← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Γεωργίου Κούππα, Αρ. Υπόθεσης 12558/06, 26.3.08

Αστυνομία Πάφου ν. Γεωργίου Κούππα, Αρ. Υπόθεσης 12558/06, 26.3.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B19 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 12558/06 Αστυνομία Πάφου - ν - Γεωργίου Κούππα, από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 26.3.08 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κωνσταντίνου (για να ακούσει την ποινή κ.Μιτίδης) Κατηγορούμενος: παρών ........................ Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα βρέθηκε ένοχος επί το ότι κατά την 10.12.04 ενώ οδηγούσε το όχημα του επί του κύριου δρόμου Πόλης Χρυσοχούς - Πάφου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως επέφερε τον θάνατο στην Μαρούλα Φυλακτού τέως από την Μηλιού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής ανέφερε, ότι σημαντικό παράγοντα για την επιμέτρηση της ποινής θα πρέπει να διαδραματίσουν τα ακόλουθα: η υφή της αμέλειας του Κατηγορουμένου, η οποία δεν ανάγεται σε σοβαρή αδιαφορία, η συντρέχουσα, όπως την χαρακτήρισε, αμέλεια του θύματος, η οποία καθόταν επί του τρακτέρ σε μη ασφαλή και επικίνδυνη θέση, η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης και, τέλος, ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αναφέρθηκε, επίσης, στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος είναι ένας ευυπόληπτος πολίτης, ηλικίας 56 ετών, παντρεμένος με δύο παιδιά. Το μεγαλύτερό του παιδί, η θυγατέρα του, είναι φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής στην Κρήτη και ο υιός του υπηρετεί ως φαντάρος στην Εθνική Φρουρά. Είναι οδηγός για περισσότερα από 35 χρόνια, είναι λευκού ποινικού μητρώου και ουδέποτε απασχόλησε τα Δικαστήρια. Το δυστύχημα προκάλεσε στον Κατηγορούμενο θλίψη, άγχος και αγωνία. Συνεπεία των πιο πάνω παρακολουθείται από τις αρχές του 2007 από τον ψυχίατρο Λούη Καριόλου των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας στα εξωτερικά ιατρεία του Αγίου Δομετίου στην Λευκωσία. Παρακολουθείται μέχρι και σήμερα. Προς απόδειξη των πιο πάνω ισχυρισμών παρουσιάσθηκαν εκ μέρους του Κατηγορούμενου δύο ιατρικές γνωματεύσεις με ημερομηνίες 22.3.07 και 17.1.08, οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια (Τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα). Σύμφωνα με αυτές ο Κατηγορούμενος υπέστη καταθλιπτική διαταραχή απότοκο μετατραυματικού ψυχικού τραύματος. Παρόλο που λαμβάνει αδιαλείπτως φαρμακευτική αγωγή, εντούτοις, δεν υπάρχει σημαντική βελτίωση στην υγεία του. Είναι, όμως, σε θέση να εργάζεται και να αυτοεξυπηρετείται. Τα πιο πάνω δεν συνηγορούν, σύμφωνα με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, με την επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Αλλά ακόμα και σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής φυλάκισης η περίπτωση είναι κατάλληλη για να ασκήσει το Δικαστήριο την διακριτική του ευχέρεια για την αναστολή της. Ο Κατηγορούμενος είναι, επίσης, μόνιμος κάτοικος Πάφου και ιδιοκτήτης πρατηρίου βενζίνης, το οποίο βρίσκεται στην Πόλη Χρυσοχούς. Ξεκινάει κάθε πρωί από την Πάφο για να μεταβεί στον χώρο εργασίας του και επιστρέφει το βράδυ. Το δρομολόγιο αυτό το κάνει καθημερινά για σειρά ετών. Ένεκα του ότι δεν υπάρχει δημόσια οδική συγκοινωνία από την Πάφο προς την Πόλη Χρυσοχούς η άδεια οδήγησης τού είναι απαραίτητη. Επίσης, κανένας άλλος δεν μπορεί να τον μεταφέρει στον χώρο της εργασίας του. Η σύζυγός του πάσχει από πολυαρθρίτιδα άκρων χειρών, ποδών και γονάτων. Λόγω της πιο πάνω κατάστασης παρουσιάζει μειωμένη λειτουργικότητα αρθρώσεων και αδυνατεί να εργασθεί. Προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτών παρουσιάσθηκε από την Υπεράσπιση ιατρική βεβαίωση της ρευματολόγου, Αγγελικής Ντρε - Μυριάνθους, ημερομηνίας 5.2.08, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο (Τεκμήριο 14). Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε, ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποστερήσει από τον Κατηγορούμενο την άδεια οδήγησης του. Η άδεια οδήγησης τού είναι, επίσης, απαραίτητη για να μεταφέρει, στα πλαίσια της εργασίας του, πετρέλαιο με βυτιοφόρο σε διάφορες κοινότητες της περιοχής και ιδιωτικές επιχειρήσεις καθώς επίσης και για να μεταφέρει τον υιό του στον Πύργο Τηλλυρίας, όπου υπηρετεί. Έχει νομολογηθεί, ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή» Το αδίκημα που δημιουργεί το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι, αναμφίβολα, σοβαρό. Σημειώνεται, ότι η προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή είναι ποινή φυλάκισης μέχρι τέσσερα χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.2.500,00 σεντ (ισοδύναμο σε Ευρώ 4.271,50). Η σοβαρότητά του φαίνεται και από τις συνέπειες που προκύπτουν από την διάπραξή του, που δεν είναι άλλες από την απώλεια ανθρώπινων ζωών. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέγιστη περίοδος φυλάκισης που μπορεί να επιβληθεί, αυτή, δηλαδή, των τεσσάρων χρόνων αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια με τον τροποποιητικό Νόμο 181(Ι)/00. Πριν την εν λόγω τροποποίηση η μέγιστη ποινή φυλάκισης ήταν δύο χρόνια. Η τροποποίηση αυτή είναι ενδεικτική της σοβαρότητας που προσδίδει ο νομοθέτης στο αδίκημα, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή. Τούτο δεν είναι καθόλου τυχαίο αν αναλογισθεί κανείς ότι η παραβίαση του Νόμου και των Κανονισμών, που διέπουν την τροχαία κίνηση, και οι οποίοι στοχεύουν στην ασφαλή χρήση των δρόμων, τόσο από τους οδηγούς όσο και από τους πεζούς, σε συνδυασμό με την πυκνότητα της τροχαίας κίνησης, έχουν καταστήσει τα τροχαία δυστυχήματα ένα συχνό και ατυχές φαινόμενο με επιπτώσεις, άλλοτε την πρόκληση ζημίας, άλλοτε την πρόκληση σωματικών βλαβών και άλλοτε, ακόμα, την πρόκληση του ίδιου του θανάτου. Καθώς εύστοχα έχει επισημανθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα οδικά δυστυχήματα αποτελούν χαίνουσα πληγή στον τόπο μας, στοιχίζουν σε χρήμα και ζωές και έχουν καταντήσει μάστιγα. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημία είναι τεράστιες. Τα Δικαστήρια δεν μπορούν να αδιαφορούν μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως κύριο λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας. Κατά την επιμέτρηση της ποινής το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου ως επίσης το γεγονός ότι το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει χρήμα και ζωές (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331). Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή, με την συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στην διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση, βέβαια, με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψη (Βλ. Παμπακάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487). Τα πιο πάνω αντανακλούν την Αγγλική προσέγγιση στο θέμα. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Boswell
(1984)3 All E R 353, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, αποφασίστηκε, ότι τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής σε παρόμοιες υποθέσεις σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με την υφή της αμέλειας που προκάλεσε τον θάνατο. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορούμενου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Στην Αγγλική υπόθεση R v. John Kenneth Guilfoyle 57 Cr. App. Rep. 549 το Αγγλικό Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια για την επιβολή ποινής στις υποθέσεις θανατηφόρων ατυχημάτων, οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο αρχικά στην υπόθεση The Attorney-General of the Republic v. Alkis I. Iacovides
(1973)2 CLR 344. Στις περιπτώσεις που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας θα πρέπει να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού (Βλ., επίσης, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωκράτη Μιχαλάκη Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άννας Μαρκίδου Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι, αναμφίβολα, απερίσκεπτη οδήγηση, η οποία απολήγει σε θάνατο, είναι αφ' εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν, όμως, πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου. Θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, ότι βαρύνουσας σημασίας για την επιμέτρηση της ποινής θα πρέπει να αποτελέσει το γεγονός ότι η οδήγηση του Κατηγορούμενου, αν και δεδομένα επικίνδυνη ή απερίσκεπτη, δεν αποκάλυπτε εγωισμό και δεν ήταν οδήγηση με την μορφή της σοβαρής ή της συνεχούς και εκτεταμένης αδιαφορίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν υπήρχε μια υφιστάμενη και συνεχής κατάσταση πραγμάτων, όπως επηρεασμός από ποτό (Βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115) ή η συνειδητοποίηση του κινδύνου και η εμμονή σε μία εκ της φύσης της επικίνδυνη συμπεριφορά (Βλ. Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73) που να απολήγει σε αδιαφορία ως προς τους άλλους. Αναμφίβολα, ο Κατηγορούμενος οδηγώντας χωρίς να έχει αναμμένα τα ψηλά του φώτα παραγνώριζε τους κινδύνους που εγκυμονούσε η οδήγησή του και ως τέτοια η οδήγησή του εμπεριείχε κάποιο στοιχείο αδιαφορίας. Ακόμα και αν η συμπεριφορά του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στιγμιαία αβλεψία, πάντως, δεν εμπίπτει στην χαρακτηριστική περίπτωση συνειδητής αδιαφορίας ή συνειδητής παραγνώρισης κινδύνου ή εγωιστικής συμπεριφοράς. Το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου συνεπεία επικίνδυνης οδήγησης είναι αρκούντως σοβαρό εν' όψει των συνεπειών του, που είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής. Η σοβαρότητα των συνεπειών του είναι αυτή που δικαιολογεί και την επιβολή ποινής φυλάκισης. Από την άλλη, όμως, δεν μπορεί να παραγνωρίζεται σε κάθε περίπτωση ο βαθμός και η υφή της αμέλειας ή της ευθύνης του κατηγορουμένου στην πρόκληση του θανάτου. Χωρίς να μειώνεται η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε πρέπουσες περιπτώσεις πρόκλησης θανάτου συνεπεία επικίνδυνης οδήγησης, στην προκείμενη περίπτωση η σημασία του στοιχείου της αποτροπής θα πρέπει να μειωθεί ανάλογα της φύσης και της έκτασης της οδήγησης του Κατηγορούμενου, η οποία και θα πρέπει να έχει αντίκρισμα στην επιβληθεισόμενη ποινή. Το επόμενο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι αν αντίκρισμα στην επιβληθεισόμενη ποινή θα πρέπει να έχει και η συμπεριφορά που επέδειξε το θύμα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όπως είδαμε, το θύμα καθόταν στο πισινό αριστερό φτερό. Με την σύγκρουση έπεσε στην άσφαλτο, σε αντίθεση με την οδηγό του τρακτέρ, η οποία παρέμεινε στην θέση της μέχρι και την ακινητοποίηση του. Ως αποτέλεσμα το θύμα υπέστη πολλαπλές κακώσεις, οι οποίες επέφεραν, τελικά, τον θάνατό της. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, η θέση στην οποία καθόταν το θύμα επί του τρακτέρ αποτελεί ελαφρυντικό για τον Κατηγορούμενο παράγοντα και ως τέτοιος θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην Αγγλική απόφαση Jones v. Livox Quarries Ltd
(1952)2 QB 608 ο ενάγοντας κατά παράβαση των οδηγιών των εργοδοτών του και χωρίς να το γνωρίζει ο οδηγός σκαρφάλωσε στο πίσω μέρος οχήματος καθόσον αυτό οδηγείτο και μεταφερόταν με το σώμα του να είναι εκτεθειμένο μέσα στον δρόμο. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής ο οδηγός του οχήματος σταμάτησε αιφνιδίως για να αλλάξει ταχύτητα, οπότε και δέχθηκε κτύπημα στο πίσω μέρος από άλλο όχημα που ακολουθούσε. Ως αποτέλεσμα ο ενάγοντας τραυματίσθηκε. Το Ανώτατο Εφετείο της Αγγλίας αποφάσισε, ότι ο ενάγοντας ήταν ένοχος συντρέχουσας αμέλειας καθότι έθεσε τον εαυτό του σε επικίνδυνη θέση επί του οχήματος και με τον τρόπο αυτό συνέβαλε στην ζημία του. Το ποσοστό της ευθύνης του καθορίσθηκε σε 20% και οι αποζημιώσεις που επιδικάσθηκαν υπέρ του μειώθηκαν ανάλογα. Σύμφωνα με τον Λόρδο Singleton L.J ο κύριος κίνδυνος που διέτρεχε ήταν να πέσει κάτω από το τρακτέρ ή να μπλεχτεί μέσα σε κάποιο μέρος της μηχανής επί της οποίας μεταφερόταν. Οι κίνδυνοι, όμως, αυτοί δεν ήταν οι μόνοι στους οποίους εξέθεσε τον εαυτό του. Σύμφωνα με την απόφαση ο ενάγοντας: «Έθεσε τον εαυτό του σε μια επικίνδυνη θέση η οποία τον εξέθεσε στον συγκεκριμένο κίνδυνο που τελικά ήρθε και τον βρήκε. Δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Το γεγονός ότι έλαβε την θέση εκείνη σήμαινε, ότι εξέθετε τον εαυτό του ή κάποιο μέρος του σώματός του σε ακόμη ένα κίνδυνο, τον κίνδυνο κάποιος οδηγός να ακολουθεί ο οποίος να μην μπορεί να σταματήσει έγκαιρα - ο οδηγός αυτός σίγουρα θα είχε ευθύνη . Δεν είναι τόσο το ερώτημα αν η συμπεριφορά του ενάγοντα ήταν η αιτία του δυστυχήματος, όσο αν συνέβαλε στο δυστύχημα . Αν παράλογα ή λανθασμένα εξέθεσε τον εαυτό του στον συγκεκριμένο κίνδυνο δεν νομίζω, ότι του επιτρέπεται να λέει, ότι δεν ήταν μια αιτία που προκάλεσε την ζημία του, παρόλο που θα μπορούσε να λεχθεί, ότι η απαγόρευση από τους εργοδότες του δεν τέθηκε με τον συγκεκριμένο αυτό κίνδυνο στο μυαλό . Είμαι της γνώμης, ότι η πραγματική αιτία ήταν η αμέλεια του οδηγού του οχήματος που ακολουθούσε . Συμφωνώ . ότι η ευθύνη του ενάγοντα ήταν πολύ μικρότερη από αυτή του οδηγού. Όμως, όταν κάποιος πρέπει να αποφασίσει το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας δεν νομίζω, ότι μπορεί να λεχθεί, ότι ο δικαστής έσφαλε που ηύρε, ότι ο ενάγοντας που εσκεμμένα έθεσε τον εαυτό του στον κίνδυνο αυτό είχε ευθύνη σε κάποιο βαθμό για αυτό που συνέβη .». Στην ίδια υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Αν κάποιος απρόσεκτα ανέβει επί οχήματος σε επικίνδυνη θέση και ακολούθως επισυμβεί σύγκρουση στην οποία οι σωματικές βλάβες ένεκα της θέσης του (επί του οχήματος) είναι μεγαλύτερες από ότι θα ήταν (αν δεν βρισκόταν στην συγκεκριμένη θέση) τότε η ζημία του είναι μερικώς το αποτέλεσμα του δικού του λάθους και οι αποζημιώσεις που θα ανακτηθούν θα μειωθούν ανάλογα». Στην πιο πάνω υπόθεση έγινε αναφορά και υιοθετήθηκε η παλαιότερη υπόθεση Davies v. Swan Motor Co. (Swansea) Ltd
(1949)2 KB 291. Στην υπόθεση αυτή ενάγουσα ήταν η σύζυγος του αποβιώσαντα, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο στεκόταν πάνω στα σκαλάκια που βρίσκονταν στο πλευρό ενός φορτηγού - σε επικίνδυνη, δηλαδή, θέση - το οποίο οδηγείτο κατά μήκος ενός στενού δρόμου, όταν την ίδια στιγμή λεωφορείο προσπάθησε να περάσει δίπλα από το φορτηγό με αποτέλεσμα τον θάνατο του θύματος. Το Ανώτατο Εφετείο της Αγγλίας αποφάσισε, ότι ο αποβιώσας ήταν ένοχος συντρέχουσας αμέλειας κατά ποσοστό 20%. Κρίθηκε, πως η ζημία του οφειλόταν μερικώς και στην δική του συμπεριφορά, αφού με το να σταθεί ή να βρεθεί στο πλευρό του φορτηγού παρέλειψε να ασκήσει την δέουσα φροντίδα για την προστασία του εαυτού του. Στην υπό εξέταση περίπτωση το θύμα, αναμφίβολα, καθόταν σε επικίνδυνη θέση επί του τρακτέρ. Καθόταν σε μη ασφαλές κάθισμα και σε μέρος, το οποίο δεν προορίζεται για μεταφορά επιβάτη. Εξ αιτίας της επικινδυνότητας της θέσης στην οποία καθόταν το θύμα με την σύγκρουση έπεσε αμέσως από το τρακτέρ σε αντίθεση με την οδηγό του, η οποία, όντας καθήμενη σε ασφαλή θέση, παρέμεινε στην θέση της. Το θύμα διέτρεχε τον κίνδυνο ανά πάσα στιγμή να πέσει κάτω από το τρακτέρ. Είτε στην περίπτωση που το τρακτέρ θα έκανε κάποιο ελιγμό στην πορεία της διαδρομής του, είτε στην περίπτωση που η οδηγός του θα εφάρμοζε απότομα τα φρένα στην προσπάθειά της να αποφύγει ξαφνικό κίνδυνο. Όπως και στην Αγγλική υπόθεση Jones v. Livox Quarries Ltd αναφέρθηκε, αυτοί δεν ήταν οι μόνοι κίνδυνοι στους οποίους εξέθεσε τον εαυτό της. Καθήμενη στο πισινό αριστερό φτερό του τρακτέρ και μεταφερόμενη με τον τρόπο αυτό το θύμα εξέθεσε τον εαυτό της σε διάφορους κινδύνους, ένας εκ των οποίων ήταν, αναμφίβολα, και η πτώση από το τρακτέρ συνεπεία σύγκρουσης με όχημα που ακολουθούσε και που δεν μπορούσε να σταματήσει έγκαιρα, όπως το όχημα του Κατηγορούμενου. Υπό το φως της πιο πάνω Νομολογίας ο θάνατος υπό τις πιο πάνω περιστάσεις οφείλεται μερικώς και σε σφάλμα του ίδιου του θύματος. Ο Κατηγορούμενος δεν φέρει, επομένως, αποκλειστική ευθύνη για το αποτέλεσμα. Ως ελαφρυντικό παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αναφέρθηκε, επίσης, στην παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη του αδικήματος. Συγκεκριμένα, τρία χρόνια και τρεις μήνες. Στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 121 αναγνωρίσθηκε, ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα όταν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης. Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωκράτη Μιχαλάκη Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Η Νομολογία, όμως, υπέδειξε, ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο ίδιος ο κατηγορούμενος, τότε ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 273). Η υπόθεση ήταν ορισμένη για απάντηση στις 20.10.
  1. Την ημέρα εκείνη ο Κατηγορούμενος απάντησε με μη παραδοχή και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 12.1.
  2. Στις 12.1.07 η Υπεράσπιση υπέβαλε αίτημα για αναβολή για τον λόγο ότι δεν είχε ζητήσει από την Αστυνομία το μαρτυρικό υλικό. Το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση και επαναόρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 26.3.
  3. Την ημέρα εκείνη υπεβλήθη δεύτερο αίτημα αναβολής από την Υπεράσπιση. Την φορά αυτή ο λόγος ήταν η απουσία του δικηγόρου του Κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο εγκρίνοντας το αίτημα επαναόρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 30.4.
  4. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 30.4.07 και ολοκληρώθηκε μετά πάροδο 7,5 μηνών, ήτοι στις 12.12.
  5. Μέσα σε αυτό το διάστημα η υπόθεση αναβλήθηκε τρεις φορές λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα στις 25.6.07, στις 29.6.07 και στις 30.8.07 και μια φορά, ήτοι στις 27.8.07, υπαιτιότητι της Κατηγορούσας Αρχής, αφού ο ΜΚ 6 δεν ήταν παρών την ημέρα εκείνη. Ο Κατηγορούμενος δε ήταν παρών σε κάθε δικάσιμο και ουδέποτε απουσίασε. Η υπόθεση ολοκληρώθηκε σε 24 δικασίμους συμπεριλαμβανομένων και αυτών κατά τις οποίες δεν ακούστηκε μαρτυρία. Εν' όψει του μεγάλου αυτού αριθμού ο αριθμός των αναβολών λόγω κωλύματος του Δικαστηρίου δεν ήταν τέτοιος ώστε να μπορούσε να λεχθεί, ότι το Δικαστήριο συνέτεινε ουσιωδώς στην καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης. Σημειώνεται, ότι στις 29.6.07 η υπόθεση ορίσθηκε για συνέχιση σε δέκα μόνο μέρες, ήτοι στις 9.7.07, ενώ στις 30.8.07 ορίσθηκε για συνέχιση σε 14 μόνο μέρες, ήτοι στις 13.9.07, αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις δηλώσεις του ΜΚ 6 αναφορικά με την αδυναμία του να παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ενωρίτερα . Στον χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία του δυστυχήματος μέχρι σήμερα, που θα επιβληθεί η ποινή, αναμφίβολα συνέβαλε η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης. Ενώ το αδίκημα διαπράχτηκε στις 10.12.04, η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 18.8.06, δηλαδή, 20 και πλέον μήνες μετά. Η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προβληθείσα εξήγηση για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης δεν κρίνεται ικανοποιητική. Η καθυστέρηση που σημειώθηκε στην καταχώρηση της υπόθεσης κρίνεται ως αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Αποτελεί πάγια θέση της Νομολογίας, ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 625). Δεν μπορώ, όμως, να αγνοήσω, ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας υπεβλήθηκαν δύο αιτήματα από την Υπεράσπιση, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα η υπόθεση να ξεκινήσει με καθυστέρηση 4 μηνών, αφού, αυτή αντί να ξεκινήσει στις 12.1.07, που είχε, αρχικά ορισθεί, ξεκίνησε στις 30.4.07. Δεν μπορώ, επίσης, να αγνοήσω, το μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκησε - αποτέλεσμα μιας ογκώδους μαρτυρίας - το οποίο συνέβαλε ουσιωδώς στο γεγονός να επιβάλλεται ποινή σήμερα, ήτοι 3 χρόνια και πλέον μετά το δυστύχημα, και, το κυριότερο, ότι ο χρόνος αυτός προέκυψε από την στάση του ιδίου του Κατηγορούμενου, ο οποίος αρνήθηκε ενοχή. Κατά συνέπεια θεωρώ, σε αντίθεση με την θέση της Υπεράσπισης, πως ο χρόνος που διέρρευσε από τις 20.10.06 μέχρι σήμερα δεν πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Νίκος Χ΄΄ Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453 ο εφεσείοντας οδηγώντας αυτοκίνητο στον κύριο δρόμο και επιχειρώντας να στρίψει δεξιά σε πάροδο ανέκοψε την πορεία μοτοποδηλάτου το οποίο οδηγούσε πρόσωπο 16 ετών. Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου πέθανε συνεπεία της σύγκρουσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλήγοντας, ότι η οδήγηση του εφεσείοντα δεν ήταν περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας, αλλά εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας επέβαλε στον εφεσείοντα δίμηνη ποινή φυλάκισης μαζί με δώδεκα μήνες στέρηση του δικαιώματος απόκτησης ή κατοχής άδειας οδήγησης και 5 βαθμούς ποινής. Η έφεση, που ακολούθησε, επικεντρώθηκε μόνο στην ποινή φυλάκισης. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε, ότι η οδική συμπεριφορά του εφεσείοντα δεν ισοδυναμούσε υπό τις περιστάσεις με σοβαρή αμέλεια υπό την έννοια της συνειδητής παραγνώρισης κινδύνου και αποφάσισε, ότι το ατύχημα ήταν το αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας απροσεξίας. Το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το ότι, μεταξύ άλλων, το θύμα δεν έφερε προστατευτικό κράνος κατά την στιγμή του δυστυχήματος και ο θάνατος προήλθε από σοβαρά κατάγματα του κρανίου, το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και την έμπρακτη μεταμέλειά του με την παραδοχή του, την οποία το Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ανακοίνωση της ποινής με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση και ο εφεσείοντας να υποστεί όλο το άγχος και την αγωνία της ακρόασης καθώς και την αναμονή της ποινής, παραμέρισε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης και την αντικατέστησε με χρηματική ποινή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άννας Μαρκίδου Νεοκλέους, που πιο πάνω αναφέρεται, κρίθηκε, ότι η οδήγηση της εφεσίβλητης, αν και απερίσκεπτη, δεν απεκάλυπτε συνεχή και εκτεταμένη απερισκεψία υπό την μορφή της αδιαφορίας. Εν' όψει της πιο πάνω διαπίστωσης και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών καθώς και του λευκού ποινικού μητρώου της εφεσίβλητης, το Εφετείο αποφάσισε ότι η επιβολή ποινής προστίμου αντί φυλάκισης δεν ήταν λανθασμένη. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, έλαβα, επίσης, υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και την εικόνα του νομοταγούς πολίτη που παρουσιάζει. Αναφορικά με το λευκό ποινικό μητρώο θα πρέπει να λεχθεί, ότι όπως στην Αγγλία έτσι και στην Κύπρο ένας κατηγορούμενος, ο οποίος έχει λευκό ποινικό μητρώο, δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 και Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 132). Οι Βρετανοί ερευνητές Flood-Page και Mackie στο σύγγραμμά τους Sentencing Practice: An Examination of Decisions in Magistrates' Courts and the Crown Court in the Mid 1990's, Home Office Research Study, 180, London, Her Majesty's Stationery Office αναφέρουν, ότι ένα καθαρό ποινικό μητρώο είναι αναμφίβολα ένας πολύ σημαντικός ελαφρυντικός παράγοντας στην επιλογή και την επιμέτρηση της ποινής τόσο στα Κακουργιοδικεία όσο και τα ειρηνοδικεία. Ακόμα το γεγονός, ότι συνεπεία του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος έπαθε κατάθλιψη και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παρακολουθείται από ψυχίατρο. Η πιο πάνω κατάσταση καταδεικνύει μιαν ευαισθησία για το τραγικό συμβάν εκ μέρους του Κατηγορούμενου. Ο παράγοντας αυτός λαμβάνεται υπόψη και σε συνδυασμό με τα πιο πάνω παρέχει το αναγκαίο έρεισμα ώστε η σημασία του να αντανακλάται δεόντως στην ποινή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ, ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η χρηματική ποινή. Στην υπόθεση Νίκος Χ΄΄ Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453, στην οποία αναφορά έγινε πιο πάνω, το Εφετείο αντικαθιστώντας την ποινή φυλάκισης με χρηματική ποινή επέβαλε στον εφεσείοντα πρόστιμο Λ.Κ.1.000. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άννας Μαρκίδου Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, στην οποία, επίσης, αναφορά γίνεται πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στην εφεσίβλητη για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, πρόστιμο Λ.Κ.250, στέρηση του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο 6 μηνών και επιπλέον δέσμευση με εγγύηση για δύο χρόνια. Το θανατηφόρο δυστύχημα προκλήθηκε όταν η εφεσίβλητη απέκοψε την πορεία μοτοσικλέτας όταν εισήλθε με το αυτοκίνητό της από πάροδο σε κύριο δρόμο. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην έφεση, που καταχωρήθηκε για την ποινή, σχολιάζοντας την έκταση της ανέφερε, ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούσαν ένα πολύ ψηλότερο πρόστιμο και μια πολύ πιο εκτεταμένης διάρκειας στέρηση του δικαιώματος κατοχής αδείας. Αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου να επιβάλει επιπρόσθετα με οποιαδήποτε χρηματική ποινή και ποινή στερητική της άδειας οδηγού είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής. Πρέπει δε να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Για να διαπιστώσει αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική της διάρκεια το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν την σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη (Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300 και Nicosiα Police v. Djemal Ahmad 3 RSCC 50). Η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Βλ. Αντωνίου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 299). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Louroutziatis v. Republic
(1983)2 CLR 125 με την στέρηση της άδειας οδηγού υπενθυμίζεται, ότι η οδήγηση δεν είναι δικαίωμα σύμφυτο, αλλά δικαίωμα, η άσκηση του οποίου υπόκειται στον όρο, ο οποίος είναι σύμφυτος στην άδεια οδήγησης, όπως ο οδηγός που κατέχει την άδεια συμμορφώνεται με τους κανόνες της τροχαίας και τα δικαιώματα των άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο και το οποίο, κατ' επέκταση, σε περίπτωση κατάχρησης του δύναται να αποστερηθεί. Έλαβα υπόψη μου τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου όπως και τα όσα αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του σε σχέση με την εργασία του και την αναγκαιότητα της κατοχής άδειας οδήγησης. Η σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και τα επακόλουθα της καθιστούν στις πλείστες των περιπτώσεων την αποστέρηση της άδειας οδήγησης επιβεβλημένη. Στην παρούσα, όμως, περίπτωση η αποστέρηση της άδειας οδήγησης θα ήταν κατά την γνώμη μου ένα ιδιαίτερα επαχθές τιμωρητικό μέτρο για τον Κατηγορούμενο, αν όχι και άδικο. Καθότι τυχόν στέρηση του δικαιώματος αυτού θα επηρέαζε δυσμενώς τόσο τον ίδιο όσο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, αφού θα του στερούσε την δυνατότητα να μεταβαίνει στην εργασία του και, κατ΄ επέκταση, την δυνατότητα να κερδίζει το ψωμί του. Και αυτό γιατί, όπως από τον ευπαίδευτό του συνήγορο αναφέρθηκε, δεν υπάρχει δημόσια συγκοινωνία από την Πάφο προς την Πόλη Χρυσοχούς. Επίσης, κανείς άλλος δεν μπορεί να μεταφέρει τον Κατηγορούμενο στον χώρο εργασίας του. Η σύζυγός του ένεκα των προβλημάτων υγείας από τα οποία υποφέρει δεν δύναται να οδηγεί. Τα παιδιά του, επίσης, αδυνατούν να βοηθήσουν τον Κατηγορούμενο στον τομέα αυτό, αφού η μεν θυγατέρα του βρίσκεται στο εξωτερικό για σπουδές, ο δε υιός του είναι φαντάρος. Η παρούσα περίπτωση δεν προσομοιάζει με εκείνες που η στέρηση της άδειας από το Δικαστήριο αναγκάζει τον κατηγορούμενο να υποστεί κάποιας μορφής δυσχέρεια με το να καταφύγει σε υπαλλακτικές λύσεις για να μπορεί να μεταβαίνει στον χώρο εργασίας του ή του περιορίζει τις δυνατότητες να κερδίζει εισόδημα ίδιο με πριν. Στην υπό εξέταση περίπτωση τυχόν στέρηση της άδειας οδήγησης θα έχει ως αποτέλεσμα την παντελή αποστέρηση της δυνατότητας του Κατηγορούμενου για εργασία. Στην υπόθεση Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στέρησε την άδεια σε συγκατηγορούμενο, ο οποίος ήταν μουσικός και η άδεια οδήγησης του ήταν απαραίτητη για να μεταφέρει και να εγκαθιστά τα μηχανήματα του σε διάφορα ξενοδοχεία στα οποία εργαζόταν ως μουσικός. Στην υπόθεση Andreas Miltiadous ν. The Police
(1970)2 CLR 81 το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε διάταγμα στέρησης άδειας οδήγησης στον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν γεωργός και χρειαζόταν την άδεια για να χρησιμοποιεί το τρακτέρ του στις γεωργικές του εργασίες. Ομοίως, στην υπόθεση Panayiotis Mirachis v. Police
(1965)2 CLR 28 το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε διάταγμα στέρησης άδειας σε μηχανικό γκαράζ στον οποίο η άδεια οδήγησης ήταν απαραίτητη για να διεξαγάγει την επιχείρηση του. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω, πως, υπό τις περιστάσεις, η στέρηση της άδειας οδηγού του Κατηγορουμένου δεν θα ήταν δίκαιο τιμωρητικό μέτρο. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή προστίμου Ευρώ 3.500,00 σεντ. Επιπλέον επιβάλλονται 5 βαθμούς ποινής, οι οποίοι να αναγραφούν στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος δεσμεύεται, επίσης, με εγγύηση Ευρώ 2.000,00 σεντ για να τηρεί τον Νόμο και την τάξη για περίοδο δύο χρόνων από σήμερα. Καθοδήγηση για την εξουσία που το Δικαστήριο έχει να διατάξει δέσμευση με εγγύηση μαζί με πρόστιμο έχω αντλήσει από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μιχαήλ Σαρίδη v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται, επίσης, σε Ευρώ 270,00 σεντ έξοδα των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.