Αστυνομίας ν. Ηλίας Ευσταθίου, Αρ. Υπόθεση 543/2003, 23.4.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B28 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κoυνίδου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεση 543/2003 Μεταξύ: Αστυνομίας -και- Ηλίας Ευσταθίου ------------------------------ Ημερομηνία: 23.4.2008 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Ξενοφώντος Για τον 1 κατηγορούμενο: κ. Μ. Πιερή ------------------------------ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 27 κατηγορίες που αφορούν τα ακόλουθα αδικήματα: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η, 10η και 19η κατηγορία), συνωμοσία προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 του Κεφ. 154 (2η, 11η και 20η κατηγορία), εξασφάλιση πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 305 και 20 του Κεφ. 154 και Ν. 43/74(3η, 12η και 21η κατηγορία), παραποίηση μητρώου ή αρχείου από Δημόσιο Λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 347 του Κεφ. 154 (4η, 13η και 22η κατηγορία), διαφθορά δημοσίου υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 3(α)(β)(γ) του Κεφ. 161 Ν.43/74και άρθρο 20 του Κεφ. 154 (5η ,14η και 23η κατηγορία), δεκασμός δημοσίου υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 100 και 20 του Κεφ. 154 και Ν.43/74(6η, 15η, και 24η κατηγορία), καταρτισμός εγγράφων άνευ εξουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 343(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (7η,16η και 25η κατηγορία), κυκλοφορία εγγράφων άνευ εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 343(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (8η, 17η και 26η κατηγορία) και κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο υπάλληλο κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 (9η, 18η, και 27η κατηγορία). Τα αδικήματα, των κατηγοριών 1 μέχρι και 18 και 23 σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων διαπράχθηκαν κατά τον Ιούλιο του 2002 και τα αδικήματα των κατηγοριών 19 μέχρι και 22 και 24 μέχρι και 27 μεταξύ των μηνών Μαρτίου και Απριλίου
- Η συνήγορος του κατηγορούμενου πριν από την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, προδικαστικά ζήτησε να εξεταστεί ζήτημα υπέρμετρης καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης, με συνέπεια να στερείται ο κατηγορούμενος του Συνταγματικού κατοχυρωμένου δικαιώματος του για να δικαστεί εντός εύλογου χρόνου. Η κα Σάββα με την σειρά της, και με αναφορά στο άρθρο 30 του Συντάγματος υπέβαλε ότι το λόγω άρθρο δεν καθιερώνει παραγραφή και το Δικαστήριο για να εξετάσει το ζήτημα του χρόνου θα λάβει υπόψη του τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης, το πολύπλοκο της υπόθεσης την συμπεριφορά του αιτούντος την στάση των αρχών και την σημασία για του αιτούντα. Υπέβαλε ότι ο χρόνος που έχει διαρρεύσει δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου
- 2 του Συντάγματος, σε περίπτωση όμως που το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει παραβίαση του εν λόγω άρθρου αυτό δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε απαλλαγή του κατηγορούμενου αλλά δύναται να προσμετρήσει προς όφελος τους ως προς το είδος και ύψος της ποινής Προς υποστήριξη των ανωτέρω θέσεών τους οι συνήγοροι αμφοτέρων των πλευρών, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες παρέπεμψαν το Δικαστήριο και οι οποίες, κατά την άποψή τους, θεμελιώνουν την ορθότητα των εισηγήσεών τους. Για την έκδοση της παρούσας απόφασής μου, έχω λάβει υπόψη μου, τα όσα εισηγήθηκαν κατά τις αγορεύσεις τους, οι συνήγοροι και έχω μελετήσει επισταμένα τη Νομολογία, στην οποία με παρέπεμψαν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και παράλληλα οριοθετεί τα όρια μέσα στα οποία ασκείται η δικαστική εξουσία και, κατ΄ επέκταση, διασφαλίζεται η πιο πάνω συνταγματική επιταγή. Το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, είναι όμοιο με το δικαίωμα που κατοχυρώνεται με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Aνθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με τον Νόμο 39/62 και προνοεί ότι: «Έκαστος κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρέαστου δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυόμενου δια νόμου». Η σχετική διασφάλιση σκοπό έχει να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες δυνατό να θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. V. France
(1990)12 E.H.R.R. 74). Στις ποινικές υποθέσεις εξυπηρετεί ακόμη ένα σκοπό. Προστατεύει τα άτομα από μια μακρά κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη τους ( Stogmuller v. Austria (1979-80) 1 E.H.R.R. 155). Στο σύγγραμμα του κ. Λοΐζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» στη σελ. 188, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: «... Κρίθηκε ότι η υπερβολική καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά σημαντικό κίνδυνο, ειδικά προς το σεβασμό του κράτους δικαίου. Το Σύνταγμα καθιστά τη διασφάλιση ακριβοδίκαιης δίκης ευθύνη του δικαστηρίου» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χ. Καψού
(2004)2 ΑΑΔ 127, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το σκοπό της συνταγματικής πρόνοιας για διάγνωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορούμενου εντός εύλογου χρόνου: «Είναι προφανής ο σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας. Είναι η προστασία του κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης». Στην απόφαση του Εφετείου Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294 κρίθηκε, ότι διάγνωση της ευθύνης διαδίκου έξω από τα συνταγματικά θέσμια που ορίζει το άρθρο 30.2 αποτελεί εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια και καθιστά την διαδικασία άκυρη (βλ. επίσης Rsaras and Another v. Republic
(1987)2 CLR 131) Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία επί του προκειμένου είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 ΑΑΔ 233 λέχθηκαν τα εξής: Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος. Στην Σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris και Leo Zwack, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γ. Αμίτση και Τσατσαρέλη διαβάζουμε τα ακόλουθα σε ελληνική μετάφραση: «Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα υπεισέρχονται, όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: 1. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης. 2. την σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα 3. την συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα και 4. την στάση των διοικητικών και δικαστικών αρχών (βλ. επίσης υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203) Στην ανάλυση που ακολουθεί, και σε αναφορά με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επισημαίνεται πως αυτή σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων ή παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετώνται στην ίδια υπόθεση, η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται πως εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Η συμπεριφορά δε αυτού που επικαλείται το δικαίωμα, εδώ του εφεσίβλητου, μη συνεργασίας ή κωλυσιεργίας λαμβάνεται επίσης υπόψη. Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στις εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (Νο 13), αναφορικά με το άρθρο 6 της Σύμβασης, όπου γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, στις οποίες η επίμαχη χρονική περίοδος κρίθηκε εύλογη ή μη ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά στην κάθε υπόθεση». Η πολυπλοκότητα μπορεί να οφείλεται στον αριθμό των κατηγοριών και των κατηγορούμενων (βλ. Ringeisen v. Austria (No.2)
(1971)1 E.H.R.R. 455) στην ανάγκη εξασφάλισης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. Wemhoff ν. FRG A7
(1968)και στον όγκο της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί ( βλ. Eckle ν. Germany
(1982)51 EHRR). Στην υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω) επισημάνθηκε, ότι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και η σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετούνται στην ίδια υπόθεση και η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ο αριθμός των κατηγορούμενων και η φύση των κατηγοριών μπορεί να δικαιολογήσει καθυστέρηση στη συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δόλου, πλαστογραφίας εγγράφων, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και συνωμοσία για τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Στην υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω) καταγράφεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των D.J. Harris M. O' Boyle και C. Warbrick Law of the European Convention of Human Rights»: « Το εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο σε ποινικές όσο και σε μη ποινικές υποθέσεις εξαρτάται από το ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο χρονικό διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι η εξέταση του κάθε παράγοντα ξεχωριστά και μετά ο υπολογισμός των σωρευτικών τους επιπτώσεων. Μονολότι, κάποιες περιπτώσεις καθυστέρησης που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να φαίνονται εύλογες, δυνατόν να μην κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε δόγμα αξιολόγησης του χρόνου, τουλάχιστον, ρητά όταν υπολογίζεται το εύλογο του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απλά προβαίνει στην δική του αξιολόγηση για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Όταν δε το κάνει αυτό μπορεί να έχει υπόψη του ότι το άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια επίσπευση, η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της δικαιοσύνης». Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων στην υπόθεση Attorney General's Reference (No2/01) η οποία δημοσιεύθηκε στους Times Law Reports. Αποφασίστηκε, πως ποινική διαδικασία δυνατόν να ανασταλεί για το λόγο, ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης κατηγορούμενου εντός εύλογου χρόνου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο, εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης ή για κάποιο λόγο που είναι πειστικός θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands
(1995)19 EHRB 477, σημειώθηκε πλήρης αδράνεια δεκαπέντε μηνών στην ακροαματική διαδικασία που οφειλόταν στη καθυστέρηση διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης από το Εφετείο στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι η πλήρης αδράνεια στην προώθηση της υπόθεσης, για την οποία καμία δικαιολογία δεν είχε δοθεί, παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου. Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, ο Δικαστής κ.Πικής, όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας την νομολογία του Ευρωπαικού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου, για το εύλογο του χρόνου, στην σελ. 22, ανέφερε τα εξής: « Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορούμενου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης. η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του Αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica
(1985)2 All ER 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαικής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείες είναι οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι σύμφωνα με τις αρχές του κοινού δικαίου τα Δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορούμενου» Στην υπόθεση Ζήνωνος ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 71, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε, ότι ο λόγος της καθυστέρησης της καταχώρησης ποινικής υπόθεσης οφειλόταν στον πολύπλοκο χαρακτήρα του κατηγορητήριου, που περιλάμβανε 55 κατηγορίες εναντίον 2 κατηγορούμενων και οι οποίες περιλάμβαναν κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφων, κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και συνωμοσία και ότι η ποινική ευθύνη εφεσείοντος διαπιστώθηκε μέσα σε χρονικό διάστημα 2 χρονών και 7, κατέλεξε στο συμπέρασμα, ότι η καθυστέρηση δεν ήταν υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση της διεκπεραίωσης μιας ποινικής υπόθεσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Αν και ένας κατηγορούμενος δεν έχει την υποχρέωση να «συνεργαστεί ενεργητικά με τις δικαστικές εξουσίες» το κράτος δεν φέρει καμία ευθύνη για καθυστέρηση, η οποία σημειώνεται όταν ο κατηγορούμενος αρνείται να διορίσει δικηγόρο (βλ. Corigliano v. Italy A57
(1982)ή ξεφεύγει από τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου ή εξαφανίζεται ενόσω εκκρεμεί εναντίον του η εκδίκαση της υπόθεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση το χρονικό διάστημα που διαρρέει δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προς όφελος του στον καθορισμό του εύλογου χρόνου. Όσον αφορά τη συμπεριφορά των δικαστικών οργάνων πρέπει να λεχθεί ότι η εκδίκαση ποινικών υποθέσεων απαιτεί την όσο το δυνατό συντομότερη διεκπεραίωση τους. Στην υπόθεση Abdoella v. The Netherlands
(1995)20 EHRR 585, στην οποία είχε σημειωθεί καθυστέρηση 4 ½ χρονών από την σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την συμπλήρωση της τελευταίας έφεσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι υπήρξε παραβίαση της επιταγής του εύλογου χρόνου. Για σκοπούς εξέτασης του πιο πάνω αναφερόμενου ζητήματος, είναι ορθό όπως γίνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης. Όπως αρχικά έχει αναφερθεί, τα αδικήματα των κατηγοριών 1 μέχρι και 18 και 23 σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων διαπράχθηκαν κατά τον Ιούλιο του 2002 και τα αδικήματα των κατηγοριών 19 μέχρι και 22 και 24 μέχρι και 27 μεταξύ των μηνών Μαρτίου και Απριλίου
- Επίσης σημειώνεται ότι η ακρόαση της υπόθεσης μέχρι σήμερα δεν έχει αρχίσει και έχουν ήδη παρέλθει 6 χρόνια από τον χρόνο διάπραξης των κατ΄ ισχυρισμό αδικημάτων και 5 χρόνια και 3 μήνες (σχεδόν) από την καταχώρηση της υπόθεσης. Αρχικά σημειώνεται ότι το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 30.1.2003, ήτοι 8 μήνες μετά την διάπραξη των αδικημάτων οπόταν δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο διαρρεύσαν αυτός χρόνος, αντικειμενικά ότι αποτελεί καθυστέρηση, λαμβάνοντας υπόψη και την φύση των αδικημάτων, τον αριθμό τους αλλά και την πολυπλοκότητα που φαίνεται να παρουσιάζει η υπόθεση, γεγονός το οποίο επίσης προκύπτει από την φύση και των αριθμό των κατηγοριών. Έπεται εν συνεχεία το ιστορικό της υπόθεσης, μετά την καταχώρηση της. Στις 6.3.2003, ημερομηνία πρώτης εμφάνισης, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 12.5.
- Στις 12.5.2003 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 11.11.
- Στις 11.11.2003 αναβλήθηκε, λόγω αιτήματος της υπεράσπισης και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση την 18.6.2004, επίσης αίτημα για αναβολή της ακρόασης υπέβαλε η υπεράσπιση στις 18.6.2004 και η υπόθεση αναβλήθηκε για ακρόαση την 17.11.
- Στις 17.11.2004 αίτημα για αναβολή της ακρόασης υπέβαλε η Κατηγορούσα Αρχή λόγω του ότι ο φάκελος της υπόθεσης βρισκόταν στην νομική υπηρεσία και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση την 24.2.
- Η υπεράσπιση ζήτησε αναβολή της ακρόασης και στις 24.2.2005 και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 25.5.2005, το ίδιο έγινε και τις 25.5.2005 και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 13.9.
- Στις 13.9.1005 το αίτημα ήταν κοινό και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για τις 11.11.
- Στις 11.11.2005 το αίτημα για αναβολή της ακρόασης, προήλθε από την υπεράσπιση και αφού εγκρίθηκε η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 27.1.
- Στις 27.1.2006 το αίτημα για αναβολή της ακρόαση ήταν κοινό, αφού εγκρίθηκε ορίστηκε ξανά στις 18.4.
- Στις 18.4.2006 αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και επαναορίστηκε στις 17.7.2006 στις 17.7.2006 αναβλήθηκε γιατί η κατηγορούσα Αρχή δεν είχε τους μάρτυρες της και ορίστηκε στις 8.11.
- Στις 8.11.2008 η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε αναβολή γιατί εκκρεμούσε έφεση στην υπόθεση 8762/2002 και στην οποία υπήρχαν τεκμήρια που θα χρησιμοποιούντο και στην παρούσα υπόθεση και ορίστηκε εκ νέου ορίστηκε στις 18.1.
- Στις 18.1.2007 ζήτησε αναβολή η υπεράσπιση γιατί εκκρεμούσαν και άλλες υποθέσεις για τον κατηγορούμενο και επίσης αναμένετο απόφαση του Εφετείο στην υπόθεση 8762/2002, η υπόθεση ορίστηκε ξανά στις 22.5.
- Στις 22.5.2007 πάλι η υπεράσπιση ζήτησε αναβολή και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 14.9.2007, στις 14.9.2007 το αίτημα επίσης προήλθε από την υπεράσπιση και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για τις 20.11.
- Στις 20.11.2007 το Δικαστήριο ενώπιον του οποίο είχε τεθεί η υπόθεση με βάση το πρόγραμμα του Δικαστηρίου εξαιρέθηκε της εκδίκασης της παρούσας, για τους λόγους που εξηγούνται στο πρακτικό ημερομηνίας 20.11.2007 και η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου. Αρχικά υπήρξε προδικαστική ένσταση, από την υπεράσπιση αναφορικά με το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, το οποίο εν τέλει αποσύρθηκε και ακολούθως εγέρθηκε το ζήτημα της καθυστέρησης. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι σε αρκετές περιπτώσεις η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε μετά από αίτημα της πλευράς της υπεράσπισης δηλαδή και η συμπεριφορά του κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων, συνέτεινε στην καθυστέρηση της υπόθεσης. Σύμφωνα με την νομολογία καθυστέρηση η οποία οφείλεται αποκλειστικά στον κατηγορούμενο και προκαλείται από αυτόν δεν προσμετρά στον καθορισμό τους εύλογου χρόνου διεξαγωγής της δίκης (βλ. Σταμάτη Νικολαίδη ν. Αστυνομίας
(1999)1 ΑΑΔ 1964) Το ζήτημα που πολύπλοκου της υπόθεσης, θα μπορούσε να εξεταστεί αφού διαπιστώνετο καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης κάτι τέτοιο δεν παρατηρείται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η υπόθεση καταχωρήθηκε σε χρόνο που αντικειμενικά δεν μπορεί να κριθεί ως υπέρμετρος. Η πολυπλοκότητα της επίσης θα μπορούσε να διαπιστωθεί από την στιγμή έναρξης και ολοκλήρωσης της υπόθεσης, που στην προκειμένη περίπτωση εφόσον δεν άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο χρόνος αυτός συντέλεσε στην καθυστέρηση της εκδίκασης της λόγω του πολύπλοκου της υπόθεσης. Συντέλεσαν όμως στην καθυστέρηση άλλα γεγονότα, όπως η καταχώρηση άλλων υποθέσεων εναντίον του ίδιου κατηγορούμενου, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση που τα τεκμήρια της υπόθεσης είχαν κατατεθεί σε άλλη υπόθεση στην οποία αναμέτο το αποτέλεσμα της Έφεσης. Η όλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην παρούσα υπόθεση προέρχεται, εξαιρουμένων δύο περιπτώσεων, που αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, από την πλευρά του κατηγορούμενου και της κατηγορούσας αρχής. Παρόλα αυτά η διασφάλιση της συνταγματικής τάξης, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2, αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου και η διεξαγωγή της δίκης υπόκειται στον έλεγχο του εκδικάζοντας δικαστηρίου, αρχή, η οποία συνάδει με την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 405 και Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 ΑΑΔ 1068). Στην υπόθεση Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 100 η ακροαματική διαδικασία συμπληρώθηκε 6 χρόνια μετά την καταγγελία και 5 χρόνια από την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η πιο πάνω καθυστέρηση συνιστούσε εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αρνήθηκε να διατάξει επανεκδίκαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ευσταθίου (πιο πάνω) υποδεικνύεται, ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30.2 καθιστά την διαδικασία άκυρη στην ολότητα της (βλ. Paporis ν. National Bank
(1986)1 CLR 578, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Χασσάν ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 78 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)1 ΑΑΔ 84, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). Στην υπόθεση Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 ΑΑΔ 512 λέχθηκε, ότι παραβίαση του άνω δικαιώματος «καθιστά το έργο της δικαιοσύνης ατελέσφορο και την απόφαση άκυρη». Στην Αίτηση Ευθύβουλου Λιασίδη
(1999)1 ΑΑΔ 2319 επαναλαμβάνεται, ότι η δίκη καθίσταται άδικη, αν η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου διαπιστωθεί έξω από τα θέσμια της δίκαιης δίκης ή κατ΄αντίθεση προς τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορούμενο, που εξασφαλίζονται από τα άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος. Στην Καψού (πιο πάνω), υιοθετήθηκε έμμεσα η πορεία ανακοπής υπόθεσης εφόσον διαπιστώνεται, παράβαση συνταγματικού δικαιώματος. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσει αναφορικά με την καθυστέρηση, η οποία οφείλεται και στην υπεράσπιση, απομένει το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση εκκρεμεί εναντίον του κατηγορούμενου πέραν τον 5 ετών και δεν έχει ακόμη αρχίσει η ακρόαση της. Αντικειμενικά ο χρόνος που διέρρευσε δεν μπορεί παρά να κριθεί ως αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και, κατά συνέπεια, παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του Κατηγορούμενου για δίκη εντός εύλογου χρόνου, ακόμη και κάτω από αυτές τις περιστάσεις. Προσέτι δε σε περίπτωση που λάβει χώρα η δίκη, αυτή δεν θα ήταν δίκη εντός εύλογου χρόνου. Χωρίς να παραγνωρίζω και την θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής όπως αυτή καλύπτεται από την υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω), στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «.. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλη θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές.» Δεν μπορώ να παραγνωρίσω επίσης και το γεγονός ότι σε περίπτωση που λάβει χώρα η δίκη, αυτή δεν θα ήταν δίκη εντός εύλογου χρόνου και οιοσδήποτε χρόνος προστεθεί στην διαδικασία, άγνωστος μεν, αλλά κάποιας διαρκείας δεν θα είχε άλλο αποτέλεσμα παρά την συνεχή καταστρατήγηση του συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορούμενου κάτω από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω η κατάληξη μου είναι ότι η διαδικασία είναι άκυρη και θα έπρεπε ανακοπεί. Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται των κατηγοριών. (Υπ.) ................................... Κ. Κουνίδου , Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο