← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αγγέλα Κακαή, Aρ. Υπόθεσης 9616/2005, 30.1.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αγγέλα Κακαή, Aρ. Υπόθεσης 9616/2005, 30.1.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 9616/2005 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου V Αγγέλα Κακαή Ημερομηνία: 30.1.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα ( για να ακούσει απόφαση κ. Ξ. Ξενοφώντος) Για την κατηγορούμενη: κ. Σ. Σωκράτους Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη, αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και το αδίκημα της εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, η κατηγορούμενη, στις 28.1.2005 στη Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς της Επαρχίας Πάφου επιτέθηκε εναντίον της Αγγέλας Παρασκευά από την Αγία Μαρίνα και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη και κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο την εξύβρισε κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Μαρτυρία και Τεκμήρια της υπόθεσης: Προς υποστήριξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως 3 μάρτυρες, η Αγγέλα Παρασκευά (Μ.Κ.1) η Δρ. Μαρίνα Λιασίδου (Μ.Κ.2) και ο Αστ. 1693 Παναγιώτης Νικολάου (Μ.Κ.3). Kατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 4 τεκμήρια ως ακολούθως: 1) Γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 1) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της. 2) Ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 28.1.2004 (Τεκμήριο 2) 3) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.2 (Τεκμήριο 4) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 4) Ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης (Τεκμήριο 4) Η κατηγορούμενη όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον Κώστα Κακαή (Μ.Υ.2) Τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας, η κατηγορούμενη και ο Μ.Υ.1 έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, έχουν ληφθεί υπόψη μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια από το Δικαστήριο και δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη την μαρτυρία, παρά τα σημεία, τα οποία θα κρίνω ακολούθως ότι είναι σημαντικά σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου οτιδήποτε λέχθηκε από τους συνηγόρους αμφότερων των πλευρών προς υποστήριξη των θέσεων τους. Είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή διαγράφεται μέσα από την μαρτυρία που προσκόμισε, ότι στις 28.1.2005 περί ώρα 14:50 ενώ η Αγγέλα Παρασκευά είχε παρκάρει το αυτοκίνητο της στο γκαράζ του αδελφού της Παρασκευά Παρασευά στην Αγία Μαρίνα, κατέφθασε η κατηγορούμενη Αγγέλα Κακαή η οποία αφού πάρκαρε το όχημα της πίσω από το δικό της, μόλις η παραπονούμενη βγήκε από το όχημα της η κατηγορούμενη άρχισε να την υβρίζει με τις φράσεις «παλιοκόριστο, παλιογυναίκα, πουτάνα, όλη η Πόλη πήγε μαζί σου», ότι της επιτέθηκε δίνοντας της μια γροθιά στο σβέρκο και την τράβηξε από τα μαλλιά, προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, η οποία συνίσταται σε γρατσουνιά στην αυχενική χώρα δεξιά. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. H παραπονούμενη Μ.Κ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, κατέθετε με φυσικό και μη επιτηδευμένο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου, υπήρξε ειλικρινής και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του ενώ κάθε φορά που αυτή ερωτείτο για τα γεγονότα τα επαναλάμβανε ενώπιον του Δικαστηρίου με σταθερότητα και συνοχή. Επίσης, η μαρτυρία της Μ.Κ.1, συνάδει και με την μαρτυρία της γιατρού Μ.Κ.2 από την οποία και ελέγχεται η αξιοπιστία της. Η μαρτυρία της παραπονούμενης (Μ.Κ.1) υποστηρίζεται τόσο από την πραγματική μαρτυρία όσο και από την επιστημονική μαρτυρία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση, Ανδρέας Γεωργίου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 6333 ημερομηνίας 19.12.1997, η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου

(1993)1 ΑΑΔ 1003, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51). Η Μ.Κ.2, ήταν μια ανεξάρτητη μάρτυρας, απαντούσε με ευθύτητα και υπήρξε επεξηγηματική. Ενόψει της πολύ καλής εντύπωση που μου δημιούργησε η μάρτυρας αυτή, η μαρτυρία της, η γνώμη της και τα συμπεράσματα της γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στα όσα διαπίστωσε μετά από εξέταση που υπέβαλε την παραπονούμενη, τα οποία και κατέγραψε στο Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι η γρατσουνιά ήταν πρόσφατη και επανέλαβε τούτο στην υποβολή της υπεράσπισης ότι έγινε την προηγούμενη ημέρα, τεκμηριώνοντας την άποψη και το συμπέρασμα της. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.3, αυτός δέχτηκε περί ώρα 16:00 το παράπονο της Μ.Κ.1 και της χορήγησε το Τεκμήριο 2 για να επισκεφθεί το Νοσοκομείο. Επίσης ο μάρτυρας αυτός έλαβε την ανακριτική της κατηγορούμενης και την κατηγόρησε γραπτώς. Στην αντεξέταση απαντούσε με ευθύτητα και σε ότι αφορά τις δικές που ενέργειες δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ως προς τα λοιπά που του υποβλήθηκαν από την συνήγορο της κατηγορούμενης, ο μάρτυρας απάντησε με ειλικρίνεια. Η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη. Η κατηγορούμενη ως μάρτυρας δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση, υπήρξε εμφανής η προσπάθεια της να μην πει κάτι το οποίο θα έβλεπε την υπόθεση της και γι΄αυτό απαντούσε με επιτηδευμένο τρόπο. Ο τρόπος της, το ύφος της και τα λεγόμενα της δεν με έχουν πείσει ότι αυτή είπε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου κυρίως γιατί υπήρξε αντιφατική σε ουσιώδη γεγονότα. Από την μαρτυρία της αποδέχομαι όμως, το ότι αυτή βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς προτού καταλήξει στο γκαράζ που βρισκόταν η παραπονούμενη, άλλωστε αυτό το γεγονός δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή και ήταν κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε και από τον μάρτυρα της, Μ.Κ.3. Οι ισχυρισμοί της περί πλαστογραφιών δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο τεκμηριωθεί ενώπιον μου, και εν πάσει περιπτώσει θεωρώ αυτούς άσχετους με τα επίδικα ζητήματα και γεγονότα της υπόθεσης. Ήταν όμως εμφανές ότι μεταξύ της κατηγορούμενης και της οικογένειας της παραπονούμενης υπήρχαν διαφορές και ότι η κατηγορούμενη θεωρούσε υπεύθυνους την παραπονούμενη, τον αδελφό της και τον πατέρα της για τα οικονομικά προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί σε αυτή και για την κατάσταση που είχε περιέλθει την συγκεκριμένη ημέρα του επεισοδίου. Συγκεκριμένα και σε σχέση με της αντιφάσεις της αναφέρω τα ακόλουθα: Η κατηγορούμενη στην κατάθεση της αναφέρει τα εξής: « Έτσι στις 28.1.2005 και γύρω στις 1430 το απόγευμα, έπιασα το αυτοκίνητο μου και πήγα για να βρω τον Σάββα Παρασκευά για να δούμε τι θα γίνει. Τον αναζήτησα στο περίπτερο του στην Πόλη Χρυσοχούς αλλά δεν ήταν εκεί και είπαν ότι τον είχαν δει να πηγαίνει προς την Αγία Μαρίνα. Έτσι και εγώ ξεκίνησα για να πάω στο γκαράζ του γιου του Σάββα Παρασκευά για να δω αν ήταν εκεί ο Σάββας. Μόλις έφτασα εκεί ήταν, τα αδέλφια Αγγέλα, Άντρος και Παράσχος και οι τρεις παιδιά του Σάββα. Εκατέβηκα κάτω επήγα κοντά τους και ρώτησα τους που εν ο παπάς τους και τους είπα επίσης να δώσουν όλοι από λίγα λεφτά να πληρωθούν τα εντάλματα τα οποία μου δημιούργησε ο πατέρας τους και οι ίδιοι, διότι η Αστυνομία άρχισε να με πιέζει. Αντί όμως να μου δώσουν σημασία , αυτοί γελούσαν και με κορόιδευαν και η Αγγέλα έκαμε για να φύγει. Εγώ τότε νεύριασα και άρπαξα την Αγγέλα από τον γιακά της φανέλας της και της είπα «Που πάεις τζαι εν να φύεις; Στάθου τζιαμέ τζαι τούτα τα χρέη εσείς τα κάμετε. Να έβρετε λεφτά να τα πληρώσετε» και ακολούθως άφησα την. Εγώ δεν την έπιασε από τον γιακά με σκοπό να την δείρω αλλά απλώς για να μην φύγει να μείνει να ακούσει τι ήθελα να της πω. Ακολούθως, εσηκώστηκε πάνω ο Παράσχος, και εκούντησε με για να απομακρυνθώ που την αδελφή του και μου είπε αν την δέρω εν να έχω να κάμω μαζί του. Τίποτα άλλο δεν τους είπα, ούτε και σε καμία περίπτωση εξύβρισα κάποιον, εμπήκα μες το αυτοκίνητο του και επήγα στο σπίτι μου» Ενώ στην κατάθεση της, η κατηγορούμενη αναφέρει ότι την έπιασε από τον γιακά με σκοπό να μην φύγει και προβάλει την θέση ότι δεν είχε σκοπό να την χτυπήσει, στην ένορκη μαρτυρία της αρνήθηκε ότι την έπιασε από τον γιακά της φανέλας της, ενώ σε μια περίπτωση είπε ότι την έπιασε από την φανέλα, ενώ σε άλλη, είπε ότι απλώς την ακούμπησε με το χέρι της, δείχνοντας στο δικαστήριο τον τρόπο, στο μέρος του θώρακα πιο πάνω από τα στήθος με την παλάμη της, κάτι σαν νεύμα για να μην φύγει. Στην ένορκη της κατάθεση ανέφερε ότι μετά που ακούμπησε την παραπονούμενη για να μην φύγει, η παραπονούμενη νόμισε ότι θα την δείρει και τότε άρχισε να την βρίζει, η κατηγορούμενη κάτι τέτοιο δεν αναφέρει στην κατάθεση της. Ενώ στην κατάθεση της αναφέρει ότι μετά που την έπιασε από τον γιακά την παραπονούμενη, η ίδια δέχτηκε σπρώξιμο από τον Παράσχο στην ένορκη της κατάθεση δεν υποστήριξε ένα τέτοιο γεγονός. Ενόψει των ανωτέρω, αλλά και γενικότερα της εικόνας που η κατηγορούμενη παρουσίαζε ενώ κατάθεσε ενόρκως, χωρίς κανένα ενδοιασμό λέγω ότι δεν είπε στο δικαστήριο την αλήθεια. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της με εξαίρεση το μέρος που ρητά πιο πάνω έχω αποδεχτεί. Ο Μ.Υ.1, δεν γνώριζε οτιδήποτε για τα γεγονότα και η μαρτυρία του δεν ήταν βοηθητική για το δικαστήριο. Ο ίδιος ανάφερε ότι εκείνη την ημέρα βρισκόταν στην Περιστερώνα στο σπίτι της μητέρας του. Τα όσα υποστήριξε δεν έχουν καμία σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Από τα όσα υποστήριξε ότι του ανέφερε η μητέρα του εκείνη την ημέρα δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, και η μαρτυρία της κατηγορούμενης, η οποία είναι και το πρόσωπο που προέβηκε στις δηλώσεις, δεν κρίθηκε αξιόπιστη και δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω συμπερασμάτων μου κρίνω ότι τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι όσα συνθέτουν την εκδοχή της Κατηγορούσας αρχή και εκτίθενται στην αρχή της απόφασης μου. Ακολουθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο στη βάση των γεγονότων αυτών και της μαρτυρίας που αποδέχτηκα, η Κατηγορούσα αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή της κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση τοιαύτη, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Π.Ε. 7018 και 7093 ημερ. 26.3.20002). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου, Π.Ε 7102 ημερ. 7.6.2002, επισημάνθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Το αδίκημα της εξύβρισης, σύμφωνα με το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, στοιχειοθετείται όταν κάποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίσει άλλο με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκισης ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα εκατό είκοσι οκτώ ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές. Τα όσα η κατηγορούμενη εκτόξευσε στην Μ.Κ.1 και περιγράφονται στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, αδιαμφισβήτητα αποτελούν εξύβριση, (αναφορικά με την σημασία των λέξεων παραπέμπω στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη Β' Εκδοση σελ 1307 και 1460 αντίστοιχα), δηλαδή τα λόγια που η κατηγορούμενη εκτόξευσε προς την Μ.Κ.1, ήταν τέτοια, τα οποία πρόσβαλαν την τιμή και την υπόληψη της. Περαιτέρω ο νόμος μιλά για εξύβριση άλλου «με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση» και δεν περιέχει οποιαδήποτε ταξινόμηση. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί και το κριτήριο αυτό δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το επάγγελμα των προσώπων που είναι παρόντα. Στην υπό κρίση περίπτωση τα λόγια τα οποία η κατηγορούμενη εκτόξευσε στην Μ.Κ.1, αφού αυτά έθιγαν την τιμή και υπόληψη της καταλήγω ότι δημιουργήθηκε και το ενδεχόμενο να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ως δημόσιος χώρος η δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Χωρίς αμφιβολία ο χώρος όπου η κατηγορούμενη βρισκόταν και ύβριζε την παραπονούμενη αποτελεί δημόσιο χώρο εν τη έννοια του νόμου. Κατά συνέπεια η ευθύνη της για την διάπραξη του αδικήματος της εξύβρισης στοιχειοθετείται πλήρως, παρότι θα συμφωνήσω με την δικηγόρο της, κάτι που έπραξε και η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ότι τελικά η κατηγορούμενη θα πρέπει να αθωωθεί στην σχετική κατηγορία, αφού αυτή περικλείει αδίκημα που διαπράχθηκε στις 28.1.2005 και προσάφθηκε εναντίον της στις 5.10.2005, που με βάσει το άρθρο 88 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, έχει παραγραφεί. Το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης δημιουργείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου προσώπου παράνομα, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα και ως αποτέλεσμα προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη. Στην υπόθεση R. v. Viena
(1975)3 ALL E.R 788, τέθηκαν νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης δεν χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος επίθεση χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. 4 και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1983)3 All E.R. 445). Βλέπε επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση παρ. 2643, σελ 1280). Στο σύγγραμμα Russel on Crime στη σελ. 629, αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56, αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Το χτύπημα που κατάφερε η κατηγορούμενη στη Μ.Κ.1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελεί επίθεση με τη έννοια του νόμου και παράνομη ενέργεια, δοθέντος ότι αυτή κανένα δικαίωμα δεν είχε να την χτυπήσει. Θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να στοιχειοθετήσει την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και αυτό γιατί έγινε αποδεκτή η μαρτυρία της Μ.Κ.1 και της Μ.Κ.2, αναφορικά με το τραύμα της Μ.Κ.1, την εκδορά, το οποίο εμπίπτει στην έννοια πραγματική σωματική βλάβη, και επίσης ότι αυτή βρισκόταν σε συνάρτηση με την επίθεση που δέχτηκε από τον κατηγορούμενη. Συνεπακόλουθα βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την πρώτη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορούμενης, την οποία κρίνω ένοχη σε αυτή, ενώ για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, η κατηγορούμενη αθωώνεται στην δεύτερη κατηγορία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.