Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Πέτρος Κυριακίδης κ.α., Aρ. Υπόθεσης 7968/2005, 18.3.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 7968/2005 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου V
- Πέτρος Κυριακίδης
- Ιάκωβος Σειράνοβ 3.Βασίλης Αργυρού
- Αλέξανδρος Λεωνίδου Ημερομηνία: 18.3.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Χ. Φωτίου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο δεύτερος κατηγορούμενος, καθώς και οι κατηγορούμενοι 1, 3 και 4 αντιμετωπίζουν στο ίδιο κατηγορητήριο το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όλοι οι κατηγορούμενοι την 27.3.2005 στη Πάφο της Επαρχίας Πάφου, έκλεψαν το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚΗΥ 191, μάρκας HONDA DIO αξίας Λ.Κ.550.-, από την αυλή της οικίας του Τάσου Στυλιανού από τη Πάφο, περιουσία του Τάσου Στυλιανού. Η διαδικασία εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου διακόπηκε στις 13.3.2007 και αυτός απαλλάχτηκε στην κατηγορία. Εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, το οποίο όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπόθεσης, δεν κατέστη δυνατό να εκτελεστεί. Οι κατηγορούμενοι 3 και 4 μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ζήτησαν την άδεια του δικαστηρίου μέσω των δικηγόρων τους, άλλαξαν απάντηση στην κατηγορία, κρίθηκαν ένοχοι με δική τους παραδοχή, και τους επιβλήθηκε ποινή. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη η ακροαματική διαδικασία προχώρησε και ολοκληρώθηκε μόνο σε σχέση με τον δεύτερο κατηγορούμενο. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή, κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως έξι μάρτυρες κατηγορίας, ο Αστ. 2986 Κυριάκος Νικολάου (Μ.Κ.1), ο Αστ. 2798 Σάββας Καραολή (Μ.Κ.2), ο Αστ. 4716 Αλέξανδρος Αλεξίου (Μ.Κ.3), ο Τάσος Στυλιανού (Μ.Κ.4), ο Αστ. 3158 Νίκος Χριστοφή (Μ.Κ.5) και ο Σταύρος Στυλιανού (Μ.Κ.6). Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 18 τεκμήρια, ως ακολούθως: 1) Η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.1, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 1) 2) Η γραπτή κατηγορία του πρώτου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2) 3) Η γραπτή κατηγορία του δεύτερου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3) 4) Η γραπτή κατηγορία του τρίτου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4) 5) Η γραπτή κατηγορία του τέταρτου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 5) 6) Η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.2, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 6) 7) Φωτογραφίες (Τεκμήριο 7) 8) Η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.3, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 8) 9) Η ανακριτική κατάθεση του δεύτερου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 9) 10) Η ανακριτική κατάθεση του τρίτου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 9) 11) Ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 27.3.2005 εναντίον του τρίτου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 11) 12) Ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 27.3.2005 εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 12) 13) Η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.4, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 13) 14) Δεύτερη γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.4, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 14) 15) Η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.5, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 16) 16) Ανακριτική κατάθεση τέταρτου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 9) 17) Η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.6, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 18) Η γραπτή κατάθεση του Αστ. 2900 Α. Ρασπόπουλου κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 15 ενώ το περιεχόμενο της δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός. Το τεκμήριο 15 έχει το εξής περιεχόμενο: Υπηρετώ στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είμαι τοποθετημένος στον Κεντρικό Σταθμό. Την 27/3/2005 και ώρα 1200 συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα τον Πέτρο Κυριακίδη, 18 ετών από την Ελλάδα και αφού του εξήγησα τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησα την προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε «Την μοτόρα την πήραν οι άλλοι». Η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, 1,2,3, και 5 υπήρξε περισσότερο τυπική. Οι μάρτυρες αυτοί ανάφεραν ενώπιον του δικαστηρίου, τις δικές τους ενέργειες κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, O M.K.1, κατηγόρησε γραπτώς όλους του κατηγορούμενους για το αδίκημα της κλοπής και κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια τις γραπτές κατηγορίες των κατηγορούμενων. Ο Μ.Κ.2 στις 27.3.2005 στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου έλαβε φωτογραφίες (Τεκμήριο 7) του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΚΗΥ
- Ο Μ.Κ.3, συνέλαβε στις 27.3.2005 δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης τον τρίτο και δεύτερο κατηγορούμενο και την ίδια ημέρα έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους πιο πάνω. Ο Μ.Κ.5, συνέλαβε στις 27.3.2005 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον τέταρτο κατηγορούμενο και την ίδια ημέρα του έλαβε ανακριτική κατάθεση. Ο Μ.Κ.4 είναι ο ιδιοκτήτης του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΚΗΥ 191, ο οποίος στις 26.3.2005 και ώρα 15:00 το στάθμευσε στην αυλή του σπιτιού του στην οδό Αγίου Αθανασίου
- Στις 27.3.2005 ενώ βρισκόταν στην Κ. Πάφο και διασκέδαζε πληροφορήθηκε από τον αδελφό του τηλεφωνικώς, ότι έπιασε ένα από τα τέσσερα άτομα που έκλεψαν το μοτοποδήλατο του. Αμέσως μετάβηκε στο μέρος που βρισκόταν το μοτοποδήλατο του, έξω από το κατάστημα κεραμικών «ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ» και το μετέφερε στην αστυνομία. Μετά από έλεγχο που έκανε στο μοτοποδήλατο είδε ότι έλειπε η πισινή πινακίδα με τους αριθμούς εγγραφής. Το μοτοποδήλατο το παρέλαβε στις 29.3.2005 από την Γ/Αστ. 3411 Παναγιώτα Γιαννακάρη. Ερωτηθείς αν αυτός που ο αδελφός του συνέλαβε είναι ένας από τους κατηγορούμενους που ήταν στο δικαστήριο (όταν έδινε μαρτυρία ο Μ.Κ.4, στο εδώλιο ήταν οι κατηγορούμενοι 2,3 και 4) απάντησε όχι, και ότι αυτόν που συνέβαλε ο αδελφός τους τον είδε τόσο στο μέρος που αναβρέθηκε το μοτοποδήλατο όσο και στην αστυνομία και είναι ο Πέτρος Κυριακίδης. Ο Μ.Κ.6, στις 27.3.2007 ενώ βρισκόταν στην οικία των γονέων του στην οδό Αγίου Αθανασίου 5 και παρακολουθούσε τηλεόραση άκουσε θόρυβο στην αυλή του σπιτιού του. Όταν βγήκε έξω στην βεράντα είδε τέσσερα άτομα να οδηγούν μοτοποδήλατα και να απομακρύνονται από το σπίτι του. Πρόσεξε ότι ο ένας από αυτούς καθόταν πάνω στην μοτοσικλέτα του αδελφού του, η οποία βρισκόταν σταθμευμένη στην αυλή της οικίας του και την έσπρωχνε με τα πόδια του. Αμέσως φώναξε στα άτομα αυτά να σταματήσουν αλλά αυτοί είχαν ήδη απομακρυνθεί. Τότε πήρε το όχημα του πατέρα του και προσπάθησε να τους φτάσει, σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από σπίτι του είδε τα άτομα αυτά να είναι γύρω από την μοτοσικλέτα και να την περιεργάζονται. Όταν πήγε κοντά τους με το αυτοκίνητο και σταμάτησε αυτοί τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας το μοτοποδήλατο στο μέρος. Αμέσως καταδίωξε ένα από τα 4 άτομα και τον έπιασε 10 με 15 μέτρα πιο κάτω. Τον ρώτησε να του πει γιατί έκλεψε το μοτοποδήλατο του αδελφού του και αυτός του είπε ότι το μοτοποδήλατιο το έκλεψαν οι φίλοι του, επίσης του ανέφερε ότι ονομαζόταν Πέτρος. Ακολούθως τον πήρε στην Αστυνομία και ενημέρωσε τον αδελφό του. Ο Μ.Κ.6, αναγνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο ως το ένα από τα τέσσερα άτομα που ήταν έξω από το σπίτι του που είδε την πρώτη φορά και ένας από τους τέσσερεις που καταδίωξε μετά αλλά δεν ήταν το πρόσωπο που καβαλίκευε την μοτοσικλέτα. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.6 τα μοτοποδήλατα στο σύνολο τους, ήταν τρία εκ των οποίων το ένα, ήταν αυτό του αδελφού του, τα δύο από αυτά ήταν ξεκινημένα και απομακρύνονταν και αυτό του αδελφού του ήταν σβηστό και το έσπρωχνε ο Πέτρος με τα πόδια του και απομακρύνετο. Συμφώνησε στην αντεξέταση ότι όταν είπε το περιεργάζονταν εννοούσε ότι το έβλεπαν. Σχολιάζοντας μετά από σχετική ερώτηση αν ίσχυε αυτό που του ανάφερε ο Πέτρος ότι το μοτοποδήλατο το έκλεψαν οι φίλοι του απάντησε «αφού είδα τον άνθρωπο να πηγαίνει καβαλικεύοντας την μοτόρα και επίσης τον συνέλαβα επ΄ αυτοφώρω επίσης καβάλα στην μοτόρα». Ο κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε την σιωπή ως ήταν δικαίωμα του και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Η επιλογή του κατηγορούμενου να μην δώσει ένορκο κατάθεση και να μην καλέσει μάρτυρες είναι μέσα στα δικαιώματα του και το δικαστήριο δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάσει το γεγονός αυτό, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε θα αναμένετο από τον κατηγορούμενο να δώσει κάποια εξήγηση (βλ. Βρακάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 ΑΑΔ 139 και Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 ΑΑΔ 2000). Σε περιπτώσεις που ένας κατηγορούμενος παραλείψει να δώσει μαρτυρία ενόρκως ή να καλέσει μάρτυρα για την υπεράσπιση του, το Δικαστήριο εξετάζει αν η μαρτυρία τη Κατηγορούσας Αρχής είναι αξιόπιστη και αν είναι αξιόπιστη προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει την κατηγορία εφόσον αποτελεί νομική αρχή ότι το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή, με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 και Μ.Κ.5 παρέμεινε στο σύνολο της αναντίλεκτη αφού δεν υποβλήθηκαν σε καμία αντεξέταση από την υπεράσπιση, ενόψει τούτου, αλλά και της καλής εντύπωσης που οι μάρτυρες αυτοί δημιούργησαν στο δικαστήριο, η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. ΟΙ Μ.Κ.1 και 3 μου άφησαν καλή εντύπωση βρίσκω ότι οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου με ευθύτητα και απλότητα αναφορικά με τις δικές του ενέργειες και την δική τους ανάμιξη στην διερεύνηση της υπόθεσης. Δέχομαι την μαρτυρία τους. O M.K. 4, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και βρίσκω ότι στο δικαστήριο είπε την αλήθεια. Ήταν απλός, αυθόρμητος και ειλικρινής και με τέτοιο τρόπο εξιστόρησε στο δικαστήριο τα γεγονότα που γνώριζε και σχετίζονται με την υπόθεση. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.4 στο σύνολο της, ακόμη και το μέρος αυτής που αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, αφού αυτή επιβεβαιώνεται και από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, αυτής του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.6 επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του στα κύρια της σημεία δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Υπήρξε ο μάρτυρας αυτός ευθύς αυθόρμητος και ειλικρινής. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ευρήματα Δικαστηρίου: Συνεπεία της πιο πάνω αξιολόγησης βρίσκω και αποδέχομαι, ότι το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής KHY 191 μάρκας Honda Dio, είναι ιδιοκτησίας του Τάσου Στυλιανού (Μ.Κ.4), το οποίο από τις 26.3.2005 και ώρα 1500 βρισκόταν σταθμευμένο στην αυλή της οικίας του, που βρίσκεται στην οδό Αγίου Αθανασίου 5 στη Πάφο. Στις 27.3.2005 και περί ώρα 02:30, ενώ ο Σταύρος Στυλιανού (Μ.Κ.6) αδελφός του Τάσου Στυλιανού (Μ.Κ.4) βρισκόταν στην οικία του στην οδό Αγίου Αθανασίου 5 στη Πάφο, άκουσε θόρυβο στην αυλή του σπιτιού του και όταν βγήκε έξω στην βεράντα είδε τέσσερα άτομα να οδηγούν μοτοποδήλατα και να απομακρύνονται από το σπίτι του. Ο ένας από αυτούς καθόταν πάνω στην μοτοσικλέτα του αδελφού του, η οποία προηγουμένως βρισκόταν σταθμευμένη στην αυλή της οικίας του και την έσπρωχνε με τα πόδια του. Αμέσως φώναξε στα άτομα αυτά να σταματήσουν αλλά αυτοί είχαν ήδη απομακρυνθεί. Τότε πήρε το όχημα του πατέρα του και προσπάθησε να τους φτάσει, σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από το σπίτι του, έξω από την βιτρίνα του καταστήματος με την ονομασία «Στυλιανού», είδε τον ένα από αυτούς να κάθετε πάνω στην μοτοσικλέτα και τους υπόλοιπους να είναι κοντά, κολλημένοι, στην μοτοσικλέτα και να την περιεργάζονται. Όταν πήγε κοντά τους με το αυτοκίνητο και σταμάτησε αυτοί τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας το μοτοποδήλατο στο μέρος. Αμέσως καταδίωξε ένα από τα 4 άτομα και τον έπιασε σε απόσταση 10 με 15 μέτρα πιο κάτω. Τον ρώτησε να του πει γιατί έκλεψε το μοτοποδήλατο του αδελφού του και αυτός του είπε ότι το μοτοποδήλατιο το έκλεψαν οι φίλοι του, επίσης του ανέφερε ότι ονομαζόταν Πέτρος. Ακολούθως τον πήρε στην Αστυνομία και ενημέρωσε τον αδελφό του. Το πρόσωπο που καθόταν πάνω στην μοτοσικλέτα και την έσπρωχνε με τα πόδια του και το πρόσωπο που καθόταν πάνω σε αυτή όταν οι υπόλοιποι την περιεργάζονταν ήταν το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή ο Πέτρος που συνέλαβε ακολούθως, ο Σταύρος Στυλιανού (Μ.Κ.6). Ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν ο ένας από τέσσερα άτομα, που ήταν έξω από την οικία του M.K.6 και επίσης ένα από τα τέσσερα άτομα που καταδίωξε ο Μ.Κ.6 και είδε έξω από την βιτρίνα του καταστήματος με την ονομασία «Στυλιανού» να βρίσκεται κοντά στο μοτοποδήλατο και να το περιεργάζεται. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Π.Ε. 7018 και 7093 ημερ. 26.3.20002). Κάλεσε η κα Ξενοφώντος το Δικαστήριο στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισε η κατηγορούσα να καταδικάσει τον κατηγορούμενο, ως συνεργό στην διάπραξη του αδικήματος της κλοπής, όπου ενεργό ρόλο στην διάπραξη του, σύμφωνα με την κα Ξενοφώντος έπαιξε άλλο πρόσωπο. Υποστήριξε η κα Ξενοφώντος, ότι οι καταθέσεις των συγκατηγορούμενων του, κατηγορούμενων 3 και 4, είχαν παρουσιαστεί και κατατεθεί ως τεκμήρια στο στάδιο που αυτοί βρίσκονταν ενώπιον του δικαστηρίου και αντιμετώπιζαν την κατηγορία πριν την παραδοχή τους, ως μαρτυρία εναντίον τους και όχι ως μαρτυρία εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου, οπόταν δεν πρόκειται για μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, για να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Επικαλέστηκε την μαρτυρία του Μ.Κ.6 ως την ουσιαστική μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος είχε αναφέρει ότι, ο δεύτερος κατηγορούμενος αν και δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο έσπρωχνε την μοτοσικλέτα ήταν όμως το πρόσωπο που ήταν έξω από την οικία του και ακολούθως θεάθηκε σε απόσταση 200 μέτρων να περιεργάζεται την μοτοσικλέτα. Υπήρξε η θέση του κ. Φωτίου συνηγόρου του δεύτερου κατηγορούμενου, ότι η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε μαρτυρία αντιφατική, παρουσιάστηκε σωρεία εκδοχών, η οποία προέρχεται από τα Τεκμήρια 10 και 17, που είναι οι καταθέσεις των πρώην συγκατηγορούμενων του δεύτερου κατηγορούμενου και του Μ.Κ.
- Διαφώνησε ο κ. Φωτίου με την θέση της κ. Ξενοφώντος, η οποία κάλεσε το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη του τις καταθέσεις των συγκατηγορούμενων του δεύτερου κατηγορούμενου υποστηρίζοντας ότι οι καταθέσεις συγκατηγορούμενων κρίνονται υπό το φως της υπόθεσης Νίκος Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας Ποινική Εφεση 6579 ημερ. 26.1.
- Δεν αμφισβητήθηκε, και πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος προτού εντοπιστεί στα 200 μέτρα ήταν και αυτός μεταξύ των 4 προσώπων που βρίσκονταν στο μέρος, δηλώνει άγνοια όμως ότι το μοτοποδήλατο είχε κλαπεί. Υποστήριξε ο κ. Φωτίου ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του δικατηρίου, για να τεθεί σε εφαρμογή το άρθρο 20 του Κεφ. 154, συγκεκριμένα ανάφερε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για κοινή βούληση ούτε μαρτυρία για πράξη του δεύτερου κατηγορούμενου που προηγήθηκε της πράξης του Πέτρου ή ακολούθησε αυτή, δεν υπάρχει μαρτυρία για παράλειψη τέλεσης πράξης ή τέλεσης πράξης προς διευκόλυνση του Πέτρου, ούτε συμβουλή ή προαγωγή στον Πέτρο. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν αποδείχτηκε το αδίκημα της κλοπής. Είναι βασική αρχή ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορούμενου του (βλ. Νεάρχου ν. Αστυνομίας 1996 2 ΑΑΔ 438, Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209, και R. V. Gunnezwardene
(1951)35 (2 App.R.80)). Η πιο πάνω αρχή επαναλήφθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Γιώργος Ευριπίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 118/2007 ημερομηνίας 29.6.
- Στην πιο πάνω απόφαση αναφέρονται τα εξής: «Εισηγούνται οι συνήγοροι των εφεσειόντων πως η κατάθεση του συγκατηγορούμενου τους στην Αστυνομία δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον τους, χωρίς δε αυτή δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να τους ενοχοποιεί. Είναι ορθό πως η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην αστυνομία κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου. Είναι όμως αποδεκτή μαρτυρία η ένορκη κατάθεση κατηγορούμενου εναντίον συγκατηγορούμενου του, η οποία βεβαίως θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Οι καταθέσεις στην Αστυνομίας αναμένεται, όπως πάντοτε, να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση της εισαγγελικής αρχής εφόσον βέβαια παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με τη νενομισμένη διαδικασία». Σε ότι αφορά την κατάθεση του Αλέξανδρου Λεωνίδου (Τεκμήριο 17) αυτή περιέχει ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου, και υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να κριθεί ως αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του, δεδομένου ότι μετά την παραδοχή του, ο Λεωνίδου, δεν κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή να καταθέσει ως μάρτυρας εναντίον του συγκατηγορούμενου του. Η εισήγηση του κ. Φωτίου θεωρώ ότι θα κατέληγε στην αποδοχή της πιο πάνω κατάθεσης ως μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, η οποία θα αξιολογείτο υπό το φως ολόκληρης της δοθείσας από αυτή (την Κατηγορούσα Αρχή) μαρτυρία. Ενώ στην υπόθεση Νίκος Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας Ποινική Εφεση 6579 ημερ. 26.1.1999, την οποία επικαλέστηκε ο κ. Φωτίου, ο συγκατηγορούμενος του εφεσείοντα κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας, αφού πρώτα καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης σε σχέση με αυτόν. Διαφέρουν κατά την άποψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης Ευαγγέλου, καθότι στην υπόθεση αυτή δόθηκε ένορκη μαρτυρία από συγκατηγορούμενο, τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως συναυτουργός για το αδίκημα που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος, και έκρινε ότι θα μπορούσε να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς να είναι απαραίτητο να προειδοποιήσει τον εαυτό του ή να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση ουδείς από τους συγκατηγορούμενους δεν κατάθεσε ενόρκως ενώπιον του δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους για τους πιο πάνω λόγους που εξηγούνται δεν μπορούν να είμαι αποδεκτές ως μαρτυρία. Άλλωστε ενώπιον του δικαστηρίου υπάρχει ικανοποιητική και αξιόπιστη μαρτυρία στην βάση της οποία θα κρίνει η τυχόν ποινική ευθύνη του δεύτερου κατηγορούμενου. Ως αναφέρθηκε αρχικά η κατηγορία που αντιμετωπίζει (σε αυτό το στάδιο μόνο ο δεύτερος) ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι αυτή της κλοπής κατά παράβαση του Άρθρου 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 Στο σύγγραμμα Blackstones' Criminal Practice έκδοση 2002 σελ. 254 παρ. Β4.1 αναφέρεται για την κλοπή ότι: «A person is guilty of theft if he dishonestly appropriates property belonging to another with the intention of permanently depriving the other of it.» Σε μετάφραση: «Πρόσωπο είναι ένοχο κλοπής αν δολίως οικειοποιείται περιουσία που ανήκει σε άλλο με πρόθεση να τον αποστήσει μόνιμα από αυτή» Το άρθρο 20 του Κεφ. 154 Είναι φανερό ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος διώκεται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει ως εξής: Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείσχε στην διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα. (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για την διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον. (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη του αδικήματος. (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. ........... Συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αρχικά κατά πόσο έχει αποδεχτεί η κλοπή του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής KHY
- Ο κ. Φωτίου υποστήριξε, κατά την αγόρευση του, ότι δεν έχει αποδειχτεί το αδίκημα της κλοπής, γιατί δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι είχε στο μυαλό του ο Πέτρος όταν έπιασε το μοτοποδήλατο του αδελφού του Μ.Κ.6, ελλείπει σύμφωνα με τον κ. Φωτίου, συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής, ήτοι δεν αποδείχτηκε ότι ο σκοπός ήταν η αποστέρηση του μοτοποδηλάτου μόνιμα από τον ιδιοκτήτη του. Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει ως εξής: Οποίος κλέβει, χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό κατά τον χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: ........ Σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής KHY 191 μάρκας Honda Dio ήταν ιδιοκτησίας του Τάσου Στυλιανού (Μ.Κ.4), δηλαδή επρόκειτο για περιουσία η οποία άνηκε σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο αποσπάστηκε άνευ της συγκατάθεσης του, ήτοι δόλια, ενώ η πρόθεση αποστέρησης αυτού νόμιμα είναι εμφανής από την στιγμή που αυτό μεταφέρθηκε από τον Πέτρο εκτός της αυλής της οικίας του ιδιοκτήτη του, απομακρύνοντας το από αυτή. Ο δεύτερος κατηγορούμενος όπως προκύπτει από την γραμμή αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας καθώς και από το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, σε συνδυασμό με την τελική αγόρευση του δικηγόρου του, προβάλει την θέση ότι αν και ήταν παρών στο όλο περιστατικό, δεν είχε συμμετοχή και ανάμιξη στην κλοπή του μοτοποδηλάτου αφού δεν γνώριζε τις προθέσεις του Πέτρου. Ο δεύτερος κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 9) αναφέρει μεταξύ άλλων « ..Αποφασίσαμε να φύγουμε μαζί με τον Πέτρο, Αλέξη και Βασίλη. Εκείνη την ώρα μου τηλεφώνησε και η μητέρα μου. Ξεκινήσαμε και οι τέσσερεις με τα μοτοποδήλατα μας εγώ με τον Βασίλη και ο Πέτρος με τον Αλέξη για να πάρουμε τον Αλέξη στο σπίτι του που βρίσκεται κοντά στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». Πήγαμε αρχικά στο πάρκο κοντά στο περίπτερο του Χ¨Λούκα κοντά στην Τεχνική Σχολή, ελέγξαμε το πάρκο εκεί και δεν είχε κανένα και μετά φύγαμε και πήγαμε για το Β' Λύκειο Κύκκου. Όταν φτάσαμε σχεδόν έξω από το Λύκειο Κύκκου και πηγαίναμε σιγά - σιγά ο Πέτρος μας είπε «Πάμε να σας δείξω την μοτόρα που έπιασα» και εμείς του είπαμε «τι μοτόρα είναι;» και αυτός μας είπε «εν σαν την δική μου». Εγώ τον ρώτησα «μα που είναι;» αυτός μας είπε είναι στον δρόμο μας και ξεκινήσαμε και πριν τα φώτα που round about, στρίψαμε αριστερά και εισήλθαμε στον δρόμο που είναι παράλληλος του δρόμου του Νοσοκομείου, μόλις στρίψαμε αριστερά δίπλα από ένα κατάστημα που πουλά είδη υγιεινής σταματήσαμε και ο Πέτρος μας είπε «εν δαμέ». Πριν προλάβουμε να κατεβούμε κάτω ο Πέτρος κατέβηκε και πήγε κοντά στο μοτοποδήλατο και είδα ότι από απέναντι μας ερχόταν ένα αυτοκίνητο με μεγάλη ταχύτητα και είχε και τα φώτα του αναμένα και φρέναρε απότομα δίπλα μας. Αμέσως εγώ με τον Βασίλη φοβηθήκαμε και φύγαμε με το μοτοποδήλατο από το πεζοδρόμιο. Πήραμε τον κύριο δρόμο και ήρθαμε στο «Maroushia» και από εκεί πήγαμε στο σπίτι μου. Άφησα το μοτοποδήλατο μου στην αυλή και μπήκα στο σπίτι μου και ο Βασίλης πήγε περπατητός. Εγώ δεν κατέβηκα κάτω από το μοτοποδήλατο μου ούτε και ακούμπησα το άλλο μοτοποδήλατο καθόλου. Εγώ μετά που πήγα στο σπίτι μου δεν τηλεφώνησα σε κανένα. Η ώρα που πήγαμε στο μοτοποδήλατο που μας είπε ο Πέτρος ήταν γύρω στα 02:
- Εγώ δεν έκλεψα κανένα μοτοποδήλατο ούτε και είχα τέτοιο σκοπό. Εγώ δεν γνώριζα ότι ο Πέτρος έκλεψε το μοτοποδήλατο αυτό». Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261, λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H Zakakioti (Disco) Ltd ν. Kalavas & Associates Ltd κ.α
(1999)2 ΑΑΔ 523). Στο σύγγραμμα Blackstones' Criminal Practice 2000 σελ. 70 παρα. Α.5.2 αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, (α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddart C.J στην υπόθεση Johnson v. Youden
(1950)1 K.B. 455 στην σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στην διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of am offence, he must at least Know the essential matters which constitute that offence»). Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Camble
(1959)1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθεια είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και την γνώση των περιστάσεων..» («. aiding and abetting is a crime that requires proof of means rea, that is to say of intention t aid as well as of knowledge of the circumstances»)» Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού, έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται στην Αγγλική νομολογία και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης.» Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω όσον αφορά τον συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια, όπως καθορίζει η νομολογία. Με βάση τα όσα στην κατάθεση του αναφέρει ο δεύτερος κατηγορούμενος, καταρχάς είναι πρόδηλο ότι αρχικά ο σκοπός του δεύτερου κατηγορούμενου και των 3 άλλων προσώπων που τον συνόδευαν εκείνο το βράδυ ήταν να μεταβούν σε διαφορετικό μέρος από αυτό το οποίο τελικά κατέληξαν, δηλαδή έξω από την οικία του Μ.Κ.6. Το γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο όλοι μαζί μετάβηκαν σε διαφορετικό σημείο, στην οικία του Μ.Κ.6 μετά από παρότρυνση του Πέτρου, δεν αποδεικνύει από μόνο του, το γεγονός αυτό, και την ύπαρξη κοινού σκοπού και γνώσης των περιστάσεων από τον δεύτερο κατηγορούμενο, δηλαδή των προθέσεων αλλά και των πράξεων του Πέτρου που ακολούθησαν. Ούτε υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία, για θετική ενθάρρυνση του Πέτρου από τον δεύτερο κατηγορούμενο. Η συνέχιση της παρουσίας του δεύτερου κατηγορούμενου στο μέρος δεν δείχνει από μόνη της συνεργασία με τον Πέτρο, και δεν καθιστά η παρουσία του στο μέρος αναμφίβολη την παροχή ενθάρρυνσης στον Πέτρο κατά την διάπραξη του αδικήματος. Κάτω από το φως των όσων προανέφερα καταλήγω πως δεν αποδείχτηκε η αναγκαία ένοχη διάνοια (means rea) εκ μέρους του δεύτερου κατηγορούμενου δηλαδή πρόθεση προσφοράς βοήθειας και γνώση των περιστάσεων, και κατ΄ακολουθία διάπραξη του αδικήματος. Συνεπακόλουθα ο δεύτερος κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία. (Υπ.)........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο