← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Guektor Popov κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 6125/06, 22 Φεβρουαρίου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Guektor Popov κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 6125/06, 22 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 6125/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Guektor Popov Γκελάκη Κοσμίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Αργυρού Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Για κατηγορούμενο 1: κος Χ. Φωτίου Για κατηγορούμενο 2: κος Σιαηλής ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (Βλ. σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου ημ. 15.1.08) Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν αρχικά μια κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1) κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20, μια κατηγορία για απαγωγή γυναίκας με σκοπό τη συνουσία (κατηγορία 2), κατά παράβαση των άρθρων 48 και 20, μία κατηγορία για απαγωγή θήλεως κάτω των 16 χρόνων (κατηγορία 3) κατά παράβαση των άρθρων 149, 35 και 20, μια κατηγορία για διαφθορά θήλεως ηλικίας μεταξύ 13 και 17 χρόνων (κατηγορία 5) κατά παράβαση των άρθρων 154, 35 και 20, και μια κατηγορία για άσεμνη επίθεση κατά γυναικός (κατηγορία 6) κατά παράβαση των άρθρων 151 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο

  1. Επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο κατηγορούμενος 2 απηλλάγη των κατηγοριών 5, 6 και 7 κατόπιν αναστολής ποινικής δίωξης από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Ως αποτέλεσμα παρέμειναν οι κατηγορίες 1, 2 και 3 που αφορούν και τους δύο κατηγορούμενους και οι κατηγορίες 5 και 6 που αφορούν μόνο τον κατηγορούμενο
  2. Τα ισχυριζόμενα αδικήματα διαπράχθηκαν, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής στις 13.6.06 και αφορούν την ίδια ανήλικη. Για σκοπούς προστασίας της παραπονούμενης η δίκη διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών μετά από έκδοση σχετικού διατάγματος από το Δικαστήριο. Για να διαφυλάξω όσο είναι δυνατό την ανωνυμία της παραπονούμενης και στενών συγγενών της καθώς και άλλων στοιχείων που ενδεχομένως να αποκάλυπταν την ταυτότητά της προτίμησα να χρησιμοποιήσω τα αρχικά των ονομάτων τους. Ωστόσο τα πλήρη ονόματα τους βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης. Κατά τη διάρκεια της δίκης κατατέθηκε και ένας μεγάλος αριθμός τεκμηρίων. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Η μαρτυρία της παραπονούμενης και μητέρας της Η παραπονούμενη, Β. Π. (Μ.Κ.4) σήμερα είναι ηλικίας 16 χρόνων και παντρεμένη. Γεννήθηκε στις 30.11.91 σύμφωνα με το πιστοποιητικό γέννησης της (Τεκμήριο 22) και κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμενε με τη μητέρα της μετά το διαζύγιο των γονέων της στο Μέσα Χωριό επαρχίας Πάφου, με τον πατριό της και τα τέσσερα αδέλφια της ηλικίας 17, 12, 7 χρονών και 4 μηνών. Η παραπονούμενη ανκαι έδωσε τέσσερις καταθέσεις στην Αστυνομία δίνοντας κάθε φορά και διαφορετικούς ισχυρισμούς όσον αφορά τα όσα της συνέβησαν στις 12 και 13.6.06 εντούτοις κατά την ένορκη μαρτυρία της στο Δικαστήριο διευκρίνισε ότι τα πραγματικά γεγονότα όπως εκτυλίχθηκαν στις 13.6.06 και αφορούν τους κατηγορούμενους περιγράφονται στην τέταρτη γραπτή της κατάθεση στην Αστυνομία που είναι το Τεκμήριο 31 και τα οποία συνοπτικά είναι τα εξής: Στις 12.6.06 η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι της και αφού πέρασε το βράδυ σε ανεγειρόμενη οικοδομή, το πρωί της 13.6.06 ενώ περπατούσε σε κάποιο δρόμο στη Μεσόγη έκαμε νόημα στον κατηγορούμενο 1 που οδηγούσε το αυτοκίνητο του να σταματήσει, όπως και έγινε. Του ζήτησε να την πάρει κάπου και αυτός αφού σκέφθηκε για λίγο συμφώνησε, με την προϋπόθεση να περάσει πρώτα από το σπίτι του για να πάρει το κινητό τηλέφωνο του. Αφού πήρε το τηλέφωνο από το σπίτι του, η παραπονούμενη του ζήτησε να σταματήσει πρώτα στο σπίτι κάποιου Χάϊτα για να δει αν πέρασε απ΄εκεί ο πατέρας της όπως και έγινε. Ακολούθως προχώρησαν προς το νεκροταφείο του Μέσα Χωριού που ήταν ο τελικός προορισμός της αλλά επειδή δεν βρήκε κανένα εκεί ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να την πάρει πίσω στην Πάφο. Καθ' οδόν, ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε να μάθει το όνομα της και την ηλικία της. Αυτή του έδωσε το όνομα της και όσον αφορά την ηλικία της του είπε ότι ήταν 15 χρονών. Όμως αυτός δεν την πίστεψε γι' αυτό ρώτησε ξανά «Εσύ 15;». Τότε αυτή του είπε ότι είναι 18 χρονών οπότε αυτός την πίστεψε. Ακολούθως η παραπονούμενη του ζήτησε να σταματήσει στο σπίτι της φίλης της Ραφαέλλας και όταν δεν τη βρήκε σπίτι ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να μείνει μαζί του όλη τη μέρα γιατί δεν ήθελε να πάει σπίτι της. Αυτός αρχικά είχε τους ενδοιασμούς του μήπως δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα αλλά μετά ενέδωσε όταν η παραπονούμενη τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Αρχικά πήγαν στα Κονιά και ακολούθως στην Πέγεια για δουλειές του κατηγορούμενου 1, όπου η παραπονούμενη παρέμεινε στο αυτοκίνητο του και μετά πήγαν στο σπίτι κάποιου φίλου του στη Χλώρακα. Στο σπίτι του φίλου του κάθισαν και παρακολούθησαν τηλεόραση πίνοντας μαζί με τον κατηγορούμενο 1 μία μπύρα. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 την άφησε σε ένα χωράφι και πήγε σπίτι του για να αλλάξει ρούχα γιατί ήταν με εκείνα της δουλειάς και επέστρεψε στο χωράφι και την παρέλαβε. Όταν ο κατηγορούμενος 1 ξεκίνησε το αυτοκίνητο του της είπε να πάνε σε κάποιο ξενοδοχείο για να μην τους βλέπει ο κόσμος όπως και έγινε. Φτάνοντας στο ξενοδοχείο «Μελίνα» παρέμεινε στο αυτοκίνητο για να πιει τη μπύρα που της είχε αγοράσει ο κατηγορούμενος 1 από ένα περίπτερο, μέχρι να διευθετήσει δωμάτιο ο κατηγορούμενος
  3. Τελικά κατέλυσαν στο δωμάτιο 204 και μπαίνοντας κάθισαν στο κρεβάτι και ο κατηγορούμενος 1 άναψε την τηλεόραση. Η ίδια του ζήτησε μπύρα και ο κατηγορούμενος 1 έφυγε και επέστρεψε με δύο μπύρες τις οποίες ήπιαν μαζί. Μετά ο κατηγορούμενος 1 έφερε άλλες τέσσερις μπύρες τις οποίες πάλι ήπιαν και μετά η παραπονούμενη ξάπλωσε στο κρεβάτι ανάσκελα. Τότε ο κατηγορούμενος 1 της ζήτησε να κάνουν έρωτα και αυτή δέχθηκε αφού του ανέφερε όμως προηγουμένως ότι ήταν με την περίοδο της αλλά όπως της είπε δεν τον ένοιαζε. Μετά που έκαναν έρωτα η παραπονούμενη πλύθηκε στο μπάνιο και ήπιαν ακόμα δύο μπύρες και μετά μία ώρα περίπου που παρέμειναν στο ξενοδοχείο έφυγαν με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 και πήγαν πίσω στο σπίτι του φίλου του. Εκεί ήπιαν ούζο και φεύγοντας η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να την πάρει στη Λεμεσό αλλά αυτός αρνήθηκε. Σε κάποιο δρόμο η ίδια μπήκε σε άλλο αυτοκίνητο και ζήτησε από τον οδηγό του που ήταν ο κατηγορούμενος 2 να την πάρει στη Λεμεσό και ενώ αρχικά αυτός αρνήθηκε μετά που τον παρακάλεσε, δέχτηκε να την πάρει. Κοντά στη Πέτρα του Ρωμιού ο κατηγορούμενος 2 σταμάτησε το αυτοκίνητο του και της ζήτησε να του κάνει στοματικό έρωτα ενώ ταυτόχρονα άρχισε να ξεκουμπώνει το κουμπί του παντελονιού του. Στην άρνηση της ο κατηγορούμενος 2 της είπε εντάξει και ξαναξεκίνησε το αυτοκίνητο του με κατεύθυνση τη Λεμεσό. Σε καμιά περίπτωση ο κατηγορούμενος 2 «έβγαλε ή της έδειξε το πέος του» όπως ήταν η ακριβής έκφραση της στο Τεκμήριο 31 και ούτε προσπάθησε να της κάμει οποιανδήποτε χειρονομία ή να την αγγίξει. Φθάνοντας στη Λεμεσό ο κατηγορούμενος 2 την άφησε στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς Ορφανίδη απ' όπου τηλεφώνησε στη μητέρα της και ήλθε και την πήρε. Η παραπονούμενη απέδωσε τους διαφορετικούς ισχυρισμούς της στις αρχικές καταθέσεις της στο φόβο της μήπως μπλέξει με την Αστυνομία και σε ντροπή από μέρους της. Τελικά αποφάσισε να πει την αλήθεια γιατί ένιωθε τύψεις και η τέταρτη κατάθεση δόθηκε μετά από συνομιλία που είχε με τη μεγαλύτερη της αδελφή. Η παραπονούμενη διευκρίνισε ότι από 12 χρονών έφευγε από το σπίτι αν και οι σχέσεις της με τη μητέρα της ήταν καλές και η μητέρα της προσπαθούσε να τη βοηθήσει ψυχολογικά. Στο Δικαστήριο η παραπονούμενη αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1 ως το πρόσωπο που πήγε μαζί του στο ξενοδοχείο και ήλθαν σε συνουσία ενώ τον κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο που τη μετέφερε στη Λεμεσό. Επίσης ανάφερε ότι συνολικά είχε καταναλώσει 8 - 10 μπύρες, σίγουρα περισσότερες από τον κατηγορούμενο 1 αλλά δεν ήταν μεθυσμένη και γνώριζε τι γινόταν γύρω της. Η παραπονούμενη παραδέχθηκε ότι την παρακολουθούσε η Χαρούλα του Γραφείου Ευημερίας την περίοδο εκείνη. Η Μ.Κ.5, Χ. Α., μητέρα της παραπονούμενης επιβεβαίωσε τη φυγή της παραπονούμενης από το σπίτι στις 12.6.06 και ότι μετά από πολλές ώρες άρχισαν να την ψάχνουν. Κάποιος τους είπε ότι την είδε να μιλά με ένα ψηλό πρόσωπο στην περιοχή Δασούδι αλλά πηγαίνοντας εκεί δεν τη βρήκαν. Τότε η ώρα 02.00 της 13.6.06 κατάγγειλε την εξαφάνιση της στην Αστυνομία δίνοντας την περιγραφή της παραπονούμενης. Η ώρα 05.00 με 06.00 το πρωί η Μ.Κ.5 άρχισε με το σύζυγο της να ψάχνει στην Πάφο για να τη βρει αλλά η ώρα 15.00 την πήρε τηλέφωνο η παραπονούμενη και της είπε ότι βρισκόταν στη Λεμεσό και της ζητούσε να πει της θείας της να έλθει να την πάρει γιατί θα τη σκοτώσουν. Τότε η Μ.Κ.5 πήγε στη Λεμεσό και μαζί με την αδελφή της άρχισαν να ψάχνουν για να τη βρουν χωρίς όμως αποτέλεσμα γι' αυτό και επέστρεψε στην Πάφο. Η ώρα 19.30 της ίδιας μέρας την πήρε πάλι τηλέφωνο η παραπονούμενη και αφού της είπε κλαίγοντας ότι βρισκόταν μέσα σε ένα αυτοκίνητο μαζί με δύο άτομα που θα τη σκότωναν, έκλεισε το τηλέφωνο. Τότε η Μ.Κ.5 μαζί με το σύζυγο της μετέβηκαν εκ νέου στη Λεμεσό και άρχισαν να ψάχνουν. Κατά η ώρα 21.00 πάλι την πήρε τηλέφωνο η παραπονούμενη και της είπε ότι είναι στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς Ορφανίδη. Όταν πήγαν εκεί που τους είπε, τη βρήκαν σε άσχημη κατάσταση, μύριζε οινόπνευμα και φώναζε «με πότισαν χασιήσιη» πέφτοντας στο έδαφος λιπόθυμη. Μεταφέροντας την παραπονούμενη προς το Νοσοκομείο Λεμεσού η παραπονούμενη της έλεγε φοβισμένη ότι την πότισαν χασιήσιη, ποτά και ότι την βίασαν. Ακολούθως ανέλαβε εξετάσεις η Αστυνομία. Όπως εξήγησε η Μ.Κ.5, έδωσε και δεύτερη κατάθεση στην Αστυνομία γιατί έτσι έκρινε σωστό να πει την αλήθεια ότι δηλαδή δεν τη βίασαν οι Πόντιοι αλλά ό,τι έγινε ήταν με τη θέληση της κόρης της. Το παράπονο όμως της Μ.Κ.5 είναι ότι δεν έπρεπε οι Πόντιοι να τη βάλουν στο αυτοκίνητο τους και να κάμνουν ό,τι τους έλεγε η παραπονούμενη. Η υπόλοιπη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Ο Μ.Κ.1 αστυφύλακας 1635 Αντρέας Χ΄΄Βασίλης είναι ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος κατάθεσε όλα τα τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επίσης ο κατηγορούμενος 1 του υπέδειξε τα μέρη που συνάντησε και μετέφερε την παραπονούμενη, και ο κατηγορούμενος 2 το μέρος απ' όπου την παρέλαβε στις 13.6.06 και τη μετέφερε στη Λεμεσό. Η Μ.Κ.2 Χαρούλα Γαβριήλ, λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας επέβλεπε την οικογένεια της παραπονούμενης. Είναι το πρόσωπο στο οποίο αποτάθηκε η παραπονούμενη και η μητέρα της για να καταγγείλουν τη συνουσία της παραπονούμενης με κάποιον και η μάρτυρας συνόδευσε την παραπονούμενη και την Αστυνομία στις υποδείξεις σκηνών. Κατά το χρονικό διάστημα που παρακολουθούσε την οικογένεια, η παραπονούμενη έφευγε από το σχολείο στο οποίο δεν ήθελε να φοιτά λόγω των αδυναμιών της στα μαθήματα. Της άρεσε να κυκλοφορά και να βγαίνει από το σπίτι χωρίς όμως να γνωρίζει η ΜΚ2 πού ακριβώς κυκλοφορούσε. Επίσης ανάφερε ότι δεν γνώριζε τις παρέες της παραπονούμενης ή αν αυτή είχε ερωτικές σχέσεις. Ο Μ.Κ.3 Λοχίας 2248 Χαράλαμπος Νίττης συνόδευσε την παραπονούμενη και ΜΚ2 στην υπόδειξη των διαφόρων σκηνών όπου η παραπονούμενη υπέστη βιασμό σύμφωνα με την καταγγελία που έκαμε στην Αστυνομία. Πήρε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 και συνέλαβε τον κατηγορούμενο
  4. Ο Μ.Κ.6 Μάριος Καριόλου, διευθυντής του Τμήματος Καρδιαγγειακής Γενετικής και του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου προέβη σε εξετάσεις DNA των κολπικών επιχρισμάτων που λήφθηκαν από την παραπονούμενη και σε διάφορα άλλα ρούχα που φορούσε η παραπονούμενη και οι κατηγορούμενοι. Από την εξέταση αυτή διαφάνηκαν κυρίως τα εξής: Στα κολπικά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον κόλπο της παραπονούμενης από την Ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου εντοπίστηκε σπερματικό υγρό από το οποίο απομονώθηκε γενετικό υλικό που ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από τα παρειακά επιχρίσματα των κατηγορουμένων 1 και
  5. Επίσης απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό σε ένα λεκέ στην περιοχή του κάβαλου του παντελονιού που φορούσε η παραπονούμενη στις 13/6/06 που η κύρια συνεισφορά ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από τον κατηγορούμενο 1 και η μικρή συνεισφορά από τον κατηγορούμενο
  6. Γενετικό υλικό απομονώθηκε επίσης και στο μαύρο εσώρουχο της παραπονούμενης που ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από τα παρειακά επιχρίσματα των κατηγορουμένων 1 και
  7. Ο Μ.Κ.6 σε ερώτηση των δικηγόρων των κατηγορουμένων πώς είναι δυνατό να βρεθεί σπερματικό υγρό του κατηγορούμενου 2 στον κόλπο της παραπονούμενης εφόσον σύμφωνα με την κατάθεση της ίδιας δεν προηγήθηκε ερωτική επαφή μεταξύ τους ο ΜΚ6 απάντησε ότι μια πιθανότητα είναι η ίδια η παραπονούμενη να το έθεσε στον κόλπο της. Ουσιαστικά οι ΜΚ1, 2, 3 και 6 δεν αντεξετάστηκαν από τους κατηγορούμενους. Οι κατηγορούμενοι μετά που κλήθηκαν σε απολογία δεν έδωσαν μαρτυρία ενόρκως και ούτε κάλεσαν μάρτυρες. Ενώπιον του Δικαστηρίου όμως υπάρχουν οι δικές τους εκδοχές όπως φαίνονται στις γραπτές τους καταθέσεις στην Αστυνομία που πολύ συνοπτικά είναι οι εξής: Ο κατηγορούμενος 1 το πρωί της 12.6.06 σταμάτησε το αυτοκίνητο του στο σπίτι του όταν τον πλησίασε η παραπονούμενη που του φάνηκε γύρω στα 17 και του ζήτησε να τη μεταφέρει στην υπεραγορά «Chris Cash & Carry». Της είπε ότι δεν μπορούσε αλλά μετά συμφώνησε μετά τα παρακάλια της. Αρχικά έφτασαν στο νεκροταφείο της Μεσόγης και του φάνηκε ότι η παραπονούμενη έψαχνε κάτι. Σταμάτησαν σε δύο σπίτια στη Μεσόγη κατόπιν παράκλησης της παραπονούμενης η οποία κατέβαινε κάτω και επέστρεφε ακολούθως στο αυτοκίνητο. Σταμάτησαν σε ακόμα ένα σημείο. Ο κατηγορούμενος της είπε ότι θα έπρεπε να την αφήσει γιατί είχεν δουλειά αλλά η παραπονούμενη του ζήτησε να μείνει στο αυτοκίνητο του για να κοιμηθεί και δέχθηκε. Της αγόρασε και μια μπύρα από το περίπτερο που του ζήτησε. Αρχικά πήγαν μαζί σε μια οικοδομή στην Πέγεια για δουλειές του και ακολούθως του ζήτησε να της ενοικιάσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο γιατί δεν είχε πουθενά να μείνει και δεν ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι της. Η παραπονούμενη τον οδήγησε στο ξενοδοχείο "ROMAN" και αφού ο κατηγορούμενος 1 πλήρωσε ΛΚ15 στη ρεσεψιόν του έδωσαν το κλειδί για το δωμάτιο
  8. Στο δωμάτιο ήπιαν από μια μπύρα και μετά 15-20 λεπτά την άφησε και πήγε στο σπίτι του. Μετά μια ώρα περίπου επέστρεψε στο ξενοδοχείο όπου παράλαβε την παραπονούμενη η οποία του ζήτησε να τη μεταφέρει στη Λεμεσό αλλά αυτός αρνήθηκε. Στο δρόμο συνάντησε τον κατηγορούμενο 2 και του ζήτησε να τη μεταφέρει αυτός στη Λεμεσό. Στην αρχή αυτός δεν ήθελε αλλά η παραπονούμενη τον παρακάλεσε και τελικά δέχθηκε να την πάρει. Μετά μια ώρα του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 2 που του είπε ότι άφησε την παραπονούμενη στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς Ορφανίδη. Ο κατηγορούμενος 1 δεν γνώριζε ότι η παραπονούμενη ήταν 14 ½ χρονών αφού η ίδια του είπε ότι ήταν 17 και πλησιάζει στα
  9. Ο κατηγορούμενος 2 στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 43) αναφέρει ότι στις 13.6.06 πρόσεξε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 να είναι σταματημένο στο δρόμο και τον κατηγορούμενο 1 να του κάμνει νόημα να σταματήσει. Στη θέση του συνοδηγού καθόταν η παραπονούμενη και στο πισινό κάθισμα ένας άντρας. Ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε να μεταφέρει την παραπονούμενη στη Λεμεσό και ενώ σκεφτόταν να αρνηθεί, η παραπονούμενη που ήταν μεθυσμένη και κάπνιζε τσιγάρο συνεχώς τον παρακαλούσε οπότε συμφώνησε να την πάρει γιατί τη λυπήθηκε. Η παραπονούμενη κάθισε μπροστά και του ζήτησε να της αγοράσει μια μπύρα. Καθ' οδόν του έλεγε τα προβλήματα της όπως ότι ο πατέρας της κτυπά τη μητέρα της γι' αυτό και η ίδια έφευγε από το σπίτι ενώ σε μια περίπτωση έλειψε για 2-3 βδομάδες. Την άκουσε που έκαμε και ένα τηλεφώνημα και έλεγε «μάμα βοήθησε με σε παρακαλώ, δεν μπορώ να δώσω, θα με σκοτώσουν». Κοντά στην Πέτρα του Ρωμιού ο κατηγορούμενος 2 προχώρησε προς τον παλιό δρόμο για να επιστρέψει πίσω στην Πάφο αφού κατάλαβε ότι η κοπέλα ήταν τρελλή και θα έμπλεκε άσχημα αλλά αυτή τον τράβηξε από το χέρι και τον παρακάλεσε να συνεχίσει. Πάλι ενέδωσε στα παρακάλια της και συνέχισε την πορεία του στη Λεμεσό από τον παλιό δρόμο. Ο ίδιος την υπολόγισε να είναι στην ηλικία των 18-19 χρονών. Την κατέβασε στο χώρο στάθμευσης του Ορφανίδη και αυτή τηλεφώνησε στη θεία της από το κινητό του τηλέφωνο και της ζήτησε να έλθει, ενώ του ίδιου του είπε να φύγει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Θα αρχίσω από τη μαρτυρία της παραπονούμενης και θα εξετάσω πρώτα την αξιοπιστία της και μετά θα αναζητήσω, αν παραστεί ανάγκη, ενισχυτική μαρτυρία δεδομένης της φύσης της υπόθεσης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση D.P.P. v. Hester

(1972)3 All E.R. 1056 και D.P.P. v. Κilbourne
(1973)1 All E.R. 440, δεν τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας όπου το Δικαστήριο δε θα ήταν διατεθειμένο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να στηριχθεί στη μαρτυρία προσώπου του οποίου η μαρτυρία χρειάζεται ενίσχυση. Ο σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία που είναι ελλιπής ή ύποπτη ή αναξιόπιστη (Βλ. επίσης, Ττοουλιάς v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Saad και άλλος v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 106 και Phipson on Evidence 14η Έκδοση, σελ. 320 παρα. 14-18). Έτσι η μαρτυρία που θα πρέπει να ενισχυθεί θα πρέπει πρωτίστως να είναι αξιόπιστη. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση R. v. Turner
(1975)61 Cr. App. R. 67 στη σελ. 84 η αξιοπιστία του μάρτυρα που χρειάζεται ενίσχυση κρίνεται όχι μόνο από την ίδια τη μαρτυρία του αλλά και από ολόκληρη τη μαρτυρία στην υπόθεση. Στην υπόθεση Tτοουλιάς v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258 αναφέρθηκε στις σελ. 265-6 ότι δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα και η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο. Παρά τα πιο πάνω σχόλια θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης χωρίς αναφορά σε αυτό το στάδιο σε τυχόν ενισχυτική μαρτυρία και αυτό για να είναι πιο δίκαιο για τους κατηγορούμενους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι δικηγόροι των κατηγορουμένων επικέντρωσαν την αγόρευση τους στο αναξιόπιστο της παραπονούμενης η οποία σε τέσσερις καταθέσεις στην Αστυνομία, πρόβαλε διαφορετικούς ισχυρισμούς. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να ανατρέξω στο περιεχόμενο των άλλων τριών καταθέσεων που έδωσε η παραπονούμενη στην Αστυνομία (Τεκμήρια 28, 29 και 30) εφόσον ήδη έκαμα αναφορά στο περιεχόμενο της τέταρτης κατάθεσης πιο πάνω στην απόφαση μου. Στην πρώτη κατάθεση (Τεκμήριο 28) που άρχισε η ώρα 23:00 της 13/6/06 και τέλειωσε στις 00:50 της επόμενης μέρας, η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι ενώ καθόταν στο πάρκο την πλησίασαν 3 άντρες που φορούσαν μαύρες κουκούλες και τον ένα τον φώναζαν «Σωκράτη» και την έβαλαν με το ζόρι μέσα σε ένα Μερσεντές αφού της έδεσαν τα μάτια. Όταν έφτασαν σ' ένα σπίτι της έβγαλαν το μαντήλι από τα μάτια και την ανάγκασαν να πιει ουίσκι, ζιβανία, ούζο και μπύρες και την ανάγκασαν να καπνίσει τσιγάρο με ναρκωτικές ουσίες όλα κάτω από την απειλή μιας σπασμένης μπουκάλας. Μετά η παραπονούμενη κοιμήθηκε μέχρι το πρωί όπου κατάφερε και δραπέτευσε. Στο δρόμο ζήτησε βοήθεια από μια κοπέλα που την μετέφερε στο κατάστημα του Κώστα που και αυτός κατόπιν παράκλησης της τη μετέφερε στο σουπερμάρκετ του Ηλία στη Μεσόγη. Την βρήκαν πάλι οι 3 κουκουλοφόροι και την πήραν μαζί τους στην Πόλη Χρυσοχούς αφού της έδεσαν τα μάτια. Εκεί την πότισαν πάλι αλκοόλ και ναρκωτικά. Ακολούθως ο Σωκράτης της έβγαλε τα ρούχα και ήλθε σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέληση της. Ο κοντός από τους τρεις της ζήτησε να του κάμει στοματικό έρωτα και όταν αυτή αρνήθηκε προσπάθησε να έλθει σε παρά φύση συνουσία μαζί της. Τότε ακολούθησε συνουσία της με το τρίτο άτομο. Ακολούθως ξεκίνησαν για την Λεμεσό οπότε στην Πέτρα του Ρωμιού σταμάτησαν και ο κοντός φορώντας κουκούλα ήλθε σε συνουσία μαζί της. Μετά άλλαξαν αυτοκίνητο και την άφησαν στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς Ορφανίδη. Στις 14/6/06 μεταξύ των ωρών 11:50 και 13:00 η παραπονούμενη έδωσε τη δεύτερη κατάθεση (Τεκμήριο 29) η οποία ξεκινά με την εξής πρόταση, «Θέλω να σας πω τα πραγματικά γεγονότα όπως έγιναν». Και αρχίζει να εξιστορεί ότι από τις 12/6/06 μέχρι τις 13/6/06 βρισκόταν στο σπίτι κάποιου Χασσάν. Στις 13/6/06 το πρωί ο Χασσάν την μετέφερε στο κατάστημα του Κώστα από τον οποίον ζήτησε να τη μεταφέρει στο σούπερ μάρκετ του Ηλία. Περπατώντας προς το χωριό της σταμάτησε ένας άντρας το αυτοκίνητο του και της είπε να την πάρει. Αφού σταμάτησαν πρώτα έξω από ένα σπίτι για να πάρει ο οδηγός τσιγάρα και τηλέφωνο, μετά πήγαν σε μια οικοδομή στα Κονιά και επέστρεψαν πίσω στο ίδιο σπίτι. Ο οδηγός της ζήτησε να περιμένει σ' ένα χωράφι και μετά πήγαν σ' ένα διαμέρισμα στη Χλώρακα και αφού ήπιαν μπύρες πήγαν σε κάτι διαμερίσματα στην Κάτω Πάφο. Ο οδηγός τότε πήρε το κλειδί ενός δωματίου και ανέβησαν στον τρίτο όροφο και άρχισαν να πίνουν μπύρες. Η ίδια ήπιε οκτώ μικρές μπύρες και ζαλίστηκε, γι' αυτό ξάπλωσε στο κρεβάτι. Τότε ο οδηγός ήρθε σε συνουσία μαζί της. Ακολούθως είδαν τηλεόραση πίνοντας μπύρες. Φεύγοντας από το δωμάτιο πήγαν πίσω ξανά στο διαμέρισμα που ήταν προηγουμένως στο οποίο βρισκόταν ένας άλλος άνδρας που δεν τον είχε δει προηγουμένως. Τότε έφυγε ο πρώτος άνδρας και έμεινε μόνη της με τον δεύτερο που ονομαζόταν Σωκράτης. Σε κάποιο σημείο ο Σωκράτης της είπε να μπει στο αυτοκίνητο να πάνε κάπου. Σε ένα χωράφι στην Πάφο έβγαλε τα ρούχα του και πλησίασε το πέος του στο στόμα της. Αυτή τον έσπρωξε προς τα πίσω και αυτός ντύθηκε και ξεκίνησαν για το Πισσούρι. Τελικά έφτασαν στο χώρο στάθμευσης της Υπεραγοράς του Ορφανίδη στη Λεμεσό και ο οδηγός πήρε ένα μικρό σχοινί απ΄ το ταμπλό του αυτοκινήτου του και αφού της έδεσε σταυρωτά τα χέρια της την κατέβασε κάτω. Κατεβάζοντας την, την απείλησε με την εξής φράση «Αν πεις τίποτε εν να σκοτώσω μάνα σου» . Στην τρίτη κατάθεση (Τεκμήριο 30) που την έδωσε στις 14/6/06 και μεταξύ των ωρών 18:40 και 19:20 η παραπονούμενη διευκρινίζει ότι ο άντρας που την πήρε στο ξενοδοχείο της έβγαλε με την βία το παντελόνι ενώ αυτή βρισκόταν ανάσκελα στο κρεβάτι και ήρθε σε συνουσία μαζί της ενώ αυτή έκλαιγε και του φώναζε να την αφήσει ήσυχη. Η παραπονούμενη υπέδειξε στην Αστυνομία τόσο το σπίτι στο οποίο διέμενε ο άντρας αυτός όσον και το ξενοδοχείο μέσα στο οποίο την βίασε και όπως της είπε ο αστυνομικός ήταν το ξενοδοχείο «Μελίνα». Είναι φανερό ότι σε όλες τις καταθέσεις της παραπονούμενης υπάρχει ισχυρισμός για συνουσία της με άντρες στη μεν πρώτη και τρίτη κατάθεση που η τελευταία είναι συμπληρωματική της δεύτερης, με τη χρήση βίας σε βάρος της, στη δε τέταρτη που, όπως υποστήριξε στη μαρτυρία της στο Δικαστήριο, είναι και η αλήθεια, με τη συγκατάθεση της. Οι διαφορές που εντοπίζονται στις καταθέσεις της παραπονούμενης αναφέρονται κυρίως στην συμπεριφορά των αντρών που ήλθαν σε συνουσία μαζί της. Η παραπονούμενη υποστήριξε ένθερμα κατά την ακρόαση ότι το περιεχόμενο της τέταρτης κατάθεσης της στην Αστυνομία που έδωσε στις 18.6.06 αποτελεί τα πραγματικά γεγονότα όπως έχουν διαδραματιστεί. Ο λόγος δε που πρόβαλε διαφορετικές εκδοχές στις προηγούμενες καταθέσεις της είναι γιατί φοβόταν ότι θα μπλέξει με την Αστυνομία και ντρεπόταν ταυτόχρονα για όσα έγιναν. Αποφάσισε όμως να πει την αλήθεια γι' αυτό έδωσε την τέταρτη κατάθεση γιατί ένοιωθε τύψεις. Οι κατηγορούμενοι δεν φαίνεται να διαφωνούν στις καταθέσεις τους ότι συνάντησαν την παραπονούμενη στις 13/6/
  1. Αντίθετα σε πολλά σημεία η μαρτυρία της παραπονούμενης στο Δικαστήριο συμφωνεί με όσα αναφέρουν και οι κατηγορούμενοι στις γραπτές τους καταθέσεις, εφόσον οι ίδιοι δεν έδωσαν μαρτυρία. Όπως στον τρόπο συνάντησης της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο 1, στις κινήσεις τους μαζί, πού κατέληξαν, τι έκαμαν και τι ήπιαν. Εκεί που φαίνεται να υπάρχει διαφωνία είναι στο κατά πόσο στο δωμάτιο 204 του ξενοδοχείου στο οποίο ο κατηγορούμενος 1 οδήγησε την παραπονούμενη επήλθε συνουσία μεταξύ τους κάτι που αρνείται ότι έγινε ο κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε κανένα σημείο η μαρτυρία της παραπονούμενης έχει κλονιστεί παρά αυτή επέμενε στην εκδοχή της όπως διαφαίνεται στην 4η κατάθεση της στην Αστυνομία. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης κρίνω σκόπιμο να διαχωρίσω χρονικά τα γεγονότα στα οποία κάμνει αναφορά, σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά τα γεγονότα που σχετίζονται με τον κατηγορούμενο 1 και το δεύτερο μέρος εκείνα που σχετίζονται με τον κατηγορούμενο
  2. Τους λόγους γι' αυτό το διαχωρισμό θα τους εξηγήσω πιο κάτω. Η παραπονούμενη δεν δίστασε να αναφερθεί και σε γεγονότα που ασφαλώς δεν την τιμούν ιδιαίτερα. Όπως όταν ισχυρίστηκε ότι ήπιε 8-10 μπύρες τις οποίες ζήτησε η ίδια, περισσότερες μάλιστα από όσες ήπιε ο κατηγορούμενος 1, ή ότι έπεισε τον κατηγορούμενο 1 ότι ήταν ηλικίας 18 χρονών όταν δεν την πίστεψε όταν αυτή του είπε ότι ήταν 15, ή ότι τον παρακάλεσε να μείνει μαζί του όλη μέρα γιατί δεν ήθελε να πάει στο σπίτι της. Δεν υπήρξε καμία αντίφαση μεταξύ της 4ης κατάθεσης της και της μαρτυρίας της ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν βρίσκω παράλογη τη δικαιολογία που έδωσε στο Δικαστήριο γιατί να πει ψέματα στην εξιστόρηση των γεγονότων στις προηγούμενες της καταθέσεις που τα απέδωσε σε φόβο από μέρους της για τυχόν μπλέξιμο που θα είχε με την Αστυνομία και σε ντροπή. Επίσης δεν θα πρέπει να αγνοηθεί και το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη ήταν ηλικίας μόλις 14 χρόνων και 5 μηνών. Σε καμία περίπτωση η παραπονούμενη μου έδωσε την εντύπωση ότι η εμπλοκή των κατηγορουμένων στην υπόθεση έγινε σκόπιμα από την ίδια με σκοπό να τους ενοχοποιήσει ή είχε άλλα αλλότρια κίνητρα. Αντίθετα στην τέταρτη κατάθεση της η παραπονούμενη εξέθεσε τα πραγματικά γεγονότα και την αληθινή συμπεριφορά των κατηγορουμένων απέναντι της λόγω τύψεων που ένοιωθε γιατί στις προηγούμενες της καταθέσεις τους απέδιδε, ιδιαίτερα στον κατηγορούμενο 1, χρήση βίαιης συμπεριφοράς. Αυτή της η τάση να πει την αλήθεια φαίνεται καθαρά σε πολλά σημεία της μαρτυρίας της όταν αναλάμβανε τις δικές της ευθύνες για όσα ακολούθησαν τη φυγή της από το σπίτι στις 12.6.
  3. Παράδειγμα, μόνη της η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι την προηγούμενη μέρα, δεν επέστρεψε το βράδυ στο σπίτι, το πρωί της επομένης έκαμε νόημα στον κατηγορούμενο 1 να σταματήσει το αυτοκίνητο του και του ζήτησε να τη μεταφέρει σε διάφορους τόπους· η ίδια του ζήτησε να της αγοράσει μπύρες τις οποίες κατανάλωσε· η ίδια του ζήτησε να παραμείνει μαζί του για το υπόλοιπο της μέρας γιατί δεν ήθελε να πάει σπίτι της διαβεβαιώνοντας τον ότι δεν θα είχε πρόβλημα. Επίσης όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι ενώ αρχικά ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε να την πάρει στη Λεμεσό, μετά δέχθηκε αφού τον παρακάλεσε. Από την άλλη μου φαίνεται παράλογη η εκδοχή που έδωσε ο κατηγορούμενος 1 στη γραπτή του κατάθεση ότι δηλαδή του ζήτησε η παραπονούμενη να την πάρει στο ξενοδοχείο γιατί ήθελε κάπου να μείνει, ότι έκατσε μαζί της για 15-20 λεπτά και μετά μια ώρα επέστρεψε πίσω και την πήρε. Αφού ο σκοπός που έκλεισε το δωμάτιο ήταν για να μείνει η παραπονούμενη που δεν είχε που να πάει, τότε προς τι η επιστροφή του μετά μια ώρα για να την πάρει; Δεν είναι φυσιολογική η εκδοχή του κατηγορούμενου 1 όπως φαίνεται στη γραπτή του κατάθεση. Η αντίθετη θέση της παραπονούμενης ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 1 της ζήτησε να πάνε στο ξενοδοχείο για να μην τους βλέπει ο κόσμος στο οποίο επήλθε συνουσία μεταξύ τους μέσα στο δωμάτιο 204 μετά που κατανάλωσαν μπύρες, φαντάζει πιο φυσιολογική. Όπως θεωρώ φυσιολογική και την αντίδραση της παραπονούμενης να πει ψέματα στη μητέρα της και στην Αστυνομία αρχικά, γιατί προφανώς φοβόταν τις συνέπειες που θα είχε από τη φυγή της από το σπίτι κάτι που, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ίδιας της μητέρας της (ΜΚ5) και κοινωνικής λειτουργού (ΜΚ2), συνήθιζε να κάμνει και μετά για την κατάσταση στην οποία τη βρήκε η μητέρα της στο χώρο στάθμευσης του Ορφανίδη που μύριζε οινόπνευμα και έπεσε αναίσθητη. Με κανένα τρόπο η αρχική προσπάθεια της να επιρρίψει τις ευθύνες για την εξαφάνιση της σε τρίτους, προφανώς για να μην υποστεί η ίδια επιπτώσεις, μπορεί να καταδείξει ότι όσα ανάφερε στην τέταρτη κατάθεση της για συνουσία με τον κατηγορούμενο 1 είναι ψέμα. Η πειστικότητα της παραπονούμενης ενδυναμώνεται από το γεγονός ότι από τη δεύτερη κατάθεση της που την έδωσε μετά μερικές ώρες από την πρώτη φαίνεται η επιθυμία και τάση της να πει την αλήθεια εφόσον τα γεγονότα που εξιστόρησε πλησιάζουν με εκείνα που αναφέρει στην τέταρτη κατάθεση της· ότι δηλαδή συνάντησε κάποιον που την πήρε με το αυτοκίνητο του σε διάφορες οικοδομές για δουλειές δικές του, ότι αυτός πέρασε από το σπίτι να πάρει τσιγάρα και το τηλέφωνο, ότι την κατέβασε σε ένα χωράφι και αυτή τον περίμενε, πήγαν στο διαμέρισμα κάποιων φίλων του όπου ήπιαν μπύρες και ακολούθως σε δωμάτιο διαμερισμάτων στην Κάτω Πάφο και ήπιαν μπύρες. Συνεχίζει και αναφέρει ότι στο δωμάτιο επήλθε συνουσία μεταξύ τους και διευκρινίζει στην τρίτη της κατάθεση που έδωσε την ίδια μέρα και είναι συμπληρωματική της δεύτερης ότι ο άντρας χρησιμοποίησε βία σε βάρος της για να πετύχει τη συνουσία αφού η ίδια αντιστεκόταν. Όσον αφορά την ανάμειξη του κατηγορούμενου 2 στη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη κατάθεση της η παραπονούμενη αναφέρει ότι είναι το πρόσωπο που τη μετέφερε στη Λεμεσό και σταμάτησε το αυτοκίνητο του στην Πέτρα του Ρωμιού όπου της ζήτησε να του κάμει στοματικό έρωτα και αυτή αρνήθηκε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του παραδέχεται ότι τη μετέφερε στη Λεμεσό αν και αρχικά αρνήθηκε, αλλά ακολούθως δέχθηκε μετά τα παρακάλια της παραπονούμενης και ότι στην Πέτρα του Ρωμιού άλλαξε πορεία και ακολούθησε τον παλιό δρόμο. Με προβλημάτισε κάπως το σημείο της μαρτυρίας της που αφορά τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου
  4. Δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος 2 στην Πέτρα του Ρωμιού της ζήτησε να του κάμει στοματικό έρωτα και όταν αυτή αρνήθηκε έφυγαν χωρίς να την αγγίξει καθόλου ή να κάμει οποιαδήποτε χειρονομία σε βάρος της. Αν η θέση της αυτή γίνει δεκτή τότε πώς δικαιολογούνται τα ευρήματα των επιστημονικών εξετάσεων του κ. Καριόλου όπου ανευρέθηκε γενετικό σπερματικό υλικό του κατηγορούμενου 2 στο δείγμα που λήφθηκε από την ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου από τον κόλπο της παραπονούμενης. Η ίδια δεν έδωσε καμιά εξήγηση. Από την άλλη, σύμφωνα με τον κ. Καριόλου ο συνήθης τρόπος εναπόθεσης σπερματικού υγρού στον κόλπο μιας γυναίκας είναι η συνουσία. Όμως έχοντας κατά νου τη μαρτυρία της παραπονούμενης ότι η ίδια είχεν ήδη καταναλώσει 8-10 μπύρες όταν έφυγε με τον κατηγορούμενο 1 από το ξενοδοχείο και ότι μετά πήγαν στο σπίτι του φίλου του κατηγορούμενου 1 που είχαν πάει και προηγουμένως και κατανάλωσε ούζο και φεύγοντας από εκεί ένοιωθε ζαλισμένη, φαίνεται ότι από το σημείο αυτό και μετά η παραπονούμενη λόγω του αλκοόλ που είχε καταναλώσει είναι πιθανόν να μην είχε πλήρη αντίληψη των όσων της συνέβαιναν. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ενώ αναγνώρισε στο Δικαστήριο τα ρούχα που φορούσε ο κατηγορούμενος 1 δεν θυμόταν για εκείνα του κατηγορούμενου
  5. Επίσης και από την ίδια της τη μητέρα ότι όταν πήγε να παραλάβει την κόρη της από το χώρο στάθμευσης του Ορφανίδη αυτή μύριζε οινόπνευμα και έπεσε κάτω λιπόθυμη. Ακόμα και ο κατηγορούμενος 2 στη γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι όταν την παρέλαβε για να τη μεταφέρει στη Λεμεσό αυτή ήταν μεθυσμένη. Κατά συνέπεια ανκαι δέχομαι ότι ο κατηγορούμενος 2 μετέφερε την παραπονούμενη στη Λεμεσό όπως παραδέχεται και ο ίδιος, εν τούτοις λόγω της κατάστασης μέθης στην οποίαν τελούσε διατηρώ αμφιβολίες για όσα εξιστόρησε ότι συνέβησαν μεταξύ τους από τη στιγμή που μπήκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 2 και μετά, τα οποία απορρίπτω. Η απόρριψη αυτής της μαρτυρίας της παραπονούμενης δεν βρίσκω να επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της εφόσον εξήγησα αμέσως πιο πάνω πού οφείλεται. Εξάλλου το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί ολόκληρη ή μέρος της μαρτυρία ενός μάρτυρα και να ενεργήσει ανάλογα (Bλ. Παύλου - v - Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68 και Νικολαϊδης - v - Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 271). Επίσης τυχόν ασάφειες σε ορισμένα σημεία της μαρτυρίας της ή ότι δεν θυμόταν λεπτομέρειες όπως τι επακριβώς φορούσε ο κατηγορούμενος 2 αναφέρονται σε επουσιώδη θέματα που δεν επηρεάζουν αρνητικά την αξιοπιστία της. Όσον αφορά την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας, αυτή θα ήταν αναγκαία, ως θέμα πρακτικής, τόσο λόγω της φύσης των αδικημάτων όσο και του νεαρού της ηλικίας της παραπονούμενης. Στην προκειμένη περίπτωση έχω αυτοπροειδοποιηθεί για τους κινδύνους που παραμονεύουν στο να στηριχθώ χωρίς ενίσχυση στη μαρτυρία της παραπονούμενης που αφορά σε σεξουαλικά εγκλήματα. Έχω επίσης αυτοπροειδοποιηθεί ότι ενώπιον μου έχω μια νεαρή γυναίκα σήμερα 16 χρονών περίπου και τότε 14 χρονών και 5 μηνών. Χωρίς κανένα δισταγμό καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση η παραπονούμενη κρίθηκε καθόλα αξιόπιστη για όσα ανάφερε ότι συνέβησαν μέχρι τη συνάντηση της με τον κατηγορούμενο 2 και θα είμαι διατεθειμένη να βασιστώ αποκλειστικά και μόνο στη μαρτυρία της αυτή προειδοποιώντας τον εαυτό μου για τους κινδύνους που παραμονεύουν στο να στηριχθώ χωρίς ενίσχυση στη μαρτυρία της παραπονούμενης. Εν πάση περιπτώσει παρά τη διαπίστωση αυτή κρίνω αναγκαίο να εξετάσω την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Τέτοια αφορά στο γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 1 που βρέθηκε στον κόλπο της παραπονούμενης στις 13.6.06 που σχετίζεται ασφαλώς με τη συνουσία που προηγήθηκε την ίδια μέρα. Ο κ. Καριόλου ήταν σαφής στη μαρτυρία του ότι η σεξουαλική επαφή είναι ο συνήθης τρόπος εναπόθεσης σπερματικού υγρού στον κόλπο της γυναίκας. Όσον αφορά τη μαρτυρία των ΜΚ1, 2, 3 και 6 αυτή γίνεται δεκτή στην ολότητα της εφόσον ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση προβαίνω στα εξής ευρήματα: 1) Η παραπονούμενη γεννήθηκε στις 30.11.91 που σημαίνει ότι στις 13.6.06 ήταν ηλικίας 14 χρόνων και 5 μηνών περίπου. Τους τελευταίους μήνες είχε διακόψει τη φοίτηση της στο Γυμνάσιο και άρχισε να έχει ερωτικές σχέσεις από τα 12 της χρόνια κρυφά από την οικογένεια της. 2) Στις 13.6.06 η παραπονούμενη διέμενε με τη μητέρα της, τον πατριό της και τα τέσσερα αδέλφια της στο Μέσα Χωριό της επαρχίας Πάφου μετά το διαζύγιο των γονέων της. 3) Η παραπονούμενη συχνά έφευγε από το σπίτι και η οικογένεια ήταν κάτω από την επίβλεψη του Γραφείου Ευημερίας. 4) Στις 12.6.06 κατά το μεσημέρι η παραπονούμενη έφυγε μόνη της από το σπίτι και δεν επέστρεψε το βράδυ ενώ η μητέρα της άρχισε να την αναζητά. 5) Η παραπονούμενη διανυκτέρευσε το βράδυ της 12.6.06 σε μια ανεγειρόμενη οικοδομή στο δρόμο Μεσόγης γιατί δεν ήθελε να πάει σπίτι. 6) Το πρωί της 13.6.06 μετέβη στο κατάστημα του Κώστα του λαστιχάρη και του ζήτησε να τη μεταφέρει στο σούπερ-μάρκετ του Ηλία με σκοπό να πάει σπίτι της. Περπατώντας έκανε νόημα στον οδηγό ενός αυτοκινήτου που ήταν ο κατηγορούμενος 1 να σταματήσει και του ζήτησε να τη μεταφέρει στην υπεραγορά Chris Cash & Carry στην Πάφο. Ο κατηγορούμενος 1 αφού σκέφτηκε για λίγο συμφώνησε με την προϋπόθεση να περάσει πρώτα από το σπίτι του να πάρει το κινητό τηλέφωνο του. 7) Αφού πήρε το τηλέφωνο του μαζί ξεκίνησαν για το νεκροταφείο του Μέσα Χωριού όπου η παραπονούμενη του ζήτησε να τη μεταφέρει. Καθ' οδόν του ζήτησε να περάσει από το σπίτι κάποιου Χάϊτα όπως και έγινε. Μετά το νεκροταφείο του ζήτησε να τη μεταφέρει στην υπεραγορά Chris Cash & Carry στην Πάφο. Ο κατηγορούμενος 1 τη ρώτησε το όνομα της και την ηλικία της. Ο κατηγορούμενος 1 δεν την πίστεψε όσον αφορά την ηλικία των 15 ετών που του είπε αλλά την πίστεψε όταν αυτή του είπε ότι ήταν
  1. Καθ' οδόν σταμάτησαν στο σπίτι της φίλης της Ραφαέλλας την οποία όμως δεν βρήκε σπίτι οπότε του ζήτησε να παραμείνει μαζί του για το υπόλοιπο της μέρας γιατί δεν ήθελε να πάει σπίτι της. Ο κατηγορούμενος 1 προβληματίστηκε αρχικά αλλά μετά δέχθηκε όταν η παραπονούμενη τον διαβεβαίωσε ότι θα ήταν εντάξει. 8) Η παραπονούμενη ακολούθησε τον κατηγορούμενο 1 σε διάφορες δουλειές του που είχε, αναμένοντας μέσα στο αυτοκίνητο και μετά στο σπίτι κάποιου φίλου του. Μπαίνοντας και αυτή στο σπίτι του φίλου του ο φίλος του έφυγε και η παραπονούμενη παρέμεινε μόνη με τον κατηγορούμενο 1 και έβλεπαν τηλεόραση και ήπιαν μια μπύρα. 9) Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 την άφησε σε ένα χωράφι για να πάει σπίτι του ν' αλλάξει ρούχα και επέστρεψε και την πήρε. 10) Τότε ο κατηγορούμενος 1 της πρότεινε να πάνε σε κάποιο ξενοδοχείο και κατέληξαν στο δωμάτιο 204 του ξενοδοχείου «Μελίνα». Μέχρι να διευθετήσει δωμάτιο, η παραπονούμενη κατανάλωσε μια μπύρα στο αυτοκίνητο, που της είχεν αγοράσει ο κατηγορούμενος 1 από ένα περίπτερο. 11) Ενώ ήταν στο δωμάτιο και έβλεπαν τηλεόραση η παραπονούμενη του ζήτησε ακόμα μια μπύρα και ο κατηγορούμενος 1 έφερε δύο τις οποίες ήπιαν μαζί. Μετά έφερε άλλες τέσσερις μπύρες τις οποίες ήπιαν. Μετά η παραπονούμενη ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι και ο κατηγορούμενος 1 της ζήτησε να κάμουν έρωτα και η παραπονούμενη συγκατάνευσε αφού όμως προηγουμένως τον πληροφόρησε ότι ήταν με την περίοδο της και εκείνος της απάντησε ότι δεν τον ένοιαζε. 12) Ακολούθησε συνουσία μεταξύ τους που έγινε με τη θέληση της παραπονούμενης και χωρίς τη χρήση οποιασδήποτε βίας από μέρους του κατηγορούμενου
  2. Μετά η παραπονούμενη πήγε στο μπάνιο και πλύθηκε. Αφού κάθισαν για ακόμα λίγο στο δωμάτιο και ήπιαν άλλες δύο μπύρες έφυγαν. 13) Μετά το ξενοδοχείο επέστρεψαν στο διαμέρισμα του φίλου του κατηγορούμενου 1 στη Χλώρακα και εκεί η παραπονούμενη ήπιε ούζο. Φεύγοντας η παραπονούμενη ένοιωθε ζαλισμένη και ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να τη μεταφέρει στη Λεμεσό αλλά εκείνος αρνήθηκε. 14) Ακολούθως η παραπονούμενη μπήκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 2 ο οποίος ενώ αρχικά αρνήθηκε να την πάρει στη Λεμεσό, μετά τα παρακάλια της δέχθηκε. 15) Φτάνοντας στη Λεμεσό στο χώρο στάθμευσης της υπεραγοράς Ορφανίδη η παραπονούμενη ειδοποίησε τηλεφωνικά τη μητέρα της η οποία ήλθε και την πήρε. Η παραπονούμενη που ήταν ζαλισμένη και μεθυσμένη εφόσον είχεν ήδη καταναλώσει 8-10 μπύρες και ούζο λιποθύμησε μπροστά στη μητέρα της. 16) Όλα τα δείγματα και επιχρίσματα λήφθηκαν με τον ορθό τρόπο και διακινήθηκαν χωρίς καμιά παρέμβαση. 17) Στα κολπικά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον κόλπο της παραπονούμενης από την ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου το βράδυ της 13/6/06 εντοπίστηκε μετά από τις επιστημονικές εξετάσεις που έγιναν με τον ορθό τρόπο από τον ΜΚ6, σπερματικό υλικό από το οποίο απομονώθηκε υλικό το οποίο ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από τους κατηγορούμενους 1 και
  3. Γενετικό υλικό των κατηγορουμένων 1 και 2 ανευρέθη επίσης και στα ρούχα που φορούσε η παραπονούμενη στις 13.6.
  4. 18) Το γενετικό υλικό που βρέθηκε στον κόλπο της παραπονούμενης στις 13.6.06 και ανήκε στον κατηγορούμενο 1 εναποτέθηκε εκεί στις 13.6.06 ως αποτέλεσμα της συνουσίας που είχε ο κατηγορούμενος 1 με την παραπονούμενη στις 13.6.06 στο ξενοδοχείο «Μελίνα». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της απαγωγής γυναίκας με σκοπό τη συνουσία κατά παράβαση του άρθρου 148 του Κεφ. 154 που αφορά η δεύτερη κατηγορία συντελείται όταν με σκοπό τη συνουσία πρόσωπο απαγάγει ή κατακρατεί γυναίκα χωρίς τη θέληση της και, το αδίκημα διαπράττεται ακόμα και όταν η αρχική απομάκρυνση της παραπονουμένης έγινε με τη θέληση της αλλά αργότερα αρνείται να συνεχίσει και ο κατηγορούμενος την κατακρατεί δια της βίας. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου δεν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της απαγωγής γυναίκας με σκοπό τη συνουσία εφόσον η ίδια η παραπονούμενη ζήτησε από τους κατηγορούμενους να τη μεταφέρουν στους χώρους που τους υπέδειξε και όταν αυτοί προβληματίζονταν ακολούθως δέχθηκαν μετά από τα παρακάλια της. Επίσης ο κατηγορούμενος 1 τη μετέφερε στο ξενοδοχείο με τη συγκατάθεση της παραπονούμενης. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και την κατηγορία της απαγωγής θήλεος κάτω των 16 χρόνων (τρίτη κατηγορία), σύμφωνα με το άρθρο 149 του Κεφ.
  5. Το άρθρο 149 προβλέπει τα εξής: «Όποιος παράνομα αποχωρίζει νεαρή γυναίκα άγαμη, που έχει ηλικία κάτω των δεκαέξι χρονών, από την επίβλεψη ή την προστασία του πατέρα της ή της μητέρας της ή άλλου προσώπου που έχει τη νόμιμη φροντίδα ή μέριμνα τέτοιας νεαρής γυναίκας και εναντίον της θέλησής τους, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Κατ' αρχήν «ο αποχωρισμός» θα πρέπει να είναι «παράνομος» δηλαδή χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα ή εύλογη αιτία. Το άρθρο 149 δεν προσδιορίζει την έννοια του αποχωρισμού και ο αποχωρισμός δεν είναι απαραίτητο να είναι βίαιος και ούτε τίθεται θέμα συγκατάθεσης της ανήλικης. Στην υπόθεση R ν Jones
(1973)Crim. L. R 621 το Δικαστήριο ερμηνεύοντας τον αντίστοιχο όρο του αποχωρισμού στο άρθρο 20 του Αγγλικού Sexual Offences Act 1956 το οποίο είναι όμοιο με το δικό μας 149, θεώρησε ότι ο όρος «αποχωρίζει ... από την επίβλεψη ή την προστασία των γονέων της και ενάντια στη θέλησή τους» σημαίνει κάποιου είδους συμπεριφορά η οποία να παρεμβαίνει κατά τρόπο ουσιαστικό στα δικαιώματα των γονέων (βλ. Archbold Criminal Evidence and Practice, 39η έκδ. παρά. 2941). Το στοιχείο του αποχωρισμού ικανοποιείται όταν ο κατηγορούμενος πείθει την ανήλικη να εγκαταλείψει την επίβλεψη των γονέων της. Παρόλο που η ελάχιστη μορφή πειθούς είναι αρκετή, θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία για κάποια ενεργό συμμετοχή του κατηγορούμενου, αφού απλή συναίνεση εκ μέρους του σε εισήγηση της παραπονούμενης δεν μπορεί να θεωρηθεί αρκετή (βλ. K. v. Jarvis
(1903)20 Cox C. C. 249, R. v. Alexander
(1912)Cr. App. R. 110). Αν ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που πήρε την παραπονούμενη μακριά, γνώριζε και δεν είχε λόγο να γνωρίζει, ότι η ανήλικη ήταν κάτω από τη νόμιμη επίβλεψη του πατέρα, μητέρας ή άλλου προσώπου δεν μπορεί να κριθεί ένοχος (βλ. R. v. Manktelow
(1853)6 Cox 143. Αν η εισήγηση για να φύγει η παραπονούμενη από την επίβλεψη ή προστασία του πατέρα ή της μητέρας της προέρχεται μόνο από την ανήλικη και ο κατηγορούμενος απλά συγκατατίθεται δεν μπορεί να κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος (R. v. Jarvis
(1903)20 Cox 249, R. v. Alexander
(1912)Cr. App. R. 110). Είναι φανερό ότι οι συνθήκες του αποχωρισμού έχουν σημασία για να θεμελιωθεί το αδίκημα της απαγωγής νεαρής γυναίκας κάτω των 16 χρονών. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου η ίδια η παραπονούμενη εγκατέλειψε το σπίτι της στις 12.6.06, δεν επέστρεψε σπίτι το βράδυ και την επομένη το πρωί σταμάτησε στο δρόμο τον κατηγορούμενο 1 και του ζήτησε να τη μεταφέρει αρχικά σε διάφορους χώρους που του υπέδειξε και μετά του ζήτησε να παραμείνει μαζί του. Το ίδιο έγινε και με τον κατηγορούμενο 2. Δηλαδή η παραπονούμενη τον παρακάλεσε να τη μεταφέρει στη Λεμεσό την επόμενη μέρα της φυγής της από το σπίτι. Σε καμιά περίπτωση οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνέτειναν με οποιονδήποτε τρόπο στο να φύγει η παραπονούμενη από το σπίτι της στο οποίο βρισκόταν κάτω από τη νόμιμη φύλαξη της μητέρας της. Αντίθετα αυτοί προβληματίζονταν στο κατά πόσο θα συγκατένευαν. Κατά συνέπεια οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν μπορούν να κριθούν ένοχοι στην κατηγορία αυτή. Η πέμπτη κατηγορία αφορά σε διαφθορά νεαρής γυναίκας μεταξύ 13 και 17 χρόνων. Το άρθρο 154 στο οποίο βασίζεται η πιο πάνω κατηγορία προνοεί τα εξής: «Όποιος παράνομα έρχεται σε συνουσία ή αποπειράται παράνομη συνουσία με νεαρή γυναίκα που έχει ηλικία δεκατριών ή άνω και κάτω των δεκαεπτά χρόνων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια· Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η συνουσία ή η απόπειρα διάπραξης της, δε θεωρείται παράνομη, και δε διαπράττεται αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου, σε περίπτωση που κατά το χρόνο διάπραξης, νεαρή γυναίκα είναι παντρεμένη με τον άντρα που έρχεται ή αποπειράται να έρθει σε συνουσία μαζί της.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι η παράνομη συνουσία με νεαρή γυναίκα μεταξύ 13 και 17 χρόνων. Σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα μου στις 13.6.06 ο κατηγορούμενος 1 μετέφερε την παραπονούμενη στο ξενοδοχείο «Μελίνα» και μέσα στο δωμάτιο 204 ήλθε σε συνουσία με την παραπονούμενη που ήταν τότε ηλικίας 14 χρονών και 5 μηνών. Συνεπώς το αδίκημα έχει συντελεστεί εφόσον η παραπονούμενη ήταν κάτω των 17 ετών σύμφωνα με το Νόμο. Το γεγονός ότι η παραπονούμενη έπεισε τον κατηγορούμενο 1 ότι ήταν ηλικίας 18 χρονών δεν αποτελεί πλέον υπεράσπιση. Είναι σαφές ότι ο Νόμος 145
(1)/02 που τέθηκε σε εφαρμογή στις 26.7.02 με τον αποκλεισμό των υπερασπίσεων που αναφέρονταν στο άρθρο 154 του Ποινικού Κώδικα πριν την τροποποίηση με το Νόμο 145
(1)/02 ήθελε να καταστήσει το αδίκημα της συνουσίας με ανήλικη απόλυτο. Συνεπώς δεν αποτελεί πλέον υπεράσπιση η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι η ανήλικη ήταν ηλικίας 16 ετών και άνω. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί ο κατηγορούμενος 1 να επικαλείται ως υπεράσπιση το γεγονός ότι κατά τη συνουσία ήταν με την αντίληψη ότι η παραπονούμενη ήταν 18 ετών ως η εισήγηση του δικηγόρου του κατηγορούμενου 1. Η έκτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα εξής: «Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας είναι ένοχος πλημμελήματος». Στην υπόθεση R. v. Court
(1988)2 All E. R. 221 λέχθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εκ προθέσεως στο θύμα, ότι η επίθεση ή οι περιστάσεις που την αποτελούν είναι δυνατόν να εκληφθούν από ορθόφρονα πρόσωπα ως άσεμνες και ότι ο κατηγορούμενος είχε την πρόθεση να διαπράξει την επίθεση με τον τρόπο που περιγράφηκε. Θα πρέπει όμως κατά πρώτο να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθ' εαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E. R. 644). Θα πρέπει δηλαδή ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία εναντίον της παραπονούμενης είτε εκ προθέσεως είτε απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence & Practice, παρα. 19-166 μέχρι 19-167). Όσον αφορά το στοιχείο του άσεμνου είναι γενικά μια πράξη που προσβάλλει τα αναγνωρισμένα επίπεδα σεμνότητας, ευπρέπειας και ήθους σε ένα τόπο. Η αντίληψη περί ηθικής μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο και το άσεμνο κρίνεται από το φως των περιστάσεων, του τόπου και του χρόνου Σε σχέση με την πιο πάνω κατηγορία με βάση τα ευρήματα μου σε καμιά περίπτωση ο κατηγορούμενος 1 χρησιμοποίησε οποιασδήποτε μορφής βία σε βάρος της παραπονούμενης, πόσο μάλλον άσεμνης. Αν η κατηγορία αυτή αναφέρεται στη συνουσία μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και παραπονούμενης που επήλθε στο ξενοδοχείο «Μελίνα» δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι αυτή επήλθε με τη χρήση βίας. Αντίθετα αυτή έγινε με τη συναίνεση της παραπονούμενης. Συνεπώς δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα αυτό και η σχετική κατηγορία θα πρέπει να απορριφθεί. Το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 που αφορά η πρώτη κατηγορία διαπράττεται όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να προβούν σε μια παράνομη πράξη ή να προβούν σε μια νόμιμη με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία (βλ. Archbold Criminal Procedure and Practice 42η έκδοση, παράγρ. 28-4 και Tabrizi Αbolfaze v. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 ). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος που αφορά η πρώτη κατηγορία οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν να απαγάγουν την παραπονούμενη με σκοπό τη συνουσία. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αποδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν μεταξύ τους στο να απαγάγουν την παραπονούμενη με σκοπό τη συνουσία. Όχι μόνο δεν έχει αποδειχθεί ο καταρτισμός συμφωνίας αλλ' ούτε και η απαγωγή της παραπονούμενης με σκοπό τη συνουσία σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα μου. Τα σημεία στις καταθέσεις τους στην Αστυνομία ότι το βράδυ της 13/6/06 τηλεφωνικά ρώτησε ο ένας κατηγορούμενος τον άλλον αν έκαμαν οτιδήποτε με την παραπονούμενη που σύμφωνα με την εισήγηση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής αποδεικνύει και τη συμφωνία μεταξύ τους, σε καμία περίπτωση μπορούν να εκληφθούν ως συμφωνία για εκείνα που τους καταλογίζονται. Συνεπώς και σ' αυτή την κατηγορία οι κατηγορούμενοι δεν μπορούν να κριθούν ένοχοι. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κατηγορία 5 εναντίον του 1ου κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενώ απέτυχε να αποδείξει στον ίδιο βαθμό τις κατηγορίες 1, 2 και 3 εναντίον και των δύο κατηγορουμένων και κατηγορία 6 εναντίον του κατηγορούμενου 1. Κατά συνέπεια οι κατηγορίες 1, 2, 3 και 6 απορρίπτονται. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται στις κατηγορίες 1, 2 και 3, ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία 6 ενώ βρίσκεται ένοχος στην 5η κατηγορία ως το κατηγορητήριο. (Υπ.) ........... Α. Πούγιουρου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής /ΛΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.