← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Μιχαλάκης Χρυσοστόμου, Aρ. Υπόθεσης 7132/2005, 3.4.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Μιχαλάκης Χρυσοστόμου, Aρ. Υπόθεσης 7132/2005, 3.4.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 7132/2005 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου V

  1. Μιχαλάκης Χρυσοστόμου
  2. Ανδρέας Ιωάννου
  3. Χριστόδουλος Χριστοδούλου Αγαπίου
  4. Χριστόδουλος Θεοφάνους Αγαπίου Ημερομηνία: 3.4.2008 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα Για τον κατηγορούμενο 1: κα Α. Σαββίδου Για τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4: κ. Γεωργίου ( Για να ακούσει απόφαση κ. Α. Σαββίδου) Κατηγορούμενοι: Όλοι παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Όλοι οι κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν από κοινού τις ακόλουθες δύο κατηγορίες:
  5. Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των Άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (πρώτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όλοι οι κατηγορούμενοι μεταξύ του Μαΐου και Ιουνίου 2004 στο Κάτω Πύργο Τυλληρίας, συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να διαρρήξουν την κατοικία της Μαρίας Ιώβ στο Κάτω Πύργο και να κλέψουν από αυτή χρήματα.
  6. Διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 292(α), 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όλοι οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στη πρώτη κατηγορία, διέρρηξαν και εισήλθαν στην κατοικία της Μαρίας Ιώβ και έκλεψαν από αυτή το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.6500.- σε μετρητά περιουσία της Μαρίας Ιώβ από το Κάτω Πύργο. Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ακόμη μια κατηγορία διάρρηξης κατοικίας και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 292(α), 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (τρίτη κατηγορία) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο πρώτος κατηγορούμενος την 2.7.2004 στο Κάτω Πύργο Τυλληρίας, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Μαρίας Ιώβ και έκλεψε από αυτή το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.30.- σε μετρητά περιουσία της Μαρίας Ιώβ από το Κάτω Πύργο. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενόρκως 3 μάρτυρες, ο πρώην Λοχίας 3316 Κώστας Μιχαηλίδης (Μ.Κ.1), η Μαρία Ιώβ (Μ.Κ.2) και ο Αστ. 1692 Π. Νικολάου (Μ.Κ.3) Οι γραπτές καταθέσεις των πιο πάνω μαρτύρων, κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως τεκμήρια 2, 3 και 4 αντίστοιχα και αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Και οι τρεις πιο πάνω μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής δεν έχουν αντεξεταστεί από τους συνηγόρους των κατηγορούμενων. Επίσης, από κοινού, κατατέθηκαν ως τεκμήρια στην υπόθεση, τα πιο κάτω: 1) Η γραπτή κατηγορία του Ανδρέα Ιωάννου (Τεκμήριο 1) 2) Ανακριτική κατάθεση Μιχαλάκη Χρυσοστόμου (Τεκμήριο 8) 3) Θεληματική κατάθεση Μιχαλάκη Χρυσοστόμου (Τεκμήριο 9) 4) Ανακριτική κατάθεση Ανδρέα Ιωάννου (Τεκμήριο 10) 5) Ανακριτική κατάθεση Χριστόδουλου Θεοφάνους Αγαπίου (Τεκμήριο 11) 6) Κατάθεση Χριστόδουλου Αγαπίου Θεοφάνους (Τεκμήριο 12) 7) Ανακριτική κατάθεση Χριστόδουλου Χριστοδούλου Αγαπίου (Τεκμήριο 13) 8) Γραπτή κατηγορία Μιχαλάκη Χρυσοστόμου (Τεκμήριο 14) 9) Γραπτή κατηγορία Χριστόδουλου Χριστοδούλου Αγαπίου (Τεκμήριο 15) 10) Η γραπτή κατηγορία Χριστόδουλου Θεοφάνους Αγαπίου (Τεκμήριο 16) Η κατάθεση του Αστ. 2134 Στ. Κοντάκη (τεκμήριο 7) δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής υπέβαλε εισήγηση, μόνο ο συνήγορος των κατηγορούμενων 2, 3 και 4, ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων 2,3 και
  7. Ανέφερε ο κ. Γεωργίου ότι ενώπιον του δικαστηρίου δεν υπάρχει καμία αποδεκτή μαρτυρία που να συνδέει τους κατηγορούμενους 2,3 και 4 καθ΄οιονδήποτε τρόπο με οποιαδήποτε από τα αδικήματα που αυτοί αντιμετωπίζουν. Σχετικά με την πρώτη κατηγορία, που αφορά το αδίκημα της συνομωσίας, της οποίας συστατικό στοιχείο είναι η συμφωνία, υπέβαλε ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία για την ύπαρξη συμφωνίας των κατηγορούμενων 2,3 και 4 είτε μεταξύ τους, είτε ένας έκαστος με οποιοδήποτε από τους άλλους ή όλοι μαζί ή ένας έκαστος με τον πρώτο κατηγορούμενο. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία η οποία αφορά το αδίκημα της διάρρηξης εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία που να συνδέει τους κατηγορούμενους 2,3 και 4 με το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής ούτε και οποιοδήποτε στοιχείο που να τους συνδέει μέσα από τις προϋποθέσεις του άρθρου 20 του Κεφ. 154, καθ΄ οποιοδήποτε τρόπο με τις οποιεσδήποτε πράξεις του κατηγορούμενου
  8. Με αναφορά στις καταθέσεις του πρώτου κατηγορούμενου, υπέβαλε ότι δεν είναι μαρτυρία αποδεκτή εναντίον των συγκατηγορούμενων του, κατηγορούμενων 2, 3 και 4 και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει τους κατηγορούμενους 2,3 και 4 με τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν. Η κα Σάββα, ανάφερε απλά, ότι η μαρτυρία είναι ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο και θα αποφασίσει επί του θέματος. Σε ότι αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, οι θεληματικές του καταθέσεις (Τεκμήρια 5,6 και 9 ) και η απάντηση που έδωσε στην γραπτή κατηγορία (Τεκμήριο 14 ), είναι επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Είναι θεμελιωμένο ότι μια κατηγορία απορρίπτεται στο στάδιο της συμπλήρωσης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής αν δεν έχει αποδειχθεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας ή αν η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορεί να βασίσει σε αυτή, την καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Knell v. Αστυνομίας

(1994)2 ΑΑΔ 51) Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης το ορθό κριτήριο δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή του Κατηγορούμενου αλλά κατά πόσο, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση το Δικαστήριο θα μπορούσε να τον βρει ένοχο (Κουννίδη ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 ΑΑΔ 820) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, στις σελίδες 144 και 145 αναφέρονται τα ακόλουθα: Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως ,δηλαδή, μετά την προκαταρτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. To Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας αρχής στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 του υιοθετήθηκε στην απόφασης της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι σε αυτή τη έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν. (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες του νοητού λογικού δικαστηρίου. Το αποδεικτικό βάρος της απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο αυτό συνίσταται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης (βλέπε σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, Loizou & Piki, σελ .11 και 176) Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλέπε Police ν Kallenos
(1980)J.S.C σελ 145). Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλέπε Shaban Bin Hussein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. σελ 1626). Όπως τονίσθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σωτηριάδης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 102 και Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363: « Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ΄ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι, κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R 250. Η υπόθεση R. V. Calbraith
(1981)2 All E.R. σελ 124 έχει διευκρινίσει και καθιερώσει το κριτήριο της αντικειμενικής αδυναμίας καταδίκης από την κρινόμενη ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα της μαρτυρίας σαν θέμα νομικής κρίσης (βλέπε επίσης και Fulcher
(1995)2 Cr. App.R.σελ. 251). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να ανατέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, δηλαδή ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενοψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Συμπερασματικά το έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο περιορίζεται στην αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ΄επέκταση εάν αντικειμενικά η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά το αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους 2, 3 και
  1. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Για σκοπούς εξέταση της εισήγησης, έχοντας υπόψη μου και τις πιο πάνω αρχές, θεωρώ ορθό όπως παραθέσω συνοπτικά την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε προς στοιχειοθέτηση των πιο πάνω κατηγοριών εναντίον των κατηγορούμενων 2, 3 και
  2. Σύμφωνα με την κατάθεση του Μ.Κ.1, (η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του), στις 13.7.2004, επισκέφθηκε την οικία Μαρίας Ιώβ στον Κ. Πύργο, η οποία τον είχε καλέσει εμπιστευτικά, και του ανάφερε ότι σε άγνωστη ημερομηνία της έκλεψαν από το ερμάρι του σπιτιού της το ποσό των Λ.Κ.6,500.- από Λ.Κ.9000.- που εφύλαγε εκεί. Από εξετάσεις στο μέρος διαπίστωσε ότι το κλειδί της εισόδου το είχε πάντοτε στη πόρτα αλλά το κλειδί του αρμαριού το είχε κρυμμένο μέσα στο δωμάτιο της. Πρόσβαση στο σπίτι είχε μόνο η έγγαμη αδελφή της με τον σύζυγο της και τον γιό της που κατοικούν δίπλα. Όταν αντιλήφθηκε ότι πρόθεση του ήταν να ανακρίνει συγγενικά της πρόσωπα τον παρακάλεσε να σταματήσει τις έρευνες. Την 4.7.2004 τον κάλεσε και πάλι στο σπίτι της και του ανάφερε ότι της έκλεψαν και πάλι Λ.Κ.30.-. Άρχισε αμέσως εξετάσεις και μαζί με τον Αστ. 2134 ανέκρινε διάφορα άτομα, μεταξύ των οποίων και τον Μιχάλη Χρυστοδούλου από τον Κ.Πύργο. Διενήργησε έρευνα σπίτι του χωρίς να αναβρεθεί οτιδήποτε. Ανακρινόμενος στον Αστυνομικό Σταθμό παραδέχτηκε ότι αυτός διέρρηξε την κατοικία και έκλεψε τα χρήματα κατά διαστήματα. Εξεδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, και την 5.7.2004 και ώρα 02:00 τον συνέλαβε και ετέθη υπό κράτηση. Την ίδια ημέρα τον παρουσίασε το Ε.Δ. Πάφου όπου εξασφάλισε τετραήμερη κράτηση. Σύμφωνα με την κατάθεση της Μ.Κ.2, (η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της), κατάγεται και διαμένει στον Π. Πύργο και ασκεί το επάγγελμα του καρβουνάρη. Εχει σπίτι στον Κ. Πύργο και όταν δεν έχει καμίνια μένει στο σπίτι της στον Κ. Πύργο. Λόγω του επαγγέλματος της κρατούσε μετρητά γύρω στις Λ.Κ.9,000.- καθότι αγόραζε καυσόξυλα και πλήρωνε πάντα με μετρητά. Τα χρήματα αυτά τα είχε στο σπίτι της στον Κ. Πύργο μέσα σε γυναικεία τσάντα που είχε σε συρτάρι του ερμαριού της. Για αρκετό καιρό, για δύο μήνες περίπου δεν είχε κοιτάξει τα χρήματα διότι δεν αγόρασε ξύλα και ούτε τα μέτρησε. Στις 13.6.2004 πήγε στο σπίτι της στον Κ. Πύργο και όταν άνοιξε το ερμάρι για να πάρει το εκλογικό της βιβλιάριο το οποίο ήταν μαζί τις Λ.Κ.9,000.- αντιλήφθηκε ότι απουσίαζαν αρκετά χρήματα, τα μέτρησε και αντί Λ.Κ.9,000.- ήταν μόνο Λ.Κ. 2,500.-Τότε τηλεφώνησε στον Αν Λοχία 3316 Κώστα Μιχαηλίδη ήρθε στο σπίτι της και του το ανάφερε, ο Μιχαηλίδης της ζήτησε να δώσει κατάθεση για εξέταση της υπόθεσης αλλά δεν ήθελε εξέταση λόγω του ότι δίπλα ευρίσκεται στο σπίτι της αδελφής της και οι υποψίες ήταν και στο στενό οικογενειακό της περιβάλλον και δεν ήθελε να γίνουν σχόλια. Έκαμε εξετάσεις στις πόρτες τις εξωτερικές και δεν φαινόταν τίποτα το παραβιασμένο ούτε πόρτα ούτε παράθυρο. Τις Λ.Κ.2,500.- τις σήκωσε και στο μέρος άφησε μόνο Λ.Κ.30.-. Στις 3.7.2004 και περί ώρα 09:30 το απόγευμα αντελήφθηκε ότι οι Λ.Κ.30.- έλειπαν, όταν έδωσε γύρο του σπιτιού δεν αντιλήφθηκε τίποτα το ανοιχτό, ούτε πόρτα, ούτε παράθυρο, επίσης δεν φαινόταν τίποτα παραβιασμένο. Επειδή ήταν αργά και νύχτα δεν ειδοποίησε την ίδια ώρα, έμεινε και ξημέρωσε, πήγε στην εκκλησία και μόλις βγήκε από την εκκλησία ειδοποίησε τον Αν. Λοχία 3316 και η αστυνομία Κ. Πύργου άρχισε τις εξετάσειςστις 4.7.
  3. Σύμφωνα με την κατάθεση του Μ.Κ.3, (η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του), την 6.7.2004 και ώρα 05:55 ο Μιχαλάκης Χρυσοστόμου από τον Κ. Πύργο, ο οποίος βρισκόταν υπό κράτηση στον σταθμό, εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, υπόθεση για την οποία κρατείτο ως ύποπτος και την οποία διερευνούσε Αστυνομία Κάτω Πύργου. Έτσι την ίδια ημέρα 6.7.2004 και μεταξύ των ωρών 06:00 έως 0:700 του έλαβε θεληματική κατάθεση. Στην συνέχεια την 9.7.2004 μεταξύ των ωρών 1130 με 1215 του έλαβε συμπληρωματική θεληματική κατάθεση. Οι θεληματικές καταθέσεις του Μιχαλάκη Χρυσοστόμου παρουσιάστηκαν από τον Μ.Κ.1, κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 5 και
  4. Η κατάθεση του Αστ. 2134 Στ. Κοντάκη (τεκμήριο 7), η οποία όπως πιο πάνω αναφέρω δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο της οποίας δεν θα επαναλάβω, να σημειωθεί όμως ότι δεν περιέχει οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει μαρτυρία εναντίον των κατηγορούμενων 2, 3 και
  5. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 7), ο Αστ. 2134 Στ. Κοντάκη κάνει αναφορά στις θεληματικές καταθέσεις του Μιχαλάκη Χρυσοστόμου, ο οποίος του κατονόμασε ως συνένοχους στις τρεις διαρρήξεις τον Ανδρέα Ιωάννου, τον αδελφό του Χριστοδουλου Χρ. Αγαπίου και τον Χριστόδουλο Θεοφάνη Αγαπίου. Σε ότι αφορά τα τεκμήρια 5 και 6, που είναι μέρος των θεληματικών γραπτών καταθέσεων του πρώτου κατηγορούμενου στην Αστυνομία, σίγουρα δεν αποτελούν αποδεχτή μαρτυρία εναντίον των κατηγορούμενων 2, 3 και
  6. Αποτελεί βασική αρχή ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορούμενου του (βλ. Νεάρχου ν. Αστυνομίας 1996 2 ΑΑΔ 438, Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209, και R. V. Gunnezwardene
(1951)35 (2 App.R.80)). Η πιο πάνω αρχή επαναλήφθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Γιώργος Ευριπίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 118/2007 ημερομηνίας 29.6.2007. Στην πιο πάνω απόφαση αναφέρονται τα εξής: «Εισηγούνται οι συνήγοροι των εφεσειόντων πως η κατάθεση του συγκατηγορούμενου τους στην Αστυνομία δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον τους, χωρίς δε αυτή δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να τους ενοχοποιεί. Είναι ορθό πως η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην αστυνομία κατηγορούμενου εναντίον του συγκατηγορούμενου αφ΄εαυτής ως έγγραφο δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου. Είναι όμως αποδεκτή μαρτυρία η ένορκη κατάθεση κατηγορούμενου εναντίον συγκατηγορούμενου του, η οποία βεβαίως θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Οι καταθέσεις στην Αστυνομία αναμένεται, όπως πάντοτε, να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση της εισαγγελικής αρχής εφόσον βέβαια παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με τη νενομισμένη διαδικασία». Αποτελεί νομικό κανόνα ότι η αναφορά σε μια κατάθεση προς την Αστυνομία από ένα κατηγορούμενο με την οποία εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο στην εκτέλεση μιας κοινής παράνομης πράξης δεν μπορεί αν ενοχοποιήσει τον συγκατηγορούμενο. (βλ. R. v. Gunnerwardene
(1951)35 Cr. App R 80, Βρακάς και άλλος ν. Δημοκρατία
(1973)2 CLR 139). Συνεπακόλουθα αυτά τα οποία αναφέρει στις καταθέσεις του ο πρώτος κατηγορούμενος, δεν μπορούν ασφαλώς να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία εναντίον των συγκατηγορούμενων του, κατηγορούμενων 2, 3 και 4. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος τίθεται σε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Nasir Mahmoud Malik ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 7707 και 7708 ημερομηνίας 27.1.2008 λέχθηκαν τα εξής με αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση: « Αξιολόγησε με λεπτομέρεια τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, μεταξύ της οποία και τις καταθέσεις των εφεσειόντων στην Αστυνομία. Καθοδηγούμενο ορθά από τη νομολογία, χειρίστηκε τις καταθέσεις του κάθε ενός από τους κατηγορούμενους, ως και τις προφορικές δηλώσεις τους, μόνο ως μαρτυρία εναντίον αυτού που τις έδωσε και όχι εναντίον του συγκατηγορούμενου του (βλ. Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209 και 212). Σε ότι αφορά τις καταθέσεις του πρώτου κατηγορούμενου και την δυναμική τους για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με τον ίδιο γίνεται αναφορά πιο πάνω. Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 στις καταθέσεις τους Τεκμήρια 8, 10, 11 και 12 αρνούνται κάθε ανάμιξη στα αδικήματα και δεν αναφέρουν οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει μαρτυρία εναντίον τους, ενώ στις γραπτές τους κατηγορίες (Τεκμήρια 2, 3 και 4) απαντούν μη παραδοχή. Περαιτέρω, από το σύνολο της μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής που παρατίθεται πιο πάνω, δεν υπάρχει καμία ανεξάρτητη μαρτυρία με την οποία να συνδέονται οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 με τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν στο κατηγορητήριο. Συνεπακόλουθα δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου, ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου τους, η οποία είτε να αποκαλύπτει καταρτισμό συμφωνίας για διάπραξη κακουργήματος είτε να συνδέει τους κατηγορούμενος 2, 3 και 4 με τα αδικήματα της συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος και της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής. Με το πιο πάνω σκεπτικό στο σύνολο του, κρίνω ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορούμενων 2,3 και 4, ότι οι κατηγορούμενοι 2,3 και 4 θα πρέπει να απαλλαχτούν σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, θα πρέπει να γίνει δεχτή. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 απαλλάσσονται και αθωώνεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν στο κατηγορητήριο ήτοι στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία. Ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την απολογία του και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Στον πρώτο κατηγορούμενο εξηγούνται τα δικαιώματα του με βάση το άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155). ........... (Υπ) Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.