← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Stephen John Clarke, Αρ. Υπόθεσης 3355/06, 25.2.08

Αστυνομία Πάφου ν. Stephen John Clarke, Αρ. Υπόθεσης 3355/06, 25.2.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 3355/06 Αστυνομία Πάφου - ν - Stephen John Clarke από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 25.2.08 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λοϊζίδης και κα Λίζα Θεοφάνους Κατηγορούμενος: παρών Χρέη διερμηνέα από Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα εκτελεί ο κ. Νικόλας Αλέξη ........................ Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα βρέθηκε ένοχος επί το ότι κατά την 17.3.06 ενώ οδηγούσε το όχημα του επί της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως επέφερε τον θάνατο στους Keith Lambert και Joseph Humphries, τέως από την Αγγλία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής ανέφερε, ότι σημαντικός παράγοντας για την επιμέτρηση της ποινής θα πρέπει να διαδραματίσει για το Δικαστήριο η οριακή, όπως την χαρακτήρισε, αμέλεια του Κατηγορουμένου, η οποία ανάγεται σε στιγμιαία αβλεψία και σε καμία περίπτωση σε συνεχή αδιαφορία ή εγωιστική συμπεριφορά. Και αυτό, γιατί, όπως υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος το σημείο της σύγκρουσης είναι μόνο 1,60 μέτρα από την μικρή νησίδα, γεγονός, που δεν διαφοροποιεί την υπό εξέταση περίπτωση από τις περιπτώσεις εκείνες που η σύγκρουση λαμβάνει χώρα στην διαχωριστική γραμμή του δρόμου, όπου ευθύνη υπέχουν και οι δύο οδηγοί. Το Δικαστήριο θα πρέπει, επίσης, να λάβει σοβαρά υπόψη την συντρέχουσα, όπως την χαρακτήρισε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, αμέλεια του οδηγού του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HAE 177, ο οποίος κατά την στιγμή της σύγκρουσης βρέθηκε, αφενός, σε σημείο στο οποίο δεν δικαιούταν να βρίσκεται, αφετέρου, γιατί υπήρχε αρκετός και επαρκής χώρος προς τα αριστερά του, σύμφωνα με την πορεία του, εντός του οποίου θα μπορούσε να οδηγεί το όχημά του. Χαρακτήρισε δε την ευθύνη αυτή ως μεγάλη σε αντίθεση με την ευθύνη την οποία εισηγήθηκε, ότι υπέχει και ο οδηγός του τρίτου οχήματος με αριθμούς εγγραφής ZHTA 461, την οποία χαρακτήρισε ως μικρότερη. Αν ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HAE 177 συμμορφωνόταν με τα τόξα που υπήρχαν επί της ασφάλτου και μετακινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, σύμφωνα με την πορεία του, το δυστύχημα θα αποφεύγετο. Εδώ έγκειται και η ευθύνη του, η δε ευθύνη του οδηγού του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ZHTA 461 στο ότι δεν τηρούσε ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενό του όχημα και απέφυγε να κάνει αποτρεπτική κίνηση (avoiding action). Σημαντικό ρόλο για την επιμέτρηση της ποινής θα πρέπει, επίσης, να διαδραματίσει η σήμανση του δρόμου με την γραμμή 2 του αλτ επί της ανώνυμης οδού να βρίσκεται εντός της πορείας του Κατηγορούμενου. Η γραμμή αυτή είναι παραπλανητική καθότι δίνει την εντύπωση στους οδηγούς που ακολουθούν την πορεία του Κατηγορούμενου, ότι είναι γραμμή αλτ, την οποία δεν δικαιούνται να υπερβούν. Παραπέμπει, επομένως, τους οδηγούς που ακολουθούν την πορεία του Κατηγορούμενου να οδηγούν δεξιότερα της γραμμής αυτής και της άλλως επιτρεπόμενης πορείας τους. Ο Κατηγορούμενος ενήργησε σύμφωνα με το όπως η γραμμή 2 λογικά υποδείκνυε και το σημείο Χ είναι πλησίον του χώρου εντός του οποίου αυτός δικαιούταν να οδηγεί. Αυτός είναι, σύμφωνα με τον δικηγόρο του, ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει, ότι η οδήγηση του Κατηγορούμενου δεν συνιστούσε την εγωιστική εκείνη συμπεριφορά, που, σύμφωνα με την Νομολογία, δικαιολογεί την επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αναφέρθηκε, επίσης, στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος στα 28 του παντρεύτηκε με Αγγλίδα και από τον γάμο του απέκτησε δύο παιδιά. Πριν τέσσερα χρόνια χώρισε με την σύζυγό του και, ακολούθως, ήρθε στην Κύπρο για να εργασθεί. Τα παιδιά του ζουν με την μητέρα τους στην Αγγλία. Γι' αυτά πληρώνει διατροφή Λ.Κ.500,00 περίπου τον μήνα. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια διαμένει στο χωριό Έμπα της Πάφου. Οι όροι που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο από το Δικαστήριο για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του εμπόδισαν για όλο αυτό το χρονικό διάστημα τον Κατηγορούμενο να μεταβεί στην Αγγλία για να δει τα παιδιά του, η πρώην δε σύζυγός του αρνήθηκε να τα στείλει στην Κύπρο, ώστε αυτά να δουν τον πατέρα τους. Αυτό προκάλεσε θλίψη, στενοχώρια και αναστάτωση στον Κατηγορούμενο, γιατί είναι πατέρας που αγαπά τα παιδιά του. Συνεπεία του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος τραυματίσθηκε σοβαρά και υπέστη πολλαπλά κατάγματα. Νοσηλεύθηκε για αρκετές μέρες στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και υπεβλήθη σε εγχείρηση. Κατά την μεταφορά του στο χειρουργείο, την επομένη του δυστυχήματος, υπέστη καρδιακή προσβολή και έκτοτε λαμβάνει φάρμακα (Βλ. Τεκμήριο 25). Ήταν στον γύψο για αρκετό καιρό και όταν άρχισε να βαδίζει χρησιμοποιούσε πατερίτσες. Πρόσφατα, υπεβλήθη σε νέα εγχείρηση για αφαίρεση του μεταλλικού συνδετικού στηρίγματος που είχε στο πόδι του. Από τους τραυματισμούς που υπέστη συνεπεία του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να υποφέρει. Ο Κατηγορούμενος εργάζεται στην εταιρεία Panareti Royal Coral Bay Resort και είναι διευθυντής προώθησης πωλήσεων. Η εν λόγω εταιρεία ασχολείται με ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις καθώς επίσης με αγορές και πωλήσεις ακινήτων. Είναι ευσυνείδητος και τίμιος υπάλληλος. Ποινή στερητική της ελευθερίας του, αφενός, θα βλάψει τον Κατηγορούμενο, γιατί θα έχει ως συνέπεια αυτός να απωλέσει την εργασία του, αφετέρου, θα πλήξει την εταιρεία οικονομικά, καθότι ο Κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που διατηρεί επαφές, για λογαριασμό της εταιρείας, με εταιρείες στην Αγγλία και είναι άμεσα υπεύθυνος στον τομέα αυτό (Βλ. Τεκμήριο 23). Ο Κατηγορούμενος στην Κύπρο συζεί με Αγγλίδα, η οποία έχει ένα γιο, ηλικίας 11 ετών, τον οποίο ο Κατηγορούμενος έχει σαν παιδί του. Διαμένουν και οι τρεις στο ίδιο σπίτι και μαζί αποτελούν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Οι δύο, επίσης, σχεδιάζουν να παντρευτούν εντός του ερχόμενου μήνα. Ο γιος της συμβίας του Κατηγορούμενου φοιτά στην Αμερικάνικη Ακαδημία και ο τελευταίος πληρώνει τα δίδακτρά του. Σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης τα δίδακτρα αυτά δεν θα μπορούν να πληρωθούν με αποτέλεσμα το παιδί να μην μπορεί να συνεχίσει τις σπουδές του στο σχολείο αυτό, αφού η μητέρα του και συμβία του Κατηγορούμενου δεν εργάζεται. Η συμβία του Κατηγορούμενου αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας. Υποφέρει από χρόνιο άσθμα και έχει συχνούς παροξυσμούς δύσπνοιας, ιδιαίτερα, κατά τις πρωινές ώρες, οπότε χρήζει βοήθειας με οξυγόνο και αντιασθματικό σπρέι (Βλ. Τεκμήριο 24). Συχνά διακομίζεται από τον Κατηγορούμενο σε κλινική για αντιμετώπιση των κρίσεων που παθαίνει. Παθαίνει κρίσεις σε απρόβλεπτες ώρες και ο Κατηγορούμενος είναι ο μόνος που μπορεί να της παράσχει βοήθεια. Ο Κατηγορούμενος και η συμβία του δεν έχουν συγγενείς στην Κύπρο. Μέσω του δικηγόρου του ο Κατηγορούμενος εξέφρασε την συγνώμη και την συμπόνια του στους συγγενείς των θυμάτων για τον πόνο που τους προκάλεσε. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορός του κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και αφού λάβει υπόψη όλα τα πιο πάνω να εξατομικεύσει την ποινή. Έχει νομολογηθεί, ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή» Το αδίκημα που δημιουργεί το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι, αναμφίβολα, σοβαρό. Σημειώνεται, ότι η προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή είναι ποινή φυλάκισης μέχρι τέσσερα χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα Ευρώ 4.271,
  1. Η σοβαρότητά του φαίνεται και από τις συνέπειες που προκύπτουν από την διάπραξή του, που δεν είναι άλλες από την απώλεια ανθρώπινων ζωών. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέγιστη περίοδος φυλάκισης που μπορεί να επιβληθεί, αυτή, δηλαδή, των τεσσάρων χρόνων αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια με τον τροποποιητικό Νόμο 181(Ι)/
  2. Πριν την εν λόγω τροποποίηση η μέγιστη ποινή φυλάκισης ήταν δύο χρόνια. Η τροποποίηση αυτή είναι ενδεικτική της σοβαρότητας που προσδίδει ο νομοθέτης στο αδίκημα, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή. Τούτο δεν είναι καθόλου τυχαίο αν αναλογισθεί κανείς ότι η παραβίαση του Νόμου και των Κανονισμών, που διέπουν την τροχαία κίνηση, και οι οποίοι στοχεύουν στην ασφαλή χρήση των δρόμων, τόσο από τους οδηγούς όσο και από τους πεζούς, σε συνδυασμό με την πυκνότητα της τροχαίας κίνησης, έχουν καταστήσει τα τροχαία δυστυχήματα ένα συχνό και ατυχές φαινόμενο με επιπτώσεις, άλλοτε την πρόκληση ζημίας, άλλοτε την πρόκληση σωματικών βλαβών και άλλοτε, ακόμα, την πρόκληση του ίδιου του θανάτου. Καθώς εύστοχα έχει επισημανθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα οδικά δυστυχήματα αποτελούν χαίνουσα πληγή στον τόπο μας, στοιχίζουν σε χρήμα και ζωές και έχουν καταντήσει μάστιγα. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημία είναι τεράστιες. Τα Δικαστήρια δεν μπορούν να αδιαφορούν μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως κύριο λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας. Κατά την επιμέτρηση της ποινής το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου ως επίσης το γεγονός ότι το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει χρήμα και ζωές (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331). Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή, με την συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στην διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση, βέβαια, με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψη (Βλ. Παμπακάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487). Τα πιο πάνω αντανακλούν την Αγγλική προσέγγιση στο θέμα. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Boswell
(1984)3 All E R 353, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, αποφασίστηκε, ότι τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής σε παρόμοιες υποθέσεις σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με την υφή της αμέλειας που προκάλεσε τον θάνατο. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορούμενου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Στην Αγγλική υπόθεση R v. John Kenneth Guilfoyle 57 Cr. App. Rep. 549 το Αγγλικό Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια για την επιβολή ποινής στις υποθέσεις θανατηφόρων ατυχημάτων, οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο αρχικά στην υπόθεση The Attorney-General of the Republic v. Alkis I. Iacovides
(1973)2 CLR 344. Στις περιπτώσεις που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας θα πρέπει να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού (Βλ., επίσης, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωκράτη Μιχαλάκη Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Δεν θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, ότι η αμέλεια του Κατηγορούμενου είναι οριακή και ότι η συμπεριφορά του ανάγεται σε στιγμιαία αβλεψία. Στην κρινόμενη περίπτωση η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου σαφώς και εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων και σε αντίθεση με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ελαφρυντικό για τον ίδιον. Είναι σημαντικότατο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με υπερβολικά ψηλή ταχύτητα σε έναν δρόμο πολυσύχναστο και κατά την διάρκεια της νύχτας. Αυτό, κατά την άποψή μου, είναι ενδεικτικό του αντικοινωνικού χαρακτήρα της οδήγησής του και σε συνδυασμό με την υπόλοιπη συμπεριφορά του καθορίζει την έκταση της ευθύνης του και την υφή της αμέλειάς του. Όπως και στην απόφασή μου ημερομηνίας 18.2.08 μνημονεύεται, άλλη αιτία από την υπερβολική ταχύτητα με την οποία οδηγούσε, προδήλως, δεν υπήρχε που να δικαιολογεί την απώλεια του ελέγχου του οχήματός του και της εισόδου του εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Σε αντίθεση με τα όσα επικαλέσθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, το σημείο και το μέρος στο οποίο έγινε η σύγκρουση δεικνύει, ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε αρκετά εντός της άλλης λωρίδας κυκλοφορίας και σε βαθμό που σε καμία περίπτωση η υπό εξέταση περίπτωση να μπορεί να θεωρείται οριακή περίπτωση ή να προσομοιάζει με τις υποθέσεις εκείνες στις οποίες η σύγκρουση γίνεται επί διαχωριστικής γραμμής, ώστε η έκταση της ευθύνης του να είναι μειωμένη. Άλλωστε, ας μην αγνοούμε, ότι η σύγκρουση με το όχημα ΗΑΕ 177 έγινε πλησίον της αρχής, σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου, της δεξιάς λωρίδας για οχήματα με δυτική πορεία, γιατί, απλούστατα, εκεί ήταν που συνάντησε το όχημα του Κατηγορούμενου το όχημα ΗΑΕ
  1. Με την πορεία που ακολουθούσε το όχημα του Κατηγορούμενου και τον τρόπο με τον οποίο οδηγείτο κανείς δεν θα μπορούσε να αποκλείσει, ότι δεν θα συνέχιζε ακόμη δεξιότερα της πορείας του. Εν πάση περιπτώσει εγωιστική συμπεριφορά δεν έχομε μόνο όταν ένας οδηγός φτάνει μέχρι το άκρο της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, όπως ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε. Εγωιστική συμπεριφορά έχομε και στην υπό εξέταση περίπτωση, που ο Κατηγορούμενος, οδηγώντας με υπερβολικά ψηλή ταχύτητα υπό τις συνθήκες, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, ήτοι σε πολυσύχναστο δρόμο και κατά την διάρκεια της νύχτας, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα, το οποίο, ένεκα της βιαιότητας της σύγκρουσης, έκανε στροφή 180 μοιρών και ακολουθώντας πορεία αντίθετη προς την αρχική του, και αφού, πρώτα, σύρθηκε επί της ασφάλτου, συγκρούσθηκε με τρίτο αυτοκίνητο, το οποίο ακολουθούσε το δικό του. Ούτε το ότι ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΑΕ 177 δεν συμμορφώθηκε με τα τόξα και βρέθηκε στο σημείο που βρέθηκε κατά την στιγμή της σύγκρουσης μειώνει την ευθύνη του Κατηγορούμενου. Η ουσία έγκειται στο ότι ο οδηγός αυτός, όπως και να έχει, βρισκόταν στην λωρίδα κυκλοφορίας του, άσχετα αν όφειλε από πριν να είχε μετακινηθεί στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Κατηγορούμενος ήταν που παρέκλινε της πορείας του και όχι ο οδηγός του ΗΑΕ
  2. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου για να τονίσει το μεμπτό στην συμπεριφορά του οδηγού του ΗΑΕ 177 και, κατ' επέκταση, την κατ΄ ισχυρισμό ευθύνη του υπέδειξε, ότι αν δεν γινόταν η σύγκρουση ο οδηγός αυτός, αναπόφευκτα, θα περνούσε πάνω από την πλατιά νησίδα και θα παρανομούσε. Η ευθύνη του Κατηγορούμενου, όμως, δεν μπορεί να καθορισθεί σύμφωνα με το τι θα έκανε και με το πώς θα προχωρούσε ο οδηγός αυτός, δηλαδή, επί υποθετικής βάσης. Σημασία έχει πώς είχαν τα πράγματα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Και κατά τον ουσιώδη χρόνο ο οδηγός του ΗΑΕ 177 βρισκόταν εντός της λωρίδας του. Άλλωστε, δεν μπορεί να γίνει σαφής πρόβλεψη. Ποιος θα μπορούσε να αποκλείσει, ότι ο οδηγός αυτός δεν θα σταματούσε πριν την αρχή της πλατιάς νησίδας στην προσπάθειά του να μετακινηθεί προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ώστε να μην την υπερβεί; Υπό το φως της σκέψης αυτής θα μπορούσε, λογικά, να λεχθεί, ότι η ευθύνη του Κατηγορούμενου μειώνεται εξ' αιτίας της παρουσίας του οδηγού του ΗΑΕ 177 στο μέρος που έγινε η σύγκρουση; Τουναντίον, στην βάση της λογικής αυτής, είμαι της άποψης, ότι το αβάσιμο στην θέση της Υπεράσπισης γίνεται πιο έκδηλο. Αναφορικά με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου περί παραπλανητικής σήμανσης του δρόμου δεν χρειάζονται να λεχθούν πολλά. Και αυτό γιατί ήταν εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο Κατηγορούμενος δεν παραπλανήθηκε από την εν λόγω σήμανση. Άλλωστε, η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου αναφορικά με το θέμα αυτό ήταν γενική και δεν συσχετίσθηκε με την οδήγηση του Κατηγορούμενου. Είμαι της ισχυράς άποψης, ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι συγκρούσεις οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα, ότι η οδήγηση του Κατηγορούμενου συνιστούσε πλήρη αδιαφορία για την ασφάλεια των άλλων οδηγών και καταδείκνυε έναν απαράδεκτο εγωισμό. Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι, επίσης, σημαντικό να τονισθεί, ότι το Δικαστήριο δεν έκρινε την οδήγησή του μόνο αλόγιστη ή επικίνδυνη. Η οδήγησή του κρίθηκε και ως απερίσκεπτη, γεγονός, που καθιστά την συμπεριφορά ακόμα πιο σοβαρή (Βλ. Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου δεν εισηγήθηκε, ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης. Ούτε και επικαλέσθηκε τον χρόνο των δύο σχεδόν ετών που παρήλθαν από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος ως ελαφρυντικό παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής. Και ορθά έπραξε. Καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης δεν υπήρχε, αφού αυτή καταχωρήθηκε 20 μόνο ημέρες μετά το δυστύχημα. Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, αυτός δεν πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου. Και αυτό γιατί η πάροδος δύο σχεδόν ετών από το δυστύχημα οφείλεται στον μεγαλύτερο βαθμό στον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Η Νομολογία υπέδειξε, ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο ίδιος ο κατηγορούμενος, τότε ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 273). Στην υπό εξέταση υπόθεση η ακροαματική διαδικασία άρχισε την 15.1.07 και ολοκληρώθηκε στις 11.12.07, δηλαδή, σε 11 μήνες. Μέσα σε αυτό το διάστημα η Υπεράσπιση υπέβαλε αίτημα για αναβολή 5 συνολικά φορές. Συγκεκριμένα, στις 25.1.07 για τον λόγο ότι η μητέρα του συνηγόρου του Κατηγορούμενου είχε προσκομισθεί στο νοσοκομείο για εγχείρηση, στις 27.4.07 λόγω αδιαθεσίας του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, στις 10.9.07 λόγω ασθενείας του Κατηγορούμενου, στις 24.9.07 λόγω του ότι δεν ήταν έτοιμος να καταθέσει ο ΜΥ 2 και στις 7.11.07 λόγω ασθενείας και πάλι του Κατηγορούμενου. Για λόγους που αφορούσαν το Δικαστήριο η υπόθεση αναβλήθηκε 5 συνολικά φορές. Τις τρεις λόγω έλλειψης χρόνου - 29.3.07, 31.5.07 και 9.7.07 - την τέταρτη λόγω ασθενείας δικής μου και την πέμπτη - 5.2.07 - λόγω του ότι εκ παραδρομής είχε ορισθεί η υπόθεση μιας και το Δικαστήριο συνεδρίαζε την ημέρα εκείνη στο Δικαστήριο της Πόλης Χρυσοχούς. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι εμφανίσεις είχαν ως ακολούθως: η υπόθεση ορίσθηκε για απάντηση στις 10.4.
  1. Ο Κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε την ημέρα εκείνη γιατί συνεπεία του δυστυχήματος ήταν κλινήρης. Είχε, μάλιστα, δηλωθεί, εκ μέρους του, ότι χρειαζόταν 6-8 εβδομάδες για να μπορέσει να περπατήσει. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση εκ νέου για απάντηση στις 30.6.
  2. Ο Κατηγορούμενος την ημέρα εκείνη δεν παραδέχτηκε την κατηγορία και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση την 3.11.
  3. Στις 3.11.06 ζητήθηκε αναβολή από την Υπεράσπιση, μεταξύ άλλων, για τον λόγο ότι δεν είχε δοθεί στην Υπεράσπιση όλο το μαρτυρικό υλικό. Το Δικαστήριο επαναόρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 4.12.
  4. Την ημέρα εκείνη το Δικαστήριο λόγω του ότι ήταν απασχολημένο με άλλη συνεχιζόμενη ακρόαση - την 12078/05 - που, επίσης, αφορούσε θανατηφόρο δυστύχημα, ανέβαλε την υπόθεση και όρισε την παρούσα για ακρόαση στις 15.1.
  5. Η υπόθεση ολοκληρώθηκε σε 45 δικασίμους συμπεριλαμβανομένων και αυτών κατά τις οποίες δεν ακούσθηκε μαρτυρία. Εν' όψει του μεγάλου αυτού αριθμού και της συμπεριφοράς της Υπεράσπισης, όπως πιο πάνω περιγράφηκε, ο αριθμός των αναβολών λόγω κωλύματος του Δικαστηρίου δεν ήταν τέτοιος ώστε να μπορούσε να λεχθεί, ότι το Δικαστήριο συνέτεινε ουσιωδώς ή με τρόπο που να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου στην καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης. Άλλωστε, είναι σημαντικό να λεχθεί, ότι ο λόγος που η υπόθεση εκδικάσθηκε με μια δίκη, η οποία ήταν μακρά, και το Δικαστήριο καλείται σήμερα να επιβάλει ποινή είναι γιατί ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή. Στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 121 αναγνωρίσθηκε, ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα όταν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης. Η εισήγηση, όμως, του συνηγόρου του εφεσείοντα, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει σοβαρά υπόψη τον πιο πάνω παράγοντα κρίθηκε από το Εφετείο ως ανεδαφική. Προσεκτική εξέταση των γεγονότων, όπως αυτά προέκυπταν από τον φάκελο της πιο πάνω υπόθεσης, κατέδειξε, ότι δεν υπήρχε καθυστέρηση για την οποία μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στην Κατηγορούσα Αρχή ή τις Δικαστικές Αρχές. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Α. Πεγειώτη κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 617 οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν ενώπιον επαρχιακού δικαστηρίου δύο κατηγορίες ο καθένας για την διάπραξη των αδικημάτων της διατήρησης οίκου ανοχής και του αποζείν από κέρδη πορνείας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης δύο μηνών στην πρώτη κατηγορία και ποινή φυλάκισης τριών μηνών στην δεύτερη κατηγορία. Σύμφωνα με το Εφετείο οι εκκαλούμενες ποινές υπό το πρίσμα της σοβαρότητας και της φύσης των αδικημάτων δεν αντιστοιχούσαν προς την σοβαρότητά τους. Όμως, οι γενικότερες περιστάσεις της υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν την αύξηση των ποινών που επιβλήθηκαν παρά το ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης κρίθηκε, πως οφειλόταν στους ίδιους τους κατηγορούμενους. Παράγοντες που επέδρασαν στην κατάληξη του Εφετείου ήταν η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης - ένας χρόνος μετά την συμπλήρωση της ανάκρισης για τον εφεσίβλητο 1 και 10 μήνες μετά την συμπλήρωση της ανάκρισης για την εφεσίβλητη 2, η παράλειψη του πρωτόδικου δικαστηρίου να λάβει πρόσφορα και δραστικά μέτρα για την απρόσκοπτη εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως επιτάσσουν οι πρόνοιες του Συντάγματος, και, πρωτίστως, η παρέλευση 40 μηνών από την διάπραξη των αδικημάτων σε συνδυασμό με την μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες των εφεσίβλητων. Παρά το ότι, όπως και πιο πάνω λέχθηκε, για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνονταν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι το Εφετείο δεν μπορούσε να αγνοήσει ότι καλείτο να αυξήσει τις ποινές μετά πάροδο 40 μηνών. Η πάροδος ενός τόσο μεγάλου διαστήματος από την διάπραξη των αδικημάτων σε συνδυασμό με την αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες των εφεσίβλητων - οι εφεσίβλητοι ήταν αντρόγυνο και είχαν αποκτήσει τα δύο μικρότερα τους παιδιά μετά την διάπραξη των αδικημάτων, το δε μικρότερο παιδί έπασχε από σοβαρό πρόβλημα υγείας, ήτοι από μηνιγγίτιδα, νοσηλευόταν τακτικά στο νοσοκομείο και είχε ανάγκη από άμεση φροντίδα - κρίθηκε πως ορθά βάρυνε στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν συντρέχουν παρόμοιες περιστάσεις. Δεν υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης και το Δικαστήριο δεν συνέτεινε ουσιωδώς στην καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης ή με τρόπο που να προσομοιάζει με την αντιμετώπιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην Πεγειώτης. Ο χρόνος δε που παρήλθε από την διάπραξη του αδικήματος δεν είναι πολύ μεγάλος και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να λεχθεί, ότι μεταβλήθηκαν ουσιωδώς από την διάπραξη του αδικήματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω, πως η πάροδος των δύο χρόνων δεν θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 ο εφεσίβλητος είχε παραδεχθεί ενοχή σε τρεις κατηγορίες, ήτοι, την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, την χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια και την οδήγηση μοτοσικλέτας χωρίς προστατευτικό κράνος. Καταδικάσθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών στην πρώτη κατηγορία και δύο μηνών στη δεύτερη, ενώ στην τρίτη κατηγορία του επιβλήθηκε ποινή προστίμου Λ.Κ.100. Για τις πρώτες δύο κατηγορίες του επιβλήθηκε ακόμα στέρηση του δικαιώματος να αποκτήσει ή να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από την ημερομηνία επιβολής της ποινής. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι παρά τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου η επιβληθείσα ποινή ήταν έκδηλα ανεπαρκής και αύξησε την ποινή φυλάκισης σε 6 μήνες για τις πρώτες δύο κατηγορίες. Ταυτόχρονα διέταξε, όπως η δωδεκάμηνη ποινή της στέρησης αρχίζει από την ημερομηνία αποφυλάκισης του. Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο η ποινή φυλάκισης των 6 μηνών ήταν αρκούντως επιεικής. Ο λόγος που δεν επιβλήθηκε μεγαλύτερη ποινή φυλάκισης ήταν τα πολλά ελαφρυντικά και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Κώστας Σιμιλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/06, ημερομηνίας 3.4.06 ο εφεσείοντας είχε καταδικαστεί για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 στην βάση γεγονότων, που προσομοίαζαν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο εφεσείοντας παρέλειψε να οδηγήσει το όχημά του στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, ως όφειλε, με αποτέλεσμα να εισέλθει εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί με το θύμα που ερχόταν εξ' αντιθέτου και οδηγούσε μοτοσικλέτα με τραγική κατάληξη τον θάνατο του μοτοσικλετιστή. Κατά τον χρόνο επιβολής της ποινής ο εφεσείοντας ήταν φοιτητής στην Ελλάδα. Οι προσωπικές του δε συνθήκες χαρακτηρίστηκαν από το Εφετείο ευνοϊκές για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα, μεταξύ άλλων, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Η ποινή επιβλήθηκε, αφού είχαν ληφθεί υπόψη τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης, όπως και τον χρόνο που είχε διαρρεύσει από την διάπραξη του αδικήματος. Η υπόθεση είχε καταχωρηθεί με καθυστέρηση 18 μηνών και η ποινή είχε επιβληθεί 2 ½ χρόνια σχεδόν μετά την διάπραξη του αδικήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του ανέφερε, ότι η σοβαρότητα του αδικήματος, από την μια, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση, από την άλλη, δικαιολογούσαν την επιβολή εξάμηνης ποινής φυλάκισης. Η ποινή δεν κρίθηκε ως έκδηλα υπερβολική υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Παναγιώτης Προκοπίου κ.α. ν. Αστυνομία
(1995)2 ΑΑΔ 73 ο κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής καταδικάσθηκε σε δύο κατηγορίες για πρόκληση θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα και το άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 μηνών και στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο 15 μηνών, αφού έλαβε υπόψη, από την μια, όλα τα επιβαρυντικά στοιχεία σχετικά με το ατύχημα, και από την άλλη, την παραδοχή και μεταμέλεια του κατηγορούμενου, τις προσωπικές και οικονομικές του συνθήκες και την κατάσταση της υγείας του. Ο κατηγορούμενος ήταν νεαρό πρόσωπο - 22 ετών - χωρίς προηγούμενες καταδίκες και η 15μηνη στέρηση της άδειας οδήγησης θα τον επηρέαζε σημαντικά στην εργασία του μιας και ήταν παραγωγός λαχανικών και δεν θα μπορούσε να μεταφέρει την παραγωγή του στην αγορά. Επίσης, από τα 13 του υπέφερε από καρδιακό νόσημα και εξακολουθούσε να υποβάλλεται σε θεραπεία από ιδιώτη ιατρό. Λόγω ακριβώς της κατάστασης της υγείας του είχε υπηρετήσει ως βοηθητικός στην Εθνική Φρουρά. Από το δυστύχημα προκλήθηκε ο θάνατος δύο νεαρών προσώπων που ήταν αντρόγυνο και οι οποίοι άφηναν βρέφος ηλικίας μόλις 9 μηνών, το οποίο, συνεπεία του δυστυχήματος, τραυματίστηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να δώσει την δέουσα βαρύτητα στην συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Υπέδειξε, ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές ένεκα της έξαρσης που παρατηρείται στην διάπραξη θανατηφόρων δυστυχημάτων στον τόπο μας και αποδοκιμάζοντας έντονα την συμπεριφορά του κατηγορούμενου, την οποία χαρακτήρισε ως απάνθρωπη και πλήρως περιφρονητική προς την ανθρώπινη ζωή, αύξησε την ποινή φυλάκισης σε 12 μήνες σε κάθε κατηγορία. Στην πρόσφατη υπόθεση Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 161/05, ημερομηνίας 3.3.06 ο εφεσείοντας είχε κατηγορηθεί για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 και για υπερβολική ταχύτητα. Ο θάνατος προήλθε όταν ο εφεσείοντας επί αριστερής στροφής σύμφωνα με την πορεία του εισήλθε διαγωνίως στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα. Δεν παραδέχτηκε τις κατηγορίες, αλλά βρέθηκε ένοχος κατόπιν δίκης. Στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναλογιζόμενο, ότι ο εφεσείοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε αλόγιστα, εφόσον η οδήγησή του εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τους οποίους αδιαφόρησε με αποτέλεσμα από την πράξη του να βρουν τον θάνατο δύο νέοι άνθρωποι κατέληξε, ότι η επιβληθείσα ποινή δεν αφίστατο του μέτρου και απέρριψε την έφεση κατά της ποινής. Οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου δεν είναι τέτοιες που διαδραματίζουν ρόλο τέτοιο, ώστε να παραγνωρισθεί η σοβαρότητα του αδικήματος και οι ιδιαίτερες συνθήκες που το περιβάλλουν (Βλ. Athanassios Katekkos v. The Police
(1980)1 CLR 1). Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση και αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Ακόμα και στην περίπτωση που επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, η υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί και το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή (Βλ. Χρυσοστόμου ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 18). Όμως, η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στη τιμωρία αυτής της κατηγορίας αδικημάτων. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 ειπώθηκε, ότι σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ακόμα και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά του προβλήματα, αν και θα πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 ο εφεσείοντας καταδικάστηκε κατόπιν δίκης για τα αδικήματα της πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210, της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος, της αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής σε αστυνομικό και της εγκατάλειψης της σκηνής του δυστυχήματος. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών στην 1η και 4η κατηγορία και στέρηση του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδηγού για διάφορες περιόδους κατ' αδίκημα με μεγαλύτερη εκείνη των 4 χρόνων στην 1η κατηγορία. Η άδεια ήταν απαραίτητη για τον εφεσείοντα καθότι ήταν αυτοεργοδοτούμενος οικοδόμος και χρειαζόταν την άδεια του για την μεταφορά του ιδίου και των εργαλείων του στους διάφορους τόπους της εργασίας του. Η ποινή της στέρησης θα τον επηρέαζε σημαντικά στην εργασία του. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν διέκρινε οποιοδήποτε σφάλμα στην προσέγγιση του θέματος της ποινής από το πρωτόδικο Δικαστήριο και απέρριψε την έφεση. Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο οι υπό του πρωτόδικου Δικαστηρίου επιβληθείσες ποινές, συμπεριλαμβανομένης και της ποινής της στερητικής της άδειας για περίοδο 4 ετών, δικαιολογούνταν από την «ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, για αποτροπή και για αποδοκιμασία μιας έντονα αντικοινωνικής και, τελικά, απάνθρωπης συμπεριφοράς». Η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Βλ. Αντωνίου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 299). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Louroutziatis v. Republic
(1983)2 CLR 125 με την στέρηση της άδειας οδηγού υπενθυμίζεται, ότι η οδήγηση δεν είναι δικαίωμα σύμφυτο, αλλά δικαίωμα, η άσκηση του οποίου υπόκειται στον όρο, ο οποίος είναι σύμφυτος στην άδεια οδήγησης, όπως ο οδηγός που κατέχει την άδεια συμμορφώνεται με τους κανόνες της τροχαίας και τα δικαιώματα των άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο και το οποίο, κατ' επέκταση, σε περίπτωση κατάχρησης του δύναται να αποστερηθεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου δεν εισηγήθηκε στο Δικαστήριο την μη επιβολή ποινής στερητικής της άδειας οδήγησης του. Ούτε και έχω εντοπίσει οτιδήποτε στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου που να δικαιολογεί όπως μη επιβληθεί στέρηση της άδειας του. Η σοβαρότητα του αδικήματος, όπως αυτή καθορίζεται μέσα από τα περιστατικά, που πιο πάνω περιγράφηκαν, και τα επακόλουθα της καθιστούν την στέρηση της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου επιβεβλημένη υπό τις περιστάσεις (Βλ., επίσης, Κώστας Σιμιλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/06, ημερομηνίας 3.4.06 Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παναγιώτης Προκοπίου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 ΑΑΔ 355, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, The Attorney-General of the Republic v. Alkis I. Iacovides
(1973)2 CLR 344 και R v. John Kenneth Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549). Αποτιμώντας από την μια την σύμφυτη σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, τις περιστάσεις που περιβάλλουν την πρόκληση των θανάτων, ήτοι την παραγνώριση και την αδιαφορία που επέδειξε με την συμπεριφορά του για την ασφάλεια των άλλων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν την ζωή τους δύο άνθρωποι και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα διάφορα ελαφρυντικά στοιχεία που πιο πάνω αναφέρθηκαν και συνηγορούν προς όφελός του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ειδικότερα, τους τραυματισμούς που υπέστη από το επίδικο δυστύχημα, την κατάσταση της υγείας του, την οικογενειακή του κατάσταση, το λευκό του ποινικό μητρώο, και έχοντας κατά νου ότι κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής απαιτείται εξατομίκευσή της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη με την σοβαρότητα του αδικήματος, από την μια, και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, από την άλλη, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι: «η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους». Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις και η ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του νόμου εμφανίζεται επιτακτική. Βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός το οποίο καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο στον καθορισμό της ποινής. Η αποτροπή, ως παράγοντας, ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από την διάπραξη παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση η αποτροπή έχει δύο συνιστάμενες. Πρώτον, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με την σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με την σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει και το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή του (Βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Το Δικαστήριο αισθάνεται την ανάγκη να δώσει το μήνυμα, ότι απερίσκεπτες και εγωιστικές συμπεριφορές που στοιχίζουν ζωές, πόνο και χρήματα δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών και 3 ετών στέρηση του δικαιώματος να αποκτήσει ή να κατέχει άδεια οδήγησης. Οι ποινές της φυλάκισης και της στέρησης θα συντρέχουν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να επιβάλει στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης οι ελαφρυντικοί παράγοντες, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσής της. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03. Με τον τροποποιητικό Νόμο καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του Κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2): «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Δεν θεωρώ, ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης ή οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου είναι τέτοιες που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση που εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του. Η αναστολή θα ήταν, κατά την άποψή μου, μέτρο απρόσφορο στην παρούσα υπόθεση λαμβανομένων υπόψη της σοβαρότητας του αδικήματος, των συνεπειών που προέκυψαν από την διάπραξή του, που ήταν δύο άνθρωποι να χάσουν την ζωή τους, των περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, ήτοι της αδιαφορίας και του εγωισμού που επέδειξε ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο οποίος εμπεριείχε συνειδητή παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων και των κινδύνων που η οδήγησή του ενείχε και που με την συμπεριφορά του αλόγιστα αψήφησε, αλλά και της ανάγκης για αποτροπή, που επιβάλλει η έξαρση και η συχνότητα που παρατηρείται στην διάπραξή του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν θα ασκήσω την διακριτική μου εξουσία υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.