Αστυνομίας ν. Ηλίας Ευσταθίου κ.α., Αρ. Υπόθεση 2407/2004, 15.2.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B10 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κoυνίδου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεση 2407/2004 Μεταξύ: Αστυνομίας -και- Ηλίας Ευσταθίου Ιωάννης Σαρικιαχίδης ------------------------------ Ημερομηνία: 15.2.2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Ξενοφώντος Για τον 1 κατηγορούμενο: κ. Μ. Πιερή με κ. Σαββίδη για κ. Μιχ. Κυπριανού Για τον 2 κατηγορούμενο: κ. Μ. Πιερή για κ. Αλ. Αλεξάνδρου ------------------------------ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού στο ίδιο κατηγορητήριο, ως πρώτη κατηγορία το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως δεύτερη κατηγορία το αδίκημα της συνωμοσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, και ως τρίτη κατηγορία το αδίκημα της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 341, 337 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ως τέταρτη κατηγορία το αδίκημα του καταρτισμού εγγράφου άνευ εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 343(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως πέμπτη κατηγορία το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας από Δημόσιο Λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ως έκτη κατηγορία το αδίκημα της εξασφάλισης πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Συνολικά στο κατηγορητήριο περιέχονται 6 κατηγορίες και σύμφωνα με αυτό όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ των μηνών Μαΐου και Ιουνίου
- Ζήτησε η συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου, να εξετάσει το δικαστήριο ζήτημα ύπαρξης κατάχρησης της διαδικασίας. Εισηγήθηκε ότι το δικαστήριο δεν θα πρέπει να αρχίσει την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης ενόσω εκκρεμεί και η υπόθεση 543/2003 εναντίον του ίδιου κατηγορούμενου, αλλά θα πρέπει να την διακόψει. Επίσης η συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου, αλλά και ο συνήγορος του δεύτερου, αναφέρθηκαν στο άρθρο 30 του Συντάγματος, σε σχέση με το δικαίωμα των κατηγορούμενων να τύχει διάγνωσης η ποινική τους ευθύνη μέσα σε εύλογο χρόνο, υποβάλλοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει παραβίαση του πιο πάνω άρθρου του Συντάγματος. Επικαλέστηκαν, μεταξύ άλλων, αναφορικά με το τελευταίο πιο πάνω ζήτημα, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης καθώς και τον συνολικό χρόνο που διέρρευσε μέχρι σήμερα. Οι συνήγοροι όλων των πλευρών δεν κάλεσαν μαρτυρία και περιορίστηκαν στην από κοινού κατάθεση τεκμηρίων, επίσης προέβηκαν σε δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων . Από κοινού κατατέθηκαν τα πιο κάτω Τεκμήρια: Αντίγραφο κατηγορητηρίου στην υπόθεση 8762/2002 (Τεκμήριο Α) Αντίγραφο κατηγορητηρίου στην υπόθεση 543/2003 (Τεκμήριο Β) Αντίγραφο κατηγορητηρίου στην υπόθεση 544/2003 (Τεκμήριο Γ) Αντίγραφο κατηγορητηρίου στην υπόθεση 545/2003 (Τεκμήριο Δ) Τα πιο κάτω, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα: Η υπόθεση 543/2003 καταχωρήθηκε στις 30.1.
- Οι υποθέσεις, 8762/2002, 544/2003 και 545/2003 έχουν απορριφθεί από το Δικαστήριο. Η κα Πιερή, αναφέρθηκε στο ιστορικό των άλλων υποθέσεων, και βάσισε το αίτημα της στο γεγονός ότι εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου εκκρεμεί ακόμη μια υπόθεση, ουσιαστικά πανομοιότυπη, η υπόθεση 543/
- Υποστήριξε ότι μια δίκη, θα επιτυγχάνετο με την καταχώρηση ενός κατηγορητηρίου, στο οποίο θα μπορούσε να συμπεριληφθούν όλα τα αδικήματα τα οποία σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή διαπράχθηκαν κατά την ίδια χρονική περίοδο. Υποστήριξε ότι όλες οι υποθέσεις που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και αντιμετώπισε αφορούν πανομοιότητες κατηγορίες για αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο ισχύει και για την παρούσα υπόθεση και στην υπόθεση 543/2003 που σύμφωνα με το κατηγορητήριο τα αδικήματα διαπράχθηκαν τον Ιούλιο του 2002 ενώ στην παρούσα υπόθεση τον Μάιο και Ιούνιο
- Υποστήριξε επίσης ότι όλοι σχεδόν οι μάρτυρες κατηγορίας της παρούσας υπόθεσης περιέχονται και ως μάρτυρες στην υπόθεση 543/2003 επομένως και επί αυτού του ζητήματος δεν θα υπήρχε πρόβλημα ή σύγχυση. Εισηγήθηκε έτσι ότι ο πρώτος κατηγορούμενος υφίσταται καταπιεστικής μεταχείρισης σε βαθμό που άπτεται της δίκαιης δίκης, χάρισμα, όπως το χαρακτήρισε, που δικαιούται ο κάθε κατηγορούμενος σε μια δίκη. Υποστήριξε ότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων αφού η κατηγορούσα αρχή θα έχει την ευκαιρία να προβάρει συνολικά δύο φορές την υπόθεση της εναντίον του ίδιου κατηγορούμενου αφού αυτό το γεγονός θα δώσει την ευκαιρία στην κατηγορούσα αρχή να διορθώσει τυχόν λάθη και παραλείψεις της πρώτης δίκης. Επίσης αναφέρθηκε στην δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 40
(1)και
(2)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και παρέπεμψε και στην Αγγλική υπόθεση Connelly ν. Director of Public Prosecutions
(1964)2 All E.R. 401. Εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει τη δυνατότητα να συμπεριλάβει όλες τις κατηγορίες επί ενός κατηγορητηρίου και αυτό θα πρέπει να κάνει έτσι ώστε με μια διαδικασία να καλυφθούν όλες οι κατηγορίες οι οποίες υπάρχουν στα κατηγορητήρια των δύο υποθέσεων, με αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνεται, υπέβαλε, ο σεβασμός στα δικαιώματα του πρώτου κατηγορούμενου και να μην προκαλείται καταπίεση και κατάχρηση της διαδικασίας. Ανέφερε επίσης ο κ. Αλεξάνδρου ότι ο πελάτης του επηρεάζεται καθότι δεν γνωρίζει από πιο δικαστήριο θα δικαστεί η υπόθεση του, ότι ο πελάτης του συμπαρασύρεται ενόψει του ζητήματος που έθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, και αυτό λόγω του κακού τρόπου που η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να προωθήσει τις υποθέσεις εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου, όπου παρέσυραν τον πελάτη του σε μια ατέρμονη διαδικασία, κάτι που δημιούργησε καταπίεση και συνέβαλε στην καθυστέρηση. Υποστήριξε ότι, η διαδικασία βρίσκεται σε πλαίσια έξω από το Σύνταγμα και θα πρέπει αυτή να διακοπεί και για τους δύο κατηγορούμενους. Αντίθετη υπήρξε η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, η κ. Σάββα αντέτεινε, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί μόνο με τις δύο υποθέσεις που εκκρεμούν και το ζήτημα δεν πρέπει να εξεταστεί και σε σχέση με τις άλλες υποθέσεις, οι οποίες λόγω της απόρριψης τους, είναι όπως τις χαρακτήρισε ανύπαρκτες. Σχολίασε τα όσα αναφέρθηκαν για την ύπαρξη ιδίων μαρτύρων, στις δύο αυτές υποθέσεις, λέγοντας ότι στην υπόθεση 543/2003 υπάρχουν 26 μάρτυρες κατηγορίας ενώ στην παρούσα υπόθεση 16 μάρτυρες, αν και φαίνεται, είπε, ότι οι 7 μάρτυρες είναι κοινοί, αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν να πουν και τα ίδια πράγματα, και εφόσον ενώπιον του δικαστηρίου δεν υπάρχουν οι καταθέσεις τους ή τα γεγονότα το δικαστήριο δεν μπορεί θα καταλήξει θετικά επί αυτού του ζητήματος. Επίσης αναφέρθηκε στον αριθμό των κατηγοριών της υπόθεσης 543/2003 και της παρούσας υπόθεσης, και υποστήριξε ότι το δικαστήριο για να αποφασίσει αν οι κατηγορίες είναι πανομοιότυπες θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία. Σχολίασε τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Conelly και στην διαφορά που υπάρχει στην Αγγλία με την ύπαρξη του περί κατηγοριών νόμου. Υποστήριξε ότι σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή με την καταχώρηση 1 υπόθεσης, θα υπήρχε καταπίεση για τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος αντιμετωπίζει μόνο 4 κατηγορίες, και θα ήταν αντιμέτωπος με μια δίκη στην οποία θα υπήρχαν 33 κατηγορίες με 38 μάρτυρες κατηγορίας. Το σύνολο των επιχειρηματολογίας των μερών έχει καταγραφεί στο πρακτικό που τηρήθηκε και δεν θεωρώ σκόπιμη την επανάληψη του. Τα όσα έχουν λεχθεί λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ενώ αναφορά σε αυτά, αν χρειαστεί, θα γίνει στην συνεχεία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ Ως άμεσα σχετική επί του θέματος της κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας είναι η υπόθεση Connelly ν. Director of Public Prosecutions
(1964)2 All E.R. 401, στην οποία τονίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει γενική και εγγενή εξουσία να προστατεύει την διαδικασία. Στην εξουσία αυτή περιλαμβάνεται και η εξουσία για την προστασία του κατηγορούμενου από καταπίεση και επηρεασμό. Αναγνωρίστηκε επίσης διακριτική ευχέρεια στα εκδικάζοντα Δικαστήρια να διατάξουν την αναστολή άλλης εκκρεμούσης ποινικής υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου όταν η ξεχωριστή ακρόαση των δύο υποθέσεων θα αποτελούσε κατάχρησης της διαδικασίας. Ένας από τους λόγους που μπορεί, σύμφωνα με την Connelly, να οδηγήσει σε κατάχρηση διαδικασίας συνίσταται στη παράλειψη χρήσης από την Κατηγορούσα Αρχή των σχετικών διατάξεων του Περί Κατηγοριών Νόμου (Ιindictments Act 1915) ιδιαίτερα του Κανονισμού 3 βάσει του οποίου κατηγορίες που έχουν συνάφεια μεταξύ τους και αναφέρονται στο ίδιο πλέγμα γεγονότων μπορεί να συνενωθούν στο ίδιο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Γιαννάκης Π. Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, με αναφορά και την υπόθεση Connelly, o Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), αναφέρει ότι ένας από τους λόγους ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε κατάχρηση της διαδικασίας συνίσταται στην παράλειψη χρήσης από την κατηγορούσα αρχή των σχετικών διατάξεων του Νόμου «Indictments Act» του 1915 σύμφωνα με τον οποίο κατηγορίες οι οποίες έχουν συνάφεια μεταξύ τους και αναφέρονται στο ίδιο πλέγμα γεγονότων μπορούν να συνενωθούν στο ίδιο κατηγορητήριο. Μετά από επισήμανση, ότι οι Κυπριακοί δικονομικοί κανόνες για την διαμόρφωση του κατηγορητηρίου δεν είναι πανομοιότυποι με τους αντίστοιχους Αγγλικούς και ούτε και υπάρχει πρόνοια η οποία να αντιστοιχεί επακριβώς με το r.3 εντούτοις αναφέρει ότι στην απόφαση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 AAΔ 348 αποφασίστηκε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί συστατικό στοιχείο της αυτονομίας και αυτοτέλειας της δικαστικής εξουσίας. Συμπεραίνεται από την σχετική νομολογία (βλ. Έλληνας (πιο πάνω)) ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει την αναστολή εκκρεμούσης διαδικασίας όταν η συνέχιση της θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Η άσκηση όμως αυτής της εξουσίας δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση της συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήσης τους για άλλους σκοπούς από εκείνους για τους οποίους τις προορίζει ο νόμος, και θα πρέπει η εξουσία αυτή να ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Σε περίπτωση που ζητείται η αναστολή ποινικής διαδικασίας λόγω της παράλειψης της συμπερίληψης των αδικημάτων που περιέχονται σε άλλο κατηγορητήριο, το Δικαστήριο θα ήταν πολύ διστακτικό να διατάξει αναστολή χωρίς πρώτα να παρασχεθεί ουσιαστικά ευκαιρία στην Κατηγορούσα Αρχή να συμπεριλάβει όλες τις κατηγορίες στο ίδιο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Έλληνας, γίνεται αναφορά σε σχέση με το αίτημα το οποίο έγινε από τον εφεσείοντα προς το Εφετείο, όπως σε περίπτωση που θα επιτρεπόταν η έφεση του, η οποία επιτράπηκε, να δοθούν οδηγίες όπως άλλη υπόθεση η οποία εκκρεμούσε εναντίον του ανασταλεί προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Αναφέρει σχετικά ο Πικής (όπως ήταν τότε) ότι η δικαιοδοσία η οποία τους έχει ζητηθεί να ασκήσουν είναι κατ΄εξοχή δικαιοδοσία, η οποία εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια που πρωτόδικου Δικαστηρίου μετά από την εξέταση του υπόβαθρου των κατηγοριών που περιέχονται στα δύο κατηγορητήρια και της συνάφειας μεταξύ τους. Στην υπόθεση Μ. Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κομωδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ σελ 522 αναφέρθηκαν τα εξής: « Η λειτουργία του Δικαστηρίου δυνάμει της σύμφυτης εξουσίας του με την οποία ανακόπτει ποινική διαδικασία έχει σαν μοναδικό σκοπό να διασφαλίσει όπως η άσκηση των ποινικών διώξεων και κατ΄επέκταση το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο, επιδιώκεται μέσα στα πλαίσια της δικαστικής λειτουργίας και όχι έξω ή σε αντίθεση με αυτά.. Το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο είναι σαφώς συνυφασμένο με την αποτελεσματικότητα της δικαστικής λειτουργίας. Πρέπει να ασκείται με τρόπο που να διασφαλίζει την εγκυρότητα της δικαστικής διαδικασίας και με τρόπο που να διασφαλίζει τους παράλληλους σκοπούς του συντάγματος». Στην Αίτηση του Δώρου Γεωργιάδη
(2002)1 ΑΑΔ 604 επαναλήφθηκαν τα όσα τέθηκαν στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 αναφορικά με το ζήτημα της κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας. Στην σελ. 610 της πιο πάνω απόφασης λέχθηκαν τα εξής: «Συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η έγερση ή η προώθηση περισσότερων δικαστικών διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν σε μια. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου» Στην σελ. 611 της πιο πάνω απόφαση αναφέρονται τα εξής: « Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε για πρακτικού σκοπούς αλλά και ουσιαστικού λόγους. Η έναρξη πολλαπλών διαδικασιών ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, στην περίπτωση που εξετάζουμε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μπορεί να απολήξουν σε διαφορετικές αποφάσεις, είτε ως προς το τελικό αποτέλεσμα ή την αιτιολόγηση τους, κάτι βέβαια που θα ήταν ολωσδιόλου ανεπιθύμητο, καθώς θα οδηγούσε σε εγκλωβισμό των διαδικασιών και δικαστικό αδιέξοδο». Στην υπόθεση N.C.P Diamonds Co Ltd v.
- Τάκης Ιωαννίδη Λτδ κ.α Ποινικές Εφέσεις 7198 και 7199 ημερομηνίας 4.2.2003, λέχθηκε ότι η καταχώρηση ξεχωριστών κατηγορητηρίων δεν οδηγεί εκ προοιμίου σε ακυρότητα καμία δίκη. Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ταυτόχρονα ότι η υπόθεση αντιμετωπίζεται ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και της υπόθεσης 543/2003 αφού θα εξεταστούν από κοινού ενόψει του αιτήματος διαπιστώνω τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος Ηλίας Ευσταθίου, αντιμετωπίζει αυτή την χρονική στιγμή, εφόσον είναι η μόνο υπόθεση που εκκρεμεί, πέραν της παρούσας, και την υπόθεση 543/2003, με 27 κατηγορίες. Ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει καμία άλλη υπόθεση. Επίσης να σημειωθεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε εξαρχής μόνο την παρούσα υπόθεση ως συγκατηγορούμενος με τον πρώτο κατηγορούμενο. Οπόταν για τον δεύτερο κατηγορούμενο, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας άρρηκτα συνδεδεμένο με το πρόσωπο του. Εφόσον δεν υπάρχει άλλη δικαστική διαδικασία εναντίον του. Ενώ σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο, ορθά όπως λέχθηκε από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, το όλο ζήτημα θα πρέπει να κριθεί, με το δεδομένο της ύπαρξης μιας ακόμη υπόθεσης σε αυτό το στάδιο, δηλαδή της υπόθεσης 543/
- Λαμβανομένου υπόψη όμως ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του δεύτερου κατηγορούμενου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή του πρώτου, έχοντας υπόψη τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν, κάποια από αυτά από κοινού, σαφώς και η κατάληξη σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο, θα επηρεάσει την πορεία της υπόθεσης και για τον δεύτερο κατηγορούμενο. Δηλαδή με βάση τα πιο πάνω, δεν θα μπορούσε το ζήτημα της κατάχρησης, αυτοτελώς να εξεταστεί για τον δεύτερο κατηγορούμενο, για τους λόγους που εξηγώ, αλλά η πορεία της υπόθεσης του, θα αποφασιστεί αφού κριθεί η τύχη της υπόθεσης σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο. Τα αδικήματα που αφορούν και τις δύο υποθέσεις είναι ως επί τω πλείστω τα ίδια, αφορούν τα ίδια άρθρα του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή, όσα αδικήματα απαριθμούνται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, απαριθμούνται και στο κατηγορητήριο της υπόθεσης 543/2003, με διαφορά στον αριθμό. Επίσης με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων αφορούν ουσιαστικά το ίδιο πλέγμα γεγονότων. Τα αδικήματα της υπόθεσης 2407/2004 αφορούν και καλύπτουν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων την χρονική περίοδο Μαΐου και Ιουνίου 2002 και τα αδικήματα της υπόθεσης 543/2003, οι κατηγορίες 1 μέχρι 18 και 23 αφορούν τον μήνα Ιούλιο 2002 και οι κατηγορίες 19 μέχρι 22 και 24 μέχρι 27 την χρονική περίοδο Μαρτίου και Απριλίου
- Περαιτέρω από τη μελέτη των κατηγοριών και των λεπτομερειών τους και στις δύο υποθέσεις, φαίνεται ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο. Αναφέρονται δηλαδή σε μια εγκληματική δραστηριότητα η οποία καλύπτεται από τα ίδια περίπου γεγονότα δράσης όπως αυτά καταλογίζονται στον πρώτο κατηγορούμενο. Η διαφορά των δύο υποθέσεων είναι ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχει και συγκατηγορούμενος του κατηγορούμενου
- Παρατηρώ απλά, σε αυτό το σημείο, ότι με βάση την χρονική περίοδο που αναφέρεται στις υποθέσεις 543/2003 και την παρούσα, καλύπτεται μια εγκληματική δραστηριότητα που επεκτείνεται και παρουσιάζει συνέχεια, καλύπτει δηλαδή, η όλη συμπεριφορά που καταλογίζεται στον πρώτο κατηγορούμενο, μια συνεχόμενη περίοδο από τον μήνα Μάρτιο 2002 μέχρι και τον μήνα Ιούλιο
- Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής για να καταδείξει την ύπαρξη διαφορών των δύο υποθέσεων ανάφερε ουσιαστικά, ότι φαινομενικά δείχνουν ότι είναι όμοιες οι κατηγορίες καθώς και οι μάρτυρες που είναι κοινοί στις δύο υποθέσεις, κάτι το οποίο όμως θα διαφανεί μόνο από την μαρτυρία που θα προσφερθεί στην ακροαματική διαδικασία των δύο υποθέσεων. Πέραν τούτου όμως δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε άλλο ενώπιον μου το οποίο να αναιρεί τουλάχιστον το γεγονός ότι πρόκειται για μια εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτει μια συνεχόμενη περίοδο κάτω από τις ίδιες συνθήκες που βρισκόταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ως αυτό προκύπτει από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που περιγράφονται στα κατηγορητήρια. Με βάση αυτά που ανάφερε η κα Σάββα φαίνεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να καταχωρήσει, δύο ξεχωριστά κατηγορητήρια, για λόγους που αφορούν την ύπαρξη συγκατηγορούμενου, μικρότερου αριθμού κατηγοριών και μαρτύρων. Τίθεται όμως και το εξής ερώτημα; Γιατί η κατηγορούσα αρχή αποφάσισε να διώξει τον πρώτο κατηγορούμενο σε δύο δικαστικές διαδικασίες για παρόμοια αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά την ίδια περίοδο, με την καταχώρηση του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης με διαφορά ενός έτους και 4 περίπου μηνών από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου της υπόθεσης 543/
- Να σημειωθεί ότι σε σχέση με την πιο πάνω διαφορά ως προς τον χρόνο της καταχώρησης των δύο υποθέσεων, έχοντας υπόψη τον χρόνο που αναφέρεται ως χρόνος διάπραξης των αδικημάτων, δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή ακόμη και όταν τέθηκε το ζήτημα αυτό από την πλευρά της υπεράσπισης. Αναφορικά με τους μάρτυρες αφού είχα την ευκαιρία να ελέγξω τα δύο κατηγορητήρια, διαπιστώνω ότι επτά από τους 12 μάρτυρες της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται στους 26 μάρτυρες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο της υπόθεσης 543/
- Οπόταν με βάση τα πιο πάνω, εντοπίζεται και η διαφορά των δύο υποθέσεων, που είναι η ύπαρξη συγκατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση και η ύπαρξη 5 διαφορετικών μαρτύρων επίσης στην παρούσα υπόθεση. Στοιχεία τα οποία κρίνω ότι δεν προκάλεσαν οποιοδήποτε κώλυμα στην προώθηση μιας δικαστικής διαδικασίας εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου, στην οποία να είχαν περιληφθεί όλες οι κατηγορίες. Με βάση όλα τα πιο πάνω, δεν βρίσκω να υφίστατο οποιοδήποτε κώλυμα από μέρους της κατηγορούσας αρχής για την προώθηση μιας δικαστικής διαδικασίας εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου, η οποία να περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες που τον αφορούν και σήμερα αντιμετωπίζει με δύο δικαστικές διαδικασίες. Ως προς την ύπαρξη συγκατηγορούμενου, στην παρούσα υπόθεση που ήταν ένα από τα βασικά επιχειρήματα της κατηγορούσας αρχής, διατηρώντας υπόψη τόσο τις λεπτομέρειες όσο και το είδος των επίδικων αδικημάτων, ότι δηλαδή αυτά υπό την έννοια του είδους των αδικημάτων είναι πανομοιότητα καθώς και την συνάφεια αλλά και συνέχεια της χρονικής περιόδου διάπραξης τους δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτός κατηγορείται με διαφορετικά αδικήματα αλλά για όμοια ή παρόμοια τα οποία συνδέονται και αποτελούν μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς ή ενός πλέγματος γεγονότων, ενώ ο απόλυτα απαραίτητος συνδετικός κρίκος δεν παύει και παραμένει να είναι ο πρώτος κατηγορούμενος. Βασικό σημείο της εισήγησης της συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου είναι ότι παραβιάζεται το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Σύμφωνα με την εισήγηση της ο πρώτος κατηγορούμενος υφίσταται καταπιεστικής μεταχείρισης σε βαθμό που άπτεται της δίκαιης δίκης ένα χάρισμα το οποίο δικαιούται να έχει ο κάθε κατηγορούμενος σε μια δίκη. Οπόταν αυτό το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις παραβιάζεται το πιο πάνω δικαίωμα του με την καταχώρηση ξεχωριστών υποθέσεων. Τονίστηκε επίσης από την πλευρά της συνηγόρου του κατηγορούμενου 1, ότι η κατηγορούσα αρχή θα έχει την ευκαιρία, με την εκδίκαση των δύο υποθέσεων να προβάρει την υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου της δύο φορές, γεγονός το οποίο παραβιάζει την αρχή της ισότητας των όπλων. Η έννοια της δίκαιης δίκης είναι συνυφασμένη με τα δικαιώματα κάθε διαδίκου σε οποιοδήποτε δικαστική διαδικασία όπως αυτά καθορίζονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Η αρχή της ισότητας των όπλων συνεπάγεται ότι οποιοσδήποτε είναι μέρος σε μια διαδικασία - ποινική ή μη ποινική - πρέπει να έχει εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο κάτω από συνθήκες που δεν τον θέτουν σε μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου του (Kaufman v. Belgium No 10938/85 50 D.R 98,115
(1986)). Είναι πράγματι γεγονός ότι η επανάληψη της μαρτυρίας των κοινών μαρτύρων, και με δεδομένο ότι τα αδικήματα αφορούν το ίδιο πλέγμα γεγονότων, θα δώσει στην κατηγορούσα αρχή την ευκαιρία και δυνατότητα να συμπληρώσει κενά ή να βελτιώσει την ποιότητα της μαρτυρίας τους. Ενώ ο κατηγορούμενος από την άλλη, θα πρέπει υπό τις περιστάσεις, τους κοινούς αυτούς μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, να τους αντιμετωπίζει - αντεξετάσει 2 φορές ενώ θα ήταν δικονομικά εφικτό και μια φορά να καταθέσουν και μια φορά να τους αντιμετωπίζει. Πέραν τις απλής ομοιότητας, η οποία παρατηρείται από το Δικαστήριο ότι περιέχονται μεταξύ των δύο κατηγορητηρίων, ως προς της κατηγορίες, διαπιστώνεται ότι μεταξύ τους ενυπάρχει και βαθύτερη ομοιότητα ως προς την ουσία της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου, η οποία πηγάζει από την ιδιότητα του πρώτου κατηγορούμενου ως Δημόσιου Λειτουργού κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, καθώς και την συμπεριφορά και δράση που του καταλογίζεται ενώ είχε την πιο πάνω ιδιότητα, καθόλα τα χρονικά σημεία που παρουσιάζουν συνέχεια. Γεγονός το οποίο προκαλεί την έντονη εντύπωση ότι η εκδίκαση 2 ξεχωριστών υποθέσεων θα δημιουργήσει ταλαιπωρία και καταπίεση στον κατηγορούμενο 1, αφού πρώτο αφορούν πανομοιότητα αδικήματα, παρόμοια αν όχι και ίδια γεγονότα και τα οποία εξελίχθηκαν κατά την διάρκεια μια χρονικής περιόδου η οποία παρουσιάζει συνέχεια. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω, ότι η προώθηση των δύο υποθέσεων εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και δημιουργεί συνθήκες καταπίεσης προς τον αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνεται ότι η Κατηγορούσα αρχή, παρέλειψε να αξιοποιήσει με τον ενδεδειγμένο τρόπο τις δικονομικές δυνατότητες που της παρέχει το άρθρο 40 του Κεφ. 155, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ανάλογη δικονομική βάση για την διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης στην περίπτωση του πρώτου κατηγορούμενου και είχε κάθε ευκαιρία και χρόνο να προχωρήσει σε προσθήκη όλων των κατηγοριών σε ένα κατηγορητήριο αλλά δεν το έπραξε μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, η εκδίκαση των δύο αυτών ποινικών υποθέσεων, από το ίδιο δικαστήριο, φαίνεται να μην είναι εφικτό να γίνει, αφού αυτό θα ακούσει την μαρτυρία των κοινών μαρτύρων για το ίδιο πλέγμα γεγονότων, και πιθανόν και αυτή του κατηγορούμενου 1. Οπότε σε μια τέτοια περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος να υπάρξουν διαφορετικές αποφάσεις στην βάση κοινής μαρτυρίας, πράγμα μη επιθυμητό. Συνεπώς, με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτική του ευχέρειας, προς παρεμπόδιση της κατάχρησης της διαδικασίας η οποία διαπιστώθηκε αναφορικά με την ποινική δίωξη οφείλει να ανακόψει την διαδικασία. Λαμβανομένου υπόψη ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του δεύτερου κατηγορούμενου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή του κατηγορούμενου 1, το δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από το να αναστείλει την διαδικασία και σε σχέση με αυτόν. Συνεπακόλουθα, το δικαστήριο διακόπτει την παρούσα διαδικασία και οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονται στις εναντίον τους κατηγορίες. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θεωρώ ορθό όπως προχωρήσω και στην εξέταση του δεύτερου ζητήματος, που έθεσε η υπεράσπιση και που αφορά την εισήγηση ότι υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος των κατηγορούμενων σε διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός εύλογου χρόνου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και παράλληλα οριοθετεί τα όρια μέσα στα οποία ασκείται η δικαστική εξουσία και, κατ΄ επέκταση, διασφαλίζεται η πιο πάνω συνταγματική επιταγή. Το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, είναι όμοιο με το δικαίωμα που κατοχυρώνεται με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Aνθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με τον Νόμο 39/62 και προνοεί ότι: «Έκαστος κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρέαστου δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυόμενου δια νόμου». Η σχετική διασφάλιση σκοπό έχει να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες δυνατό να θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. V. France
(1990)12 E.H.R.R. 74). Στις ποινικές υποθέσεις εξυπηρετεί ακόμη ένα σκοπό. Προστατεύει τα άτομα από μια μακρά κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη τους ( Stogmuller v. Austria (1979-80) 1 E.H.R.R. 155). Στο σύγγραμμα του κ. Λοΐζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» στη σελ. 188, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: «... Κρίθηκε ότι η υπερβολική καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά σημαντικό κίνδυνο, ειδικά προς το σεβασμό του κράτους δικαίου. Το Σύνταγμα καθιστά τη διασφάλιση ακριβοδίκαιης δίκης ευθύνη του δικαστηρίου» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χ. Καψού
(2004)2 ΑΑΔ 127, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το σκοπό της συνταγματικής πρόνοιας για διάγνωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορούμενου εντός εύλογου χρόνου: «Είναι προφανής ο σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας. Είναι η προστασία του κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης». Στην απόφαση του Εφετείου Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294 κρίθηκε, ότι διάγνωση της ευθύνης διαδίκου έξω από τα συνταγματικά θέσμια που ορίζει το άρθρο 30.2 αποτελεί εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια και καθιστά την διαδικασία άκυρη (βλ. επίσης Rsaras and Another v. Republic
(1987)2 CLR 131) Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία επί του προκειμένου είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 ΑΑΔ 233 λέχθηκαν τα εξής: Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος. Στην Σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris και Leo Zwack, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γ. Αμίτση και Τσατσαρέλη διαβάζουμε τα ακόλουθα σε ελληνική μετάφραση: «Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα υπεισέρχονται, όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: 1. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης. 2. την σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα 3. την συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα και 4. την στάση των διοικητικών και δικαστικών αρχών (βλ. επίσης υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203) Στην ανάλυση που ακολουθεί, και σε αναφορά με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επισημαίνεται πως αυτή σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων ή παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετώνται στην ίδια υπόθεση, η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται πως εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Η συμπεριφορά δε αυτού που επικαλείται το δικαίωμα, εδώ του εφεσίβλητου, μη συνεργασίας ή κωλυσιεργίας λαμβάνεται επίσης υπόψη. Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στις εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (Νο 13), αναφορικά με το άρθρο 6 της Σύμβασης, όπου γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, στις οποίες η επίμαχη χρονική περίοδος κρίθηκε εύλογη ή μη ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά στην κάθε υπόθεση». Η πολυπλοκότητα μπορεί να οφείλεται στον αριθμό των κατηγοριών και των κατηγορούμενων (βλ. Ringeisen v. Austria (No.2)
(1971)1 E.H.R.R. 455) στην ανάγκη εξασφάλισης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. Wemhoff ν. FRG A7
(1968)και στον όγκο της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί ( βλ. Eckle ν. Germany
(1982)51 EHRR). Στην υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω) επισημάνθηκε, ότι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και η σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετούνται στην ίδια υπόθεση και η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ο αριθμός των κατηγορούμενων και η φύση των κατηγοριών μπορεί να δικαιολογήσει καθυστέρηση στη συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δόλου, πλαστογραφίας εγγράφων, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και συνωμοσία για τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Στην υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω) καταγράφεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των D.J. Harris M. O' Boyle και C. Warbrick Law of the European Convention of Human Rights»: « Το εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο σε ποινικές όσο και σε μη ποινικές υποθέσεις εξαρτάται από το ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο χρονικό διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι η εξέταση του κάθε παράγοντα ξεχωριστά και μετά ο υπολογισμός των σωρευτικών τους επιπτώσεων. Μονολότι, κάποιες περιπτώσεις καθυστέρησης που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να φαίνονται εύλογες, δυνατόν να μην κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε δόγμα αξιολόγησης του χρόνου, τουλάχιστον, ρητά όταν υπολογίζεται το εύλογο του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απλά προβαίνει στην δική του αξιολόγηση για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Όταν δε το κάνει αυτό μπορεί να έχει υπόψη του ότι το άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια επίσπευση, η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της δικαιοσύνης». Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων στην υπόθεση Attorney General's Reference (No2/01) η οποία δημοσιεύθηκε στους Times Law Reports. Αποφασίστηκε, πως ποινική διαδικασία δυνατόν να ανασταλεί για το λόγο, ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης κατηγορούμενου εντός εύλογου χρόνου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο, εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης ή για κάποιο λόγο που είναι πειστικός θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands
(1995)19 EHRB 477, σημειώθηκε πλήρης αδράνεια δεκαπέντε μηνών στην ακροαματική διαδικασία που οφειλόταν στη καθυστέρηση διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης από το Εφετείο στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι η πλήρης αδράνεια στην προώθηση της υπόθεσης, για την οποία καμία δικαιολογία δεν είχε δοθεί, παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου. Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, ο Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας την νομολογία του Ευρωπαικού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου, για το εύλογο του χρόνου, στην σελ. 22, ανέφερε τα εξής: « Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορούμενου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης. η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του Αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica
(1985)2 All ER 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαικής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείες είναι οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι σύμφωνα με τις αρχές του κοινού δικαίου τα Δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορούμενου» Στην υπόθεση Ζήνωνος ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 71, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε, ότι ο λόγος της καθυστέρησης της καταχώρησης ποινικής υπόθεσης οφειλόταν στον πολύπλοκο χαρακτήρα του κατηγορητήριου, που περιλάμβανε 55 κατηγορίες εναντίον 2 κατηγορούμενων και οι οποίες περιλάμβαναν κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφων, κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και συνωμοσία και ότι η ποινική ευθύνη εφεσείοντος διαπιστώθηκε μέσα σε χρονικό διάστημα 2 χρονών και 7, κατέλεξε στο συμπέρασμα, ότι η καθυστέρηση δεν ήταν υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Στην υπόθεση Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 100, η ακροαματική διαδικασία συμπληρώθηκε 6 χρόνια μετά την καταγγελία και 5 χρόνια από την ημερομηνία καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε, ότι η πιο άνω καθυστέρηση συνιστούσε εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αρνήθηκε να διατάξει επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση της διεκπεραίωσης μιας ποινικής υπόθεσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Αν και ένας κατηγορούμενος δεν έχει την υποχρέωση να «συνεργαστεί ενεργητικά με τις δικαστικές εξουσίες» το κράτος δεν φέρει καμία ευθύνη για καθυστέρηση, η οποία σημειώνεται όταν ο κατηγορούμενος αρνείται να διορίσει δικηγόρο (βλ. Corigliano v. Italy A57
(1982)ή ξεφεύγει από τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου ή εξαφανίζεται ενόσω εκκρεμεί εναντίον του η εκδίκαση της υπόθεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση το χρονικό διάστημα που διαρρέει δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προς όφελος του στον καθορισμό του εύλογου χρόνου. Όσον αφορά τη συμπεριφορά των δικαστικών οργάνων πρέπει να λεχθεί ότι η εκδίκαση ποινικών υποθέσεων απαιτεί την όσο το δυνατό συντομότερη διεκπεραίωση τους. Στην υπόθεση Abdoella v. The Netherlands
(1995)20 EHRR 585, στην οποία είχε σημειωθεί καθυστέρηση 4 ½ χρονών από την σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την συμπλήρωση της τελευταίας έφεσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι υπήρξε παραβίαση της επιταγής του εύλογου χρόνου. Για σκοπούς εξέτασης του πιο πάνω αναφερόμενου ζητήματος, είναι ορθό όπως γίνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης, που αφορά αδικήματα τα οποία σύμφωνα με τον κατηγορητήριο διαπράχθηκαν μεταξύ των μηνών Μαΐου και Ιουνίου
- Αρχικά σημειώνεται ότι το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 12.5.2004 ήτοι 2 χρόνια μετά την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων και η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά στις 10.6.
- Χωρίς άλλη επισήμανση, εφόσον πρόκειται για αντικειμενικό γεγονός, διαπιστώνω, ότι από την διάπραξη των αδικημάτων έχουν περάσει σχεδόν 6 χρόνια και από την καταχώρηση της υπόθεσης σχεδόν 4 χρόνια. Αναφορικά με το χρονικό διάστημα των δύο ετών από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης καμία δικαιολογία δεν δόθηκε από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Θα πρέπει όμως, όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, η σημειούμενη πιο πάνω καθυστέρηση, να εξεταστεί σε συνάρτηση με τη φύση των αδικημάτων. Δεν αναμένεται πάντα, ευθύς μόλις διαπράττεται ένα αδίκημα, να γίνεται αντιληπτή και η διάπραξη του, έχοντας υπόψη και την φύση των αδικημάτων, αλλά και την πολυπλοκότητα που παρατηρείται σε τέτοιου είδους υποθέσεις, όπως αυτό διαφαίνεται επίσης από την ίδια την φύση των αδικημάτων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Τα πιο πάνω, είναι στοιχεία τα οποία συντείνουν σημαντικά στην διέρρευση χρόνου. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η υπόθεση 543/2003, καταχωρήθηκε, με βάση τις πιο πάνω δηλώσεις, στις 30.1.2003, 6 με 9 μήνες δηλαδή μετά την διάπραξη των αδικημάτων. Στην υπόθεση 543/2003, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα αδικήματα που διαπράχθηκαν αφορούν την περίοδο Μαρτίου μέχρι και Ιουλίου του
- Έχοντας υπόψη την τοποθέτηση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, δεν υπήρξε η θέση της, ότι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, δεν συμπεριλήφθηκαν στην υπόθεση 543/2003 λόγω και της αποκάλυψης της διάπραξης τους σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της υπόθεσης 543/2003, αλλά για άλλους λόγους που αφορούν την ύπαρξη 2 κατηγορούμενων, άλλο αριθμό κατηγοριών και μαρτύρων, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταχώρησης της υπόθεσης 543/2003, τα πιο πάνω στοιχεία, ήταν τα όσα προκάλεσαν την απόφαση της κατηγορούσας αρχής να μην προωθήσει όλες τις κατηγορίες επί του ιδίου κατηγορητηρίου αφού αυτό θα δημιουργούσε σύμφωνα με την εισήγηση της, πολυπλοκότητα στην διαδικασία. Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω, δεν θα μπορούσε παρά το αποτέλεσμα της πιο πάνω απόφασης της κατηγορούσας αρχής, να ήταν η καταχώρηση και των δύο υποθέσεων είτε κατά το ίδιο χρονικό σημείο, είτε σε κοντινό τουλάχιστον χρονικό διάστημα και όχι να απέχει μεταξύ της καταχώρησης των δύο υποθέσεων, χρονικό διάστημα ενός έτους και 3 ½ μηνών. Εφόσον ήδη είχε ληφθεί η απόφαση, για τον τρόπο προώθησης και διαχωρισμού των κατηγοριών σε δύο κατηγορητήρια, γιατί τότε πέρασε το πιο πάνω χρονικό διάστημα και μετά να καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση; Οπόταν, συμπεραίνεται από τα πιο πάνω, ότι υπήρξε μια αδράνεια, στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης από μέρους της κατηγορούσας αρχής, τουλάχιστον 15 ½ μηνών και πρόκειται για αδράνεια για την οποία δεν δόθηκε καμία δικαιολογία. Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands
(1995)19 EHRB 477, σημειώθηκε πλήρης αδράνεια δεκαπέντε μηνών στην ακροαματική διαδικασία που οφειλόταν στη καθυστέρηση διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης από το Εφετείο στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, πως τόση αδικαιολόγητη καθυστέρηση αποτελούσε παραβίαση του άρθρου 6.
- Καθώς είπε: « The Court cannot accept a period of total inactivity lasting for fifteen and a half months. There has accordingly been a violation of Article 6.1.» Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι σε περιπτώσεις όπως και η προκειμένη, που μια υπόθεση καταχωρείται με υπερβολική ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να είναι απρόθυμο να βρει, ότι υπήρξε παραβίαση του πιο πάνω άρθρου. Περαιτέρω, από την καταχώρηση της υπόθεσης, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα 3 ετών και 9 μηνών, χωρίς να έχει αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης. Αναφορικά με την συμπεριφορά των κατηγορούμενων θα πρέπει να γίνει αναφορά επίσης στο ιστορικό της υπόθεσης. Στις 10.6.2004, και ενώ η υπόθεση επιδόθηκε μόνο στον δεύτερο κατηγορούμενου, αυτός παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο απάντησε μη παραδοχή στις εναντίον του κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 11.11.2004 ενώ για τον πρώτο κατηγορούμενο ορίστηκε για επίδοση στις 13.7.
- Στις 13.7.2004 παρουσιάστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος αρνήθηκε τις εναντίον του κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε επίσης για ακρόαση, στις 11.11.
- Η υπόθεση στις 11.11.2004 αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του δικαστηρίου και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 21.2.2005, για τον ίδιο λόγο αναβλήθηκε και στις 21.2.2005, στις 23.5.2003 και στις 18.4.
- . Σε κάποιες περιπτώσεις ήτοι στις 15.9.2005 στις 11.11.2005, στις 9.3.2007 και 1.6.2007 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε μετά από αίτημα του συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου. Στις 27.1.2006 και στις 4.12.2006 η υπόθεση αναβλήθηκε γιατί η κατηγορούσα αρχή επικαλέστηκε την ύπαρξη προβλήματος με τα τεκμήρια της υπόθεσης τα οποία σχετίζονταν με άλλη υπόθεση και η οποία εκδικάζετο από άλλο δικαστήριο. Στις 13.7.2006 αναβλήθηκε συνεπεία της απουσίας του δεύτερου εναγόμενου, εναντίον του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης ενώ για τον πρώτο κατηγορούμενο ορίστηκε για ακρόαση στις 6.10.
- Αφού εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου η υπόθεση ορίστηκε και για αυτόν για ακρόαση στις 6.10.
- Στις 6.10.2006 επίσης αναβλήθηκε εκ νέου λόγω της απουσίας του δεύτερου κατηγορούμενου εναντίον του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Η υπόθεση για τον πρώτο κατηγορούμενο επαναορίστηκε για ακρόαση στις 4.12.2006, και εν τω μεταξύ εκτελέστηκε και το ένταλμα σύλληψης εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου. Στις 24.9.2007 αναβλήθηκε και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 12.11.2007 αφού τέθηκε το ζήτημα της κατάχρησης από τον συνήγορο του πρώτου κατηγορούμενου Στις 12.11.2007 ενώ η συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου αγόρευσε προς υποστήριξη προδικαστικής ένστασης αναφορικά με το ζήτημα της κατάχρησης και η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα στις 14.11.2007, η δικαστής ενώπιον της οποίας με βάση το πρόγραμμα του δικαστηρίου είχε τεθεί η υπόθεση, εξαιρέθηκε από την εκδίκαση της υπόθεσης. Ακολουθεί πρακτικό του πιο πάνω δικαστηρίου ημερομηνίας 22.11.2007, το οποίο διατυπώνει και επαναλαμβάνει του λόγους εξαίρεσης και αφού η υπόθεση τέθηκε ενώπιον της προέδρου του Δικαστηρίου, παραπέμφθηκε ακολούθως ενώπιον μου. Το παρών δικαστήριο στις 12.12.2007, άρχισε την ακρόαση της προδικαστικής έντασης η οποία ολοκληρώθηκε στις 11.1.2008 και επιφύλαξε την απόφαση του. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι σε δύο περιπτώσεις ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέλειψε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Και τις δύο περιπτώσεις εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Η συμπεριφορά του δεύτερου κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα την αναβολή της ακρόασης και για πρώτο κατηγορούμενο επιφέροντας παράλληλα καθυστέρηση στην πορεία της υπόθεσης. Το ίδιο επισυνέβηκε και στις περιπτώσεις που ο πρώτος υπέβαλε αίτημα για αναβολή της ακρόασης, δηλαδή και η συμπεριφορά του και του πρώτου κατηγορούμενου συνέτεινε στην καθυστέρηση της υπόθεσης. Σημασία έχει στην προκειμένη περίπτωση ότι ένεκα της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων σε κάποιες περιπτώσεις επήλθε καθυστέρηση στην πορεία της υπόθεσης. Σύμφωνα με την νομολογία καθυστέρηση η οποία οφείλεται αποκλειστικά στον κατηγορούμενο και προκαλείται από αυτόν δεν προσμετρά στον καθορισμό τους εύλογου χρόνου διεξαγωγής της δίκης (βλ. Σταμάτη Νικολαίδη ν. Αστυνομίας
(1999)1 ΑΑΔ 1964) Άλλοτε η συμπεριφορά του πρώτου και άλλοτε του δεύτερου κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση στην πορεία της υπόθεσης, αλλά και τον επηρεασμό των δικαιωμάτων του άλλου ο οποίος δεν ευθυνόταν, όπως φαίνεται, για την συμπεριφορά του συγκατηγορούμενου του. Δεν θεωρώ όμως ότι η καθυστέρηση που προκλήθηκε εξ αιτίας των πιο πάνω συμπεριφορών των κατηγορούμενων θα πρέπει να διαδραματίσει σημαίνονται ρόλο στην κρίση του Δικαστηρίου. Η καθυστέρηση η οφειλόμενη αποκλειστικά στην συμπεριφορά των κατηγορούμενων, δεν είναι φυσικά άνευ σημασίας, δεν είναι όμως καθοριστική αφού η καθυστέρηση, που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης από την διωκτική αρχή για την οποία δεν φέρουν καμία ευθύνη οι κατηγορούμενοι αλλά και αυτή που παρατηρείται στην πορεία της υπόθεσης φαίνεται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη. Συνεπακόλουθα κρίνω, ότι υπήρξε αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και, κατά συνέπεια, παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος των Κατηγορούμενων για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Προσέτι δε σε περίπτωση που λάβει χώρα η δίκη, αυτή δεν θα ήταν δίκη εντός εύλογου χρόνου. Στην υπόθεση Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 100 η ακροαματική διαδικασία συμπληρώθηκε 6 χρόνια μετά την καταγγελία και 5 χρόνια από την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η πιο πάνω καθυστέρηση συνιστούσε εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αρνήθηκε να διατάξει επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η διασφάλιση της συνταγματικής τάξης, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2, αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου και η διεξαγωγή της δίκης υπόκειται στον έλεγχο του εκδικάζοντας δικαστηρίου, αρχή, η οποία συνάδει με την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 405 και Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 ΑΑΔ 1068). Στην υπόθεση Ευσταθίου (πιο πάνω) υποδεικνύεται, ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30.2 καθιστά την διαδικασία άκυρη στην ολότητα της (βλ. Paporis ν. National Bank
(1986)1 CLR 578, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Χασσάν ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 78 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)1 ΑΑΔ 84, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). Στην υπόθεση Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 ΑΑΔ 512 λέχθηκε, ότι παραβίαση του άνω δικαιώματος «καθιστά το έργο της δικαιοσύνης ατελέσφορο και την απόφαση άκυρη». Στην Αίτηση Ευθύβουλου Λιασίδη
(1999)1 ΑΑΔ 2319 επαναλαμβάνεται, ότι η δίκη καθίσταται άδικη, αν η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου διαπιστωθεί έξω από τα θέσμια της δίκαιης δίκης ή κατ΄αντίθεση προς τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορούμενο, που εξασφαλίζονται από τα άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος. Στην Καψού (πιο πάνω), υιοθετήθηκε έμμεσα η πορεία ανακοπής υπόθεσης εφόσον διαπιστώνεται, παράβαση συνταγματικού δικαιώματος. Χωρίς να παραγνωρίζω και την θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής όπως αυτή καλύπτεται από την υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω), στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «.. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλη θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές.» Δεν μπορώ να παραγνωρίσω επίσης και το γεγονός ότι σε περίπτωση που λάβει χώρα η δίκη, αυτή δεν θα ήταν δίκη εντός εύλογου χρόνου και οιοσδήποτε χρόνος προστεθεί στην διαδικασία, άγνωστος μεν, αλλά κάποιας διαρκείας δεν θα είχε άλλο αποτέλεσμα παρά την συνεχή καταστρατήγηση του συνταγματικού δικαιώματος των κατηγορούμενων κάτω από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και σε αυτή την περίπτωση η κατάληξη μου θα ήταν ότι η διαδικασία είναι άκυρη και θα έπρεπε ανακοπεί. (Υπ.) ..................................... Κ. Κουνίδου , Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο