Δημοκρατία ν. Αρέστης Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12186/07, 6 Μαίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2008:4 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Α.Ε.Δ. Μ. Ματθαίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12186/07 Δημοκρατία Κατηγορούσα Αρχή v.
- Αρέστης Γεωργίου
- Λάζαρος Γεωργίου
- Charlotte Kattey Louise McNee Κατηγορουμένων -------------------------- Ημερομηνία: 6 Μαίου 2008 Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χ"Κύρου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Χρ. Χριστάκη Για την Κατηγορουμένη 3: κ. Λ. Μαυρίκιος με την κα Κρ. Μαυρικίου Κατηγορούμενοι παρόντες --------------------------- Για σκοπούς μετάφρασης από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα ορκίζεται ο κ. Θεοδόσης Καραμανής -------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Το κατηγορητήριο διατυπώνεται εναντίον και των τριών κατηγορουμένων ως εξής: Στη πρώτη κατηγορία (της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος) ότι οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ημερομηνιών 1.9.2007 και 30.11.2007 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν το κακούργημα που περιγράφεται στην κατηγορία 2 κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Στη δεύτερη κατηγορία (παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β) ότι οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 την 30η Νοεμβρίου του 2007 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, ήτοι 686.5 γραμμάρια φυτικής ύλης από φυτό κάνναβης από το οποίο δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς άδεια του Υπουργείου Υγείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2)Πρώτος Πίνακας ΙΙ, 30, 31, 31Α και τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83 20
(1)/92 και ΚΔΠ81/95, 4/96 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Στη τρίτη κατηγορία ότι οι ίδιοι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 2η κατηγορία, είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως, Β ήτοι φυτική ύλη βάρους 686.5 γραμμάρια από φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 πρώτος πίνακας, Μέρος ΙΙ, 5
(1)(β), 6
(1)
(3), 30, 31, 31Α και τρίτος πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83 και 20
(1)/92. Η τέταρτη κατηγορία αφορά μόνο τον κατηγορούμενο 1 ότι σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 2007 έκαμε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β ήτοι κάπνισε κάνναβη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(α), Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30, 31 και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83, 20
(1)/92 και ΚΔΠ 81/95 και 4/
- Θα παραθέσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία ενσωματώνοντας παράλληλα και τα παραδεκτά γεγονότα με χρονολογική σειρά: Περί τα μέσα Νοεμβρίου 2007 λήφθηκε πληροφορία από τον αστυφύλακα 3299 Αμβρόσιο (Σάκη) Γεωργίου (Μ.Κ. 3) στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών στο κλιμάκιο Πάφου ότι τρία άτομα, πατέρας και οι δύο γιοί του οι οποίοι διαμένουν στην οδό Θάλειας 13 στα Κονιά Πάφου θα προέβαιναν σε διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών στην Πάφο. Η εν λόγω οικία τέθηκε υπό διακριτική και περιστασιακή παρακολούθηση από τον ίδιο τον Μ.Κ. 3 και τον αστυφ. 2968 Σταύρο Αντωνίου (Μ.Κ. 5). Διαπιστώθηκε από τους εν λόγω αστυφύλακες ότι τα τρία αυτά πρόσωπα ήταν ο Λάζαρος Γεωργίου (κατηγορούμενος 2 και πατέρας του κατηγορούμενου 1), Αρέστης Γεωργίου (κατηγορούμενος 1) και Γιώργης Γεωργίου (γιος του κατηγορούμενου 2) και πως αυτοί διακινούνταν με τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΗΜΗ 087, KKV 319 και ΚΜΕ
- Το όχημα ΚΜΕ 030 ανήκε στο Γιώργη Γεωργίου, το ΚΚV 313 ήταν ιδιοκτησία της Ελένης Γεωργίου μητέρας του Γ. Γεωργίου και το όχημα ΗΜΗ 087 είχε ως εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη άσχετο με τους κατηγορούμενους πρόσωπο τον ειδικό αστυφύλακα Νικόλα Χριστοφή. Αποτελεί αποδεκτό γεγονός στην υπόθεση ότι το εν λόγω όχημα πωλήθηκε από τον Χριστοφή στην εταιρεία Χαράλαμπου Πηλακούτα στην Πάφο όπου διευθυντής πωλήσεων ήταν ο Ανδρέας Αντωνίου στις 10.2.2005 και την ίδια ημέρα το εν λόγω όχημα παραδόθηκε στο διευθυντή της εταιρείας και επίσης υπεγράφη έντυπο μεταβίβασης με κενά τα στοιχεία του αγοραστή. Αποτελεί επίσης αποδεκτό γεγονός ότι τον Μάιο του 2005 το εν λόγω όχημα πωλήθηκε στον κατηγορούμενο
- Όταν παραδόθηκε το όχημα στην εταιρεία πλύθηκε και καθαρίστηκε και δεν υπήρχαν εντός του οχήματος ναρκωτικά. Δεν υπήρχαν επίσης εντός του οχήματος ναρκωτικά ούτε κατά τον χρόνο παράδοσης του αυτοκινήτου στον κατηγορούμενο
- Στις 30.11.07 ο Μ.Κ. 3 έλαβε εκ νέου πληροφορία ότι τα πιο πάνω πρόσωπα θα μετέβαιναν σε άγνωστο χώρο για να παραλάβουν από άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών. Τέθηκε εκ νέου υπό διακριτική παρακολούθηση η εν λόγω οικία από τους αστυφ. 1478 Σωκράτη Σταύρου (Μ.Κ. 4), αστυφ. 2968 Σταύρο Αντωνίου (Μ.Κ. 5) και αστυφ. 3299 Αμβρόσιο Γεωργίου (Μ.Κ. 3). Να σημειωθεί ότι μόνο ο Μ.Κ. 3 βρισκόταν σε σημείο οπτικής επαφής με την οικία. Γύρω στις 16:45 της ίδιας ημέρας ο Μ.Κ. 3 είδε δύο άνδρες συνοδευμένους από άγνωστη γυναίκα να εξέρχονται από την οικία και να εισέρχονται εντός των οχημάτων KKV 319 και ΗΜΗ
- Τα δύο οχήματα κατευθύνθηκαν και κινήθηκαν στην Λεωφόρο Μεσόγης όπου σε κάποιο σημείο επισκέφθηκαν το πρατήριο βενζίνης Esso. Ακολούθως εισήλθαν εκ νέου στην Λεωφόρο Μεσόγης και πήραν κατεύθυνση προς Πόλη Χρυσοχούς. Το όχημα KKV 319 το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος 2 προπορευόταν και ακολουθούσε το όχημα ΗΜΗ 087 το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 και είχε ως συνοδηγό την κατηγορούμενη
- Τότε ο Μ.Κ. 3 ενημέρωσε τηλεφωνικώς τους αστυφ. 2968 και 1478 (Μ.Κ. 5 και 4) οι οποίοι βρίσκονταν στην περιοχή και οδηγούσαν δύο διαφορετικά οχήματα και καθοδηγούμενοι από τον ίδιο ακολούθησαν τα οχήματα των υπόπτων όπως έκανε και ο Μ.Κ. 3 με σκοπό την διακριτική τους παρακολούθηση. Τα οχήματα των τριών αστυφυλάκων βρίσκονταν κατά χρονικά διαστήματα σε απόσταση μεταξύ τους και υπήρχε συνεχής τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των τριών μελών της ΥΚΑΝ. Τα οχήματα των δύο κατηγορουμένων πέρασαν έξω από το χωριό Τσάδα κατευθύνθηκαν προς το χωριό Στρουμπί όπου αφού πέρασαν εντός του χωριού στην έξοδο και πριν από την συμβολή με τον δρόμο που οδηγεί προς τον Κάθηκα έστριψαν αριστερά σε κούγκρινο δρόμο, παρέμειναν εκεί για μερικά λεπτά και αφού έκαναν επαναστροφή εισήλθαν και πάλι στον δρόμο που οδηγεί προς την Πόλη Χρυσοχούς. Η σειρά που ακολουθείτο ήταν η ίδια. Αφού πέρασαν από το χωριό Γιόλου κατευθύνθηκαν προς το χωριό Σκούλι. Προτού εισέλθουν εντός του χωριού Σκούλι και τα δύο οχήματα έκαναν επαναστροφή με πορεία προς την Πάφο όπου τους ακολουθούσε ο Μ.Κ. 3, ο οποίος παρέμεινε λίγο πιο πίσω. Προχώρησαν ευθεία για λίγο και έστριψαν δεξιά στο δρόμο που οδηγά στο χωριό Κάθηκας. Ακολούθησαν την πορεία προς το χωριό Δρούσια και πριν φθάσουν στη Δρούσια έστριψαν δεξιά προς το χωριό Κρήτου Τέρα. Προτού εισέλθουν στο χωριό έκαναν και πάλι επαναστροφή και σταμάτησαν στο δρόμο με τα φώτα και την μηχανή σε λειτουργία. Ο Μ. Κ. 4 αστυφ. 1478 Σ. Σταύρου κατευθύνθηκε από παρακείμενο χωματόδρομο σε ύψωμα από όπου έλεγχε το σημείο όπου βρίσκονταν σταματημένα τα οχήματα των δύο υπόπτων. Μετά πάροδο 15 λεπτών ήλθε στο μέρος διπλοκάμπινο όχημα το οποίο αφού σταμάτησε πρώτα κοντά στο όχημα KKV 319 προχώρησε ελάχιστο και σταμάτησε και ακολούθως εξήλθε από αυτό ένα άτομο το οποίο κατευθύνθηκε προς το όχημα ΗΜΗ 087 του οποίου εξήλθε ο οδηγός του και συναντήθηκαν με τον άγνωστο, είχαν συνομιλία περίπου για ένα λεπτό και ακολούθως επέστρεψαν στα οχήματα τους. Στη συνέχεια τα τρία οχήματα ακολούθησαν διαφορετικές πορείες. Τα μεν οχήματα ΚΚV 319 και ΗΜΗ 087 με το KKV 319 να προπορεύεται ακολούθησαν πορεία προς τον δρόμο Κάθηκα-Πόλης Χρυσοχούς και το άγνωστο διπλοκάμπινο προς το χωριό Κρήτου Τέρα. Ο Μ.Κ. 4 προσπάθησε να ακολουθήσει την πορεία του άγνωστου οχήματος αλλά δεν κατέστη δυνατό ένεκα του ότι το διπλοκάμπινο κατάφερε να διαφύγει από τους στενούς δρόμους του χωριού. Ο αστυφ. 2968 Στ. Αντωνίου (Μ.Κ. 5) μετά από ενημέρωση του από τον Μ.Κ. 4 ότι τα οχήματα των υπόπτων είχαν ξεκινήσει, τα είδε να κατευθύνονται προς το χωριό Κάθηκα, Στρουμπί και ακολούθως προς Πάφο. Ο Μ.Κ. 3, αφού είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Μ.Κ. 5 ο οποίος του ανάφερε ότι τα οχήματα των υπόπτων είχαν ξεκινήσει εκ νέου, ξεκίνησε και ο ίδιος και εντόπισε τα δύο οχήματα να κινούνται με κατεύθυνση τα χωρία Κάθηκας-Στρουμπί. Αφού έφθασαν στο αλτ έστριψαν δεξιά στο δρόμο Στρουμπί-Τσάδα με κατεύθυνση τη Τσάδα. Ακολούθησαν ευθεία πορεία όπου σε κάποιο σημείο του δρόμου μετά την Τσάδα παρά το περίπτερο "Κλίμακα" ανακόπηκαν από μέλη της ΥΚΑΝ όταν δόθηκε σχετική προς τούτο οδηγία του αστυφ. 3437 Άριστου Αριστοτέλους (Μ.Κ. 2) μετά από συνεννόηση με τον Υπεύθυνο της ΥΚΑΝ. Σύμφωνα με την κατάθεση του Μ.Κ. 2, εξεταστή της υπόθεσης, στις 30.11.2007 και περί ώρα 16.55 οργανώθηκε επιχείρηση με σκοπό τη σύλληψη των υπόπτων. Ο ίδιος μαζί με τον αστυφ. 3326 και τον αστυφ. 2712 μετέβηκαν στο περίπτερο με την ονομασία Κλίμακα παρά το χωριό Τσάδα προς ανακοπή των οχημάτων των υπόπτων. Μαζί τους βρίσκονταν οι αστυφ. 2459 Θεόδωρος (Δώρος) Νικολάου (Μ.Κ. 6) και ο αστυφ. 2482 με άλλο υπηρεσιακό όχημα. Περί ώρα 18.10 ο ίδιος οδηγώντας υπηρεσιακό όχημα και θέτοντας τον υπηρεσιακό φάρο σε λειτουργία μαζί με το υπηρεσιακό όχημα που οδηγούσε ο αστυφ. 2459 Νικολάου (Μ.Κ. 6) ανέκοψαν τον δρόμο. Τότε ο Μ.Κ. 2 είδε τα δύο οχήματα των υπόπτων να σταματούν σε απόσταση 10 με 15 μέτρων από το σημείο της ανακοπής με πρώτο το όχημα KKV 319 και δεύτερο το όχημα ΗΜΗ
- Τόσο ο ίδιος όσο και άλλα μέλη της ΥΚΑΝ που βρίσκονταν στο μέρος φορούσαν τα υπηρεσιακά τους γιλέκα και καπέλα. Κατά την ανακοπή των οχημάτων ο Μ.Κ. 2 μαζί με τον αστυφ. 2459 (Μ.Κ. 6) πλησίασε το όχημα του πρώτου κατηγορούμενου όπου και υπέδειξε στους επιβαίνοντες του οχήματος την αστυνομική του ταυτότητα. Τότε ο κατηγορούμενος 1 επιχείρησε να διαφύγει οδηγώντας το όχημα του δεξιά σύμφωνα με την πορεία του. Στην προσπάθεια των Μ.Κ. 2 και 6 να διαφύγουν τον κίνδυνο εκ του οχήματος του κατηγορούμενου 1 ο Μ.Κ. 6 κτύπησε το πισινό γυαλί του οχήματος με φανάρι και το γυαλί θρυμματίστηκε. Ακολούθως παρεμπόδισαν τον κατηγορούμενο 1 από του να διαφύγει και ανακόπηκε το όχημα του. Ο Μ.Κ. 2 ανάφερε στον κατηγορούμενο 1 τις υπόνοιες εναντίον του και του ζήτησε να ερευνήσει το όχημα του αλλά αυτός αρνήθηκε οπότε τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και δεν απάντησε οτιδήποτε. Του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και ακολούθως αυτός προέβαλε αντίσταση στη σύλληψη και χρησιμοποιήθηκε η ανάλογη βία για να επιτευχθεί η σύλληψη. Ακολούθησε έρευνα από τον Μ.Κ. 2 στο όχημα του κατηγορούμενου 1 στην παρουσία του ιδίου και της συνοδηγού όπου η ώρα 18.12 βρήκε στο χαλάκι του οδηγού ανάμεσα στα πόδια του ένα νάιλον σακούλι χρώματος μπλέ (Τεκμήριο 4) εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (Τεκμήριο 5) το οποίο εκ πρώτης όψεως από τον τρόπο που ήταν συσκευασμένη φαινόταν ότι ήταν μέσα σε δεύτερο νάιλο σακούλι χρώματος πράσινου ενώ ακολούθως διαπιστώθηκε ότι ήταν το ίδιο σακούλι και ήταν διπλωμένο. Τα δύο Τεκμήρια υπεδείχθησαν στον κατηγορούμενο 1 και στην κατηγορούμενη 3 πληροφορώντας τους ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη είναι κάνναβη της οποίας η κατοχή και χρήση απαγορεύεται. Τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο και ο κατηγορούμενος 1 απάντησε "τι έκαμα;" Ενώ η κατηγορούμενη 3 απάντησε "I don't know anything". Στη συνέχεια συνέλαβε και την κοπέλα για αυτόφωρο αδίκημα, της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο δεν απάντησε οτιδήποτε. Η έρευνα συνεχίστηκε στην παρουσία των δύο κατηγορουμένων χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε άλλο. Κατά την ανακοπή, προς το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 2 προσέτρεξε ο αστυφ. 1833 Ι. Χριστοδούλου (Μ.Κ. 7), το όχημα του οποίου ανέκοψε επίσης τα οχήματα των κατηγορουμένων από πίσω. Αμέσως προστρέχοντας στο όχημα του κατηγορούμενου 2 του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και τον κάλεσε να κατεβεί από το όχημα του, αναφέροντας του επίσης την ιδιότητα του και την πρόθεση του να τον ερευνήσει. Κατά την προσπάθεια του Μ.Κ. 7 να τον υποβάλει σε σωματική έρευνα αυτός αντέδρασε και προσπάθησε να τον εμποδίσει. Αμέσως τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παρακώλησης οργάνου τηρήσεως της Τάξης κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του. Του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του απάντησε "δεν έκαμα τίποτε". Στην συνέχεια ακολούθησε έρευνα από τον Μ.Κ. 7 στο όχημα του με αριθμό εγγραφής KKV 319, όπου η ώρα 18.25 βρήκε στην θέση του οδηγού στο δάπεδο ένα σπρέι, χρώματος κόκκινο, στο οποίο αναγράφεται η λέξη Golden shield, Bodyguard TG 2510, το οποίο χρησιμοποιείται για να εκτοξεύει βλαβερά υγρά ή/και αέρια, του οποίου η κατοχή και η χρήση απαγορεύεται. Τον πληροφόρησε ότι η κατοχή τέτοιου οργάνου απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και του απάντησε "δούλευα Security". Στην συνέχεια η ώρα 18.35 στο πίσω μέρος του οχήματος, στο καπό, βρήκε ένα κομμάτι στέκας μπιλιάρδου, μήκους 88 εκατοστών, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ρόπαλο. Τον πληροφόρησε ότι η κατοχή τέτοιου οργάνου απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και του απάντησε "Δεν ήξερα ότι απαγορεύεται". Το σπρέι και η στέκκα παραδόθησαν από τον Μ.Κ. 7 στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού στις 3.12.2007 γιατί εκεί ανοίχθηκε φάκελος για την κατοχή των αντικειμένων αυτών. Μεταξύ των ωρών 18.30 μέχρι 18.40 ο αστυφ. 2543 Τρύφωνας Τρύφωνος (Μ.Κ. 1) στην παρουσία και καθ' υπόδειξη του αστυφ. 3437 Αριστοτέλους (Μ.Κ. 2) έλαβε εννέα φωτογραφίες σχετικά με την υπόθεση αυτή, στην παρουσία του εμφανίστηκε το φιλμ και από τα αναλλοίωτα αρνητικά που έχει στην κατοχή του έγιναν φωτογραφικές μεγεθύνσεις τις οποίες αρίθμησε από 1 μέχρι 9, τις έδεσε σε βιβλιάριο και έκανε αναλυτικό πίνακα τον οποίο ανάρτησε στο τέλος του βιβλιαρίου και αναφέρεται στην κάθε φωτογραφία (Τεκμήριο 2). Ακολούθως την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 18.55 μέχρι 19.00 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου όπου οδηγήθηκαν και οι τρεις κατηγορούμενοι ο Μ.Κ. 2 συσκεύασε και σφράγισε τη ξηρή φυτική ύλη εντός σακουλιού που βρήκε στο όχημα του κατηγορούμενου 1 (Τεκμήρια 4 και 5) στην παρουσία τους. Υπέγραψε την σφράγιση τόσο ο ίδιος όσο και οι τρεις κατηγορούμενοι αφού τους εξηγήθηκε η όλη διαδικασία. Η συσκευασία και σφράγιση των Τεκμηρίων έγινε χωρίς ο εξεταστής να προβεί σε περαιτέρω επεξεργασία των Τεκμηρίων. Το σφραγισμένο χάρτινο σακούλι με το περιεχόμενο του τοποθετήθηκε σε ηλεκτρονική ζυγαριά με ένδειξη ότι είχε μεικτό βάρος 824 γραμμάρια. Την ίδια ημέρα και ώρα 19.10 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου ο Μ.Κ. 2 έλαβε δύο παρειακά επιχρίσματα (Τεκμήριο 6) από τον κατηγορούμενο 1 κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων. Στη συνέχεια και περί ώρα 19.25 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου ο κατηγορούμενος 1 εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση την οποία έγραψε ο ίδιος μεταξύ των ωρών 19.30 μέχρι 20.25 στην παρουσία του αστυφ. (Μ.Κ. 2) 3437 και (Μ.Κ. 5) 2968 (Τεκμήριο 14). Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 21.20-23.30 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου ο Μ.Κ. 2 έλαβε ανακριτική κατάθεση σε μορφή ερωτοαπαντήσεων από τον κατηγορούμενο 2 στην αγγλική γλώσσα αφού προηγουμένως είχε ενημερωθεί για όλα τα δικαιώματα του για τα οποία αρνήθηκε επίσκεψη δικηγόρου και αφού του επεστήθει η προσοχή του στο νόμο. Στη συνέχεια και ώρα 23.35 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου ο Μ.Κ. 2 επανασυνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 με δικαστικό ένταλμα για όλα τα αδικήματα που προέκυψαν εναντίον του, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος 2 απάντησε στα ελληνικά "δεν έχω καμία σχέση με αυτά που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του Αρέστη". Ο Μ.Κ. 2 αστυφ. 3437 Αριστοτέλους επίσης κατέθεσε γραπτή κατηγορία του πρώτου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 9) του δεύτερου κατηγορούμενου, τόσο στην αγγλική γλώσσα όσο και την ελληνική της μετάφραση (Τεκμήρια 10Α και Β) την γραπτή κατηγορία της τρίτης κατηγορούμενης στην αγγλική γλώσσα και την ελληνική της μετάφραση (Τεκμήρια 11Α και Β), την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον δεύτερο κατηγορούμενο στην αγγλική γλώσσα και την ελληνική μετάφραση αυτής (Τεκμήριο 12Α και 12Β), το ένταλμα σύλληψης του δεύτερου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 13), το έγγραφο με τα δικαιώματα επικοινωνίας κατηγορουμένων που υπεγράφη από τον δεύτερο κατηγορούμενο στην παρουσία του ανακριτή (Τεκμήριο 15), το ίδιο έντυπο που υπεγράφη από τον πρώτο κατηγορούμενο στην παρουσία του ανακριτή (Τεκμήριο 16), την γραπτή συγκατάθεση που δόθηκε από τον κατηγορούμενο 1 για την λήψη μετρήσεων κ.λ.π. στην παρουσία του ανακριτή (Τεκμήριο 17), το ίδιο έντυπο στην αγγλική γλώσσα που υπεγράφη από τον κατηγορούμενο 2 στην παρουσία του ανακριτή (Τεκμήριο 18). Λήφθηκε επίσης και από τους κατηγορούμενους 2 και 3 γενετικό υλικό. Για τα ανακριτικά διαβήματα εναντίον της κατηγορούμενης κατάθεσε η Γ/αστυφ. Νικολέτα Ιακώβου (Μ.Κ. 9) η οποία ανέφερε ότι στις 30.11.2007 μεταξύ των ωρών 21.30 μέχρι 23.10 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου έλαβε ανακριτική κατάθεση σε μορφή ερωτοαπαντήσεων από την κατηγορούμενη 3 στην παρουσία του νονού της Χριστάκη Πετρίδη αφού προηγουμένως την ενημέρωσε για τα δικαιώματα της αρνούμενη την παρουσία δικηγόρου και αφού της επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο. Η ανακριτική κατάθεση στην αγγλική γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 34 και η ελληνική της μετάφραση Τεκμήριο 34Α. Κατέθεσε επίσης έγγραφο με τα δικαιώματα επικοινωνίας κατηγορουμένων που υπεγράφη από την κατηγορουμένη 3 στην παρουσία της μάρτυρος Τεκμήριο
- Την ίδια ημέρα και ώρα 23.30 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου η μάρτυρας επανασυνέλαβε την κατηγορούμενη 3 με δικαστικό ένταλμα για όλα τα αδικήματα που προέκυψαν εναντίον της, της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης της και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο απάντησε στα αγγλικά "I have nothing to say. Just I want to go home". Το ένταλμα σύλληψης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Την ίδια ημέρα και ώρα 23.35 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου έλαβε από την κατηγορούμενη 3 δύο παρειακά επιχρίσματα Τεκμήριο
- Την 3.12.2007 και ώρα 9.00-9.30 ο αστυφ. 3437 (Μ.Κ. 2) έλαβε αποτυπώματα από τους κατηγορούμενους. Την ίδια ημέρα και ώρα 11.45 στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας παρέδωσε μεταξύ άλλων τα Τεκμήρια 4 και 5 στον Δρ. Μάριο Καριόλου (Μ.Κ. 8) για επιστημονικές εξετάσεις. Την ίδια ημέρα και ώρα 12.15 στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής παρέλαβε από τον Μ.Κ. 8 τα Τεκμήρια πίσω μετά την εργαστηριακή τους εξέταση. Εκεί λέχθηκε στoν Μ.Κ. 2 ότι η κάνναβης βρίσκεται σε ένα νάιλον σακούλι το οποίο ήταν διπλωμένο με τέτοιο τρόπο ώστε φαινόταν να υπήρχαν δύο νάιλον σακούλια. Ακολούθως την ίδια ημέρα και ώρα 13.20 στο Γενικό Χημείο του Κράτους στη Λευκωσία παρέδωσε τα Τεκμήρια 4 και 5 (η αρίθμηση της αστυνομίας είναι Τεκμήριο 1Α το νάυλον σακούλι και Τεκμήριο 1 τα ναρκωτικά αντίστοιχα) στη Χημικό Κατερίνα Κονάρη (Μ.Κ. 10) για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων. Στις 4.12.2007 και ώρα 12.50 στο Γενικό Χημείο ο Μ.Κ. 2 παρέλαβε τα Τεκμήρια 4 και 5 μετά το τέλος των επιστημονικών εξετάσεων αφού η κα Κονάρη διαχώρισε το Τεκμήριο 1Α (δηλαδή το Τεκμήριο Δικαστηρίου 4) από το Τεκμήριο 1 (δηλαδή το Τεκμήριο Δικαστηρίου 5). Στη συνέχεια παρέδωσε το Τεκμήριο 4 στο Υπ. Γ. Αναστασίου για τις δακτυλοσκοπικές εξετάσεις, ενώ το Τεκμήριο 5 το έθεσε στην ασφαλή του φύλαξη. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι δεν προέκυψε ο,τιδήποτε που να συνδέει τους κατηγορουμένους δακτυλοσκοπικά ή σε επίπεδο D.N.A. Να σημειωθεί ότι για τα Τεκμήρια 4 και 5 τελικά κατέθεσαν ο Δρ. Καριόλου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής (Μ.Κ. 8) και η Κατερίνα Κονάρη του Γενικού Χημείου του Κράτους (Μ.Κ. 10), στη μαρτυρία των οποίων θα αναφερθούμε πιο κάτω. Όπως έχουμε αναφέρει πιο πάνω ο κατηγορούμενος 1 έδωσε θεληματική κατάθεση (Τεκμήριο 14) ο κατηγορούμενος 2 ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 12Α και 12Β η ελληνική της μετάφραση) και η κατηγορούμενη 3 επίσης ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 34 και 34Α ελληνική της μετάφραση) ως ακολούθως: Θεληματική κατάθεση κατηγορούμενου 1 Ο κατηγορούμενος 1 στη θεληματική κατάθεση του ανέφερε πως στις 30.11.07 και γύρω στις 6.00 το απόγευμα είχε διευθετήσει μαζί με κάποιο άτομο ονόματι "Αντρίκος" να βρεθούν σε περιοχή της Πόλης Χρυσοχούς και να αγοράσει από αυτόν αρκετή ποσότητα κάνναβης για το ποσό των £2.000 τα οποία θα του έδιδε όταν μπορούσε. Τα ναρκωτικά τα αγόρασε για δική του χρήση και όχι για να τα πουλήσει επειδή είναι "βαρετός χρήστης του χόρτου". Πήρε την Charlotte στην οποία δεν είπε τίποτε άλλο παρά μόνο ότι θα πήγαινε στην Πόλη Χρυσοχούς για να τους δείξουν ένα χωράφι που θα αγόραζε. Ο ίδιος οδηγούσε το αυτοκίνητο του HMH 087 και συμπτωματικά ο πατέρας του θα πήγαινε και αυτός να δει το χωράφι με το αυτοκίνητο του KKV
- Στο δρόμο ανέφερε στον πατέρα του ότι θα πήγαινε σε ένα χωριό πάνω από το Στρουμπί για να πάρει κάτι και ήθελε να ήταν μαζί του γιατί φοβόταν. Πήγαν όλοι μαζί και σταμάτησαν σε κάποιο δρόμο στον Κάθηκα όπου ήρθε ο "Αντρίκος", μίλησε μαζί τους και του έφερε "το πράμα αυτό που βρίσκεται στο αυτοκίνητο μου". Αφού τα έπιασε και τα έβαλε στο αυτοκίνητο του εξήγησε στον πατέρα του τι ήταν αυτό που πήρε δηλαδή ναρκωτικά. Προτίμησε να επιστρέψουν σπίτι, να αφήσουν τα ναρκωτικά μη τυχόν και τους έπιανε η αστυνομία και ακολούθως να επιστρέψουν πίσω στο Στρουμπί με ένα αυτοκίνητο για να δουν το χωράφι. Στο δρόμο προς το σπίτι στο κατήφορο της Τσάδας τους σταμάτησε η αστυνομία και βρήκε το σακούλι με τα ναρκωτικά μέσα στα πόδια του. Ο πατέρας του και η Charlotte δεν έχουν καμία σχέση με τα ναρκωτικά. Όταν δε ο Μ.Κ. 5 εκτέλεσε δικαστικό ένταλμα εναντίον του την ίδια ημέρα στο σταθμό, ώρα 23.10, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε "απολογούμαι και ζητώ συγνώμη". Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 2 Ο κατηγορούμενος 2 έδωσε ανακριτική κατάθεση στη αστυνομία στις 30.11.07 μεταξύ των ωρών 21.20 και 23.
- Σε αυτήν αναφέρεται ότι διαμένει στην οδό Θάλειας αρ. 13 στα Κονιά με τη σύζυγο του Ελένη και τα παιδιά του Αρέστη και Μαρία. Ούτε ο ίδιος ούτε κανένα μέλος της οικογένειας του είναι χρήστης ναρκωτικών. Την ημέρα εκείνη εργαζόταν στην Πάφο μέχρι τις 14.00 μαζί με τον γιό του, κατηγορούμενο 1 και την φίλη του Charlotte (κατηγορούμενη 3). Πήγε στο σπίτι, έμεινε εκεί μέχρι τις 16.00 το απόγευμα μαζί με τον Αρέστη και την Charlotte. Μετά τις 16.00 έφυγε από το σπίτι οδηγώντας το όχημα KKV 319 για να μεταβεί στο χωριό Κάθηκας. Μαζί του έφυγαν από το σπίτι και ο Αρέστης με το όχημα ΗΜΗ 087 και μαζί του ήταν η Charlotte. Ο λόγος της μετάβασης του στον Κάθηκα ήταν γιατί του είπε ο γιος του πριν φύγουν από το σπίτι ότι τον ήθελε να είναι μαζί του γιατί θα συναντούσε κάποιους φίλους χωρίς να του πει ονόματα. Δεν γνώριζε το σκοπό της συνάντησης. Δεν μπορούσε επίσης να πει από ποια χωριά πέρασε όταν έφυγε από την Πάφο γιατί ζούσε στην Αγγλία για περίπου 30 χρόνια ήλθε στην Κύπρο πριν 3 χρόνια με την οικογένεια του για καλύτερη ζωή. Δεν υπήρχε κανένας λόγος που πήγαν με δύο διαφορετικά αυτοκίνητα. Ο Αρέστης του είπε ότι ήθελε να πάει στο χωριό Κρήτου Τέρα αλλά δεν γνώριζε που είναι και ο ίδιος του είπε ότι θα τον έπαιρνε και μετά τη συνάντηση θα πήγαινε πίσω στο σπίτι. Πήγε στο Κάθηκα χωρίς να σταματήσει πουθενά. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε στον Κάθηκα και όταν μπήκε στο χωριό Κρήτου Τέρα σταμάτησαν τα αυτοκίνητα στο δρόμο δίπλα από μια πινακίδα που έγραφε Κρήτου Τέρα. Πάρκαραν τα αυτοκίνητα και περίμεναν τους φίλους του Αρέστη. Έμειναν εκεί για 10 λεπτά περίπου και είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται κόκκινο (νομίζει) διπλοκάμπινο και μέσα δύο άτομα. Το διπλοκάμπινο πάρκαρε στη μέση του δικού του αυτοκινήτου και αυτού του Αρέστη που βρισκόταν πίσω και ο συνοδηγός βγήκε από το αυτοκίνητο και πήγε κατευθείαν στο αυτοκίνητο του Αρέστη. Δεν είδε αν ο συνοδηγός είχε στη κατοχή του οτιδήποτε. Δεν είδε επίσης εάν ο Αρέστης ή η Charlotte έμειναν στο αυτοκίνητο ή όχι. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε πως όταν πάρκαρε το διπλοκάμπινο, ο οδηγός του άνοιξε το παράθυρο του, του είπε κάτι και ο ίδιος του είπε ότι ο Αρέστης ήταν πίσω στο άλλο αυτοκίνητο. Μετά που έφυγε το διπλοκάμπινο ο γιος του, του άναψε τα φώτα του αυτοκινήτου του και έφυγαν για το σπίτι. Ο Αρέστης δεν του είπε ο,τιδήποτε. Σε ερώτηση σχετικά με την διαδρομή που ακολούθησαν ανέφερε πως δεν θυμάται ονόματα των χωριών από πού πέρασαν, διευκρίνισε ότι πήγε στο χωριό Σκούλι και επέστρεψε πίσω γιατί έχασε το χωριό Κάθηκας και δεν ήξερε που πήγαινε. Ο λόγος για τον οποίο το αυτοκίνητο του προπορευόταν αυτό του υιού του ήταν γιατί του είπε πριν φύγουν από την Πάφο ότι θα τον έπαιρνε στην Κρήτου Τέρα. Κατά την διαδρομή από το σπίτι τους προς την Κρήτου Τέρα και στην επιστροφή μέχρι που τους σταμάτησε η αστυνομία δεν είχαν καμία επικοινωνία. Αναφερόμενος στα αντικείμενα που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του είπε ότι το σπρέι που βρέθηκε το είχε για ασφάλεια εδώ και ένα χρόνο από τον καιρό που δούλευε στο ξενοδοχείο Avanti στην υποδοχή τις νύκτες. Το δε κομμάτι ξύλου που βρέθηκε στο αυτοκίνητο το είχε για δουλειά και το ξέχασε στο αυτοκίνητο. Η ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης 3 Η κατηγορούμενη 3 είναι 16 ετών και είναι Αγγλίδα υπήκοος, φίλη του κατηγορούμενου
- Όπως λέει στην κατάθεση της έβγαινε μαζί του εδώ και ένα χρόνο περίπου και κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμενε μαζί του στην οικία των γονιών του. Ποτέ δεν τον είδε να κάνει χρήση ναρκωτικών. Δηλώνει επίσης ότι γνωρίζει τι είναι τα ναρκωτικά, όπως γνωρίζει όλων των ειδών των ναρκωτικών γιατί είχαν σχετικό μάθημα στο σχολείο στην Αγγλία. Για την κάνναβη δήλωσε επιπλέον ότι είδε πολλά άτομα να κάνουν χρήση στην Αγγλία και η ίδια δοκίμασε όταν ήταν 13 ετών. Στις 30.11.07 γύρω στις 18.00 βρισκόταν στο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορούμενου και πήγαινε σε ένα χωριό το οποίο δεν γνωρίζει μαζί με τον πατέρα του για να δει ένα κτήμα. Ο πατέρας του κατηγορούμενου 1 οδηγούσε το δικό του αυτοκίνητο και αυτοί τον ακολουθούσαν. Το μόνο πράγμα που η ίδια γνώριζε ως προς την πορεία που ακολουθούσαν ήταν ότι αυτή οδηγεί στην Πόλη Χρυσοχούς. Δεν γνώριζε ότιδήποτε για αγορά ναρκωτικών. Επισκέφθηκε το χωριό Στρουμπί πριν τρεις μέρες μαζί με τον κατηγορούμενο 1 με στόχο να δουν ένα κομμάτι γης. Στις 30.11.07 σταμάτησαν στο εν λόγω χωριό για περίπου πέντε λεπτά η ίδια δεν γνωρίζει το λόγο αλλά αντελήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 και ο πατέρας του περίμεναν ένα φίλο. Ακολούθως μετά από αυτή την στάση συνέχισαν την διαδρομή τους, μπήκαν σε ένα χωριό που η ίδια δεν γνώριζε, ακολούθως επέστρεψαν πίσω προς το Στρουμπί. Έπειτα ακολούθησε ένα δρόμο που η ίδια δεν γνώριζε. Ο κατηγορούμενος 1 μιλούσε με τον πατέρα του στο κινητό τηλέφωνο και ακολουθούσαν το αυτοκίνητο του πατέρα του. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ο πατέρας του κατηγορούμενου 1 σταμάτησε σε ένα σκοτεινό σημείο και σταμάτησαν και οι ίδιοι πίσω του. Περίμεναν περίπου 10 λεπτά και ακολούθως είδε ένα διπλοκάμπινο το χρώμα του οποίου νομίζει ότι είναι ασημένιο-γκρίζο χωρίς να είναι σίγουρη γιατί ήταν σκοτάδι, στο οποίο βρίσκονταν δύο άτομα τους οποίους δεν είδε τα πρόσωπα να τους πλησιάζει το οποίο σταμάτησε από την μεριά του οδηγού του αυτοκινήτου του πατέρα του κατηγορούμενου 1 και συνομίλησε μαζί του. Μετά που ο οδηγός εκείνου του αυτοκινήτου μίλησε με τον κατηγορούμενο 2 είδε ένα πρόσωπο να κατεβαίνει από το διπλοκάμπινο και να ρίχνει από μικρή απόσταση μια τσάντα στα πόδια του κατηγορούμενου 1 μέσα στο αυτοκίνητο. Η τσάντα αυτή αντελήφθηκε ότι είχε μέσα ναρκωτικά από την έντονη μυρωδιά της κάνναβης την οποία η ίδια γνωρίζει με σιγουριά όπως είπε. Τότε ο κατηγορούμενος και η ίδια έφυγαν με προορισμό προς την Πάφο έχοντας μπροστά τους το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου
- Στη διαδρομή αυτή δεν μίλησε ο κατηγορούμενος 1 με τον πατέρα του. 'Όπως η κατηγορούμενη διευκρίνισε ο λόγος που προηγουμένως αντελήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε συνομιλία με τον πατέρα του παρά το γεγονός ότι συνομιλούσαν στα Ελληνικά είναι γιατί όταν ο κατηγορούμενος 1 απαντούσε το τηλέφωνο έλεγε "έλα Dad". Η κατηγορούμενη 3 επίσης ανάφερε πως ουδέποτε είδε τον κατηγορούμενο 1 ή τον κατηγορούμενο 2 να κάνουν χρήση ναρκωτικών. Μετά που κρίθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αυτοί επέλεξαν όπως προβούν σε ανώμοτες δηλώσεις: Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορουμένου 1 Στην ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος 1 θέτει τον ισχυρισμό ότι αυτός ο Αντρίκος ήταν άγνωστος του και άρχισε να επικοινωνεί μαζί του δύο εβδομάδες πριν την επίδικη ημερομηνία. Του τηλεφώνησε με απόκρυψη και του είπε ότι έμαθε από κάποιο γνωστό του το όνομα του οποίου αρνήθηκε να ανακαλύψει ότι είναι χρήστης ναρκωτικών και τον ρώτησε αν ήθελε μικρή ποσότητα ναρκωτικών. Στη συνέχεια θέτει το θέμα ως εξής: "Αρνήθηκα διαψεύδοντας τον ότι είμαι χρήσης και του έκλεισα το τηλέφωνο. Θεώρησα ότι μπορούσε να είναι και αστυνομικός. Δυο μέρες αργότερα μου ξανατηλεφώνησε και πάλι με απόκρυψη του αριθμού του και άρχισε να μου φωνάζει λέγοντας μου ότι τον κοροίδεψα ότι δεν είμαι χρήστης και με απείλησε ότι αυτό «δεν θα μείνει έτσι». Οπόταν εγώ για να τον αποφύγω του είπα ότι είμαι χρήστης αλλά ότι δεν χρειαζόμουν ναρκωτικά εκείνη τη μέρα γιατί είχα. Του ζήτησα να μου δώσει το τηλέφωνο του για να επικοινωνήσω εγώ μαζί του σε 2 - 3 μέρες σε περίπτωση που χρειαζόμουν. Αυτός αρνήθηκε να μου δώσει το τηλέφωνο του και μου ανέφερε ότι θα μου τηλεφωνούσε ο ίδιος ύστερα από μερικές μέρες για να του πω αν ήθελα. Κάθε δυο μέρες μου τηλεφωνούσε και με ρωτούσε αν ήθελα και εγώ του έλεγα πάντοτε ότι ήμουν εντάξει. Πάντοτε μου τηλεφωνούσε με απόκρυψη του αριθμού του. Αυτή η ιστορία διήρκεσε για δυο περίπου βδομάδες. Στις 30.11.07 και η ώρα 16:45 περίπου, με πήρε ξανά τηλέφωνο και μου ανέφερε ότι είχε μια μικρή τελευταία ποσότητα ναρκωτικών και επειδή ο ίδιος θα έφευγε την επόμενη μέρα για το εξωτερικό και για τα Χριστούγεννα και θα επέστρεφε αρχές του νέου έτους, θα ήταν ευκαιρία να την αγοράσω. Για να προλάβει μήπως και αρνηθώ, μου είπε ότι δεν πίστευε ότι είχα τέτοια ποσότητα ναρκωτικών ώστε να μην τον χρειαστώ ούτε τις δυο αυτές βδομάδες που μου τηλεφωνούσε ούτε και για την περίοδο που θα απουσίαζε στο εξωτερικό. Τότε για να τον αποφύγω, του ανέφερα την πραγματικότητα ότι δεν είχα λεφτά ούτε και για βενζίνη, θεωρώντας ότι κανένας άγνωστος δεν δίνει ναρκωτικά σε άλλον χωρίς να πληρωθεί με την παράδοση τους. Αυτός εκνευρίστηκε, φώναζε ότι τον δούλευα, ότι για δυο βδομάδες τον είχα να με παίρνει τηλέφωνο και τον άφηνα να πιστεύει ότι θα αγόραζα ναρκωτικά. Για να πεισθεί ότι δήθεν δεν τον δούλευα, μου ζήτησε να αγοράσω την τελευταία του ποσότητα και να του δώσω τα λεφτά μόλις μπορέσω. Φοβήθηκα και επειδή η αλήθεια είναι ότι κάποτε έκανα χρήση ναρκωτικών δέχθηκα να τον συναντήσω γύρω στις 17:45 το απόγευμα σε περιοχή της Πόλης Χρυσοχούς για να αγοράσω την τελευταία του ως μου ανέφερε μικρή ποσότητα ναρκωτικών. Επειδή όπως μου είπε δεν μου είχε εμπιστοσύνη, δεν θέλησε να καθορίσει εκ των προτέρων το ακριβές σημείο της συνάντησης. Μου είπε απλά να κατευθυνθώ προς την Πόλη Χρυσοχούς και θα μου έλεγε για το σημείο της συνάντησης στην πορεία. Εγώ δεν γνώριζα καθόλου το δρόμο, γι΄ αυτό ζήτησα από τον πατέρα μου, κατηγορούμενο 2, να μου εξηγήσει το δρόμο προς την Πόλη Χρυσοχούς, αναφέροντας του ότι είχα να συναντήσω κάποιους φίλους για να μου δώσουν κάτι. Αυτός διερωτήθηκε τότε γιατί να συναντηθώ εκεί πέρα και εγώ του είπα για να μοιράσουμε με τους φίλους μου την απόσταση μεταξύ μας. Ο πατέρας μου κατά σύμπτωση θα πήγαινε να δει ένα χωράφι στο Στρουμπί, οπόταν προθυμοποιήθηκε να με πάρει μαζί του εάν η συνάντηση μου δεν θα διαρκούσε για πολύ. Επειδή δεν ήθελα να δει ο πατέρας μου τι ήταν αυτό που θα μου παρέδιδε ο Αντρίκκος, του ζήτησα να πάμε με ξεχωριστά αυτοκίνητα προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι μετά τη συνάντηση θα πήγαινα με τη φίλη μου βόλτα στην Κάτω Πάφο. Για να γίνω πιστευτός στον πατέρα μου αλλά και για να μην αφήσω την φίλη μου μόνη της στο σπίτι, της ζήτησα όπως έλθει μαζί μου για να πάμε με τον πατέρα μου να δούμε ένα χωράφι. Σε κανένα τους δεν είπα ότι θα παραλάμβανα ναρκωτικά από κάποιο Αντρίκκο γιατί και οι δυο τους είναι αντίθετοι σε κάτι τέτοιο". Στη συνέχεια αναφέρει ότι στο δρόμο προς Πόλη Χρυσοχούς σταμάτησε για να βάλει βενζίνη, τονίζοντας ότι επειδή ούτε ο ίδιος ούτε ο πατέρας του κρατούσαν λεφτά, έβαλε βενζίνη μόνο £
- Ακολούθως ο Αντρίκκος του τηλεφωνεί τον τόπο της συνάντησης και τηλεφώνησε και ο ίδιος στον πατέρα του λέγοντας τον τόπο της συνάντησης. Στον τόπο αυτό ζήτησε από τον πατέρα του να μείνει μαζί του και μετά να δουν το χωράφι, για να μην υποπτευθεί ο,τιδήποτε η φίλη του. Στη συνέχεια περιγράφει την άφιξη του διπλοκάμπινου το οποίο αναγνώρισε ως αυτό που φαίνεται στο Τεκμήριο 2 (το διπλοκάμπινο της φωτογραφίας του Τεκμηρίου 2 είναι όχημα που η αστυνομία χρησιμοποίησε στην ανακοπή). Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 1, κατέβηκε εκ του διπλοκάμπινου ο συνοδηγός, πλησίασε το όχημα και του πέταξε "μια τσάντα μέσα στο αυτοκίνητο". Διέφυγε το διπλοκάμπινο με κανονική ταχύτητα και ο ίδιος δεν είδε οποιοδήποτε όχημα να το ακολουθεί. Ποτέ δεν είδε τι περιείχε η τσάντα. Ο πατέρας του και η φίλη του δεν γνώριζαν ο,τιδήποτε με την υπόθεση αυτή. Ακολούθως και μετά την περιγραφή της ανακοπής και του βίαιου τρόπου που η αστυνομία του φέρθηκε, αναφέρεται στις πιεστικές και βίαιες συνθήκες με τις οποίες η αστυνομία εκμαίευσε την κατάθεση του. Η κατάληξη του ήταν ότι παγιδεύτηκε από την αστυνομία. Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορούμενου 2 "Στις 30.11.07 και ώρα 16.45 περίπου το απόγευμα, ενώ ήμασταν στο σπίτι, ο γιος μου Αρέστης Γεωργίου μου ζήτησε να του εξηγήσω τον δρόμο από το σπίτι μας προς την Πόλη Χρυσοχούς γιατί θα συναντούσε κάποιους φίλους του. Μου είπε ότι οι φίλοι του είχαν κάτι να του δώσουν και καθόρισαν όπως βρεθούν σε περιοχή της Πόλης Χρυσοχούς για να μοιράσουν την απόσταση. Ως μου ανέφερε τότε, δεν γνώριζε το σημείο της συνάντησης αλλά θα του έλεγαν οι φίλοι του στην πορεία. Συμπωματικά εκείνη την μέρα θα πήγαινα στο χωριό Στρουμπί, της περιοχής της Πόλης Χρυσοχούς για να δω ένα χωράφι που ενδιαφερόμουν να αγοράσω. Οπόταν ρώτησα τον γιο μου πόση ώρα θα διαρκούσε η συνάντηση του και αν ήθελε να ερχόταν μαζί μου να συναντήσουμε τους φίλους του και μετά να πάμε να δούμε το χωράφι. Μου ανέφερε ότι η συνάντηση του θα διαρκούσε μόνον μερικά λεπτά αλλά ήθελε να πάμε με ξεχωριστά αυτοκίνητα καθότι μετά την συνάντηση με τους φίλους του θα πήγαινε με την φίλη του βόλτα στην Κάτω Πάφο. Στο δρόμο προς την Πόλη Χρυσοχούς, σταματήσαμε στο χωριό Μεσόγη για να βάλει ο Αρέστης βενζίνη στο όχημα του. Επειδή δεν κρατούσε λεφτά πάνω του μου ζήτησε να του δανείσω μερικά. Επειδή όμως ούτε και εγώ είχα λεφτά εκείνη την στιγμή, ο Αρέστης έβαλε £5 βενζίνη μόνο. Καθ' οδόν προς την Πόλη Χρυσοχούς μου τηλεφώνησε ο γιος μου και μου είπε ότι του τηλεφώνησαν οι φίλοι του και του ζήτησαν όπως συναντηθούν στην έξοδο του αυτοκινητόδρομου Πάφου-Πόλης Χρυσοχούς που οδηγεί στο χωριό Κάθηκας-Κρήτου Τέρρα. Μόλις φθάσαμε στο σημείο της συνάντησης, ο Αρέστης μου ζήτησε να μείνω μαζί τους εκεί γιατί δεν επρόκειτο να καθυστερήσουν, οπόταν θα μπορούσαμε στην συνέχεια όλοι μαζί να επισκεφθούμε το χωράφι στο Στρουμπί. Επειδή είχε σχεδόν νυχτώσει αφήσαμε τα φώτα και την μηχανή των αυτοκινήτων μας σε λειτουργία για να μπορούμε να βλέπουμε. Μερικά λεπτά αργότερα ήλθε στο σημείο ένα διπλοκάμπινο το οποίο πάρκαρε στην μέση των δύο αυτοκινήτων. Ο συνοδηγός κατέβηκε από το όχημα και πλησίασε το όχημα του Αρέστη. Δεν είδα αν ο Αρέστης ή η φίλη του κατέβηκαν επίσης από το αυτοκίνητο τους ούτε και αν ο συνοδηγός του διπλοκάμπινου κρατούσε κάτι και το έδωσε στον Αρέστη. Ακολούθως το διπλοκάμπινο έφυγε από το σημείο και κατευθύνθηκε προς το χωριό Κρήτου Τέρρα. Μπορώ να πω ότι το διπλοκάμπινο έφυγε από το σημείο με κανονική ταχύτητα. Τότε με ειδοποίησε ο γιος μου για να ξεκινήσουμε. Ενώ φεύγαμε, κοίταξα από τον καθρέφτη του οχήματος μου για να δω αν με ακολουθούσε ο γιος μου και είδα το διπλοκάμπινο όχημα να κατευθύνεται προς το χωριό Κρήτου Τέρρα και να μην το ακολουθεί κανένα όχημα. Είδα τότε πίσω μας ένα όχημα να εισέρχεται στο δρόμο από αριστερή σύμφωνα με την πορεία μας πάροδο και να ακολουθεί την ίδια πορεία με εμάς. Δεν αντιλήφθηκα να ήταν όχημα της αστυνομίας. Ουδέποτε μου ανάφερε ο γιος μου αν τελικά ο φίλος του, του παρέδωσε αυτό που ήταν να του παραδώσει και τι ήταν αυτό". Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στην ανακοπή και στον ανακριτικό έργο με κατάληξη την επίκληση της αθωότητας του. Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορουμένης 3 Η κατηγορούμενη 3 ανάφερε ότι προσωπικά δεν γνωρίζει τίποτε για αυτή την υπόθεση. "Είμαι μόνο 16 χρονών και είμαι αθώα", καταλήγει. Παρατηρήσεις-Αξιολόγηση-Ευρήματα-Νομική Θεώρηση Εκτός του θέματος της ένστασης επί της θεληματικότητας της κατάθεσης του κατηγορούμενου 1 και της κατηγορούμενης 3 για τις οποίες διεξάχθηκε δίκη εντός δίκης, καταθέσεις βέβαια που θα επαναξιολογηθούν, η κοινή ουσιαστικά υπεράσπιση των κατηγορουμένων που προβλήθηκε ήταν το θέμα παγίδευσης του κατηγορούμενου 1 από την αστυνομία. Εξ άλλου το θέμα της παγίδευσης εγείρεται και στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου
- Συγκεκριμένα εδόθη μεγάλη έμφαση, ειδικά από τον κ. Χριστάκη, στην ούτω καλούμενη πληροφορία που κατείχε η ΥΚΑΝ για εμπλοκή των κατηγορουμένων σε ναρκωτικά. Η αποτυχία της ΥΚΑΝ στις 15 μέρες που ακολουθούσε πρακτική εναντίον του κατηγορούμενου για περιστασιακή και διακριτική παρακολούθηση, τους οδήγησε τελικά σε συνεννόηση με συνεργάτη τους να τον παγιδεύσουν τη συγκεκριμένη ημέρα με την συναλλαγή, στο ερημικό μέρος με τους επιβαίνοντες στο διπλοκάμπινο. Γι' αυτό, κατά την υπεράσπιση, και δεν έγινε ανακοπή στο χώρο της συναλλαγής-παράδοσης των ναρκωτικών. Δεν ήθελε η ΥΚΑΝ να συλλάβει τον προμηθευτή, αφού αυτός ήταν συνεργάτης της. Αυτό υπονοούν και οι σχετικές αναφορές των κατηγορουμένων 1 και 2 στις ανώμοτες τους δηλώσεις. Ήταν σφοδρή επιθυμία της ΥΚΑΝ να παγιδεύσει τον κατηγορούμενο 1, πράγμα που το πέτυχε και μετά, με υποσχέσεις, απειλές και κακοποίηση τον ενέπλεξε περισσότερο με την κατάθεση του, προσπαθώντας να τον κάνουν συνεργάτη της αστυνομίας. Γι' αυτό και ο αστυφ. 1478 Σταύρος Σταύρου (Μ.Κ. 4) του έδωσε τους αριθμούς των κινητών τηλεφώνων του ιδίου και του αστυφ. 2968 (Μ.Κ. 5). Να σημειωθεί ότι η ενέργεια αυτή είναι παραδεκτή από τον Μ.Κ. 4 αλλά είναι η θέση του ότι το έπραξε μόνο μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης του και στη προσπάθεια του πάντα να ενεργεί "νουθετικά για νεαρά άτομα που έμπλεκαν στα ναρκωτικά". Η γραμμή αυτή υπεράσπισης βέβαια ενεργοποιεί την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει την μαρτυρία υπό το πρίσμα και των αρχών που η κυπριακή και ευρωπαϊκή γενικότερα νομολογία έχει θέσει στο θέμα της παγίδευσης. Η παγίδευση ενυπάρχει στο δίκαιο μας ως έννοια που το Δικαστήριο, ως φορέας των δικαιωμάτων του ανθρώπου ελέγχει στα πλαίσια του θεμελιακού αξιώματος της δίκαιης δίκης (βλ. Χ"Μάρκου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482 και Γενικός Εισαγγελέας v. Οδυσσέα Κανάρη (Αρ. 1)
(2005)2 Α.Α.Δ. 105). Εκείνο που έχει σημασία είναι τα στοιχεία και περιστάσεις της κάθε κρινόμενης υπόθεσης. Αποτελεί πρώτιστα βέβαια θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπως τονίσθηκε στην Χ"Μάρκου (πιο πάνω), αφού οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής στην παρούσα υπόθεση έχουν αρνηθεί κάθε περίσταση για συνεργασία τους με ένα άγνωστο-γνωστό πληροφοριοδότη με εξ αρχής μέχρι τέλους την σύλληψη σχεδίου παγίδευσης του κατηγορούμενου ή των κατηγορουμένων. Προέχει λοιπόν η αξιολόγηση της μαρτυρίας τόσο σε σχέση με την ειδική υπεράσπιση της παγίδευσης αλλά και γενικότερα στην ποιότητα και εμβέλεια της μαρτυρίας για όλο το φάσμα των γεγονότων. Στα πλαίσια του καθήκοντος μας έχουμε λάβει υπόψη τις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορούμενων σύμφωνα με τα καθορισθέντα υπό της νομολογίας (βλ. R. v. Coughlam
(1976)Cr. App. R.11, Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195) Έχουμε εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικούς, ένα έκαστον εξ αυτών και συνολικά εν όψει κυρίως του ισχυρισμού για τα αλλότρια τους κίνητρα για ύπαρξη σχεδίου έναντι των κατηγορουμένων. Ακόμη και με την εγρήγορση που επιτάσσει η νομολογία για μαρτυρία με τυχόν αλλότρια κίνητρα, όχι μόνο δεν διαγνώσαμε τέτοια διάθεση στους μάρτυρες κατηγορίας αλλά αντίθετα τους κατατάσσουμε ως απόλυτα θετικούς μάρτυρες με πλήρη σεβασμό στην αλήθεια και με υποδειγματική προσήλωση σε κάθε γεγονός που ξεδίπλωναν ενώπιον μας την κάθε σχετική λεπτομέρεια. Αντίθετα καμία αξία δεν μπορούμε να δώσουμε στις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 αφού τίποτε το πειστικό δεν προκύπτει από το περιεχόμενο τους. Δεν δίδεται σ' αυτές καμία εξήγηση που να πείθει και να μπορεί να αγγίξει καν την ποιότητα των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής. Ο αστυφ. 3299 Α. Γεωργίου (Μ.Κ. 3) μας δημιούργησε την εντύπωση ενός σοβαρού και ταγμένου στο καθήκον αστυφύλακα. Στη μαρτυρία αυτού του μέλους της ΥΚΑΝ εντοπίζεται η απαρχή της δράσης της αστυνομίας έναντι των κατηγορουμένων αφού είναι αυτός που λαμβάνει την πληροφορία και την αξιολογεί. Έχουμε παρατηρήσει βέβαια ότι υπήρξε γενικά μια διστακτικότητα των μαρτύρων κατηγορίας να αναλύσουν τις μεθόδους της ΥΚΑΝ για τον τρόπο αξιολόγησης και δράσης τους επί τέτοιων πληροφοριών. Δεν το βρίσκουμε από μόνο του αυτό μεμπτό, όπως έντονα εισηγήθηκε ο κ. Χριστάκη, έχοντας υπόψη την αναγκαιότητα τήρησης κάποιας εμπιστευτικότητας ως προς τον τρόπο δράσης των μελών της ΥΚΑΝ για να υπάρχει αποτελεσματικότητα στις ενέργειες τους. Άλλωστε έχουμε την εντύπωση ότι, εν τέλει, αν ιδωθεί προσεκτικά η δοθείσα μαρτυρία, ο κάθε μάρτυρας (άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο) απεκάλυψε αυτά που ήταν αναγκαία για την γενική πρακτική της ΥΚΑΝ. Όμως, σίγουρα, σε κανένα δεν εμφανίσθηκε σκιά υποψίας κατάστρωσης σχεδίου εναντίον του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ. 3, βήμα με βήμα, μας ανάφερε στο πως έδρασε για να συνδέσει την επίδικη οικία με τα οχήματα που χρησιμοποιούσαν οι ένοικοι της, την περιστασιακή και διακριτική τους παρακολούθηση η οποία δεν οδήγησε σε θετική εμπλοκή των κατηγορούμενων όμως οι κινήσεις τους θεωρήθησαν τέτοιες ώστε έπρεπε να μην εγκαταλείψουν την προσπάθεια. Μετά του δίδεται την επίδικη ημερομηνία η επιπρόσθετη πληροφορία για συναλλαγή όπως την περιγράφει. Γίνεται ένας προγραμματισμός δράσης που κανένας μάρτυρας δεν ονόμασε ειδικά σύσκεψη, όπως η υπεράσπιση ήθελε να το θέσει, και οι αστυνομικοί τοποθετούνται στο ευρύτερο σκηνικό όπως ο καθένας περιέγραψε. Ιδιαίτερα υπέστη κριτική ο αστυφ. 1478 (Μ.Κ. 4) που είδε την έλευση και στάση του διπλοκάμπινου στο ερημικό χώρο κατά τον χρόνο που επιθεωρούσε την περιοχή έχοντας οπτική επαφή με τα οχήματα των κατηγορουμένων, όταν αυτά στρίβουν προς το χωριό Κρήτου Τέρα. Οι κατηγορούμενοι έμειναν σταματημένοι για 15 λεπτά εκεί πριν να έλθει το διπλοκάμπινο και ο Μ.Κ. 4 κατά πάντα χρόνον ενημέρωνε τους άλλους δύο συναδέλφους του, τον αστυφ. 2968 (Μ.Κ. 5) και 3299 (Μ.Κ. 3) οι οποίοι ως εξήγησαν, δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν και αυτοί το χώρο γιατί σίγουρα αυτό θα δημιουργούσε υποψίες. Όταν ο αστυφ. 1478 (Μ.Κ. 4) είδε το διπλοκάμπινο να φεύγει, προσπάθησε να το ακολουθήσει. Δεν τα κατάφερε ωστόσο αφού το έχασε στους στενούς δρόμους του χωριού. Η υπεράσπιση προβάλλει ότι σκόπιμα δεν έγινε η ανακοπή εκεί για να αφεθεί ο συνεργάτης της αστυνομίας-προμηθευτής-να διαφύγει. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με αυτή την εισήγηση, στη βάση της διάφανης μαρτυρίας των τριών κυριότερων μαρτύρων που μας έπεισαν για τις ενέργειες τους. Είναι σαφές ότι οι αστυνομικοί αντιμέτωποι με τα γεγονότα που είχαν κάθε στιγμή ενώπιον τους αναδίπλωναν σχέδιο δράσης με βάση την διαδρομή των κατηγορουμένων, την κίνηση τους και τις συνθήκες του δρόμου. Οι μάρτυρες κατηγορίας μας δημιούργησαν την πεποίθηση ότι αντιδρούσαν μπροστά στις εξελίξεις όπως νόμιζαν καλύτερα, χωρίς αλλότριο σκοπό. Εξηγήθηκε επαρκώς γιατί δεν γίνεται ανακοπή στο χώρο της συναλλαγής, ως θα ήταν το επιθυμητό. Σημασία εδώ έχει η διάγνωση καθαρού σκοπού των αστυνομικών. Ο αστυφ. 1478 (Μ.Κ. 4), έστω και αποτυχημένα προσπάθησε να ακολουθήσει το άγνωστο διπλοκάμπινο. Η διαφυγή του, κρίνουμε, δεν ήταν σκόπιμη από την αστυνομία. Οι δε Μ.Κ. 5 και Μ.Κ. 3 αποκαλυπτικά και με συγκλίνον τρόπο απέδωσαν τις ενέργειες τους χωρίς σκιά αμφιβολίας ή παλινδρόμησης . Η ανακοπή δε που ακολουθεί σίγουρα ήταν πιο ασφαλισμένη εν όψει του σημείου που γίνεται αλλά και του αριθμού των αστυνομικών που λαμβάνουν μέρος. Οι λοιποί αστυνομικοί που έδωσαν μαρτυρία, αν και όχι τόσο σημαντικοί για την πρώτη φάση που έχει βαρύτητα για την ισχυριζόμενη παγίδευση στάθηκαν πολύ ικανοποιητικά στο εδώλιο του μάρτυρα. Αν μπορούσε κάποιος να μιλήσει για επουσιώδεις - κατά την κρίση μας - διαφορές μεταξύ της μαρτυρίας τους, έχουμε την εντύπωση ότι όχι μόνο δεν εκφεύγουν του θεμιτού πλαισίου αλλά αναδεικνύουν την φιλαλήθεια των αστυνομικών, που δεν προσπαθούσαν να παρουσιάσουν αλλοιωμένη εικόνα αλλά ο καθένας να αποδώσει το ρόλο του στα γεγονότα όσο μπορούσε καλύτερα, χωρίς εμπάθεια ή ίχνος εχθρικής διάθεσης για τους κατηγορούμενους. Μετά την ανακοπή σημαίνοντα ρόλο πια έχει κυρίως ο αστυφ. 3437 Α. Αριστοτέλους (Μ.Κ. 2), ο αστυφ. 2459 (Μ.Κ. 6) και ο αστυφ. 2968 (Μ.Κ. 5) εκ νέου αφού είναι σημαίνων ο ρόλος του τόσο πριν όσο και μετά την ανακοπή. Και οι τρεις αυτοί αστυνομικοί έχουν αφηγηθεί τα γεγονότα με ειρμό, πειστικότητα και θετικότητα. Όλα τα κύρια σημεία δόθησαν με ομοιογενή τρόπο στο βασικό τους κορμό και οι μάρτυρες μετέφεραν άμεσα και ανεπιτήδευτα την προσπάθεια τους να πετύχουν την ανακοπή και την σύλληψη του κατηγορούμενου 1, όταν αυτός επιχείρησε, έστω και μάταια, να διαφύγει. Στη μετάδοση του κινδύνου που βίωσαν στιγμιαία οι Μ.Κ. 2 και 6 στο δεξιό ελιγμό του οχήματος από τον κατηγορούμενο δεν βρίσκουμε τίποτε το φτιαχτό. Ο Μ.Κ. 6 στην αντεξέταση του, σε μια μεμονωμένη απάντηση φάνηκε να εξηγεί την ανάγκη να ρίξει το φανάρι στο πισινό γυαλί του οχήματος του κατηγορούμενου 1, "σε αντίδραση" παρά στην προσπάθεια του να διαφύγει τον κίνδυνο. Η θέση αυτή σίγουρα δεν αναιρεί την προσπάθεια του κατηγορούμενου 1 να ελιχθεί και δεν μπορεί να κατατάξει τον Μ.Κ. 6 σε αναξιόπιστο μάρτυρα. Ήταν, κατά την κρίση μας, μάλλον ατυχής διατύπωση η οποία δεν μπορεί να απομονωθεί από την λοιπή του μαρτυρία η οποία συμπλέει με αυτή του Μ.Κ. 2, ο οποίος παρά το φειδωλό τρόπο έκφρασης του, ήταν ένας θετικός μάρτυρας που κάλυψε όλες τις πτυχές των γεγονότων. Το ίδιο θετικό κρίνουμε και τον αστυφ. 2968 (Μ.Κ. 5), ο οποίος βοηθά τον Μ.Κ 2 στην σύλληψη του κατηγορούμενου 1. Ο ισχυρισμός για κακοποίηση γενικά και ειδικά σε σχέση με τους τρεις αυτούς μάρτυρες φαντάζει να είναι στα όρια του παραλόγου. Τίποτα δεν έχει τεθεί στην κυρίως δίκη που να μας κάνει να διαφοροποιήσουμε την άρνηση μας να δεχτούμε ότι ο κατηγορούμενος 1 υπήρξε θύμα κακοποίησης ή απειλών ή υποσχέσεων και τη θέση μας ότι η κατάθεση του ήταν θεληματική. Στα πλαίσια αυτά έχουμε ήδη κρίνει ως απόλυτα θετικές και σύννομες τις ενέργειες της αστυνομίας (και δη του Μ.Κ. 2 και Μ.Κ. 5) για την λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου 1. Δεν βρίσκουμε ύποπτο το ότι ο Μ.Κ. 4 δίνει στον κατηγορούμενο 1 τους αριθμούς τηλεφώνων του και του συναδέλφου. Θεωρούμε επαρκείς τις εξηγήσεις που έδωσε. Αποτελεσματικά μας έπεισε επίσης ο αστυφ. 1833 Ι. Χριστοδούλου (Μ.Κ. 7) για τις ενέργειες του στο χώρο ανακοπής σε σχέση με την σύλληψη και έρευνα του κατηγορουμένου 2. Εξ άλλου ο μάρτυρας αυτός δεν αμφισβητήθηκε ιδιαίτερα. Θετικά επίσης κρίνεται και η Γ/αστυφ. Ν. Ιακώβου (Μ.Κ. 9) και τίποτε δεν ανατρέπει επίσης το εύρημα μας για την κατάθεση της κατηγορούμενης 3. Το ίδιο, ως απόλυτα θετικές και σύννομες, κρίνουμε τις ενέργειες της αστυνομίας για την παραλαβή των Τεκμηρίων (των ναρκωτικών), την σφράγιση τους με την υπογραφή στο χώρο της ΥΚΑΝ από τους κατηγορούμενους και του Μ.Κ. 2 ως ο τελευταίος περίγραψε. Παρά την χωρίς ένσταση κατάθεση των Τεκμηρίων από τον Μ.Κ. 2, αμφισβητήθηκε εν τέλει από την υπεράσπιση η αλυσίδα διακίνησης των Τεκμηρίων 4 και 5, η παράδοση τους στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, και στο Γενικό Χημείο του Κράτους για επιστημονικές εξετάσεις και η επαναπαράδοση τους στον Μ.Κ. 2. Υπήρξε ακόμη η θέση της υπεράσπισης διατυπωμένη μόνο στις αγορεύσεις ότι δεν έχει αποδειχθεί η παράνομη ουσία δηλαδή ότι δεν έχει αποδειχθεί πως η φυτική ύλη που βρέθηκε στο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 ήταν κάνναβης εν τη εννοία του Νόμου. Απαιτείτο, σύμφωνα με τον κ. Χριστάκη, μαρτυρία από κάποιον ειδικό, βοτανολόγο ή γεωπόνο που γνωρίζει την κάνναβη ως φυτό και όχι χημικό, που να μπορεί να καταθέσει ότι η φυτική ύλη Τεκμήριο 5 προέρχεται από το μέρος του φυτού κάνναβης που περιλαμβάνεται στον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 2 του Ν.29/77 (δηλαδή το στέλεχος, τα φύλλα, τους καρπούς ή τα άνθη, εκτός τις ρίζες). Σύμφωνα με τον συνήγορο η κα Κονάρη δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τα συστατικά που βρήκε κατά την ανάλυση να ανήκουν και σε άλλο φυτό, ούτε ότι αυτά υπάρχουν στις ρίζες που δεν αποτελούν μέρος του ορισμού που δίδεται στο νόμο. Προς υποστήριξη των θέσεων του ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε σε αγγλική και κυπριακή νομολογία. Τη θέση αυτή υιοθέτησε και ο κ. Μαυρίκιος. Το άρθρο 2 του Ν.29/77 προβλέπει την ερμηνεία του όρου «κάνναβης» και ρητίνη καννάβεως ως ακολούθως: "«κάνναβης» (εκτός οσάκις χρησιμοποιείται εν των όρω «ρητίνη καννάβεως») σημαίνει τας ηνθισμένας ή καρποφόρους κορυφάς παντός φυτού του γένους Cannabis εξ ως δεν αφηρέθη η ρητίνη, υφ΄ οιανδήποτε ονομασίαν και εάν αύται αναφέρωνται και περιλαμβάνει τα φύλλα και το στέλεχος οιουδήποτε τοιούτου φυτού. «ρητίνη καννάβεως» σημαίνει την εξαχθείσαν ρητίνην, ακατέργαστον ή καθαρόν, την λαμβανομένην εκ παντός φυτού του γένους Cannabis". Στην υπόθεση In the matter of Abdullah Rashid
(1985)1 AAΔ 393 το Δικαστήριο έκρινε πως η μαρτυρία συναυτουργού με την οποία καθόριζε την φύση ουσιών που κατ΄ ισχυρισμό εξάχθησαν στην Γερμανία ως «hashish» χωρίς να προσφέρεται αυτή η μαρτυρία υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα δεν ήταν ικανοποιητική για να εντάξει την ουσία στον σχετικό Νόμο. Στην υπόθεση αυτή γίνεται ανάλυση της αγγλικής νομολογίας επί του θέματος και το Δικαστήριο καταλήγει πως μόνο με μαρτυρία εμπειρογνώμονα μπορεί να καθοριστεί η φύση και τα χαρακτηριστικά μίας ναρκωτικής ουσίας. Στην υπόθεση R. v. Goodchild [1977] 2 All ER 163 τονίστηκε πως από τη στιγμή που στην ερμηνεία που δίδεται στην νομοθεσία που ίσχυε τότε στην Αγγλία και είναι κάπως διαφορετική από την Κυπριακή, για την κάνναβη περιλαμβάνονται μόνο μέρη του φυτού κάνναβης ήτοι οι ανθισμένες ή καρποφόροι παρυφές του φυτού, τότε τα φύλλα του φυτού δεν περιλαμβάνονται στην ερμηνεία που δίδεται παρά το ότι σ΄ αυτά περιλαμβάνονταν ουσίες παράγωγες της κάνναβης. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην R. v. Mitchell [1977] 2 All ER 168 που επίσης μας παρέπεμψε ο κ. Χριστάκη. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως τα γεγονότα των υποθέσεων αυτών διαφοροποιούνται από την παρούσα. Πρώτιστα, στην κρινόμενη υπόθεση υπάρχει η μαρτυρία ειδικού, της κας Κονάρη η οποία είναι υπεύθυνη στο Τμήμα Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους ως προς τα συστατικά της πράσινης ξηρής φυτικής ύλης Τεκμήριο 5 καθώς και η διατύπωση του επιστημονικού της συμπεράσματος ότι αποτελεί κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη και πως η κάνναβη περιλαμβάνεται στο σχετικό παράρτημα του Νόμου με την παράλληλη διάγνωση ύπαρξης συγκεκριμένων ουσιών (Δ.9 Τετραυδροκανναβινόλη (Δ.9 THC), Κανναβιδιόλη (CBD)) και βάρους 686.5 γραμμάρια (Τεκμήριο 37 η έκθεση της ημερ. 6.12.2007). Παρά το ότι η κα Κονάρη έδωσε δια ζώσης μαρτυρία, το εύρημα της ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Υπέστη εκτενή αντεξέταση για κάποιο τυπογραφικό λάθος στην έκθεση της (Τεκμήριο 37) στο οποίο προσδόθηκε από την υπεράσπιση μεγάλη σημασία και ακολούθως της υπεβλήθη με επίπλαστο και γενικό τρόπο ότι η εξετασθείσα φυτική ύλη δεν είναι κάνναβης. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα της αντεξέτασης: "Ε. κα Κονάρη, εγώ σας υποβάλλω ότι η εξετασθείσα από εσάς φυτική ύλη δεν είναι κάνναβις. Α. Μπορείτε να μου το εξηγήσετε αυτό; Δεν καταλαβαίνω. Ε. Σας υποβάλλω, είναι υποβολή, είναι η θέση μου. Α. Η θέση σας, δεν την κατάλαβα όμως. Ε. Είναι η θέση μου ότι η εξετασθείσα από εσάς φυτική ύλη δεν είναι κάνναβις. Α. Και τι πρέπει να απαντήσω σε αυτό; Δηλαδή με βάση τι; Δεν κατάλαβα την ερώτηση. Ό,τι την ανάλυσα και η ανάλυση είναι λάθος; Τι; Ε. Αυτή είναι η θέση μου . Συμφωνείτε ή δεν συμφωνείτε; Α. Δεν συμφωνώ". Η κα Κονάρη είναι εμπειρογνώμονας και η εμπειρογνωμοσύνη της δεν αμφισβητήθηκε είτε αυτόνομα είτε σε σχέση με το πόρισμα της ώστε να της δοθεί ευκαιρία να εξηγήσει. Κρίνουμε θεμελιώδη την παράλειψη της υπεράσπισης (βλ. Addidas v. Jonitexo
(1987)1 CLR 383, Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 102 και ειδικά για εμπειρογνώμονα το σύγγραμμα Expert Evidence Law and Practice - Tristram Hodgjinson - έκδοση 1990, σελ. 112). Η κα Κονάρη ως εμπειρογνώμονας μετά από διενέργεια εξετάσεων της φυτικής ύλης με αναφορά στις μεθόδους και διάγνωση ουσιών καταλήγει στο συμπέρασμα της το οποίο και αναλύει στην έκθεση της με κατάληξη την κατάταξη της ξηρής φυτικής ύλης ως παράνομης με παραπομπή στη νομοθεσία και στον πρώτο πίνακα, Μέρος ΙΙ (φάρμακο τάξης Β'). Η πιο πάνω γενική υποβολή θέσης δεν μπορεί έγκυρα να σημαίνει ουσιαστική αμφισβήτηση του ευρήματος της μάρτυρος ότι το Τεκμήριο 5 είναι κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Περαιτέρω ο κ. Χριστάκη παρέλειψε να της υποβάλει θέση ότι η ανάλυση του φυτού και η κατάταξη της ουσίας ήταν έργο βοτανολόγου ή γεωπόνου ή εν πάση περιπτώσει όχι της ειδικότητας της. Δεν έχει επίσης αντίκρισμα η θέση του κ. Χριστάκη ότι δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο τα συστατικά που βρήκε η κα Κονάρη να ανήκουν σε άλλο φυτό. Αν υπήρχε τέτοια θέση της υπεράσπισης, ευλόγως αναμένετο να είχε τεθεί στη μάρτυρα. Σε αντίθεση με την παρούσα, στις πιο πάνω αυθεντίες η υπεράσπιση είχε ευθύς εξ αρχής αποκαλύψει με διάφανη γραμμή τη θέση της ότι τα φύλλα κάνναβης που ο κατηγορούμενος κατείχε, δεν ήταν μέρος της έννοιας της κάνναβης βάση του ισχύοντος τότε στην Αγγλία νόμου και το ερώτημα υπήρξε επίδικο θέμα κατά την ακροαματική διαδικασία της εξέτασης μαρτύρων με υποβολή ερωτήσεων επ' αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση αυτό δεν συμβαίνει. Ο κ. Χριστάκη στη διαδικασία εξέτασης της κας Κονάρη παρέλειψε να της υποβάλει ερωτήσεις, ακόμα και μετά την παράκληση της να της εξειδικεύσει την θέση του η οποία παρέμεινε τόσο γενική ώστε να μην έχει αξία. Πέραν τούτου, απλά σαν παρατήρηση, στη διατύπωση του επιχειρήματος της η υπεράσπιση ηθελημένα αγνοεί την ίδια την ύπαρξη του Τεκμηρίου 5 ενώπιον μας το οποίο οπτικά, εκτός και πέραν της γνώμης της ειδικού που αφορά τα συστατικά του, παραπέμπει σαφώς τουλάχιστο σε στέλεχος και φύλλα φυτού ως πασίδηλο γεγονός. Με υπολανθάνον τρόπο έχει αμφισβητηθεί ακόμη και η διακίνηση των Τεκμηρίων που αφορούν την επίδικη ουσία. Δηλαδή τα Τεκμήρια 4 και 5. Γι' αυτό και θεωρούμε ορθό, παρά την ασάφεια της εισήγησης, να στρέψουμε την προσοχή μας και σε αυτό τον τομέα. Δεν έχει αμφισβητηθεί - δεν θα μπορούσε άλλωστε - η ύπαρξη των ναρκωτικών εντός του οχήματος του κατηγορουμένου 1 στη θέση του οδηγού, στα πόδια του. Καθίσταται επίσης σαφές ότι η ουσία αυτή βρισκόταν εντός μπλε νάιλον σακουλιού (των σκουπιδιών) και όχι σε 2 σακούλες όπως αρχικά οι αστυνομικοί εξέλαβαν. Μας εξηγήθηκε δεόντως από τον (Μ.Κ. 2) αστυφ. 3437 το γιατί το εξέλαβε έτσι και δεν αντεξετάσθηκε επ' αυτού. Επιβεβαιώθηκε δε από τον Δρ. Καριόλου η ορθότητα της προσέγγισης. Είναι αδιαμφισβήτητη επίσης η σφράγιση των Τεκμηρίων στο σταθμό με την υπογραφή των κατηγορουμένων και του Μ.Κ. 2. Και το μέρος αυτό της κατάθεσης του Μ.Κ. 2 δεν αμφισβητήθηκε και δεν αντεξετάσθηκε επ' αυτού. Ο ίδιος ο Μ.Κ. 2 ανάφερε ότι τα Τεκμήρια 4 και 5 εδόθησαν (α) στο γενικό χημείο του κράτους με ερώτημα κατά πόσο η φυτική ύλη είναι ελεγχόμενο φάρμακο, το είδος και την ποσότητα, (β) στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, κυρίως για απομόνωση γενετικού υλικού από το μπλε σακούλι (μεταξύ άλλων) και (γ) στην Υπ. Ε.Γ.Ε. για δακτυλοσκοπικές εξετάσεις. Τα σχετικά έντυπα παραλαβής και παράδοσης Τεκμηρίων αρμονικά ταιριάζουν με τις αριθμήσεις και περιγραφές επί των ιδίων των Τεκμηρίων και των σχετικών εκθέσεων (βλ. περιγραφή Τεκμήριο 4 και 5 καθώς και Τεκμηρία 19, 20, 21
(1), 21
(2). Εξάλλου τα δύο τελευταία είναι και παραδεκτά και κάνουν αναφορά στις ίδιες περιγραφές). Σχετικά επίσης είναι τα Τεκμήρια 30, 31, 37 και
- Τα Τεκμήρια όλα μεταξύ τους και έναν έκαστο εξ αυτών, με τα σχετικά στοιχεία που περιέχουν μιλούν από μόνα τους και οδηγούν σε βεβαιότητα για την ταυτότητα τους. Θεωρούμε τον ισχυρισμό της υπεράσπισης εντελώς αβάσιμο. Οι μάρτυρες Καριόλου και Κονάρη οι οποίοι, παρά την προσπάθεια της υπεράσπισης, απέδειξαν την επιστημονική τους προσήλωση, εκτός της ορθότητας μεθόδου ανάλυσης, και την τυπικότητα τους στην παραλαβή και μεταχείριση των Τεκμηρίων. Είναι χαρακτηριστικό του τυχαίου και του αβάσιμου στην αντιμετώπιση ειδικά της κας Κονάρη από την υπεράσπιση ότι υπέστη επίθεση διότι υπήρχε στην έκθεση της Τεκμήριο 37, ένα γραφικό λάθος καθαρά δακτυλογραφικό σε μια εκ των αριθμήσεων (του αριθμού υπόθεσης Γενικού Χημείου) που αναγράφεται 11569/07 αντί του ορθού 11869/07 το οποίο πασιφανώς ήταν το σωστό, όπως προκύπτει τόσο από το ίδιο το Τεκμήριο αλλά και τα λοιπά στοιχεία. Η μάρτυρας ήταν απόλυτα θετική, σε ό,τι ερωτήθηκε και δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι ο τρόπος εργασίας της και το εύρημα της είναι ορθό. Ότι δηλαδή το Τεκμήριο 5 το οποίο ήταν η φυτική ύλη που βρέθηκε στο όχημα του κατηγορούμενου 1 βάρους 686.5 γραμμαρίων είναι κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη και ως τέτοια είναι απαγορευμένη και περιλαμβάνεται στον Πρώτο Πίνακα, Μέρος ΙΙ (Φάρμακο Τάξεως Β') του Νόμου ως εκτίθεται στο κατηγορητήριο και ως η Έκθεση Χημείου - Τεκμήριο
- Σαν αποτέλεσμα η εμπειρογνωμοσύνη και το πόρισμα της γίνονται αποδεκτά. Συνακόλουθα ολόκληρη η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής γίνεται αποδεκτή και επιπρόσθετα των πιο πάνω λεχθέντων όσο αφορά την επιστημονική μαρτυρία καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου όσα έχουν καταθέσει οι μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικοί, ότι δηλαδή: Δύο εβδομάδες περίπου πριν την επίδικη ημερομηνία (30.11.2007) ο αστυφ. 3299 Α. Γεωργίου (Μ.Κ. 3) της ΥΚΑΝ Πάφου έλαβε συγκεκριμένη πληροφορία ότι τρία πρόσωπα, πατέρας και οι δύο υιοί του τα οποία διέμεναν στην οδό Θάλειας αρ. 13, στα Κονιά, Πάφος ασχολούνται με την διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και ότι τις προσεχείς ημέρες θα διακινούσαν μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών. Ο Μ.Κ. 3 προχώρησε σε διερεύνηση των στοιχείων των αυτοκινήτων ως έχει περιγράψει και στον εντοπισμό των αυτοκινήτων που αναφέρονται πιο πάνω. Στις 30.11.2007 δίδεται νέα πληροφορία και γίνεται νέα παρακολούθηση με τον τρόπο, χρόνο και τόπο που οι μάρτυρες κατηγορίας κατέγραψαν και δεν είναι αναγκαίο να επαναλάβουμε (βλ. σελ. 3 έως 8 πιο πάνω) με αποτέλεσμα να εξευρεθούν τα ναρκωτικά (Τεκμήριο 5) με τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω και να συλληφθούν οι κατηγορούμενοι ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Ακολουθούν τα ανακριτικά διαβήματα των μαρτύρων κατηγορίας και κυρίως του Μ.Κ. 2 ως εκτίθενται επίσης πιο πάνω στις σελ. 8-11 της απόφασης μας. Μετά από επιστημονικές εξετάσεις που έγιναν στο Κρατικό Χημείο του Κράτους από την κα Κονάρη διαπιστώθηκε ότι το Τεκμήριο 5 ήταν κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη βάρους 686.5 γραμμάρια και αποτελεί απαγορευμένη ουσία εν τη εννοία του Νόμου, όπως έχουμε εξηγήσει πιο πάνω. Στη βάση αυτών των αντικειμενικών ερεισμάτων της μαρτυρίας καλούμαστε να δούμε την εμπλοκή των κατηγορουμένων υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα. Η γνώση από τον κατηγορούμενο του περιεχομένου του σακουλιού και ο βαθμός ελέγχου της απαγορευμένης ουσίας, αποτελούν ουσιώδη συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατοχής εν τη εννοία του Νόμου (βλ. Queiss v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1987)2 Α.Α.Δ. 49, Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Ulus Eminiyet v. Αστυνομίας, και Kasif OZuez v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 2/06 και 3/06 ημερομηνίας 17.5.2007). Είναι γνωστό επίσης ότι η ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης δεν μπορεί συνήθως να αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Σύμφωνα με την υπόθεση Ιακώβου v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 η γνώση συμπεραίνεται από τα ειδικότερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στα πλαίσια αυτά έχουμε εξετάσει και τις καταθέσεις των κατηγορουμένων στην αστυνομία, καθοδηγούμενοι από την νομολογία, ειδικά ως προς το ότι η κατάθεση του καθενός λειτουργεί ως μαρτυρία εναντίον αυτού που την έδωσε και όχι εναντίον του συγκατηγορούμενου (βλ. Αντώνης Προκοπίου Κίτα (Αλ Καπόνε) v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, και Malik v. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2006)2 Α.Α.Δ. 36, 45). Για τις ίδιες τις καταθέσεις τους επίσης παρατηρούμε ότι μόνον ορισμένα σημεία μπορούμε να δεχθούμε όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια. Πρωταρχικά είναι υποχρέωση μας να εξετάσουμε το ερώτημα αν συντρέχει περίσταση κοινής κατοχής με βάση τα αντικειμενικά στοιχεία των ευρημάτων μας αφού ιδωθούν κάτω από το πρίσμα των καταθέσεων των κατηγορουμένων. Με βάση το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2007, σελ. 919 "one or more co-accused may be jointly charged with possession, in which case "joint possession" must be established. The Court of Appeal in Searle [1971] Crim LR 592 held that mere knowledge of the presence of a drug in the hands of a confederate is not enough: joint possession must be established" Κρίνουμε ότι ενόψει της υπάρχουσας μαρτυρίας δεν μπορούμε να κατευθυνθούμε σε στοιχειοθέτηση κοινής κατοχής για τους τρεις κατηγορούμενους. Δεν έχει καταδειχθεί ότι ο καθένας θα είχε δικαίωμα λήψης επί των ναρκωτικών (common pool) (βλ. Blackstone's ανωτέρω, όπου και τονίζεται, "common pool from which all had the right to draw" (βλ. Επίσης Wright
(1975)119 SJ 825. In Strong
(1989)The Times, 26.1.90 και R v. Searle
(1971)Crim LR
- Βλέπετε επίσης τις Κυπριακές υποθέσεις Σίφουνας v. Αστυνομίας και Πέτρου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 115/06, 125/06, 21.2.07). Αυτουργός είναι χωρίς αμφιβολία ο κατηγορούμενος
- Είναι το άτομο που οδηγεί το αυτοκίνητο. Δίπλα από τα πόδια του στη θέση του οδηγού βρίσκονται τα επίδικα ναρκωτικά. Στη κατάθεση του ευθέως δέχεται την συναλλαγή που προηγήθηκε. Αυτό το μέρος της κατάθεσης του το αποδεχόμαστε. Δεν δεχόμαστε το μέρος εκείνο που θέτει τον ισχυρισμό ότι είναι χρήστης και πως τα ανευρεθέντα ναρκωτικά ήταν για δική του χρήση. Δεν δεχόμαστε επίσης τα λοιπά που λέγονται για να απαλλάξουν τους κατηγορούμενους 2 και
- Είναι ως γνωστό στην ευχέρεια του Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος κατάθεσης ενός κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 έχει τονιστεί ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει στην κατάθεση του κατηγορούμενου ή οποιουδήποτε μέρους αυτής. Και δυνητικά μπορεί να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος το οποίο περιέχει παραδοχή ή δήλωση ενάντια του συμφέροντος του. Τίθεται συνακόλουθα το ερώτημα αν στοιχειοθετείται θέμα συμμετοχής στο αδίκημα των κατηγορουμένων 2 και 3 με βάση την επίκληση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (βλ. Elminiyet v. Αστυνομίας πιο πάνω. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα έχει ως εξής. "Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. Δύναται να διωχτεί δεν όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη". Ο Blackstone τονίζει στην ίδια σελίδα ανωτέρω και τα ακόλουθα: "In Strong
(1989)The Times, 26.1.90, the prosecution put the case on the basis that there was joint possession, that is each of the co-accused jointly had control of one or more of packages of cannabis. The Court of Appeal followed Searly in indicating that what was being looked for was whether each person had the right to say what should be done with the cannabis. Clearly, knowledge was required for possession, but was not sufficient in itself. Consequently, mere presence in the same vehicle as the drugs and knowing they were there was not sufficient, and so Strong´s conviction was quashed. Alternatively, aiding and abetting possession by another may be considered. (βλ. Bland
(1988)Cr L R 41, Conway
(1994)Cr L R 826 and Mcnamara
(1998)Crim LR 278)". Όταν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι δεν τίθεται θέμα κοινής κατοχής είναι ανοικτό σε αυτό να εξετάσει αν στοιχειοθετείται θέμα συνέργειας "aiding and abetting possession by another". Ειδικά στην παρούσα περίπτωση που ευθέως στο κατηγορητήριο γίνεται αναφορά στο άρθρο 20. Το άρθρο 20 εξομοιώνει την συνέργεια με την αυτουργία αφού ρητά προβλέπει ότι ο καθένας, ο οποίος εμπλέκεται στο αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (βλ. Μαρκίδης v. Διευθυντής Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 Α.Α.Δ. 598, Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas
(1999)2 A.A.Δ. 523 και Azini v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319). Στο σχετικό κεφάλαιο της συνέργειας με βάση το άρθρο 20 πρέπει να έχουμε υπόψη στην εξέταση της υπάρχουσας μαρτυρίας τα ακόλουθα. Αρχίζουμε με τον κατηγορούμενο 2 - αφού λάβουμε υπόψη τα αντικειμενικά γεγονότα και την κατάθεση του μόνο. Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε και δεν θα χρησιμοποιήσουμε οτιδήποτε από τις καταθέσεις των λοιπών κατηγορουμένων ως η επιταγή της νομολογίας. (α) ο κατηγορούμενος 2 συνδέεται με τον κατηγορούμενο 1 ως πατέρας και υιός και διαμένουν στο ίδιο σπίτι. (β) Με βάση την κατάθεση του κατηγορουμένου 2 ο γιος του τον ήθελε μαζί του γιατί θα συναντούσε κάποιους φίλους. Χωρίς όμως να του πει ονόματα και χωρίς να γνωρίζει το σκοπό της συνάντησης. Στη συνέχεια ενισχύει την θέση του αυτή ότι ο υιός του τον θέλει μαζί του γιατί δεν γνώριζε που είναι το χωριό Κρήτου Τέρα. Έτσι ανέλαβε να τον πάρει και "μετά την συνάντηση" θα πήγαινε πίσω στο σπίτι. Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε τα κενά επί της εκδοχής που δεν εξηγούνται ούτε καν στην ανώμοτη του δήλωση. Η σύμπραξη των κατηγορουμένων 1 και 2 είναι ευθύς εξ αρχής μέχρι τέλους κοινή. Η κοινή πορεία ακόμη και στις επαναστροφές δεικνύει ενός είδους επικοινωνίας και συνεννόησης που δεν μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να κριθεί αθώα. Αντί να γίνει συνάντηση με φίλους που ο κατηγορούμενος 2 προβάλει ως την αιτιολογία για να συνοδεύσει τον υιό του μετά από αίτημα, συντελείται ενώπιον του συναλλαγή ναρκωτικών. Αυτό δεν μπορεί να παραβλεφθεί. Ο κατηγορούμενος 2 εν πάση περιπτώσει το βλέπει και δεν αντιδρά, απλά συνεχίζει να κατευθύνει τον γιό του στη διαδρομή, ακόμη και στην επιστροφή. Οι δρόμοι τους δεν χωρίζουν ποτέ. Όπως έχουμε ήδη πει, υπήρξε κοινή υπερασπιστική γραμμή ότι η συναλλαγή των ναρκωτικών συντελείται στην ερημική σκηνή με το διπλοκάμπινο. Η θέση αυτή τίθεται βέβαια υπό το σκέπαστρο της παγίδευσης. Η παγίδευση έχει αποτύχει. Όμως η συναλλαγή στο χώρο είναι δεδομένη. Παρά ταύτα δεν προκύπτει οτιδήποτε αδιαμφισβήτητο που να δεικνύει γνώση του κατηγορούμενου 2 εκ των προτέρων ή ότι σίγουρα βλέπει τι παραδίδεται στο γιό του. Η γνώση από μόνη της, και δη εκ των υστερών, έστω και με δεδομένη την συναλλαγή στο συγκεκριμένο χώρο δεν είναι αρκετή. Θα ήταν ενδεχομένως αρκετή για στοιχειοθέτηση συνέργειας, και σίγουρα όχι κοινής κατοχής, αν μπορούσε να θεμελιωθεί γνώση του ευθύς εξ αρχής και πριν την διαδρομή ή έστω και καθοδόν προς το σημείο που τα ναρκωτικά δίδονται στον κατηγορούμενο 1. Παρά τις παρατηρήσεις μας για τις ύποπτες υπόνοιες που περικλείει η συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2, δεν μπορούμε θετικά να διατυπώσουμε εύρημα για πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εμπλοκή του. Παρατηρούμε ότι στην εξέταση στοιχειοθέτησης ή μη συνέργειας είναι εκ της νομολογίας πιο αυστηρή η θεώρηση του Δικαστηρίου για διατύπωση θετικού ευρήματος (βλ. τις παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί στην υπόθεση R. v. Searle and other, πιο πάνω σελ. 593). Για την κατηγορούμενη 3 με βάση την κατάθεση της σε σχέση πάντοτε με τη δική της εμπλοκή, ότι δηλαδή χωρίς να φαίνεται προηγούμενα να γνωρίζει κάτι συγκεκριμένο, μετά την παράδοση των ναρκωτικών, τα αντιλαμβάνεται ως τέτοια και δεν αντιδρά, δεν μπορούν τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με τα αντικειμενικά ευρήματα μας να λειτουργήσουν ως συμπεράσματα ενοχής. Η γνώση αυτή με τις συνθήκες που διαγνώσκονται, δηλαδή της απλής συνύπαρξης της στο αυτοκίνητο, την ηλικία της και το ότι οι χώροι της ήταν άγνωστοι, χωρίς δυνατότητα αντίδρασης και η σε βάθος εξέταση των συσχετισμών των δεδομένων που θέτει στην κατάθεση κρίνουμε ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει θετικά συνέργεια της σε σχέση με την κατοχή των ναρκωτικών (βλ. Blackstone 2007 στο ανωτέρω απόσπασμα). Για τον κατηγορούμενο 1, όπως έχουμε πει, αντίθετα θεμελιώνεται πλήρως και χωρίς αμφιβολία η δεύτερη κατηγορία αφού η κατοχή της ουσίας είναι δεδομένη αλλά και έχει παραδεχθεί την κατοχή της στη κατάθεση του. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην υπερασπιστική του γραμμή δεν αποδέχθηκε βασικά ότι είναι χρήστης και στην ανώμοτη του δήλωση προέβαλε ένα ουσιαστικά αμφιλεγόμενο ισχυρισμό για "εξαναγκασμό του από τον Αντρίκκο" για να πάρει τέτοια μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών για δική του μελλοντική χρήση. Αυτή η θέση είναι εξόφθαλμα μη βάσιμη. Εκτός των πιο πάνω, παρέμεινε αναντίλεκτο βασικά το άρθρο 30Α του Νόμου που δημιουργεί μαχητό τεκμήριο κατοχής με σκοπό την προμήθεια αν ένα πρόσωπο κατέχει 30 ή περισσότερα γραμμάρια κάνναβης (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 89/06, ημερ. 4.7.2007). Κρίνουμε με βάση τα δεδομένα ότι ο σκοπός της κατοχής ήταν η προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα. Συνεπώς στοιχειοθετείται και η τρίτη κατηγορία εναντίον του. Βρίσκουμε ότι η πρώτη κατηγορία πρέπει να αποτύχει για όλους τους κατηγορούμενους αφού δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ τους για διάπραξη αδικήματος (βλ. Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134) και Bo v. Δημοκρατίας 192/05, ημερ. 7.6.2007). Ακόμη δεν έχουμε πεισθεί ενόψει και της αοριστίας που υπάρχει στην τέταρτη κατηγορία ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος σε αυτή. Για τους λόγους που εξηγήσαμε καταλήγουμε: - Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. - Ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και
- - Ο κατηγορούμενος 1 βρίσκεται ένοχος στις κατηγορίες 2 και
- (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Ματθαίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο