← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Γεωργίου Κούππα, Αρ. Υπόθεσης 12558/06, 17.3.08

Αστυνομία Πάφου ν. Γεωργίου Κούππα, Αρ. Υπόθεσης 12558/06, 17.3.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 12558/06 Αστυνομία Πάφου - ν - Γεωργίου Κούππα, από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 17.3.08 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Κωνσταντίνου (για να ακούσει απόφαση κ. Μιτίδης) Κατηγορούμενος: παρών ........................ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Η πιο πάνω κατηγορία ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα την 10.12.04 και περί ώρα 17:00 στον δρόμο Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς πλησίον της διασταύρωσης προς το χωριό Σίμου με ενεχόμενα τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΕΡΒ 333, κατασκευής Toyota, τύπου saloon, το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, και τον γεωργικό ελκυστήρα με αριθμούς εγγραφής SW 778, κατασκευής FORD, (από τώρα και στο εξής «το τρακτέρ»), το οποίο οδηγείτο από την Τούλα Παπαξενοφώντος. Του τρακτέρ επέβαινε η μητέρα της οδηγού του, Μαρούλα Φυλακτού, η οποία κατά την 4.1.05 απεβίωσε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 10.12.04 ενώ οδηγούσε το όχημα του επί της πιο πάνω οδού λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως επέφερε τον θάνατο στην πιο πάνω αναφερόμενη Μαρούλα Φυλακτού τέως από την Μηλιού. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε έξι μάρτυρες κατηγορίας: τον Αστ. 50, Ιωάννη Αγαθοκλέους (ΜΚ 1), τον Δημήτρη Γεωργίου, τέως Λοχία της Αστυνομίας (ΜΚ 2), τον Αστ 4287, Παναγιώτη Ιωαννίδη (ΜΚ 3), την Τούλα Παπαξενοφώντος (ΜΚ 4), τον Μιχάλη Σταύρου (ΜΚ 5) και τον Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ 6). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να προβεί σε ένορκο κατάθεση. Για την Υπεράσπιση κατέθεσε, επίσης, ο Κλεάνθης Παπαχριστοδούλου (ΜΥ 2). Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε μεταξύ των συνηγόρων και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό το περιεχόμενo πιστοποιητικού θανάτου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερομηνίας 4.1.05, το οποίο αφορά την Μαρούλα Φυλαχτού (Τεκμήριο 11). Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο ο θάνατος της πιο πάνω αναφερόμενης Μαρούλας Φυλαχτού διαπιστώθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 4.1.05 και ώρα 7:00 από τον Διευθυντή της Χειρουργικής Κλινικής, Φ. Κωνσταντινίδη. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)2 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο ΜΚ 1 μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος μετά πάροδο χρόνου, ήτοι στις 4.1.05 και κατόπιν υπόδειξης του εξεταστή του δυστυχήματος, ΜΚ 2, έλαβε φωτογραφίες του δρόμου επί του οποίου επισυνέβη το δυστύχημα και του οχήματος του Κατηγορούμενου, το οποίο κατά τον χρόνο εκείνο βρισκόταν στον περίβολο του Αστυνομικού Σταθμού Στρουμπιού. Στις 5.1.05 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου έλαβε φωτογραφίες της σωρού του θύματος (Τεκμήριο 2). Τέλος, ετοίμασε τελικό σχεδιάγραμμα επί κλίμακας (Τεκμήριο 1). Στο εν λόγω σχέδιο δεν τοποθετήθηκαν μετρήσεις. Δεικνύονται μόνο οι πορείες και οι τελικές θέσεις των εμπλεκόμενων οχημάτων, τα ίχνη τριβής του τρακτέρ μετά την σύγκρουση, τα σημεία των δύο συγκρούσεων και, τέλος, το σημείο πρόσκρουσης του τρακτέρ επί του κιγκλιδώματος. Τα πιο πάνω είναι, προδήλως, μεταφορά επί κλίμακας των αντίστοιχων ευρημάτων του ΜΚ 2, όπως αυτά φαίνονται στο πρόχειρο σχέδιο, που ο τελευταίος ετοίμασε (Τεκμήριο 5). Δεικνύεται, επίσης, η διαμόρφωση του δρόμου με τα ασφάλτινα και τα χωμάτινα παγκέτα και τα κιγκλιδώματα. Ο μάρτυρας είχε ιδίαν άποψη των λεπτομερειών αυτών, αφού μετέβη ο ίδιος στην σκηνή και έλαβε διάφορες μετρήσεις του δρόμου, τις οποίες τοποθέτησε στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε (Τεκμήριο 3). Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την ορθότητα του Τεκμηρίου 1 με μια μόνο υποβολή. Συγκεκριμένα, υπεδείχθη στον μάρτυρα, ότι τίποτα από όσα σημειώνονται επί του Τεκμηρίου 1 δεν είναι ακριβές. Η θέση της Υπεράσπισης ήταν γενική και αόριστη, αφού δεν υποδείχθηκε στον μάρτυρα ποιες ήταν αυτές οι ανακρίβειες, ούτε και υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση η δική της θέση σε σχέση με όσα σημειώνονται στο εν λόγω τεκμήριο και που με τον πιο πάνω τρόπο αμφισβητήθηκαν. Είναι, επίσης, άξιο απορίας το γεγονός, ότι ενώ από την μαρτυρία του ΜΚ 2, που ήταν το πρόσωπο που ετοίμασε το Τεκμήριο 5, αμφισβητήθηκαν μόνο κάποιες από τις μετρήσεις που φαίνονται στο εν λόγω τεκμήριο, η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την ορθότητα ολόκληρου του Τεκμηρίου
  1. Εν' όψει όλων των πιο πάνω δεν έχω καμία δυσκολία να μην προσδώσω στην θέση της Υπεράσπισης οποιαδήποτε βαρύτητα και σημασία. Για την θέση της Υπεράσπισης, ότι η ζημιά στο προστατευτικό κιγκλίδωμα, στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του τρακτέρ, δεν προκλήθηκε από το τρακτέρ, αλλά από την σύγκρουση των οχημάτων με αριθμούς εγγραφής VG 817 και KBZ 166 δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Η πιο πάνω θέση δεν υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία, αλλά ούτε και από την μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα στην υπόθεση, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου του Κατηγορουμένου. Η θέση δε του μάρτυρα υποστηρίζεται από την λοιπή μαρτυρία και ως τέτοια είναι αποδεκτή. Είναι σημαντικό, επίσης, να λεχθεί, ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την ορθή και πιστή μεταφορά από τον μάρτυρα επί του Τεκμηρίου 1 των ευρημάτων εκείνων που είναι κοινά με το Τεκμήριο 5, αλλά ούτε και την δυνατότητα για ετοιμασία από τον μάρτυρα σχεδιαγράμματος επί κλίμακας. Θεωρώ, πως το Τεκμήριο 5 για τους λόγους που εξηγούνται στα πλαίσια αξιολόγησης του ΜΚ 2 αποτυπώνει την πραγματικότητα. Θεωρώ, επίσης, ότι ο ΜΚ 2 έλαβε και σημείωσε επί του εν λόγω τεκμηρίου όλες εκείνες τις μετρήσεις που ήταν απαραίτητες για να καταστεί δυνατή και εφικτή από τον μάρτυρα η ετοιμασία σχεδιαγράμματος επί κλίμακας. Ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και μέσα από την μαρτυρία του έχω πεισθεί, ότι αυτός επιτέλεσε με επιτυχία τα καθήκοντά του συμπεριλαμβανομένης και της πιστής και ορθής μεταφοράς σε κλίμακα επί του Τεκμηρίου 1 των ευρημάτων του ΜΚ 2, τα οποία αποτυπώνονται στο Τεκμήριο
  2. Κατά συνέπεια, δέχομαι, ότι την ίδια πραγματικότητα αποτυπώνει και το Τεκμήριο
  3. Εν' όψει της καλής εντύπωσης που μου δημιούργησε δέχομαι, επίσης, ως ορθές τις μετρήσεις που έλαβε από την σκηνή του δυστυχήματος, οι οποίες αποτυπώνονται επί του Τεκμηρίου 3 και οι οποίες, αξίζει να αναφερθεί, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Δεν μου διαφεύγει μια μικρή ανακρίβεια που υπάρχει στο Τεκμήριο
  4. Στο εν λόγω τεκμήριο αναγράφεται, ότι στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου και του τρακτέρ υπάρχει πρώτα χωμάτινο παγκέτο και ακολούθως διαπλάτυνση. Ο μάρτυρας στην διά ζώσης μαρτυρία του διόρθωσε υποστηρίζοντας, ουσιαστικά, ότι στο εν λόγω τεκμήριο τα πιο πάνω αναγράφηκαν αντίστροφα, εφόσον πρώτα είναι η ασφάλτινη διαπλάτυνση, πλάτους 0,40 μέτρων, και μετά ακολουθεί το χωμάτινο παγκέτο, πλάτους 1,70 μέτρων. Τα πιο πάνω καταμαρτυρούνται και από τις φωτογραφίες 1-4 του Τεκμηρίου
  5. Θεωρώ, ότι πρόκειται περί αθώου σφάλματος του μάρτυρα. Με την πιο πάνω διαπίστωση συνηγορεί και το γεγονός, ότι επί του ιδίου τεκμηρίου στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου και του τρακτέρ το χωμάτινο παγκέτο και η διαπλάτυνση τοποθετήθηκαν από τον μάρτυρα στην σωστή τους θέση. Στην σωστή τους δε θέση τοποθετήθηκαν τα πιο πάνω από τον μάρτυρα και επί του Τεκμηρίου
  6. Θέση της Υπεράσπισης ήταν, επίσης, ότι ήταν παράλειψη του μάρτυρα να μην βγάλει φωτογραφίες του τρακτέρ ύστερα από την αποτυχία που σημειώθηκε στην εμφάνισή τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να κρίνω αν κατά τον πιο πάνω χρόνο η λήψη φωτογραφιών του τρακτέρ από τον μάρτυρα ενέπιπτε στα καθήκοντά του ή, ακριβέστερα, αν υπό τις περιστάσεις ήταν καθήκον του μάρτυρα να ζητήσει από μόνος του από τον εξεταστή της υπόθεσης να βγάλει φωτογραφίες του τρακτέρ, την στιγμή, μάλιστα, που ουδέποτε ο εξεταστής της υπόθεσης ζήτησε από τον μάρτυρα να βγάλει φωτογραφίες του τρακτέρ. Θα τολμούσα, χωρίς να αποφαίνομαι επί του σημείου τούτου, να πω πως ο μάρτυρας δεν είχε τέτοιο καθήκον, εν' όψει, κυρίως, του ότι εντολές και οδηγίες, σύμφωνα με την μαρτυρία του, για τις ενέργειές του σε σχέση με την υπόθεση λάμβανε από τον εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ 2) και δεν ενεργούσε αυτόβουλα. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στην διαδικασία και για τον λόγο αυτό δεν θα με απασχολήσει περισσότερο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του μάρτυρα κρίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Ο ΜΚ 2 είναι ο εξεταστής του δυστυχήματος. Μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος εντός 20 λεπτών, όπου και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 5) στο οποίο σημείωσε τις μετρήσεις που έλαβε συμπεριλαμβανομένου του σημείου της σύγκρουσης, το οποίο σημείωσε με το γράμμα Χ. Τα μόνα ευρήματά του από την σκηνή που αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση είναι η θέση του σημείου της σύγκρουσης, η μη ύπαρξη ιχνών φρένων πριν το σημείο Χ και το μήκος της κούπας σε οριζόντιο επίπεδο. Προσέτι δε η θέση του μάρτυρα, ότι η κούπα του τρακτέρ κάλυπτε τα πισινά φώτα. Η Υπεράσπιση υπέβαλε, επίσης, επανειλημμένα στον μάρτυρα ότι δεν επιτέλεσε επαρκώς τα καθήκοντά του. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ορισμένες πτυχές της υπόθεσης ο μάρτυρας από αμέλεια παρέλειψε να τις διερευνήσει, κάποιες δε άλλες εσκεμμένα δεν τις διερεύνησε. Είναι αλήθεια, ότι κάποιες πτυχές της υπόθεσης δεν διερευνήθηκαν από τον μάρτυρα. Δεν θεωρώ, όμως, σκόπιμο να κρίνω αν καλώς ή κακώς δεν διερευνήθηκαν από αυτόν. Το αν κατά πόσο ο μάρτυρας επιτέλεσε τα καθήκοντά του ή όχι ή αν τα επιτέλεσε στο έπακρο δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στην διαδικασία και για τον λόγο αυτό δεν θα με απασχολήσει. Πάντως, η γενική εντύπωση που αποκόμισα από τον μάρτυρα ήταν καλή. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε δεν μου έδωσε την εντύπωση, ότι ήταν ανειλικρινής ή ότι είχε πρόθεση να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια. Επομένως, και οι οποιεσδήποτε ανακρίβειες στην μαρτυρία του δεν είναι ικανές να κλονίσουν την εν γένει αξιοπιστία του. Αναφορικά με την θέση του σημείου της σύγκρουσης η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την θέση του με μια μόνο υποβολή και χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της θέσης της. Σύμφωνα με τον μάρτυρα στο σημείο αυτό υπήρχαν λάδια, γυαλιά και διάφορες άλλες ακαθαρσίες, οι οποίες προκλήθηκαν από την σύγκρουση του τρακτέρ με το όχημα του Κατηγορούμενου. Από το σημείο αυτό ξεκινούσαν, επίσης, ίχνη τριβής που άφησε το τρακτέρ επί της ασφάλτου πριν φθάσει στην τελική του θέση. Τα λάδια ήταν από το όχημα του Κατηγορούμενου, αφού αυτά υπήρχαν καθόλη την πορεία του από το σημείο της σύγκρουσης μέχρι την τελική του θέση. Θεωρώ, ότι με τα πιο πάνω ο μάρτυρας δικαιολόγησε επαρκώς την θέση του, την οποία και αποδέχομαι. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η ακριβής θέση του σημείου της σύγκρουσης δεν αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα, αφού είναι αποδεκτό από την Υπεράσπιση, ότι το όχημα του Κατηγορούμενου και το τρακτέρ οδηγούνταν με την ίδια κατεύθυνση, ότι το όχημα του Κατηγορούμενου ακολουθούσε το τρακτέρ, ότι το όχημα του Κατηγορούμενου συγκρούσθηκε με το μπροστινό του μέρος στο πίσω μέρος του τρακτέρ και, το κυριότερο, ότι η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων έγινε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας τους. Αναφορικά με την μη ύπαρξη ιχνών φρένων πριν το σημείο Χ σύμφωνα με την πορεία των πιο πάνω αναφερομένων οχημάτων και το μήκος της κούπας του τρακτέρ σε οριζόντιο επίπεδο εν' όψει της καλής εντύπωσης που ο μάρτυρας μου δημιούργησε δέχομαι την θέση του. Άλλωστε, οι επί των ζητημάτων τούτων θέσεις της Υπεράσπισης δεν υποστηρίχθηκαν από οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο μάρτυρας ανέφερε, επίσης, ότι όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος δεν υπήρχαν μέσα στον δρόμο τα αντικείμενα που του υποβλήθηκαν από την Υπεράσπιση. Δέχομαι τον ισχυρισμό του. Δεν μου διαφεύγουν τα όσα ο Κατηγορούμενος, αλλά και οι ΜΚ 5 και ΜΥ 2 κατέθεσαν σε σχέση με το θέμα αυτό. Ότι, δηλαδή, αυτοί μετά την σύγκρουση είδαν μέσα στον δρόμο σκορπισμένα διάφορα αντικείμενα, όπως ένα κομπρεσσόρο με τον οποίο κόβουν ελιές, λάστιχα του κομπρεσσόρου αυτού, ελιές σκορπισμένες επί της ασφάλτου, κιβώτια πλαστικά, πλαστικούς κουβάδες (σίκλες) και μεγάλες σακούλες από αυτές που τοποθετούν κάτω από τις ελιές για να τις μαζεύουν όταν τις «βακλίζουν». Κανείς, όμως, από τους πιο πάνω μάρτυρες δεν ρωτήθηκε ή υποστήριξε, ότι τα πιο πάνω αντικείμενα εξακολουθούσαν να βρίσκονται μέσα στον δρόμο κατά την άφιξη του μάρτυρα στην σκηνή του δυστυχήματος. Για την θέση του, όμως, ότι η κούπα του τρακτέρ στο σημείο που ήταν μετά το δυστύχημα δεν κάλυπτε τα πισινά φώτα, ο μάρτυρας δεν με έπεισε. Διαφορετική, επίσης, επί του σημείου τούτου ήταν η μαρτυρία του ΜΚ 3, ο οποίος επιθεώρησε το τρακτέρ την επομένη της σύγκρουσης. Σύμφωνα με τον τελευταίο συνεπεία της σύγκρουσης η κούπα είχε στραβώσει στην δεξιά της πλευρά και σηκώθηκε προς τα πάνω κατά 10 εκατοστά περίπου. Στην θέση δε που πήρε μετά το δυστύχημα η δεξιά της πλευρά κάλυπτε το δεξί πισινό φως. Εν' όψει όλων των πιο πάνω η θέση του μάρτυρα δεν είναι αποδεκτή. Θα πρέπει να λεχθεί, ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία του επιθεωρητή - ΜΚ 3 - η αριστερή πλευρά της κούπας δεν είχε υποστεί παραμόρφωση και, κατά συνέπεια, δεν κάλυπτε το αριστερό πισινό φως μετά την σύγκρουση. Λαμβανομένου υπόψη του πιο πάνω σε συνδυασμό με τον χρόνο που διέρρευσε από το δυστύχημα μέχρι την κατάθεσή του δεν αποκλείω η θέση του μάρτυρα να οφείλεται σε γνήσια σύγχυση του. Τέλος, ανακριβής θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ο ισχυρισμός του, ότι στην σκηνή μαζεύτηκαν 300 περίπου άτομα. Θεωρώ υπερβολικό τον αριθμό αυτό εν' όψει, αφενός, της ώρας που έλαβε χώρα η σύγκρουση, αφετέρου, του ότι ο δρόμος είναι υπεραστικός και όχι πολυσύχναστος. Επίσης, σύμφωνα με τον ΜΚ 5 ο κόσμος που μαζεύτηκε στην σκηνή του δυστυχήματος δεν ξεπερνούσε σε αριθμό τους
  7. Εκτός από τα μέρη της μαρτυρίας που δεν αποδέχομαι και τα οποία αναφέρθηκαν πιο πάνω η υπόλοιπη του μαρτυρία είναι αποδεκτή. Ο ΜΚ 3 είναι εγκεκριμένος επιθεωρητής μηχανοκίνητων οχημάτων. Ύστερα από οδηγίες του εξεταστή του δυστυχήματος επιθεώρησε τόσο το τρακτέρ όσο και το όχημα του Κατηγορούμενου μετά την σύγκρουση. Η επιθεώρηση του τρακτέρ έλαβε χώρα την επομένη του δυστυχήματος εντός του δρόμου επί του οποίου έλαβε χώρα το δυστύχημα, του δε οχήματος του Κατηγορούμενου μετά παρέλευση ημερών, στις 10.1.05, εντός του Αστυνομικού Σταθμού Στρουμπιού. Έβγαλε και φωτογραφίες του τρακτέρ, η εμφάνιση των οποίων, όμως, δεν κατέστη δυνατή. Ο μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την ορθότητα των ευρημάτων του, τα οποία παρέθεσε στο Δικαστήριο με τρόπο ξεκάθαρο και σαφή. Η μαρτυρία του ήταν διαφωτιστική για το Δικαστήριο και έριξε φως στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η σύγκρουση. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε κανένα από τα ευρήματά του, με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να παραμείνει, ουσιαστικά, αναντίλεκτη. Σημειώνεται, ότι η θέση του, ότι το τρακτέρ δεν έφερε πισινό αριστερό φως συνάδει και με την μαρτυρία της οδηγού του, ΜΚ
  8. Το μόνο που αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ήταν η ορθή εκτέλεση από τον μάρτυρα των καθηκόντων του. Και αυτό γιατί ο μάρτυρας δεν επιδίωξε να φωτογραφήσει εκ νέου το τρακτέρ ύστερα από την αποτυχία που σημειώθηκε στην εμφάνιση των φωτογραφιών που έβγαλε στις 11.12.
  9. Για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε σε σχέση με τους ΜΚ 1 και ΜΚ 2 δεν θεωρώ σκόπιμο να κρίνω αν ο μάρτυρας καλώς ή κακώς δεν φωτογράφησε εκ νέου το τρακτέρ. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την μαρτυρία τόσο του ιδίου όσο και του ΜΚ 2, ο μάρτυρας δεν ενεργούσε αυτόβουλα στην διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά κατόπιν οδηγιών του εξεταστή του δυστυχήματος (ΜΚ 2). Και ο εξεταστής ουδέποτε ζήτησε από τον μάρτυρα να βγάλει εκ νέου φωτογραφίες του τρακτέρ. Ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την εξέτασή του διαπίστωσε, ότι το μπροστινό δεξιό φως λειτουργούσε μετά την σύγκρουση. Με δεδομένο τούτο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι αυτό λειτουργούσε και πριν την σύγκρουση. Αναφορικά με το μπροστινό αριστερό φως ανέφερε, ότι έσπασαν μετά την σύγκρουση τόσο το γυαλί όσο και η λάμπα. Η λάμπα δε δεν λειτουργούσε. Αφαιρώντας στην σκηνή του δυστυχήματος την λάμπα του δεξιού μπροστινού φωτός και εφαρμόζοντάς την στην υποδοχή του αριστερού μπροστινού φαναριού, διαπίστωσε, ότι αυτό λειτουργούσε. Από τα πιο πάνω προκύπτει, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ότι και τα δύο μπροστινά φώτα του τρακτέρ λειτουργούσαν πριν την σύγκρουση. Παρόλο που τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε ο μάρτυρας δεν παραπέμπουν απαραίτητα και δίχως άλλο στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε, εντούτοις, επειδή η θέση του υποστηρίζεται από την μαρτυρία του ΜΚ 5, αυτή κρίνεται αποδεκτή. Ο τελευταίος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε από την αντίθετη κατεύθυνση, είδε το τρακτέρ από μπροστά και διαπίστωσε, ότι τα μπροστινά του φώτα ήταν και τα δύο αναμμένα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Η ΜΚ 4 κρίνω, πως σε γενικές γραμμές είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αν και σε ορισμένες σημαντικές πτυχές της υπόθεσης θεωρώ, πως δεν ήταν ειλικρινής. Πάντως, οι ακόλουθες ανακρίβειες στην μαρτυρία της δεν θεωρώ, πως οφείλονται σε προσπάθειά της να αποκρύψει την αλήθεια από το Δικαστήριο. Η μάρτυρας ανέφερε, ότι μετά την σύγκρουση το τρακτέρ προχώρησε σύμφωνα με τους υπολογισμούς της 5-6 μέτρα μέχρι να ακινητοποιηθεί. Ο ισχυρισμός αυτός διαψεύδεται από την πραγματική μαρτυρία (Τεκμήριο 5) σύμφωνα με την οποία το τρακτέρ μετά την σύγκρουση άφησε ίχνη τριβής μήκους 7,80 μέτρων και ακινητοποιήθηκε σε ακόμα μεγαλύτερη απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης. Επομένως, δεν είναι αποδεκτός. Η πιο πάνω ανακρίβεια, προδήλως, οφείλεται σε λανθασμένη εκτίμηση της μάρτυρος. Η μάρτυρας δεν αναμένεται να είναι σε θέση να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις «με το μάτι». Θα πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη η σύγχυση, που, σύμφωνα με την μαρτυρία της, αισθάνθηκε όταν είδε την μητέρα της ξαπλωμένη και αναίσθητη στο έδαφος, πράγμα που είναι δυνατόν να επηρεάσει την ακριβή ή την προσπάθεια για ακριβή αποτύπωση στο μυαλό της λεπτομερειών όπως είναι το πιο πάνω ζήτημα. Επίσης, σύμφωνα με την θέση στην οποία βρέθηκε το θύμα μέσα στον δρόμο η μάρτυρας υπολόγισε, ότι από την σύγκρουση η μητέρα της δεν έπεσε από την αριστερή πλευρά του τρακτέρ, αλλά από την δεξιά. Εισηγείται, δηλαδή, η μάρτυρας, ότι με την σύγκρουση το θύμα πετάχτηκε από την αριστερή πλευρά του τρακτέρ προς την δεξιά και ακολούθως έπεσε μέσα στον δρόμο. Κατ' αρχή, αφ' ης στιγμής η μάρτυρας δεν είδε πώς έπεσε το θύμα από το τρακτέρ οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το θέμα αυτό είναι μαρτυρία γνώμης και, κατά συνέπεια, μη επιτρεπτή μαρτυρία. Πάντως, οι πορείες που ακολούθησαν το τρακτέρ και το όχημα του Κατηγορούμενου μετά την σύγκρουση, όπως αυτές καταμαρτυρούνται από την πραγματική μαρτυρία, δεν παραπέμπουν απαραίτητα και δίχως άλλο στην υπό της μάρτυρος προβληθείσα θέση. Δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι το τρακτέρ διένυσε μιαν απόσταση μεγαλύτερη των 7,80 μέτρων πριν ακινητοποιηθεί. Θεωρώ, πως με δεδομένα το μήκος και, κυρίως, την κατεύθυνση της πορείας του μετά την σύγκρουση και μέχρι να ακινητοποιηθεί, όπως με ενάργεια φαίνονται στο Τεκμήριο 5, το θύμα θα μπορούσε κάλλιστα να πέσει και από την αριστερή πλευρά του τρακτέρ και πάλι να βρεθεί στο σημείο που η μάρτυρας υπέδειξε με την μαρτυρία της. Η μάρτυρας υποστήριξε, επίσης, ότι η μεταφορά της μητέρας της πάνω στο φτερό του πισινού αριστερού τροχού δεν ήταν επικίνδυνη. Το πιο πάνω ζήτημα δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στην διαδικασία. Συν τοις άλλοις, η πιο πάνω μαρτυρία αποτελεί, επίσης, μαρτυρία γνώμης. Για τους λόγους αυτούς δεν είναι αποδεκτή. Η μάρτυρας δέχθηκε κατά την αντεξέταση, ότι ο ισχυρισμός που περιέχεται στην γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ότι, δηλαδή, ο λόγος που την 10.12.04 πήγε στο χωριό, όπου διέμεναν οι γονείς της ήταν για να πάρει τον κομπρεσσόρο, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι ό,τι επί του θέματος τούτου ανέφερε στην διά ζώσης μαρτυρία της. Σύμφωνα με αυτήν πήγε στην Μηλιού με σκοπό να δει τους γονείς της και όχι για να πάρει τον κομπρεσσόρο, προφανώς, για να τον μεταφέρει κάπου αλλού. Στο χωράφι τους δε πήγαν με την μητέρα της ύστερα από παράκληση της τελευταίας, η οποία φοβόταν μήπως τους κλέψουν τον κομπρεσσόρο, τον οποίο η μητέρα της είχε αφήσει εκεί. Η μάρτυρας υποστήριξε, επίσης, στην διά ζώσης μαρτυρία της, ότι η απόσταση από τον κύριο δρόμο μέχρι το σημείο της σύγκρουσης ήταν μισό χιλιόμετρο σε αντίθεση με την γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία στην οποία ανέφερε, ότι η απόσταση αυτή ήταν ένα χιλιόμετρο. Δέχθηκε, ότι η αλήθεια βρίσκεται στην διά ζώσης μαρτυρία της και όχι στην γραπτή της κατάθεση. Οι πιο πάνω προηγούμενες αντιφατικές δηλώσεις της μάρτυρος αναφέρονται σε ζητήματα που δεν είναι καίρια στην διαδικασία και ως τέτοια δεν είναι ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία της, τουλάχιστον, όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας της, το οποίο αποδέχομαι. Αναφορικά, όμως, με κάποιες πτυχές της υπόθεσης, οι οποίες ήταν ουσιώδεις, όπως το είδος και ο αριθμός των αντικειμένων που βρίσκονταν μέσα στην κούπα του τρακτέρ κατά τον ουσιώδη χρόνο και κατά πόσο το τρακτέρ ήταν ορατό από τα οχήματα που το ακολουθούσαν, δηλαδή, κατά πόσο το πισινό δεξί φανάρι ή οι αντανακλαστικές ταινίες που βρίσκονταν κάτω από τα φώτα του τρακτέρ καθιστούσαν ορατή την παρουσία του τρακτέρ μέσα στον δρόμο θεωρώ, πως δεν ήταν ειλικρινής. Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό της, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τα μόνα αντικείμενα που βρίσκονταν μέσα στην κούπα του τρακτέρ ήταν ένας κομπρεσσόρος και ένας κουβάς με ελιές. Η μάρτυρας δεν ήταν πειστική όσον αφορά αυτόν της τον ισχυρισμό. Σύμφωνα, επίσης, με την μαρτυρία του Κατηγορούμενου εντός της κούπας κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχαν και διάφορα άλλα αντικείμενα, όπως «κάσιες» και «σίκλες» πλαστικές και σακούλες - κανναβίτσες - από αυτές που τοποθετούν κάτω από τις ελιές για να τις μαζεύουν όταν τις «βακλίζουν» τυλιγμένες σε δύο μεγάλα δέματα. Σημειώνεται, ότι με την πιο πάνω μαρτυρία συνάδει και η μαρτυρία των ΜΚ 5 και ΜΥ
  10. Δέχομαι από την μαρτυρία της, ότι πριν την σύγκρουση η κούπα του τρακτέρ στην πιο ψηλή της θέση δεν κάλυπτε τα πισινά φώτα. Στις ίδιες γραμμές, θα πρέπει να σημειωθεί, ήταν και η μαρτυρία του ΜΚ 3, σύμφωνα με την οποία η κούπα στο ψηλότερό της σημείο δεν κάλυπτε το πισινό αριστερό φως, το δε δεξιό το κάλυπτε, απλούστατα, γιατί συνεπεία της σύγκρουσης το πάνω δεξί της μέρος παραμορφώθηκε και ανέβηκε κατά 10 εκατοστά. Δεν με έπεισε, όμως, η μάρτυρας, ότι τα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στην κούπα κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν κάλυπταν το δεξί πισινό φανάρι, ώστε αυτό να ήταν ορατό για τον Κατηγορούμενο. Ούτε και δέχομαι ότι η μάρτυρας οδηγούσε με «αρκετή», όπως, ενδεικτικά, ανέφερε, ταχύτητα. Η μάρτυρας δεν με έπεισε ούτε σε αυτό το σημείο με την μαρτυρία της. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός αυτός αντιβαίνει του ισχυρισμού της, για τον οποίο έγινε αναφορά πιο πάνω, σύμφωνα με τον οποίο η μεταφορά της μητέρας της πάνω στο τρακτέρ δεν ήταν επικίνδυνη. Μα πώς θα μπορούσε να μην ήταν επικίνδυνη, όπως ισχυρίσθηκε, για το θύμα η οδήγηση του τρακτέρ με αυξημένη ταχύτητα με δεδομένη την θέση που το θύμα καθόταν πάνω στο τρακτέρ; Δεν μου διαφεύγει, επίσης, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου σύμφωνα με την οποία το τρακτέρ οδηγείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα - ο Κατηγορούμενος ανέφερε ενδεικτικά, ότι ήταν «σχεδόν σταματημένο» - μαρτυρία, η οποία συνάδει και με την μαρτυρία του ΜΚ 2, σύμφωνα με την οποία, εξ' όσων η ίδια η μάρτυρας του είχε αναφέρει, αυτή οδηγούσε με 20 χ.α.ω. κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εν' όψει όλων των πιο πάνω δεν έχω καμία δυσκολία να απορρίψω και αυτόν της τον ισχυρισμό. Όλα τα πιο πάνω σημεία από την μαρτυρία της για τα οποία θεωρώ, πως η μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής, προδήλως, στόχευαν στην αποποίηση οποιασδήποτε ευθύνης εκ μέρους της και στην απόδοση ευθύνης ή αποκλειστικής ευθύνης για το δυστύχημα στον Κατηγορούμενο. Καθότι, αν το τρακτέρ ήταν ορατό από τον Κατηγορούμενο και η ίδια δεν οδηγούσε με ταχύτητα κάτω από το ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, αλλά με μιαν ταχύτητα, η οποία παρείχε την ευκαιρία στον Κατηγορούμενο να αποφύγει το δυστύχημα με τον κατάλληλο ελιγμό, τότε, η ίδια δεν αποτελούσε κίνδυνο μέσα στον δρόμο. Θεωρώ, ότι η μάρτυρας με τους πιο πάνω προβαλλόμενους ισχυρισμούς προς την πιο πάνω κατεύθυνση στόχευε να πείσει το Δικαστήριο. Προς την πιο πάνω κατεύθυνση κρίνω, πως στόχευαν και οι ισχυρισμοί της αναφορικά με τις διαστάσεις του κομπρεσσόρου, τον φωτισμό που υπήρχε στο μέρος κατά τον ουσιώδη χρόνο και την καταλληλότητα των αντανακλαστικών ταινιών που υπήρχαν κάτω από τα πισινά φώτα. Για τον ίδιο λόγο οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν είναι αποδεκτοί. Αναφορικά με το δεύτερο σημειώνεται, ότι η μάρτυρας υποστήριξε, ότι δεν ήταν εντελώς σκοτάδι, όταν επισυνέβη το δυστύχημα, αλλά σούρουπο. Σύμφωνα, όμως, με τον ΜΚ 5, τον Κατηγορούμενο και τον ΜΥ 2 στο μέρος του δυστυχήματος δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός και επικρατούσε σκοτάδι. Αναφορικά με τον τελευταίο ισχυρισμό δεν ήταν καν θετική, αφού η μαρτυρία της δεν αναφερόταν σε έλεγχο που είχε διενεργήσει πριν ξεκινήσει να οδηγήσει το τρακτέρ φεύγοντας από το χωράφι την ημέρα του δυστυχήματος, αλλά σε έλεγχο, που, κατ' ισχυρισμό, είχε διενεργήσει σε προγενέστερο χρόνο, ο οποίος παρέμεινε ακαθόριστος. Το σημαντικό είναι ότι με την μαρτυρία της δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο οι ταινίες αυτές για οποιοδήποτε λόγο να μην εξυπηρετούσαν τον σκοπό για τον οποίο προορίζονταν, είτε γιατί δεν ήταν κατάλληλες για τον σκοπό αυτό, δηλαδή, για κάποιο λόγο δεν αντανακλούσαν το φως, είτε γιατί καλύπτονταν και οι δύο από τα αντικείμενα που υπήρχαν εντός της κούπας του τρακτέρ. Πάντως, ο ΜΚ 3 που επιθεώρησε το τρακτέρ δεν ανέφερε, ότι έλεγξε την καταλληλότητα τους υπό συνθήκες που προσομοίαζαν αυτές του δυστυχήματος, δηλαδή, εν ώρα νυκτός. Συνακόλουθα εκτός από τα μέρη της μαρτυρίας της που δεν αποδέχομαι η υπόλοιπη μαρτυρία της είναι αποδεκτή. Ο ΜΚ 5 κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε επί του ιδίου δρόμου με κατεύθυνση αντίθετη προς αυτή του τρακτέρ και του οχήματος του Κατηγορούμενου. Είδε την σύγκρουση μεταξύ των δύο πιο πάνω αναφερόμενων οχημάτων καθώς και την σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων που προπορεύονταν του δικού του και που οδηγούνταν με κατεύθυνση ίδια με την δική του, ήτοι προς Πόλη Χρυσοχούς. Αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο έγινε η σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του Κατηγορούμενου και του τρακτέρ ο μάρτυρας έδωσε συγκεχυμένη μαρτυρία. Σε όλες, όμως, τις περιπτώσεις, σύμφωνα με τον μάρτυρα, η σύγκρουση έγινε όταν ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το τρακτέρ από τα δεξιά. Κατά μιαν εκδοχή του ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όταν, όμως, αντιλήφθηκε τα εξ' αντιθέτου ερχόμενα αυτοκίνητα επιχείρησε να εισέλθει ξανά εντός της λωρίδας του. Κατά την κίνησή του αυτή συγκρούσθηκε με το μπροστινό του μέρος στο πίσω μέρος του τρακτέρ. Κατά μια δεύτερη εκδοχή ο Κατηγορούμενος δεν επανήλθε στην λωρίδα του και η σύγκρουση με το τρακτέρ έγινε κατά τον ελιγμό του Κατηγορούμενου προς τα δεξιά στην προσπάθεια του να το προσπεράσει. Δεν απέκλεισε, επίσης, ο μάρτυρας ο Κατηγορούμενος να μην επιχείρησε καν να προσπεράσει το τρακτέρ. Δεν απέκλεισε, ακόμα, λανθασμένα να εξέλαβε ως κίνηση προσπεράσματος την κίνηση μετά την σύγκρουση του Κατηγορούμενου προς τα δεξιά μέχρι να φθάσει στην τελική του θέση. Η μαρτυρία του αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα ήταν συγκεχυμένη, ανακριβής και καθόλου θετική. Εν' όψει όλων των πιο πάνω δεν αποδέχομαι το μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Η υπόλοιπη του, όμως, μαρτυρία είναι αποδεκτή. Ο ΜΚ 6 είναι ιατροδικαστής και στις 5.1.05 διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία στην σωρό της Μαρούλας Φυλακτού. Σύμφωνα με την μαρτυρία του η Μαρούλα Φυλακτού υπέστη πολλαπλές κακώσεις από τροχαίο δυστύχημα, οι οποίες προκάλεσαν καρδιακή ανακοπή ως αποτέλεσμα της οποίας επήλθε ο θάνατος. Οι κακώσεις αυτές ήταν κάταγμα ινιακού οστού, κάταγμα 5ου και 7ου αυχενικού σπονδύλου, κατάγματα πλευρών αμφοτεροπλεύρως και υπαραχνοειδής αιμορραγία (αιμορραγία εγκεφάλου). Ο μάρτυρας ετοίμασε ιατροδικαστική έκθεση, την οποία κατέθεσε (Τεκμήριο 10). Αναφορικά με την ιατρική μαρτυρία είναι σαφώς νομολογημένο ότι αυτή πρέπει να αξιολογείται στη βάση των αρχών που διέπει την προσέγγιση της μαρτυρίας ειδικών. Οι αρχές αυτές προδιαγράφονται με μεγάλη σαφήνεια στην υπόθεση Σπύρου ν. Χ΄΄Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 298, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: « . Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στο Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιόν του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R v. Lanfear
(1968)1 All E R 683, Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361) .................................. Παρόλο ότι η συμπεριφορά των ιατρών μαρτύρων δεν είναι τόσο μεγάλης σπουδαιότητας, όσο είναι η συμπεριφορά των κοινών μαρτύρων, είναι, όμως, ουσιώδης για τον σκοπό της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους (Joyce v. Yeomans
(1981)2 All E R 21))». Ο μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία του. Η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και ο μάρτυρας έδωσε τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του. Τέλος, ο τρόπος και το ύφος με το οποίο απαντούσε και η σταθερότητα στην μαρτυρία του σε συνδυασμό με τα πιο πάνω με έπεισαν για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Ο μάρτυρας ανέφερε, ότι οι πιο πάνω κακώσεις ήταν απότοκες τροχαίου δυστυχήματος. Εν' όψει τούτου σε συνδυασμό με την μαρτυρία της ΜΚ 4, ότι το θύμα από της μεταφοράς της στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου παρέμεινε στο νοσοκομείο μέχρι την ημέρα που απεβίωσε δεν έχω καμία δυσκολία να δεχθώ, ότι το τροχαίο δυστύχημα από το οποίο προκλήθηκαν οι αναφερόμενες κακώσεις είναι το επίδικο δυστύχημα. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την θέση του μάρτυρα, ότι ο θάνατος προήλθε από τις κακώσεις. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης, ότι ο θάνατος προήλθε και από τις βαριές αρτηριοσκληρυντικές αλλοιώσεις που έφεραν τα στεφανιαία αγγεία. Ο μάρτυρας δεν δέχθηκε την θέση της Υπεράσπισης επιμένοντας στην δική του θέση και αντέτεινε, ότι οι αλλοιώσεις ήταν τυχαίο εύρημα. Εν' όψει της πολύ καλής εντύπωσης που μου έκανε ο μάρτυρας δέχομαι την θέση του. Άλλωστε, η θέση της Υπεράσπισης φαντάζει παράδοξη, αφού στην ουσία εισηγείται, ότι στην παύση της λειτουργίας της καρδιάς συνέδραμαν και οι υπό του μάρτυρος αναφερθέντες κακώσεις, αλλά και οι αλλοιώσεις. Επίσης, η πιο πάνω θέση της Υπεράσπισης δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία. Αστήρικτη από μαρτυρία ήταν και η θέση της, ότι η σωρός της Μαρούλας Φυλακτού έφερε εξωτερικές κακώσεις. Ο Κατηγορούμενος έδωσε ένορκη κατάθεση. Τα ουσιώδη γεγονότα από την μαρτυρία του είναι τα ακόλουθα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εντελώς σκοτάδι και οδηγούσε με τα φώτα του οχήματός του αναμμένα στην κανονική στάση. Οδηγούσε με κατεύθυνση προς την Πάφο και του οχήματός του προπορευόταν το τρακτέρ, το οποίο οδηγείτο χωρίς να φαίνεται μέσα στον δρόμο. Αντιλήφθηκε το τρακτέρ από απόσταση μόλις 5 μέτρων. Το τρακτέρ δεν ήταν ορατό από μεγαλύτερη απόσταση καθότι τα πισινά του φώτα δεν φαίνονταν αναμμένα. Μόλις αντιλήφθηκε το τρακτέρ εφάρμοσε τα φρένα του και έκανε ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει την σύγκρουση. Ένεκα της μικρής απόστασης που τον χώριζε από το τρακτέρ και ένεκα του ότι το τρακτέρ κινείτο με πολύ μικρή ταχύτητα δεν κατάφερε να αποφύγει την σύγκρουση. Συγκρούσθηκε με το μπροστινό μέρος του οχήματός του στην κούπα του τρακτέρ. Όπως εκ των υστέρων διεφάνη το πισινό αριστερό φως του τρακτέρ δεν άναβε. Στην θέση δε του πισινού δεξιού φωτός υπήρχε μια μικρή λάμπα, η οποία άναβε, το γυαλί, όμως, που την περιέβαλε ήταν σπασμένο. Την λάμπα αυτή την είδε να ανάβει μετά την σύγκρουση καθώς περνούσε πεζός από το πλάι του τρακτέρ. Η λάμπα, όμως, αυτή δεν φαινόταν καθ' ον χρόνο αυτός οδηγούσε το όχημά του πίσω από το τρακτέρ. Ο λόγος που το πισινό δεξί φως δεν ήταν ορατό ήταν γιατί αυτό καλυπτόταν από τα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στην κούπα του τρακτέρ, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανασηκωμένη στο ψηλότερό της σημείο. Τα αντικείμενα αυτά ήταν πολλά και κάλυπταν το πισινό δεξί φως. Υπήρχε ένας κομπρεσσόρος με τον οποίο μαζεύουν ελιές με το λάστιχο και την κτένα του, κάσιες και σίκλες πλαστικές και κανναβίτσες, από αυτές που τοποθετούν κάτω από τις ελιές για το μάζεμά τους όταν τις»βακλίζουν» τυλιγμένες σε δύο μεγάλα δέματα. Κάποια από τα αντικείμενα αυτά με την σύγκρουση έπεσαν μέσα στον δρόμο. Στην προσπάθειά του να τα αποφύγει εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα εφάρμοσε τα φρένα του. Τότε, αυτό κτυπήθηκε από δεύτερο όχημα που το ακολουθούσε με αποτέλεσμα να επέλθει δεύτερη σύγκρουση. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε, ότι κατά τον χρόνο της σύγκρουσης η κούπα του τρακτέρ ήταν ανυψωμένη κατά 80 με 100 εκατοστά πάνω από το έδαφος. Ό,τι επί του θέματος τούτου ανέφερε ήταν καθαρά προϊόν υπολογισμού, αφού ο Κατηγορούμενος δεν μέτρησε την πιο πάνω απόσταση. Ο ΜΚ 2, ο οποίος την μέτρησε, και του οποίου η μαρτυρία κρίθηκε αξιόπιστη, ανέφερε, ότι το κάτω μέρος της κούπας από το έδαφος, όταν αυτή είναι ανασηκωμένη, είναι 60 εκατοστά. Στην ίδια γραμμή ήταν και η μαρτυρία του ΜΚ
  1. Η θέση του Κατηγορούμενου δεν είναι, επομένως, αποδεκτή. Η πιο πάνω ανακρίβεια δεν είναι, όμως, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Όπως λέχθηκε και αναφορικά με την ΜΚ 4 ο Κατηγορούμενος δεν αναμένεται να είναι σε θέση να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις «με το μάτι». Περαιτέρω, η θέση του, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν εντός της κούπας του τρακτέρ τα αντικείμενα που ανέφερε στην μαρτυρία του υποστηρίζεται και από την μαρτυρία των ΜΚ 5 και ΜΥ
  2. Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε με τρόπο απλό, λιτό και διαυγή και η μαρτυρία του δεν είχε το παραμικρό ίχνος υπερβολής. Ήταν, επίσης, σταθερός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ, ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Συνακόλουθα δέχομαι την μαρτυρία του, συμπεριλαμβανομένου του ισχυρισμού του, ότι το πισινό δεξί φως του τρακτέρ δεν φαινόταν αναμμένο για τα οχήματα που το ακολουθούσαν και ότι γενικά το τρακτέρ οδηγείτο χωρίς φωτισμό στο πίσω του μέρος. Είναι, επίσης, αναπόδραστο συμπέρασμα από την μαρτυρία του, ότι πριν την σύγκρουση βρίσκονταν εντός της κούπας του τρακτέρ όλα εκείνα τα αντικείμενα, που, σύμφωνα με την μαρτυρία του, μετά την σύγκρουση βρέθηκαν σκορπισμένα μέσα στον δρόμο. Στον συμπέρασμα αυτό κατέληξα, αφού έλαβα υπόψη, εκτός από την μαρτυρία των ΜΚ 5 και ΜΥ 2, το γεγονός, ότι μετά την σύγκρουση είχαν παραμείνει μέσα στην κούπα του τρακτέρ συναφή αντικείμενα. Εν' όψει τούτου σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που μου έκανε δέχομαι τον ισχυρισμό του, ότι αφ' ης στιγμής το πισινό δεξί φως του τρακτέρ λειτουργούσε μετά την σύγκρουση ο λόγος που αυτό δεν ήταν ορατό από τον Κατηγορούμενο καθ' ον χρόνο αυτός ακολουθούσε το τρακτέρ ήταν γιατί αυτό καλυπτόταν από τα αντικείμενα που βρίσκονταν εντός της κούπας του τρακτέρ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν μου διαφεύγει, ότι κάτω από τα πισινά φώτα του τρακτέρ υπήρχαν αντανακλαστικές ταινίες. Οι διαστάσεις των ταινιών αυτών δόθηκαν από τον ΜΚ
  3. Εν' όψει, όμως, της μαρτυρίας που αποδέχθηκα το πιθανότερο είναι η ταινία που βρισκόταν κάτω από το πισινό δεξί φως να καλυπτόταν και αυτή από τα αντικείμενα που βρίσκονταν εντός της κούπας, αφού οι ταινίες βρίσκονταν κάτω από τα πισινά φώτα. Αναφορικά με την ταινία κάτω από το πισινό αριστερό φως δεν υπάρχει μαρτυρία από την οποία να εξάγεται συμπέρασμα, ότι καλυπτόταν από τα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στην κούπα. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου επικεντρώθηκε στο ότι τα αντικείμενα που βρίσκονταν μέσα στην κούπα κάλυπταν το πισινό δεξί φως, όχι ότι κάλυπταν και την ταινία κάτω από το πισινό αριστερό φως. Πάντως, ο Κατηγορούμενος δεν αντεξετάσθηκε προς αυτή την κατεύθυνση από την Κατηγορούσα Αρχή. Εν' όψει, όμως, του ότι η θέση του Κατηγορούμενου, ότι το τρακτέρ οδηγείτο χωρίς να είναι ορατό από απόσταση είναι αποδεχτή, καθίσταται αναπόδραστο το συμπέρασμα, ότι οι αντανακλαστικές ταινίες πριν την σύγκρουση δεν εξυπηρετούσαν τον σκοπό για τον οποίο προορίζονταν. Αξιοσημείωτη ως ενισχύουσα την αξιοπιστία του είναι η θέση του Κατηγορούμενου, ότι ακόμα και μετά την σύγκρουση το πισινό δεξί φως του τρακτέρ δεν ήταν ορατό από κάποιον που βρισκόταν ακριβώς πίσω από το τρακτέρ. Ήταν, όμως, ορατό από κάποιον που περνούσε από το πλάϊ του τρακτέρ, όπως έπραξε ο Κατηγορούμενος. Η θέση του αυτή συνάδει με την μαρτυρία του ΜΚ 3 σύμφωνα με την οποία από την σύγκρουση το πάνω δεξί μέρος της κούπας στράβωσε με αποτέλεσμα να καλύπτει το πισινό δεξί φως. Τα μόνα σημεία από την μαρτυρία του που δεν αποδέχομαι είναι τα ακόλουθα: πρώτο, τον ισχυρισμό του, ότι το τρακτέρ δεν ήταν ορατό από τον ίδιο από απόσταση μεγαλύτερη των 5 μέτρων, που, σύμφωνα με την μαρτυρία του, αυτός το αντιλήφθηκε. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν μπορεί να είναι αποδεκτός εν' όψει του ισχυρισμού του, ότι η εμβέλεια των φώτων του στην κανονική τους στάση ήταν σαφώς μεγαλύτερη των 5 μέτρων. Ο ίδιος την προσδιόρισε μεταξύ 10 και 20 μέτρα. Επομένως, δεν δέχομαι, ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αντιληφθεί το τρακτέρ από απόσταση μεγαλύτερη των 5 μέτρων. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε, επίσης, ότι η απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης μέχρι την στροφή που υπήρχε εντός της πορείας του με κατεύθυνση την Πάφο ήταν της τάξης των 25 με 30 μέτρων. Ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε ούτε για αυτόν του τον ισχυρισμό. Συν τοις άλλοις, ο ισχυρισμός του αυτός δεν υποστηρίζεται από την υπό των υπολοίπων μαρτύρων δοθείσα μαρτυρία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ 1 η ορατότητα από το σημείο της σύγκρουσης προς αυτήν την κατεύθυνση, ήτοι προς Πάφο, αν και ο εν λόγω μάρτυρας δεν την είχε μετρήσει, ήταν μεγάλη. Το πνεύμα της μαρτυρίας του ήταν ότι αυτή ήταν το ίδιο μεγάλη όση και η ορατότητα που υπήρχε από το σημείο της σύγκρουσης με κατεύθυνση την Πόλη Χρυσοχούς, την οποία προσδιόρισε σε 150 με 200 μέτρα. Ο ΜΥ 2 προσδιόρισε την ορατότητα από το σημείο της σύγκρουσης μέχρι την στροφή με κατεύθυνση την Πάφο σε 300 μέτρα. Εν' όψει όλων των πιο πάνω η θέση του Κατηγορούμενου δεν γίνεται αποδεκτή. Τα πιο πάνω εν' όψει της καλής εντύπωσης που μου δημιούργησε δεν είναι ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Εκτός από το μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο δεν αποδέχομαι, η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Ο ΜΥ 2 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Ο μάρτυρας ήταν σταθερός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Αν και ήταν γνωστός του Κατηγορούμενου δεν διέκρινα στην μαρτυρία του οποιαδήποτε προσπάθεια διαστρέβλωσης της αλήθειας προς όφελος του Κατηγορούμενου. Συνακόλουθα δέχομαι την μαρτυρία του πλην του ισχυρισμού του ότι η κούπα του τρακτέρ μετά την σύγκρουση κάλυπτε και τα δύο πισινά φώτα του τρακτέρ. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ 3, την οποία αποδέχτηκα, η κούπα, λόγω του ότι με την σύγκρουση η δεξιά της πλευρά είχε στραβώσει και σηκωθεί προς τα πάνω, κάλυπτε το πισινό δεξί φως. Η αριστερή της, όμως, πλευρά, η οποία δεν είχε υποστεί καμία παραμόρφωση, δεν κάλυπτε το πισινό αριστερό φως. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 10.12.04 και περί ώρα 17:00 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής EPB 333 στον κύριο δρόμο Πόλης Χρυσοχούς - Πάφου με κατεύθυνση την Πάφο. Επί της ίδιας οδού και με την ίδια κατεύθυνση οδηγείτο από την Τούλα Παπαξενοφώντος (ΜΚ 4) το τρακτέρ (γεωργικός ελκυστήρας) με αριθμούς εγγραφής SW
  4. Το τρακτέρ προπορευόταν του οχήματος του Κατηγορούμενου. Εκτός από την οδηγό του το τρακτέρ μετέφερε και την Μαρούλα Φυλακτού, η οποία ήταν η μητέρα της οδηγού και η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο καθόταν στο πίσω αριστερό φτερό του τρακτέρ. Στο πίσω μέρος του τρακτέρ υπήρχε ενσωματωμένη κούπα. Το τρακτέρ κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο με την κούπα του ανυψωμένη στο ψηλότερό της σημείο. Στο σημείο αυτό το κάτω μέρος της κούπας απείχε από το έδαφος 60 εκατοστά. Εντός της κούπας του τρακτέρ υπήρχαν ένας κομπρεσσόρος με τον οποίο μαζεύουν ελιές, κουβάδες (σίκλες) και κιβώτια πλαστικά καθώς επίσης κανναβίτσες τυλιγμένες σε δύο μεγάλα δέματα. Το τρακτέρ οδηγείτο με αναμμένα τα φώτα του πλην του πισινού αριστερού, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν λειτουργούσε. Τα αντικείμενα που βρίσκονταν μέσα στην κούπα του τρακτέρ κάλυπταν το πίσω δεξί φως σε βαθμό που αυτό να μην φαίνεται αναμμένο για τα οχήματα που το ακολουθούσαν. Οι αντανακλαστικές ταινίες που υπήρχαν κάτω από τα πισινά φώτα του τρακτέρ δεν εξυπηρετούσαν τον σκοπό για τον οποίο προορίζονταν με αποτέλεσμα το τρακτέρ να οδηγείτο χωρίς φωτισμό στο πίσω μέρος του ή χωρίς αυτό να είναι ορατό από απόσταση. Πριν το σημείο της σύγκρουσης σύμφωνα με την πορεία των ενεχομένων οχημάτων υπάρχει δεξιόστροφη στροφή. Από το σημείο που τελειώνει η στροφή και μέχρι το σημείο της σύγκρουσης η ορατότητα είναι απρόσκοπτη και εκτείνεται για απόσταση μεταξύ 150 και 200 μέτρων. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με τα φώτα του οχήματός του αναμμένα στην κανονική τους στάση. Η εμβέλεια των φώτων του ήταν μεταξύ 10 και 20 μέτρα. Αντιλήφθηκε το τρακτέρ από απόσταση πέντε μέτρων. Όταν το αντιλήφθηκε εφάρμοσε τα φρένα του και έκανε ελιγμό προς τα δεξιά με σκοπό να αποφύγει την σύγκρουση. Η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να συγκρουσθεί με το μπροστινό μέρος του οχήματός του στην κούπα του τρακτέρ. Η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας των δύο οχημάτων σε απόσταση 1,70 μέτρα από την αριστερή σύμφωνα με την πορεία τους άκρια του δρόμου. Η εν λόγω λωρίδα έχει πλάτος 2,80 μέτρα, ενώ το πλάτος του δρόμου στο σημείο της σύγκρουσης είναι 5,60 μέτρα. Αριστερά σύμφωνα με την πορεία των οχημάτων υπάρχει ασφάλτινη διαπλάτυνση πλάτους 0,40 μέτρων και ακολούθως χωμάτινο παγκέτο πλάτους 1,70 μέτρων. Στο μέρος όπου έλαβε χώρα το δυστύχημα ήταν σκοτάδι, αφού δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Με την σύγκρουση το τρακτέρ σπρώχτηκε προς τα εμπρός αφήνοντας επί της ασφάλτου ίχνη τριβής μήκους 7,80 μέτρων. Ακινητοποιήθηκε σε μεγαλύτερη απόσταση, αφού πρώτα προσέκρουσε πάνω σε προστατευτικό κιγκλίδωμα το οποίο βρίσκεται μετά το χωμάτινο παγκέτο στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του. Αναφορικά με το όχημα του Κατηγορούμενου αυτό μετά την σύγκρουση ακινητοποιήθηκε στην μέση του δρόμου. Από την σύγκρουση κάποια από τα αντικείμενα που βρίσκονταν εντός της κούπας του τρακτέρ έπεσαν από την κούπα και σκορπίστηκαν στην άσφαλτο. Εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα στην προσπάθειά του να τα αποφύγει εφάρμοσε τα φρένα του. Ως αποτέλεσμα όχημα που το ακολουθούσε και το οποίο οδηγείτο με την ίδια κατεύθυνση συγκρούσθηκε στο πίσω μέρος του πρώτου οχήματος με αποτέλεσμα να επέλθει δεύτερη σύγκρουση. Συνεπεία της σύγκρουσης μεταξύ του οχήματος του Κατηγορούμενου και του τρακτέρ η Μαρούλα Φυλαχτού έπεσε από το φτερό στο οποίο καθόταν και βρέθηκε κάτω στην άσφαλτο. Μεταφέρθηκε δε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και κρατήθηκε. Συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη κάταγμα ινιακού οστού, κάταγμα 5ου και 7ου αυχενικού σπονδύλου, κατάγματα πλευρών αμφοτεροπλεύρως και υπαραχνοειδή αιμορραγία (αιμορραγία εγκεφάλου). Η Φυλαχτού υπέκυψε στα τραύματα της και απεβίωσε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 4.1.
  5. Παρέμεινε δε στο Νοσοκομείο όλο το διάστημα μέχρι τον θάνατό της. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, έχει ως ακολούθως: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια χωρίς πρόθεση επιφέρει τον θάνατο άλλου προσώπου είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες». Με την τροποποίηση του αρχικού άρθρου είναι φανερό ότι έχουν παραληφθεί οι φράσεις «έλλειψη προφύλαξης» («want of precaution») και «απρόσεκτη πράξη» («careless act») και έχουν αντικατασταθεί με τις φράσεις «απερίσκεπτη» και «επικίνδυνη πράξη». Έτσι, για να βρεθεί τώρα κάποιος ένοχος πρέπει η πρόκληση του θανάτου να οφείλεται σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά. Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και αφήνεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε, ότι οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος. Το κατηγορητήριο καταλογίζει στον Κατηγορούμενο επικίνδυνη, αλόγιστη και απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά. Αναφορικά με το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης θα πρέπει να λεχθεί, ότι αυτό δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας αντικειμενικά ιδωμένης επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα του οδηγού, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι μόνο από αυτή την άποψη που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο αδικήματα δεν αφορά στον βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Επίσης, η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ' αποκλεισμό του άλλου δεν δικαιολογείται. Στην μια περίπτωση αυτό που αναζητείται είναι αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη (Βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 117). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα αποδεικνύεται από τα γεγονότα της υπόθεσης και μόνο. Αν, όμως, ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ιδιαίτερο γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ενοχής δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Σχετική είναι η Αγγλική υπόθεση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502. Στην υπόθεση αυτή η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητό της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ' αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγοντας από μαρτυρία που έδειχνε πως δεν έφταιγε γι' αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από την διαμόρφωση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ο αποκλεισμός της μαρτυρίας αυτής ήταν λανθασμένος. Ως προς την έννοια δε του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης σχετική είναι η πιο πάνω Αγγλική απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρθηκε. Το σφάλμα δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα: « . εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας ή της δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι αρκετή η ύπαρξη σφάλματος με αυτήν την έννοια, παρόλο που αυτό μπορεί να είναι μικρό ή να ανάγεται σε στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος να μην αναφύεται υπό κανονικές συνθήκες από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν βλέποντας το λογικά αποτελεί μια αιτία» (Βλ. R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, πιο πάνω). Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (Βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα, δεν σημαίνει, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, το θύμα στεκόταν δίπλα από την πόρτα του αυτοκινήτου του, που ήταν σταθμευμένο στο αριστερό άκρο του δρόμου, έτοιμος να την ανοίξει. Στεκόταν σε απόσταση 2,10 μέτρων από το άκρο του δρόμου, το πλάτος του οποίου ήταν 9,60 μέτρα. Στα δεξιά του θύματος υπήρχε ανοικτός δρόμος πλάτους 7,80 μέτρα, που επέτρεπε την άνετη διέλευση αυτοκινήτων και από τις δύο κατευθύνσεις. Ο δρόμος ήταν ευθύς και η ορατότητα μεγάλη και απρόσκοπτη. Σειρά λαμπτήρων στις πλευρές του δρόμου και τα φώτα των κοντινών κτηρίων φώτιζαν την περιοχή. Το θύμα ήταν ορατό από απόσταση και τα φώτα του αυτοκινήτου του εφεσείοντα, στην χαμηλή τους στάση, κάλυπταν από μόνα τους απόσταση 25 μέτρων. Ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητο του ακριβώς δίπλα από το σταθμευμένο όχημα και χτύπησε το θύμα χωρίς να το δει. Επέπεσε πάνω του με αμείωτη ταχύτητα και τον εκτίναξε σε απόσταση 22 μέτρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι ο εφεσείοντας όφειλε να δει το θύμα από αρκετά μεγάλη απόσταση και ήταν σφάλμα του που δεν τον είδε. Οδηγώντας το αυτοκίνητό του εκεί που στεκόταν το θύμα, ενώ ο δρόμος δεξιά ήταν ελεύθερος, συμπεριφέρθηκε σαφώς επικίνδυνα. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομία
(1994)2 ΑΑΔ 233 ο εφεσείοντας οδηγούσε το αυτοκίνητό του κατά μήκος λεωφόρου, η οποία είχε τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας με δύο λωρίδες στην κάθε κατεύθυνση. Συγκρούσθηκε με πεζή, η οποία διέσχιζε την λεωφόρο από τα δεξιά του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα τον θάνατό της. Ο εφεσείοντας κατά την στιγμή της σύγκρουσης οδηγούσε στην εξωτερική λωρίδα, το δε σημείο της σύγκρουσης βρισκόταν στο αριστερό άκρο της λωρίδας αυτής. Ο εφεσείοντας χτύπησε την πεζή με την αριστερή μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου του. Κρίθηκε, πως η αποτυχία του εφεσείοντα να δει την πεζή, που ήταν ορατή από αρκετή απόσταση, και να λάβει μέτρα για να μην την χτυπήσει ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Ως αποτέλεσμα η καταδίκη για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο εφεσείοντας επί λεωφόρου παρεξέκλεινε απότομα της πορείας του, τέθηκε εκτός ελέγχου και προχωρώντας πλαγίως μπήκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί βίαια με αυτοκίνητο, που ερχόταν εξ' αντιθέτου. Δύο νεαροί άνδρες που επέβαιναν του αυτοκινήτου του εφεσείοντα έχασαν ως αποτέλεσμα την ζωή τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας οδηγούσε επικίνδυνα ήταν αναμφίβολα ορθή. Ο εφεσείοντας ήταν υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητό του θα έπρεπε να παραμείνει στην δική του μεριά του δρόμου, λόγω απώλειας του ελέγχου του, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη μεριά, ενώ εξ' αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Στην υπόθεση Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 161/05, ημερομηνίας 3.3.06 ο εφεσείοντας συγκρούσθηκε μετωπικά με ημιφορτηγό αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση νεαρός οδηγός με συνεπιβάτη τον επίσης νεαρό αδελφό του. Από την σύγκρουση τα οχήματα καταστράφηκαν και τα δύο αδέλφια σκοτώθηκαν. Η σύγκρουση έγινε σε αριστερή για την πορεία του εφεσείοντα στροφή στην πλευρά του αυτοκινήτου των θυμάτων, το οποίο βρισκόταν όσο αριστερότερα γινόταν. Η ταχύτητα του εφεσείοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 80 χ.α.ω.. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι η σύγκρουση οφειλόταν στην απώλεια του αναγκαίου ελέγχου από τον εφεσείοντα του οχήματός του επί της στροφής. Χαρακτήρισε δε την οδήγησή του αλόγιστη και επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις και βρήκε τον εφεσείοντα ένοχο, μεταξύ άλλων, στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου στη βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης. Τέλος, στην υπόθεση Νίκος Χ΄΄ Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453 ο εφεσείοντας οδηγούσε αυτοκίνητο στον κύριο δρόμο και επιχειρώντας να στρίψει δεξιά σε πάροδο ανέκοψε την πορεία μοτοποδηλάτου το οποίο οδηγούσε πρόσωπο 16 ετών με συνεπιβάτη, επίσης, νεαρό φίλο του με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με αυτό. Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου υπέστη σοβαρά κατάγματα κρανίου τα οποία επέφεραν τον θάνατό του. Ο εφεσείοντας παρά το ότι υπήρχε επαρκής φωτισμός στο μέρος δεν αντιλήφθηκε την σύγκρουση παρά μόνο όταν άκουσε τον θόρυβο που προκλήθηκε από αυτήν, η οποία ήταν στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου στην βάση του άρθρου 210 του Κεφ. 154. Η έφεση που ακολούθησε επικεντρώθηκε μόνο στην επιβληθείσα ποινή. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Κατηγορούμενος συγκρούσθηκε με το μπροστινό του μέρος στο πίσω μέρος του τρακτέρ, το οποίο ακολουθούσε και το οποίο οδηγείτο με κατεύθυνση ίδια με την δική του και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας τους. Το τρακτέρ συνεπεία της σύγκρουσης σπρώχτηκε προς τα εμπρός και χτύπησε πάνω σε προστατευτικό κιγκλίδωμα στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του. Συνεπεία της σύγκρουσης το δεύτερο πρόσωπο, που επέβαινε του τρακτέρ, έπεσε από το τρακτέρ με αποτέλεσμα να υποστεί πολλαπλούς και σοβαρούς τραυματισμούς, οι οποίοι ύστερα από την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος επέφεραν τελικά τον θάνατό της. Αναμφίβολα, η σύγκρουση του Κατηγορούμενου με το τρακτέρ δημιούργησε μιαν επικίνδυνη κατάσταση μέσα στον δρόμο. Η δε οδήγηση του Κατηγορούμενου εύλογα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επικίνδυνη. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, το σφάλμα, που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, αποδεικνύεται επαρκώς από τα γεγονότα και μόνο της κάθε υπόθεσης (Βλ. R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502). Με άλλα λόγια, από μόνη της η δημιουργία μιας επικίνδυνης κατάστασης δημιουργεί εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα (inference) πτώσης από το επίπεδο της φροντίδας ή της δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού. Εναπόκειται στην Υπεράσπιση να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την προκληθείσα κατάσταση. Η εξήγηση που δόθηκε από τον Κατηγορούμενο ήταν, αφενός, ότι το μέρος που επισυνέβη η σύγκρουση δεν είχε οδικό φωτισμό - ήταν σκοτάδι - αφετέρου, ότι το τρακτέρ οδηγείτο χωρίς φωτισμό στο πίσω μέρος του: το πισινό αριστερό φως του τρακτέρ δεν άναβε, το δε πισινό δεξί φως καλυπτόταν από τα αντικείμενα που υπήρχαν εντός της κούπας του τρακτέρ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το ερώτημα είναι αν κατά πόσο η πιο πάνω εξήγηση είναι ικανή να εξουδετερώσει ή να αναιρέσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ενοχής. Είμαι της άποψης, ότι το πιο πάνω ερώτημα θα πρέπει να απαντηθεί αρνητικά. Ο Κατηγορούμενος όφειλε υπό τις περιστάσεις να οδηγεί με τα φώτα του αναμμένα στην ψηλή τους στάση, ώστε να έχει μεγαλύτερο πεδίο όρασης και, κατ' επέκταση, ουσιαστικότερο, μεγαλύτερο και επαρκέστερο έλεγχο της τροχαίας κίνησης, η οποία υπήρχε μπροστά του, πράγμα που θα του έδινε την δυνατότητα να λάβει αποτρεπτικά μέτρα έγκαιρα και, έτσι, να αποφύγει την σύγκρουση με το τρακτέρ. Η παράλειψή του αυτή συνιστά αμέλεια. Στην υπόθεση Charilaos Telemachou v. Alexis Christodoulou Papakyriakou
(1986)1 CLR 705 ο εφεσίβλητος διασταύρωνε κύριο δρόμο με τα ζώα του και κτυπήθηκε από το όχημα του εφεσείοντα, το οποίο οδηγείτο με τα φώτα του αναμμένα στην κανονική τους στάση. Στο μέρος που έλαβε χώρα η σύγκρουση επικρατούσε σκοτάδι, αφού δεν υπήρχε καθόλου οδικός φωτισμός. Το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε τον εφεσείοντα ένοχο για αμέλεια για τον λόγο ότι δεν είχε τα φώτα του αναμμένα στην ψηλή τους στάση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε, επίσης, ότι δεν υπήρχε τίποτα που να εμπόδιζε τον εφεσείοντα να οδηγεί με αναμμένα τα ψηλά του φώτα. Η παράλειψη του εφεσείοντα να οδηγεί εντός του πεδίου οράσεως που του επέτρεπαν τα φώτα του κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως αμέλεια. Το σκεπτικό της πρωτόδικης κρίσης επικυρώθηκε από το Εφετείο. Ενδιαφέρον από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι το πιο κάτω απόσπασμα, που παρατίθεται σε μετάφραση: «παρόλο που ο εναγόμενος γνώριζε, όντας κάτοικος της περιοχής, ότι πλησίαζε διασταύρωση δεν άναψε τα φώτα του οχήματός του στην ψηλή τους στάση, ώστε να βεβαιωθεί, ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και έτσι να είναι σε θέση να λάβει μέτρα έγκαιρα για να αποφύγει το δυστύχημα, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο ενάγοντας διασταύρωνε από τα δεξιά στα αριστερά με αργό βηματισμό. Ο κώδικας κυκλοφορίας που θεσμοθετήθηκε δυνάμει του Κανονισμού 70 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών επιβάλλει στους οδηγούς να ανάβουν τα φώτα τους σε σκοτεινούς δρόμους. Το άγνωστο όχημα, που ο εναγόμενος ανέφερε, έφθασε στην σκηνή αφότου ο εναγόμενος σταμάτησε και με δεδομένο ότι υπήρχε παγκέτο δεν υπήρχε τίποτα που να εμποδίζει τον εναγόμενο να κάνει χρήση των φώτων του κατά τον δέοντα χρόνο. Επομένως, η παράλειψη αυτή του οδηγού συνιστά αμέλεια. Όμως, υπάρχει και επιπρόσθετο στοιχείο αμέλειας. Αφ' ης στιγμής ο εναγόμενος επέλεξε να οδηγεί με τα φώτα του οχήματός του στην χαμηλή τους στάση, όφειλε να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να δύναται να αντιμετωπίσει ξαφνικό κίνδυνο . Είναι καθαρό στην παρούσα περίπτωση, ότι ο εναγόμενος δεν οδηγούσε εντός του πεδίου οράσεως που επέτρεπαν τα φώτα του οχήματός του και ως αποτέλεσμα δεν ήταν σε θέση να σταματήσει ή δεν κοίταζε προσεκτικά ώστε να αντιληφθεί τι διαδραματιζόταν μπροστά του». Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Οδυσσέας Θεοδούλου ν. Αντώνη Κοκκινόφτα και Χρυσούλας Α. Θεοδοσίου υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Θεοδοσίου
(1999)1 ΑΑΔ 759 ενώ ο εφεσείοντας οδηγούσε το αυτοκίνητό του στον κύριο δρόμο Πόλης Χρυσοχούς - Λατσί με κατεύθυνση το Λατσί χτύπησε τον αποθανόντα, ο οποίος προσπαθούσε να διασταυρώσει τον δρόμο από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του. Ο φωτισμός του δρόμου ήταν πενιχρός και ο αποθανών φορούσε σκούρα ρούχα που καθιστούσαν την παρουσία του στον δρόμο δύσκολα αντιληπτή. Το Εφετείο έκρινε τον εφεσείοντα αμελή, μεταξύ άλλων, για την παράλειψή του να χρησιμοποιήσει τα φώτα του στην ψηλή στάση, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ερχόταν άλλο αυτοκίνητο από την αντίθετη κατεύθυνση. Υπό το φως της Νομολογίας κρίνω, πως εν' όψει του ότι δεν υπήρχε φωτισμός στο μέρος του δυστυχήματος η οδήγηση με αναμμένα τα ψηλά φώτα ήταν υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένο καθήκον του Κατηγορούμενου. Οδηγώντας με τα χαμηλά του φώτα ο Κατηγορούμενος στερήθηκε της δυνατότητας να είναι σε θέση να ελέγξει επαρκώς τι διαδραματιζόταν μπροστά του και να λάβει μέτρα έγκαιρα προς αντιμετώπιση οποιουδήποτε ξαφνικού κινδύνου. Περαιτέρω, θεωρώ πως δεν υπήρχε τίποτα που τον εμπόδιζε να έχει αναμμένα τα φώτα του στην ψηλή τους στάση. Ερωτηθείς ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση γιατί δεν οδηγούσε με τα μεγάλα του φώτα απάντησε ότι ο λόγος που το έκανε ήταν για να μην τυφλώνει τους οδηγούς των οχημάτων που έρχονται εξ' αντιθέτου. Η πιο πάνω εξήγηση, όμως, που έδωσε δεν αναφερόταν στην τροχαία κίνηση που υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η απάντησή του ήταν γενική και αποκάλυπτε περισσότερο μια προσωπική του συνήθεια και τακτική. Είναι, επίσης, σημαντικό να λεχθεί, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε, ότι υπήρχε τροχαία κίνηση από την αντίθετη κατεύθυνση. Ούτε και ανέφερε, ότι συνάντησε οποιοδήποτε όχημα ερχόμενο από την αντίθετη κατεύθυνση από την στιγμή που βγήκε από την στροφή που υπήρχε στην πορεία του και εισήλθε εντός του ευθύ δρόμου. Το μόνο εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα για το οποίο έκανε αναφορά στην μαρτυρία του ήταν ένα άσπρο όχημα. Μόνο που αυτό το συνάντησε κατά την στιγμή της σύγκρουσης με το τρακτέρ και όχι ενωρίτερα. Με δεδομένη την ανεμπόδιστη ορατότητα - έκτασης 150 έως 200 μέτρων - που είχε από την στροφή που υπήρχε στην πορεία του μέχρι το σημείο της σύγκρουσης και εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ, πως δεν υπήρχε τίποτα που να τον εμποδίζει να οδηγεί με αναμμένα τα φώτα του στην ψηλή στάση. Εν' όψει δε του ότι δεν υπήρχε οδικός φωτισμός και ο δρόμος ήταν σκοτεινός κρίνω, πως ήταν καθήκον του να οδηγεί με αναμμένα τα μεγάλα του φώτα. Οδηγώντας με τα φώτα στην ψηλή στάση και με μιαν ταχύτητα η οποία θα του επέτρεπε να δράσει έγκαιρα μπροστά σε ξαφνικό κίνδυνο, που στην παρούσα περίπτωση, ήταν η παρουσία του τρακτέρ, το δυστύχημα θα αποφεύγετο. Η παράλειψη του Κατηγορούμενου να οδηγεί εντός του πεδίου των φώτων του ή εντός του πεδίου οράσεως που αυτά του επέτρεπαν συνιστούσε υπό τις περιστάσεις αμέλεια. Υπάρχει, όμως, και επιπρόσθετο στοιχείο αμέλειας. Αφ' ης στιγμής ο Κατηγορούμενος επέλεξε να οδηγεί με τα φώτα του οχήματός του στην χαμηλή τους στάση, όφειλε να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να δύναται να αντιμετωπίσει ξαφνικό κίνδυνο. Όφειλε, δηλαδή, να οδηγεί με τέτοιο τρόπο και με τέτοια ταχύτητα, ώστε να είναι σε θέση να αποφύγει την σύγκρουση με το τρακτέρ. Το ότι οδηγούσε εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας δεν ήταν υπό τις περιστάσεις αρκετό, όπως διεφάνη. Άλλωστε, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι «η ταχύτητα . μέσα στα επιτρεπόμενα από τον νόμο όρια δεν είναι απαραιτήτως και η ενδεδειγμένη ως ασφαλής. Ποια ταχύτητα είναι ασφαλής αποτελεί στοιχείο που συναρτάται με τις ιδιαίτερες περιστάσεις και συνθήκες που επικρατούν .» (Βλ. Θεόδωρος Δημητρίου και άλλη ν. Ήρας Χαραλάμπους
(1992)1 ΑΑΔ 756). Εν' όψει όλων των πιο πάνω δικαιολογημένα το Δικαστήριο δύναται υπό τις περιστάσεις να καταλήξει στο ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε επικίνδυνα με αποτέλεσμα να επιφέρει τον θάνατο στο θύμα. Το κατηγορητήριο καταλογίζει, επίσης, στον Κατηγορούμενο αλόγιστη πράξη και συμπεριφορά. Η έννοια της αλόγιστης πράξης δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220. Αλόγιστη είναι η πράξη ή συμπεριφορά, η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Στην υπό εξέταση περίπτωση η οδήγηση του Κατηγορουμένου εμπίπτει στην έννοια και της αλόγιστης οδήγησης. Η ενέργεια του να μην οδηγεί με αναμμένα τα φώτα του οχήματός του στην ψηλή στάση ενώ επικρατούσε σκότος, ώστε να μπορεί να αντιλαμβάνεται και να ελέγχει τι διαδραματιζόταν μπροστά του ή ενώ οδηγούσε με τα χαμηλά του φώτα δεν οδηγούσε με τρόπο ώστε να είναι σε θέση να αποφύγει την σύγκρουση με το τρακτέρ, αναμφίβολα, δεν ήταν λελογισμένη. Η κοινή λογική υπαγορεύει, ότι μια τέτοια ενέργεια εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Κινδύνους για την ασφάλεια είτε αυτών, που προπορεύονται οδηγώντας, είτε πεζών που επιχειρούν να διασταυρώσουν τον δρόμο. Οδηγώντας με τον τρόπο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος αλόγιστα αγνόησε αυτούς τους κινδύνους, οι οποίοι όχι μόνο δεν αποφεύχθηκαν, αλλά είχαν και ως συνέπεια την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής (Βλ. Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 161/05, ημερομηνίας 3.3.06, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θεοδόση Κουριέως
(2001)2 ΑΑΔ 784, Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομία
(1994)2 ΑΑΔ 233). Αναφορικά με την έννοια της απερίσκεπτης οδήγησης καθοδηγητική είναι η Αγγλική απόφαση R v. Lawrence
(1981)All E R 974, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων με πιο σημαντικές την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χρυσοστόμου (Αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ 473 και την παλαιότερη Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233. Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης με την έννοια της οδήγησης που εξ' αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από τον μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με την συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς την συγκεκριμένη ενέργεια, στην περίπτωσή μας, την οδήγηση. Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R v. Lawrence
(1981)All E R 974, που πιο πάνω αναφέρθηκε, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση πρέπει οι ένορκοι να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί τον δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία και, δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις, αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με τον τρόπο αυτό. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος είναι εμφανής και σοβαρός και κατά την λήψη της απόφασής τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν, ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε την μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως, να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία δίνεται από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα. Σύμφωνα με τον Λόρδο Diplock για να στοιχειοθετηθεί απερισκεψία πρέπει να υπάρχει κάτι στα γεγονότα και τα περιστατικά, το οποίο θα εφιστούσε την προσοχή του μέσου και συνετού, στην προκείμενη περίπτωση, οδηγού στην δυνατότητα η πράξη του να είναι ικανή να δημιουργήσει το είδος των σοβαρών και ζημιογόνων εκείνων συνεπειών που το άρθρο που δημιουργεί το αδίκημα θεσμοθετήθηκε για να αποτρέπει και ότι ο κίνδυνος να επέλθουν οι σοβαρές και ζημιογόνες αυτές συνέπειες δεν είναι τόσο μικρός ώστε ο μέσος και συνετός οδηγός να δικαιολογείται να τις θεωρήσει ως αμελητέες. Υπό το φως των περιστατικών και εν' όψει όλων των πιο πάνω δεν έχω καμία δυσκολία να αποφασίσω, ότι υπό τις περιστάσεις η οδήγηση του Κατηγορούμενου ήταν και απερίσκεπτη. Συνακόλουθα βρίσκω, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας γι' αυτό και βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.