μ.Υ.1) με διαφορετικό τρόπο και με τρόπο μάλλον που τον αμφισβητεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω και αφού έχω απορρίψει την μαρτυρία του παραπονούμενου Μ.Κ.2, που είναι και ο ουσιώδης μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής, βρίσκω ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής οδηγείται αναπόφευκτα σε απόρριψη. Συνεπακόλουθα εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει τις κατηγορίες, εναντίον του κατηγορούμενου, με αξιόπιστη μαρτυρία, το δικαστήριο προχωρεί και αθωώνει τον κατηγορούμενο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στο κατηγορητήριο. Τα έξοδα εκ 529,67 ευρώ να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.