Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Zarmiana Zalaloudin κ.α., Aρ. Υπόθεσης 12160/2005, 17 Απριλίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 12160/2005 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου V
- Zarmiana Zalaloudin
- Samirah San Moher
- Fatmasari Hutagalunk Ημερομηνία: 17 Απριλίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Ξ. Ξενοφώντος Για τις κατηγορούμενες 1 και 2: κ. Αλ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενες 1 και 2: Παρούσες ΑΠΟΦΑΣΗ Όλες οι κατηγορούμενες αντιμετωπίζουν από κοινού την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των Άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), κατηγορία κατοχής πλαστογραφημένων τραπεζογραμματίων, κατά παράβαση των άρθρων 345 και 20 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία), κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των Άρθρων 331,332,333,336,339 και 20 του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία) και κατηγορία απόπειρας εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297,298,367 και 20 Ποινικού Κώδικα (4η κατηγορία). Η επίδοση του κατηγορητηρίου στην τρίτη κατηγορούμενη δεν επιτεύχθηκε, η διαδικασία εναντίον της αναστάληκε στις 21.9.2006 και η τρίτη κατηγορούμενη απαλλάχθηκε στις κατηγορίες. Η ακροαματική διαδικασία που διεξάχθηκε αφορούσε την πρώτη και δεύτερη κατηγορούμενη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, καταλογίζεται στις κατηγορούμενες ότι μεταξύ Δεκεμβρίου 2002 και Ιουνίου 2003 στη Λευκωσία και Πάφο της Επαρχίας Πάφου, συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να κυκλοφορήσουν δύο πλαστά χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων και να αποσπάσουν χρήματα με ψευδείς παραστάσεις. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας τους καταλογίζεται, ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, είχαν στην κατοχή τους πλαστογραφημένα τραπεζογραμμάτια, δηλαδή δύο χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής γνωρίζοντας ότι αυτά ήταν πλαστογραφημένα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας, τους καταλογίζεται στις 17.6.2003 στη Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία τα πλαστογραφημένα τραπεζογραμμάτια των 100 δολαρίων Αμερικής, παρουσιάζοντας τα σε υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου στην Πάφο για εξαργύρωση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της τέταρτης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην τρίτη κατηγορία, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση αποπειράθηκαν να αποσπάσουν κυπριακά χρήματα από τον υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου Φίλιππο Αδάμου από την Πάφο. Οι ψεύτικες παραστάσεις συνίστατο στο ότι οι κατηγορούμενες παρουσίασαν προς εξαργύρωση στα πιο πάνω πρόσωπο, δύο πλαστά χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής λέγοντας του ότι ήταν γνήσια. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως 7 μάρτυρες κατηγορίας, ο Λοχίας 1847 Αντώνης Αντωνίου (Μ.Κ.1), Α. Λοχίας 1003 Κλεάνθης Χρυσάνθου (Μ.Κ.2), ο Λοχίας 2445 Χριστάκης Αντωνίου (Μ.Κ.3), ο Φίλιππος Αδάμου (Μ.Κ.4), ο Αστ. 2395 Χριστόδουλος Παναγιώτης (Μ.Κ.5), Αστ. 133 Παναγιώτης Σοφοκλέους (Μ.Κ.6) και ο Αστ. 2983 Νίκος Νικολάου (Μ.Κ.7). Οι κατηγορούμενες 1 και 2 όταν κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, προέβηκαν, ως είχαν δικαίωμα, σε ανώμοτες δηλώσεις. Και οι δύο κατηγορούμενες δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν ότι τα χρήματα ήταν πλαστά και υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων τους, που έδωσαν στην Αστυνομία. Τα ακόλουθα γεγονότα, αποτελούν κοινό έδαφος και των δύο πλευρών, ότι έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 17.6.2003, ενώ ο Φίλιππος Αδάμου (Μ.Κ.4), εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου, πήγε στο κατάστημα που αυτός εργαζόταν, μια αλλοδαπή γυναίκα, επ΄ονόματι Fatmasari Hulagalung, η οποία του ζήτησε να της αλλάξει σε κυπριακά νομίσματα δύο χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής. Όταν ο Μ.Κ.4 πήρε τα χαρτονομίσματα, τα έλεγξε οπτικά και με την αφή του και αφού διαπίστωσε ότι αυτά ήταν πλαστά τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Ο M.K. 4, την ίδια ημέρα παρέδωσε τα χαρτονομίσματα στον Αστ. 2395 Παντελή Χριστοδούλου (Μ.Κ.5) και η αλλοδαπή γυναίκα ακολούθησε τον Μ.Κ.5 στην Αστυνομία. Η πιο πάνω αλλοδαπή γυναίκα δεν είναι καμία από της δύο κατηγορούμενες που βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου. Στις 17.6.2003 ο Αστ. 2395 Παντελής Χριστοδούλου (Μ.Κ.5) αφού παρέλαβε από τον Φίλιππο Αδάμου (Μ.Κ.4) τα δύο χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής, στις 15.7.2003 τα παρέδωσε τον Αστ. 2983 Ν. Νικολάου (Μ.Κ.7) για να τα μεταφέρει στην Εγκληματολογική υπηρεσία του Αρχηγείου. Ο Μ.Κ.7 Αστ. 2983 Ν. Νικολάου. στις 15.7.2003, αφού παρέλαβε από τον Μ.Κ.5 τα δύο χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής, τα μετάφερε στο Αρχηγείο Αστυνομίας και τα παρέδωσε στον Λοχία 2445 Χρ. Αντωνίου (Μ.Κ.3), ο οποίος αφού τα εξέτασε ετοίμασε το Τεκμήριο
- Η κα Ξενοφώντος υπέβαλε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον και των δύο κατηγορούμενων, στην βάση των ακόλουθων γεγονότων τα οποία θεωρεί ότι έχουν αποδειχτεί από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Η πλαστότητα των χαρτονομισμάτων δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από την υπεράσπιση. Η γνώση των κατηγορουμένων 1 και 2, παραπέμποντας στις καταθέσεις τους, αποδείχτηκε από την στιγμή που αυτές γνώριζαν ότι έγινε προσπάθεια να αλλαχτούν τα δύο αυτά χαρτονομίσματα στην χώρα τους και δεν έγινε κατορθωτό, επίσης το γεγονός ότι η πρώτη κατηγορούμενη, στην κατάθεση της αναφέρει ότι «τα διακόσια δολάρια που βρήκατε στην κατοχή της φίλης μου Fatma είμαι σίγουρη ότι είναι αυτά που η Myra μου έδωσε.» είναι ένα γεγονός το οποίο δείχνει ότι μπορούσε να τα ξεχωρίσει και ο λόγος είναι γιατί ήταν πλαστά. Επίσης η κα Ξενοφώντος αναφέρθηκε στην μαρτυρία του Μ.Κ.4, θέλοντας να δείξει στην κακή ποιότητα των χαρτονομισμάτων και ότι οι δύο κατηγορούμενες στις καταθέσεις τους αποδέχονται την κατοχή των δύο χαρτονομισμάτων και το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε η κυκλοφορία τους και η προσπάθεια να πάρουν κυπριακά χρήματα. O συνήγορος των κατηγορούμενων, υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, εισηγήθηκε ουσιαστικά ότι δεν έχει αποδειχτεί η πλαστότητα των χαρτονομισμάτων και ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι ανεπαρκής για να στηρίζει τέτοιο εύρημα. Ανέφερε ότι το δικαστήριο για να καταδικάσει τις κατηγορούμενες θα πρέπει να αποδεχτεί την γνώση της κατοχής των πλαστών χαρτονομισμάτων το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος και δεν είναι αρκετό να ισχυριστεί η κατηγορούσα αρχή ότι αυτό αποδείχτηκε από το γεγονός ότι έγιναν προσπάθειες εξαργύρωσης τους. Με αναφορά στον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων και στον χρόνο καταχώρησης της υπόθεσης εισηγήθηκε ότι η πάροδος των 3 χρόνων που μεσολαβούν συνιστά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος και η Κατηγορούσα Αρχή θα έπρεπε να είχε δώσει εξηγήσεις για την καθυστέρηση αυτή. Με επίσης αναφορά στον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο κ. Αλεξάνδρου είπε ότι κατά τον χρόνο εκείνο ίσχυε Ειδικός Νόμος και αυτός θα έπρεπε να είχε εφαρμοστεί, ως τέτοιο Νόμο ανάφερε τον Περί Χαρτονομίσματος Νόμο, ο οποίος σύμφωνα με τον κ. Αλεξάνδρου προνοούσε ότι υπόθεση που αφορά χαρτονομίσματα θα έπρεπε μέσα σε ένα χρόνο να προσάγετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά την τελευταία πιο πάνω θέση του κ. Αλεξάνδρου, οφείλω να πω ότι οι αναφορές του ήταν γενικές και ως εκ τούτου όχι βοηθητικές για το Δικαστήριο. Ο Περί Νομίσματος Νόμος Κεφ. 197, ο οποίος φαίνεται να ίσχυε κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ο οποίος όμως καταργήθηκε στις 30.4.2004 με τον Νόμο Περί Νομίσματος (Παραχάραξη και άλλα συναφή θέματα) Ν.110
(1)/2004, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, καθότι ο πιο πάνω νόμος προνοεί τα σχετικά με το Νόμισμα της Δημοκρατίας. Ο Περί Νομίσματος Νόμος Κεφ. 197 ποινικοποιεί μεταξύ άλλων και την πλαστογραφία χαρτονομίσματος, όμως όπως πιο πάνω έχει αναφερθεί ο νόμος αυτός ως ειδικός νόμος, αφορά μόνο το νόμισμα της Δημοκρατίας και όχι άλλα νομίσματα ή άλλα χαρτονομίσματα ξένων κρατών, περιπτώσεις που καλύπτει ο καταργητικός αυτού νόμος 110
(1)/2004, οποίος όμως τέθηκε σε ισχύ μετά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Οι θέσεις των κατηγορούμενων 1 και 2 όπως απορρέουν από το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων τους (Τεκμήρια 3 και 17), τις οποίες έχουν υιοθετήσει με τις ανώμοτες δηλώσεις τους, δηλώνοντας επίσης ότι δεν γνώριζαν ότι τα χρήματα ήταν πλαστά, είναι οι εξής: Τεκμήριο 3: «Στις 16 Δεκεμβρίου πήγα στην Λευκωσία με μια φίλη μου την Myra (δεν γνωρίζω το επίθετο και την διεύθυνση της) η οποία εργάζεται στην Λεμεσό ως οικιακή βοηθός. Πήγαμε στην πλατεία Σολωμού και μου είπε ότι θέλει να αλλάξει δολάρια. Εκείνη την στιγμή βρισκόμασταν στο πάρκο που βρίσκεται κοντά στην πλατεία Σολωμού και της είπα να πάει μόνη της. Πήγε μόνη της σε ένα περίπτερο που βρίσκεται κοντά στην πλατεία Σολωμού κοντά στην στάση των λεωφορείων και άλλαξε 400 δολάρια. Θέλω να σου πω ότι πήγε μόνη της στο περίπτερο και εγώ έμεινα στο πάρκο και αυτή ήρθε μου έδωσε 400 δολάρια (4 των 100 δολαρίων) και μου είπε να τα πάρω μαζί μου στην Ινδονησία που υποτίθεται θα πήγαινα στις 23 Δεκεμβρίου του 2002 και να δώσω τα 2 εκατομμύρια ρούβια (150 Αμερικάνικα δολάρια περίπου) σε ένα κορίτσι με το όνομα Riandi η οποία διαμένει στην Ιάνα της Ινδονησίας και τα υπόλοιπα 250 δολάρια να αγοράσω προσωπικά αντικείμενα για αυτήν (όπως χρυσαφικά καλλυντικά τα οποία είναι πιο φτηνά στην Ινδονησία). Κράτησα τα 400 δολάρια Αμερικής τα οποία η Myra μου είχε δώσει και στις 23 Δεκεμβρίου είχα πάει στην Ινδονησία και τα πήρα μαζί μου. Επίσης πήρα και άλλα δολάρια μαζί μου αλλά τα χρήματα της Myra τα έβαλα ξεχωριστά στην τσάντα μου. Όταν πήγα στην Ινδονησία είπα στον αδελφό μου Edi Jal να μεταφέρει από τον λογαριασμό του δύο εκατομμύρια ρούπια στον λογαριασμό της Riandi. Ο λόγος που είπα στον αδελφό μου να μεταφέρει χρήματα ήταν γιατί τα χρήματα μου στην Ινδονησία είναι στον λογαριασμό του αδελφού μου γιατί εγώ απουσιάζω από την Ινδονησία. Επίσης έδωσα τα 400 δολάρια που μου έδωσε η Myra στον κουνιάδο μου Syuhuimi Sit ο οποίος διαμένει στην Jacanda της Ινδονησίας (άλλη πόλη).Ο Syuhuimi είναι αστυνομικός και του είπα να μου κάνει καινούργιο λογαριασμό στην τράπεζα Β.N.I στην Jacarda. Έτσι δεν άλλαξα τα δολάρια που η Myra μου έδωσε και αγόρασα καλλυντικά και χρυσαφικά από αυτή με ρούβια που πήρα από την Ινδονησία όταν άλλαξα τον μισθό μου. Όταν ήρθα πίσω στην Κύπρο στις 30 Ιανουαρίου 2003 έφερα μαζί μου πίσω τα χρυσαφικά και τα καλλυντικά στην Myra και της είπα όταν ήρθα στην Πάφο και με συνάντησε στο σπίτι της εργοδότριας μου ότι πλήρωσα με ρούπια 12 εκατομμύρια δολάρια στην Riandi. Τον Απρίλιο του 2003 ο κουνιάδος μου Syuhuimi μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι υπήρχε πρόβλημα με τα 200 δολάρια που του έδωσα γιατί στην τράπεζα του είπαν να τα πάρει πίσω εκεί που τε βρήκε. Η τράπεζα δεν του είπε τι ήταν το πρόβλημα και ο κουνιάδος μου, μου είπε ίσως επειδή είναι έκδοση του 1996. Τον Απρίλιο του 2003 ήξερα ότι η Anni Hudi Wursido η οποία εργάζεται για την Ράνια στην Γεροσκήπου ήταν στην Ινδονησία για διακοπές της τηλεφώνησα και της είπα να μου φέρει πίσω τα 200 δολάρια που είχαν πρόβλημα. Επίσης θυμήθηκα και πήρα τηλέφωνο την Myra στην Λ/σο και της είπα ότι τα 200 δολάρια που μου έδωσε είχαν πρόβλημα και της είπα ότι θα κανονίσω να τα φέρω πίσω. Στις 30 Μαίου όταν η Anni ήρθε πίσω μου έδωσε τα 200 δολάρια και πήγα στ σπίτι της Ράνιας και τα πήρα. Την περασμένη βδομάδα έδωσα αυτά το 200 δολάρια την Fatma ένα κορίτσι από την Ινδονησία η οποία εργάζεται ως οικιακή βοηθός στην Ελένη Δημητρίου και Ευθύβουλο Δημητρίου να τα αλλάξει στην τράπεζα γιατί ήθελα χρήματα για τον εαυτό μου. Της είπα αν μπορούσε χθες να πάει και να αλλάξει τα 200 δολάρια επειδή δεν είχα χρήματα μαζί μου. Σήμερα μου είπες ότι αυτά τα 200 δολάρια δεν είναι αληθινά, Επίσης θέλω να σου πω ότι τον Απρίλιο όταν η Annie θα πήγαινε στην Ινδονησία της έδωσα 800 δολάρια να τα πάρει στην Ινδονησία και να τα δώσει στον αδελφό μου ..... Επίσης θέλω να σου πω ότι τα διακόσια δολάρια που βρήκατε στην κατοχή της φίλης μου Fatma είμαι σίγουρη ότι είναι αυτά που η Myra μου έδωσε γιατί ήταν στην κατοχή του κουνιάδου μου στην Ινδονησία». Τεκμήριο 17: « Τον Δεκεμβρίου του 2002 μια Κυριακή κανόνισα με την Zarmia Mia, μια φίλη μου, που κατάγεται από την Ινδονησία και εργάζεται στην Πάφο να την συναντήσω στην Πλατεία Σολωμού στην Λευκωσία. Και οι δύο πήραμε ταξί και συναντηθήκαμε γύρω στις 10:00 στην Πλατεία Σολωμού. Πήγα σε ένα περίπτερο στην Πλατεία Σολωμού, μαζί με την Mia και άλλαξα Κυπριακές λίρες σε 400 δολάρια Αμερικής. Πήρα τέσσερα χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων το καθένα τα οποία έδωσα στην Mia επειδή επρόκειτο να ταξιδεύσει πίσω στην Ινδονησία για διακοπές και της είπα να δώσει μερικά χρήματα στην Riandy, επειδή της χρωστούσα χρήματα όταν ήταν στην Κύπρο. Επίσης της είπα να αγοράσει μερικά κοσμήματα και καλλυντικά για μένα και τα υπόλοιπα χρήματα της είπα να τα δώσει στην οικογένεια μου. Όταν η Mia ήρθε πίσω στην Κύπρο τον Ιανουάριο 2003, μου είπε ότι είχε κάμει ότι της είπα, μου έδωσε μερικά κοσμήματα και καλλυντικά, αλλά έδωσε τοπικό συνάλλαγμα στην RUPIAH από τον λογαριασμό της, Τα 400 δολάρια Αμερικής τα έδωσε του αδελφού της. Τον προηγούμενο μήνα η Mia μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι δύο από τα τέσσερα χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων, τα οποία της έδωσα, δεν έγιναν αποδεκτά από την τράπεζα στην Ινδονησία και ο αδελφός της, της στα έστειλε πίσω. Συγκεκριμένα τα έδωσε την Anny που επίσης εργάζεται στην Πάφο ως οικιακή βοηθός και τα έφερε στην Mia. Πριν από αυτό επίσης ο αδελφός μου πήρε αυτά τα τέσσερα χαρτονομίσματα από τον αδελφό της Mia και πήγε σε διάφορα ανταλλακτήρια χρημάτων στην Ινδονησία και του είπαν ότι μπορούσαν να του αλλάξουν μόνο τα δύο χαρτονομίσματα, έτσι έδωσε όλα τα χαρτονομίσματα στην Anny και τα έφερε στην Κύπρο και τα έδωσε στην Mia. Όπως σου είπα στην αρχή αυτά τα τέσσερα χαρτονομίσματα τα πήρα από ένα άντρα ηλικίας 30 χρονών περίπου, Κύπριος, που εργαζόταν στ συγκεκριμένο περίπτερο που σου ανάφερα ». Η επιλογή των κατηγορούμενων 1 και 2 να μην δώσουν ένορκο κατάθεση και να μην καλέσουν μάρτυρες είναι μέσα στα δικαιώματα τους και το δικαστήριο δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάσει το γεγονός αυτό, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε θα αναμένετο από τον κατηγορούμενο να δώσει κάποια εξήγηση (βλ. Βρακάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 ΑΑΔ 139 και Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 ΑΑΔ 2000). Εάν η ανώμοτη δήλωση δεν αξιολογείται αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Δεν μπορεί να απορρίψει ισχυρισμούς ή να αποδείξει γεγονότα που μόνο με τη μαρτυρία μπορούν να καταρριφθούν ή να αποδειχτούν (ανάλογα της περίπτωσης) μπορεί όμως αφετέρου να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα από το περιεχόμενο της για να βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική πλευρά. Αναφορικά με το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων των κατηγορούμενων 1 και 2 (βλ. τα τεκμήρια 3 και 17 και πιο πάνω) καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109) το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Συνεπακόλουθα σε αυτές αποδίδω το βάρος που τους αρμόζει και ασφαλώς θα τις λάβω υπόψη προτού αποφασίσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει τη ενοχή των κατηγορούμενων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. Όλοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Οι Μ.Κ. 1, 2, 4, 5, 6 και 7 δεν υποβλήθηκαν σε καμία αντεξέταση από τον συνήγορο των κατηγορούμενων 1 και 2, ενόψει τούτου, αλλά και λόγω της καλής εντύπωσης που οι μάρτυρες δημιούργησαν στο Δικαστήριο, αποδέχομαι την μαρτυρία τους στο σύνολο της. O M.K.3, κλήθηκε ως ειδικός εμπειρογνώμονας από την πλευρά την κατηγορούσας αρχής. Εξετάζοντας αρχικά τα προσόντα του μάρτυρα την πείρα και την εκπαίδευση του όπως ο ίδιος τα παρέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου, τα οποία να σημειωθεί δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά της υπεράσπισης, βρίσκω και αποδέχομαι ότι ο Μ.Κ.3 μπορεί να γίνει και γίνεται αποδεκτός ως εμπειρογνώμονας από το Δικαστήριο. Όπως έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων, η υποχρέωση, ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη ( Βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Φίλιππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ 1) Στην υπόθεση Φιλίππου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής «Στα Δικαστήρια συνήθως, καλούνται από τους διάδικους προς υποστήριξη των αντίστοιχων ισχυρισμών τους, εμπειρογνώμονες μάρτυρες για να καταθέσουν πάνω σε τεχνικά ζητήματα. Το καθήκον τους είναι να εφοδιάσουν τον δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε να καταστεί ικανός ο Δικαστής να σχηματιστεί τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία (Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ 361). «Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός και ότι η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία θα αφήσει τη γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία». Σε αντίθεση με την γραμμή της υπεράσπισης, κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος όπως πιο πάνω αναφέρω δεν αμφισβητήθηκε ούτε για τα προσόντα του ούτε και για τα συμπέρασμα του, στην τελική του εισήγηση, ο κ. Αλεξάνδρου υποστήριξε ότι δεν υπάρχει επαρκής και ικανή μαρτυρία για να καταλήξει το Δικαστήριο ότι τα χαρτονομίσματα ήταν πλαστά χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής. Δέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο σύνολο της και αυτό απαντά και στις πιο πάνω θέσεις του συνηγόρου των κατηγορούμενων. Αρχικά γιατί μάρτυρας αυτός έχει εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα εκείνα τα στοιχεία που με έχουν πείσει ότι είναι ειδικός για το ότι κατάθεσε. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι πέραν από την δεκαπεντάχρονη του πείρα είχε τύχει πολλών μετεκπαιδεύσεων στο εξωτερικό ότι είναι μέλος των ομάδων εργασίας εμπειρογνωμόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι από το έτος 2000 μέχρι και σήμερα παρουσιάζει εκπαιδευτικά σεμινάρια στους ταμίες εμπορικών τραπεζών και σε άλλους οργανισμούς πάνω σε θέματα αναγνώρισης πλαστών χαρτονομισμάτων. Το γεγονός ότι τα δύο χαρτονομίσματα είναι πλαστά χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής, έχει αποδειχτεί. Αρχικά γιατί αυτό είναι το συμπέρασμα του Μ.Κ.3, του οποίου την μαρτυρία έχω αποδεχτεί, συμπέρασμα το οποίο και έχει καταγράψει ο Μ.Κ.3 στην έκθεση του Τεκμήριο 8. Περαιτέρω γιατί ο Μ.Κ.3 ανάφερε ότι στα εν λόγω χαρτονομίσματα δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε χαρακτηριστικό ασφαλείας και ελλείπουν από αυτά βασικά χαρακτηριστικά όπως η ανάγλυφη εκτύπωση κατά την οποία η μελάνη είναι υπερυψωμένη και μπορεί να γίνει αντιληπτή με τη αφή, επίσης η υδατογραφία δεν είναι εμβυθισμένη μέσα στο χαρτί αλλά αποτελεί εκτύπωση, επίσης από αυτά απουσιάζουν οι κωδικοί των 12 Ομοσπονδιακών Τραπεζών της Αμερικής, οι οποίοι δίδουν σε κάθε χαρτονόμισμα που εκδίδουν ως κωδικούς αναγνώρισης συγκεκριμένα ανέφερε ότι στο AC που αναγράφεται στο ένα από τα δύο χαρτονομίσματα το οποίο ανταποκρίνεται στην Φιλαδέλφεια, θα έπρεπε να συνοδεύεται από τον αριθμό 3 και όχι τον αριθμό 4 που αυτό φέρει, καθότι το γράμμα C είναι το τρίτο σε αριθμό γράμμα του αγγλικού αλφαβήτου και όχι το τέταρτο. Στο δεύτερο χαρτονόμισμα υπάρχει ο κωδικός Κ8 το οποίο είναι για την τράπεζα Dallas και έπρεπε δίπλα από αυτόν τον κωδικό να υπάρχει ο αριθμός 11 και όχι ο αριθμός 8, που είναι ο αντίστοιχος αριθμός του γράμματος Κ στο Αγγλικό αλφάβητο. Εξήγησε επίσης, ότι αυτό το οποίο φαίνεται στα χαρτονομίσματα, σε αντίθεση με την προσωπογραφία του Fraklin, είναι ένα σκίτσο το οποίο καμία σχέση δεν έχει με το γνήσιο χαρτονόμισμα των 100 δολαρίων. Ενόψει όλων των πιο πάνω, ως επίσης και της εξαίρετης εντύπωσης που ο Μ.Κ.3 έκανε στο δικαστήριο αποδέχομαι την γνώμη και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε με βάση την μελέτη που έκανε, έχοντας υπόψη και την πείρα και την εκπαίδευση του μάρτυρα αυτού. Εν όψει της μαρτυρίας στο σύνολο της είναι φανερό ότι η κατηγορούσα απέδειξε ότι τα δύο χαρτονομίσματα που αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 9 είναι πλαστογραφημένα δολάρια της Αμερικής. Όσον αφορά το τεκμήριο 7 που είναι η ανακριτική κατάθεση της Fatmasari Hutagalunk τρίτης κατηγορούμενης αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, συγκατηγορούμενων της αρχικά και κύρια για τον πιο πάνω λόγο αλλά και γιατί αποτελεί εξ΄ακοής μαρτυρία. Αποτελεί βασική αρχή ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορούμενου του (βλ. Νεάρχου ν. Αστυνομίας 1996 2 ΑΑΔ 438, Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209, και R. V. Gunnezwardene
(1951)35 (2 App.R.80)). Οι καταθέσεις των κατηγορούμενων 1 και 2 (Τεκμήρια 3 και 17) θα τύχουν χειρισμού και θα αξιολογηθούν ως και οι προφορικές δηλώσεις τους, μόνο ως μαρτυρία εναντίον αυτής που την έδωσε και όχι εναντίον συγκατηγορούμενης της, αυτό επιβάλει η νομολογία, ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε η κατάθεση της κατηγορούμενης 3 συγκατηγορούμενης της 1 και 2 κατηγορούμενης, η οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο να αποτελέσει μαρτυρία, είτε εναντίον τους, είτε για να αξιολογηθεί σε σχέση και σε αντιπαράθεση με την δική τους κατάθεση, όταν μάλιστα αυτή (τρίτη κατηγορούμενη) δεν κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 209 και 212). ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση τοιαύτη, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Π.Ε. 7018 και 7093 ημερ. 26.3.20002). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου, Π.Ε 7102 ημερ. 7.6.2002, επισημάνθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Αρχίζοντας από το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, αυτό της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, είναι η κατάληξη μου ότι η κατηγορία αυτή δεν έχει αποδειχτεί εναντίον των κατηγορούμενων 1 και
- Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι μεταξύ της πρώτης και δεύτερης κατηγορούμενης, ή μεταξύ αυτών και της τρίτης κατηγορούμενης υπήρξε συμφωνία ή συνεννόησης έτσι ώστε να κυκλοφορήσουν τα πλαστά χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων και να αποσπάσουν κυπριακά χρήματα με ψευδείς παραστάσεις. Σύμφωνα με την κατάθεση της πρώτης κατηγορούμενης, τα δύο χαρτονομίσματα τα έδωσε στην Fatmasari Hutagalunk, η οποία σύμφωνα με την μαρτυρία είναι η αλλοδαπή η οποία τα παρουσίασε στον Μ.Κ.4 υπάλληλο της τράπεζας και προσπάθησε να τα ανταλλάξει με κυπριακά νομίσματα. Ενώπιον του δικαστηρίου δεν υπάρχει μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει την γνώση της Fatmasari Hutagalunk ότι τα χαρτονομίσματα ήταν πλαστά. Οπόταν και αν ακόμη υπήρχε γνώση της πρώτης κατηγορούμενης για την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων ότι απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας είναι να υπήρχε γνώση και από την Fatmasari Hutagalunk, η οποία ήταν και το πρόσωπο που τα έθεσε σε κυκλοφορία, γιατί πως αλλιώς θα υπήρχε συνομωσία όταν το ένα από τα δύο μέρη δεν γνώριζε τα ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα που συνθέτουν την αξιόποινη πράξη. Τα ίδια ισχύουν και σε ότι αφορά την δεύτερη κατηγορούμενη σε σχέση με τις ενέργειες της Fatmasari Hutagalunk. Ενώ σε ότι αφορά την πρώτη και δεύτερη κατηγορούμενη, αν δηλαδή συνομώτησαν μεταξύ τους, το γεγονός ότι η πρώτη κατηγορούμενη έδωσε στην Fatmasari Hutagalunk τα δύο χαρτονομίσματα, δεν φαίνεται, όπως προκύπτει από την κατάθεση της δεύτερης κατηγορούμενης, να ήταν γεγονός εις γνώση της, οπόταν και αν ακόμα η πρώτη και η δεύτερη κατηγορούμενη γνώριζαν την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων, οι ενέργειες της Fatmasari Hutagalunk, ως έγιναν φαίνεται είναι αποσυνδεδεμένες από οποιαδήποτε γνώση των κατηγορουμένων 1 και
- Ακολουθεί μετά τα πιο πάνω ότι η πρώτη και δεύτερη κατηγορούμενη δικαιούνται να αθωωθούν στην πρώτη κατηγορία. Είναι φανερό ότι οι κατηγορούμενες 1 και 2, σε σχέση με την τρίτη και τέταρτη κατηγορία, διώκονται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, αφού η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι ότι τα πλαστά χαρτονομίσματα δεν κυκλοφόρησαν από τις ίδιες τις κατηγορούμενες 1 και 2 και ούτε οι κατηγορούμενες 1 και 2 τα παρουσίασαν στην τράπεζα για την ανταλλαγή τους με κυπριακά νομίσματα. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, η οποία πιο πάνω κρίθηκε αξιόπιστη, αναφέρεται σε παρουσίαση των πλαστών χαρτονομισμάτων (άρα κυκλοφορία τους) σε υπάλληλο της τράπεζας και προσπάθεια ανταλλαγής τους με κυπριακά νομίσματα (βλ. μαρτυρία του Μ.Κ.4) ότι έγιναν από τρίτο πρόσωπο συγκεκριμένα από αλλοδαπή γυναίκα επ΄ονόματι Fatmasari Hutagalunk (βλ. μαρτυρία του Μ.Κ.5). Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει ως εξής: Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείσχε στην διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα. (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για την διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον. (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη του αδικήματος. (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. ........... Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261, λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H Zakakioti (Disco) Ltd ν. Kalavas & Associates Ltd κ.α
(1999)2 ΑΑΔ 523). Στο σύγγραμμα Blackstones' Criminal Practice 2000 σελ. 70 παρα. Α.5.2 Β4.1 αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, (α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddart C.J στην υπόθεση Johnson v. Youden
(1950)1 K.B. 455 στην σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στην διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of am offence, he must at least Know the essential matters which constitute that offence»). Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Camble
(1959)1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθεια είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και την γνώση των περιστάσεων..» («. aiding and abetting is a crime that requires proof of means rea, that is to say of intention t aid as well as of knowledge of the circumstances»)» Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού, έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται στην Αγγλική νομολογία και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης.» Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με την συμμετοχή στην διάπραξη ποινικού αδικήματος, θεωρώ ότι η ύπαρξη γνώσης των κατηγορούμενων 1 και 2 ως προς την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων είναι ουσιώδης στοιχείο εφόσον αυτό αποτελεί και συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αφορούν οι κατηγορίες 2, 3 και 4 για να μπορέσει το δικαστήριο να καταλήξει θετικά ως προς την στοιχειοθέτηση των κατηγοριών από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής Το άρθρο 345 του Ποινικού Κώδικα, που αφορά το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας διαλαμβάνει ως εξής: « Όποιος χωρίς νόμιμη εξουσία η δικαιολογία της οποίας έχει το βάρος της απόδειξης, αγοράζει ή λαμβάνει από άλλο ή έχει στην κατοχή του πλαστογραφημένο τραπεζογραμμάτιο, συμπληρωμένο ή όχι, γνωρίζει ότι αυτό είναι πλαστογραφημένο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων » Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, το οποίο καταγράφεται πιο πάνω, ότι τα δύο χαρτονομίσματα που αποτελούν μέρους του τεκμηρίου 9 είναι πλαστογραφημένα δολάρια της Αμερικής. Αυτό το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί, είναι αν τα χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής (τεκμήριο 9), αποτελούν τραπεζογραμμάτια εν τη έννοια του νόμου. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου (βλ. άρθρο 4 του Κεφ. 154), τα τραπεζογραμμάτια περιλαμβάνονται στην έννοια «χρήματα», συγκεκριμένα το άρθρο 4 του Κεφ. 154 αναφέρει. «χρήματα» περιλαμβάνει χαρτονομίσματα, τραπεζογραμμάτια, τραπεζικές συναλλαγματικές, τραπεζικές επιταγές καθώς και κάθε άλλη επιταγή, ένταλμα ή παράκληση πληρωμής χρημάτων. Η λέξη τραπεζογραμμάτιο, στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη Β' Έκδοση σελ. 1786 ερμηνεύεται ως, χάρτινο νόμισμα που κυκλοφορεί η τράπεζα, το χαρτονόμισμα. Συνεπακόλουθα τα χαρτονομίσματα καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 345 του Ποινικού Κώδικα, και είναι πρόδηλο ότι τα δύο χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων (Τεκμήριο 9) είναι τραπεζογραμμάτια. Είναι γεγονός ότι τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη κατηγορούμενη δεν αρνούνται την κατοχή των δύο χαρτονομισμάτων (βλέπε σχετικά τις καταθέσεις τους τεκμήρια 3 και 17), αυτό το οποίο αρνούνται είναι ότι γνώριζαν της πλαστότητας αυτών. Σύμφωνα με την νομολογία η ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης δεν είναι κάτι που συνήθως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στις καταθέσεις τους οι δύο κατηγορούμενες, το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται πιο πάνω, δεν προβαίνουν σε καμία παραδοχή περί ύπαρξης γνώσης της πλαστότητας των δύο χαρτονομισμάτων και αυτή ήταν και η θέση τους μέχρι τέλους. Είναι γεγονός ότι και οι δύο κατηγορούμενες, ως αυτό προκύπτει από τις καταθέσεις τους, γνώριζαν ότι τα δύο συγκεκριμένα χαρτονομίσματα παρουσιάστηκαν σε τράπεζα στην χώρας τους την Ινδονησία αλλά δεν έγιναν αποδεκτά, σύμφωνα με την κατάθεση της δεύτερης κατηγορούμενης αυτό το πληροφορήθηκε από την πρώτη κατηγορούμενη και ως φαίνεται και από τον αδελφό της, ο οποίος επίσης κατάβαλε προσπάθειες ανταλλαγής τους, ενώ στην πρώτη κατηγορούμενη αναφέρθηκε από τον κουνιάδο της ότι υπήρχε πρόβλημα με τα διακόσια δολάρια που του άφησε για να της ανοίξει λογαριασμό σε τράπεζα στην χώρα της και ότι του είπαν να τα πάρει πίσω εκεί που τα βρήκε, αλλά δεν της ανάφερε ποιο ήταν το πρόβλημα και της είπε ότι ίσως επειδή να ήταν έκδοση του 1996. Δεν θεωρώ ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να οδηγήσουν το δικαστήριο σε εύρημα ύπαρξης γνώσης από μέρους των κατηγορούμενων 1 και 2 ως προς την πλαστότητα των δύο χαρτονομισμάτων, το γεγονός ότι και οι δύο πληροφορήθηκαν ότι δεν έγιναν αποδεκτά σε τράπεζα στην χώρα τους δεν οδηγεί στο μόνο συμπέρασμα ότι απόκτησαν γνώση για την πλαστότητα τους. Επί του προκειμένου, θεωρώ σημαντική και την μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος ερωτηθείς στην αντεξέταση του, αν μπορεί ένας πολίτης αν του δώσει κάποιος αυτά τα χαρτονομίσματα να αντιληφθεί ότι είναι πλαστά, απάντησε ότι αυτό εξαρτάται από τις γνώσεις που έχει κάποιος στα θέματα πλαστών χαρτονομισμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να φανερώνει την ύπαρξη τέτοιου είδους γνώσεων από μέρους των κατηγορούμενων 1 και 2, οι οποίες ήταν και οι δύο οικιακή βοηθοί. Ο μάρτυρας αυτός δεν ανάφερε ότι η ποιότητα τους ήταν τόσο κακή, ώστε ο καθένας θα μπορούσε να ξεχωρίσει αυτά ως πλαστά. Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την ύπαρξη γνώσης της πλαστότητας των χαρτονομισμάτων από τις κατηγορούμενες 1 και 2 και συνεπακόλουθα τις κατηγορίες 2, 3 και 4. Συνεπεία των πιο πάνω οι κατηγορούμενες 1 και 2 αθωώνονται σε όλες τις κατηγορίες. Αναφορικά με το ζήτημα τα καθυστέρησης που θίχτηκε από τον συνήγορο των κατηγορούμενων 1 και 2 ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, η ενασχόληση θα παρουσίαζε μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον και ως εκ τούτου δεν θεωρώ σκόπιμη την ενασχόληση με αυτό. Τα έξοδα της διαδικασίας εκ 159 ευρώ να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο