← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γιώργος Γιωργαλλής, Aρ. Υπόθεσης 3238/2005, 7.5.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γιώργος Γιωργαλλής, Aρ. Υπόθεσης 3238/2005, 7.5.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 3238/2005 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου V Γιώργος Γιωργαλλής Ημερομηνία: 7.5.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα Για τον κατηγορούμενο : κ. Αλ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος : Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος, στις 19.10.2004 στο Αναβαργός της Επαρχίας Πάφου παράνομα επιτέθηκε κατά του Νικόλα Πενταρά και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Μαρτυρία και Τεκμήρια της υπόθεσης: Προς υποστήριξη της υπόθεσης της η κατηγορούσας αρχή, κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως 5 μάρτυρες κατηγορίας, ο Αστυφ. 3158 Νίκος Χριστοφή (Μ.Κ.1), ο Νικόλας Κυριάκου Πενταράς (Μ.Κ.2), ο Μιχάλης Σπύρου (Μ.Κ.3), ο Ανδρέας Θεοδούλου (Μ.Κ.4) και η Δρ. Νεοφύτα Χρυσάνθου (Μ.Κ.5). Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν συνολικά 8 τεκμήρια, ως ακολούθως: 1) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 1) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 2) Γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2) 3) Γραπτή κατάθεση κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3) 4) Ιατρικό έντυπο ημερομηνίας 10.10.2004 (Τεκμήριο 4) 5) Ιατρική έκθεση (Τεκμήριο 5) 6) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.2 (Τεκμήριο 6) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 7) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.3 (Τεκμήριο 7) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 8) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.4 (Τεκμήριο 8) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Πρόβαλε ο κατηγορούμενος κατά την ανώμοτη δήλωση του την θέση ότι αυτός βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας όπου αναγκάστηκε να χτυπήσει τον παραπονούμενο όταν αυτός του επιτέθηκε πρώτος. Είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής όπως αυτή διαγράφεται μέσα από την μαρτυρία που προσκόμισε, ότι στις 19.10.2004, ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην βεράντα του διαμερίσματος του, τον επισκέφθηκε ο παραπονούμενος, για να του επιτρέψει κάποια ρέστα, αφού ο κατηγορούμενος προηγουμένως επισκέφθηκε το κατάστημα του παραπονούμενου, το οποίο βρίσκεται πλησίον του διαμερίσματος που διαμένει ο κατηγορούμενος, και ότι ο παραπονούμενος δέχτηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο, η οποία του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Εισηγήθηκε η συνήγορος για την κατηγορούσα αρχή, ότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε τον παραπονούμενο και ότι έχει αποδειχτεί η ενοχή του. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ως αναξιόπιστη, και δη του Μ.Κ.2 λόγω των αντιφάσεων που παρατήρησε την προφορική του κατάθεση σε σχέση με την γραπτή του κατάθεση. Επιπλέον έθεσε ως υπεράσπιση την αυτοάμυνα υποδεικνύοντας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. Προβαίνω επίσης στην αξιολόγηση της μαρτυρίας έχοντας υπόψη και την εκδοχή του κατηγορούμενου όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, της ανώμοτης δήλωσης του αλλά και των σχετικών υποβολών κατά την διάρκεια της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας. Βρίσκω ότι ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου με ευθύτητα και απλότητα αναφορικά με τις δικές του ενέργειες και την δική του ανάμιξη στην διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο στις 17.12.2004, μεταξύ των ωρών 15:00 με 15:10 και κατέγραφε την απάντηση που ο κατηγορούμενος έδωσε (βλ. Τεκμήριο 2). Ο μάρτυρας αυτός δεν πρόσθεσε οτιδήποτε πέραν των δικών του ενεργειών που έκανε σε σχέση με την υπόθεση και με ειλικρίνεια απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Ο Μ.Κ.1 κρίνεται αξιόπιστος και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο παραπονούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση και έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι αυτός δεν είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Υπέπεσε σε αντιφάσεις ενώ απόφευγε να απαντήσει σε σημεία όπου αντιλαμβανόταν ότι αυτά που είπε σε προηγούμενος στάδιο ή στην κατάθεση του ήταν αντιφατικά μεταξύ τους. Επίσης ήταν εριστικός και απότομος και εν πάσει περιπτώσει δεν έδινε την εντύπωση ανθρώπου ειλικρινή και ανθρώπου που έλεγε την αλήθεια. Ήταν απόλυτος αλλά και προκλητικός ειδικά σε ερωτήσεις που του τέθηκαν αναφορικά με το δικαίωμα του και εάν είχε λάβει την άδεια του κατηγορούμενου για να πάει στο σπίτι του, λέγοντας ότι δεν χρειάζεται άδεια και ότι έχει δικαίωμα να πάει να τον ελέγξει τι κάνει εφόσον το διαμέρισμα που ο κατηγορούμενος μένει είναι δικό του. Η κύρια θέση του, στην οποία και επέμενε στην διάρκεια της αντεξέτασης του ήταν διαφορετική από αυτή που αναφέρει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 6), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ειδικά σε σχέση με τον τρόπο που χτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο. Επέμενε στην αντεξέταση του ότι το πρώτο χτύπημα που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο, ήταν με το στήθος του κατηγορούμενου, ο οποίος αφού σηκώθηκε από την καρέκλα, του το πρόταξε (το στήθος του) και τον έσπρωξε στα κάγκελα. Σε ερώτηση γιατί δεν το είπε στην κατάθεση του αυτό ανάφερε και επέμενε ότι το είπε - μετά ανάφερε ότι μπορεί να ξέχασε να το πει δίδοντας δικαιολογία ότι είχε βγει από το Νοσοκομείο άρρωστος. Όταν του διαβάστηκαν αυτά που λέει στην κατάθεση του και τα οποία έρχονται σε αντίθεση με αυτά που είπε στο Δικαστήριο, ήταν εμφανής πλέον η αμηχανία του αλλά και η αδυναμία του να δώσει οποιαδήποτε ικανοποιητική ή πειστική εξήγηση. Πρόβαλε επίσης δύο διαφορετικές θέσεις σε ότι αφορά την συνέχεια της επίθεσης. Υποστήριξε μετά το σπρώξιμο με το στήθος του κατηγορούμενου που δέχτηκε, γλύστρισε και έπεσε στην βεράντα, γιατί όπως είπε φορούσε παντόφλες και ήταν σφουγγαρισμένα. Ενώ σε ερώτηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου αν έμεινε όρθιος, με τα χέρια του στο κεφάλι και τον χτυπούσε ο κατηγορούμενος απάντησε ναι, δίδοντας και αυτή την εκδοχή ότι δηλαδή μετά το σπρώξιμο με το στήθος του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος τον χτυπούσε ενώ ήταν όρθιος. Σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι αναγκάστηκε ουσιαστικά μετά, το σπρώξιμο που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο να βάλει τα χέρια του στο κεφάλι του και να κάτσει, και όχι ότι γλύστρισε, για να προστατευτεί από τα χτυπήματα του κατηγορούμενου. Σε ερώτηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου, κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, πως ήταν ο κατηγορούμενος όταν έφυγε από το κατάστημα του, απάντησε ότι ο κατηγορούμενός ήταν ήρεμος ενώ ακολούθως θέλοντας να δείξει την άσχημη συμπεριφορά του κατηγορούμενου απέναντι του, και σε προηγούμενο στάδιο, είπε ότι του έριξε την επιταγή που του έδωσε για να τον πληρώσει και ότι του είπε 3 φορές δεν «είμαι του βερεσιέ εγώ» και αυτός διερωτήθηκε τι έπαθε ο κατηγορούμενος και ότι όταν του είπε ότι χρωστούσε ακόμη 1,50 αυτός νεύριασε και του έριξε τα νομίσματα και έφυγε νευριασμένος από το μπακάλικο . Θέλοντας να πείσει για την δική του εκδοχή είπε ότι ο Ανδρέας Θεοδούλου και ο Μιχάλης Σπύρου όταν άκουσαν τις φωνές πήγαν στον δρόμο και έβλεπαν τι σύμβαινε ως θεατές, ο Μιχάλης Σπύρου (Μ.Κ.3) διαψεύδει με την μαρτυρία του τον παραπονούμενο ότι είδε το τι συνέβηκε, σύμφωνα με την κατάθεση του και την μαρτυρία του Μ.Κ.3, φαίνεται ότι ο Μ.Κ.3 πήγε στο καφενείο του Νικόλα Πενταρά, μετά το επεισόδιο για να πάρει τσιγάρα και ήταν τότε που είδε τον παραπονούμενο να σκουπίζει αίματα από το πρόσωπο του, ενώ σε ερώτηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είδε οποιοδήποτε επεισόδιο. Επίσης ο Μ.Κ.4, ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν στο καφενείο του παραπονούμενου άκουσε φωνές και όταν βρήκε στην βεράντα του καφενείου είδε στο διαμέρισμα του Γιώργου που βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το καφενείο να βρίσκεται παραπονούμενος πεσμένος στην βεράντα και να προσπαθούσε να σηκωστεί. Δίπλα του βρισκόταν ο ένοικος του διαμερίσματος ο Γιώργος ο οποίος ήταν όρθιος και φώναζε και στο ενδιάμεσο τους βρισκόταν κάποιος άντρας που δεν γνωρίζει το όνομα του αλλά ξέρει ότι μένει πάνω από το διαμέρισμα του Γιώργου. Στην συνέχεια ο Νικόλας σηκώστηκε και ήρθε προς το καφενείο. Είχε αίματα πάνω στο κεφάλι του και τον ρώτησε τι έγινε αλλά δεν του είπε τίποτα. Ακολούθως μπήκε στο καφενείο και άκουσε τον Νικόλα που τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Ερωτηθείς στην αντεξέταση συμφώνησε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να χτυπά τον παραπονούμενο. Ενόψει των πιο πάνω αντιφάσεων που εντόπισα στην μαρτυρία του Μ.Κ.2, καθώς και της εικόνας που αποκόμισα από αυτόν ενώ έδιδε μαρτυρία ενόρκως, είμαι βέβαιη ότι δεν κατάθεσε την αλήθεια ενώπιον του δικαστηρίου και ειδικότερα σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο άρχισε, και εξελίχθηκε το όλο επεισόδιο μεταξύ αυτού και του κατηγορούμενου. Η Μ.Κ.5 είναι η ιατρός η οποία εξέτασε τον παραπονούμενο, και κατάγραψε τα ευρήματα της στο Τεκμήριο 4. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση, Ανδρέας Γεωργίου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 6333 ημερομηνίας 19.12.1997, η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου

(1993)1 ΑΑΔ 1003, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51). Η Μ.Κ.5, ήταν μια ανεξάρτητη μάρτυρας. Η μαρτυρία της ενόψει της καλής εντύπωση που μου δημιούργησε, η γνώμη της και τα συμπεράσματα της γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Να σημειωθεί ότι η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Σύμφωνα με το τεκμήριο 4 αλλά και με την μαρτυρία της δεν φαίνεται, ο παραπονούμενος να έφερε οποιοδήποτε τραύμα στην μύτη κάτι τέτοιο δεν υποστήριξε ούτε με την προφορική της μαρτυρία. Η μαρτυρία της αναφορικά με το σημείο αυτό έρχεται σε αντίφαση με την μαρτυρία του ίδιου του παραπονούμενου αλλά και με την μαρτυρία των Μ.Κ. 3 και
  1. Οι Μ.Κ.3 και 4 κρίνονται ειλικρινείς και αποδέχομαι την μαρτυρία τους, πλην του μέρους αυτής που αφορά την ύπαρξη τραύματος στην μύτη του κατηγορούμενου, αφού αυτό δεν συνάδει με την μαρτυρία της Μ.Κ.
  2. Σε ότι αφορά το ίδιο το επεισόδιο που έλαβε χώρα μεταξύ του παραπονούμενο τόσο ο Μ.Κ.3 όσο και ο Μ.Κ.4 δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσουν το δικαστήριο αφού αυτοί δεν ήταν παρόντες σε αυτό. Σε αντίθεση με αυτά που υποστήριξε ο ίδιος ο παραπονούμενος ότι δηλαδή οι Μ.Κ.3 και 4 ήταν παρόντες και ως θεατές παρακολουθούσαν το επεισόδιο. Βάρος απόδειξης Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση τοιαύτη, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Π.Ε. 7018 και 7093 ημερ. 26.3.20002). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου, Π.Ε 7102 ημερ. 7.6.2002, επισημάνθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Η επιλογή του κατηγορούμενου να μην δώσει ένορκο κατάθεση είναι μέσα στα δικαιώματα του και το δικαστήριο δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάσει το γεγονός αυτό, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε θα αναμένετο από τον κατηγορούμενο να δώσει κάποια εξήγηση (βλ. Βρακάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 ΑΑΔ 139 και Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 ΑΑΔ 2000). Εάν η ανώμοτη δήλωση δεν αξιολογείται αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Δεν μπορεί να απορρίψει ισχυρισμούς ή να αποδείξει γεγονότα που μόνο με τη μαρτυρία μπορούν να καταρριφθούν ή να αποδειχτούν (ανάλογα της περίπτωσης) μπορεί όμως αφετέρου να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα από το περιεχόμενο της για να βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική πλευρά. Σε περιπτώσεις που ένας κατηγορούμενος παραλείψει να δώσει μαρτυρία ενόρκως ή να καλέσει μάρτυρα για την υπεράσπιση του, το Δικαστήριο εξετάζει αν η μαρτυρία τη Κατηγορούσας Αρχής είναι αξιόπιστη και αν είναι αξιόπιστη προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει την κατηγορία εφόσον αποτελεί νομική αρχή ότι το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης δημιουργείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου προσώπου παράνομα, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα και ως αποτέλεσμα προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη. Στην υπόθεση R. v. Viena
(1975)3 ALL E.R 788, τέθηκαν νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης δεν χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος επίθεση χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. 4 και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1983)3 All E.R. 445). Βλέπε επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση παρ. 2643, σελ 1280). Στο σύγγραμμα Russel on Crime στη σελ. 629, αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56, αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε καμία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ότι συνεπλάκη με τον παραπονούμενο, πράγμα που ο παραπονούμενος αρνήθηκε στην μαρτυρία του. Το ότι υπήρξε συμπλοκή μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου επιβεβαιώνεται και από τα ιατρικά πιστοποιητικά που αναφέρονται στις σωματικές τους βλάβες (βλ. Τεκμήρια 4 και 5). Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, επικαλείται αυτοάμυνα. Στην πρόσφατη απόφαση Γιάλλουρος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320 στην σελ. 325 αναφέρθηκαν τα εξής: « Το θέμα της αυτοάμυνας, σε μια υπόθεση όπως την παρούσα είναι από τις σημαντικές υπερασπίσεις. Μάλιστα από τη στιγμή που εγείρεται τέτοια υπεράσπιση το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει και μάλιστα στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Συνεπώς δεν είναι στον κατηγορούμενο να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό αλλά στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκλείσει την αυτοάμυνα και μάλιστα το επίπεδο που αναφέρθηκε πιο πάνω δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι αρχές που διέπουν την αυτοάμυνα αναφέρθηκαν με σαφήνεια σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Μηλιώτης ν. Αστυνομίας
(1971)2 CLR 292, Μαιφόσιης ν. Αστυνομίας
(1978)2 CLR 9, Καλλίσιης ν. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 143 και Likishvilli άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 351 Ιωάννης Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 251 και Γιάλλουρος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320). Στην υπόθεση Μαραγκός (πιο πάνω), στην σελ. 255 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την αυτοάμυνα: « Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί, ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί, προς όφελος κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαοπραγία». Για τη διαπίστωση του ευλόγου της βίας του χρησιμοποιήθηκε λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων δεν είναι απαραίτητο ο κατηγορούμενος να προσπάθησε να οπισθοχωρήσει ή να κατευνάσει ένα καυγά αν και μια τέτοια μια τέτοια μαρτυρία, αν υπάρχει, ενδέχεται να είναι καθοριστική για την κρίση του Δικαστηρίου (βλ.R.V. Bird 1985 2 All E.R. 513). Περαιτέρω ότι η βία που χρησιμοποιήθηκε ήταν εύλογη, ο κατηγορούμενος δικαιούται να υπερασπιστεί όχι μόνο τον εαυτό του ή μέλος της οικογένειας του αλλά ακόμη και ένα εντελώς ξένο άτομο αν ο ξένος υφίσταται παράνομη επίθεση από άλλους (βλ. R. Duffy
(1966)1 All. E. R 62). Η όλη μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή παρουσιάζει στο Δικαστήριο ένα ασαφές πεδίο σχετικά με το τι προηγήθηκε της επίθεσης του κατηγορούμενου εναντίον του Μ.Κ.2. Αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρξαν. Όπως η νομολογία καθορίζει η ανώμοτη δήλωση δεν έχει αποδειχτική αξία αλλά περισσότερο πειστική. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 όπως πιο πάνω έχει λεχθεί κρίθηκε αναξιόπιστη οπότε και δεν καταρρίπτει την εκδοχή του κατηγορούμενου, ο οποίος στην ανώμοτη του δήλωση επαναλαμβάνει την αρχική του θέση, η οποία έδωσε και στην κατάθεση του, ότι δηλαδή δέχτηκε πρώτος επίθεση από τον κατηγορούμενο και ότι ο ίδιος βρισκόταν σε κατάσταση αυτοάμυνας, επίσης το τεκμήριο 5, στο οποίο περιγράφονται οι σωματικές βλάβες του κατηγορούμενου, συνάδουν με αυτή την εκδοχή του, οπόταν θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή δεν εξουδετέρωσε το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βία (βλ. Ιωάννης Δ. Μαραγκός ν. Αστυνομίας 2 ΑΑΔ 1998 251) Η Κατηγορούσα Αρχή είχε υποχρέωση να δώσει καθαρή εικόνα για το όλο επεισόδιο, που δεν κατάφερε να το κάμει με την μαρτυρία που προσκόμισε. Αποτέλεσμα τούτου να μην μπορώ να αποκλείσω και την εκδοχή του κατηγορούμενου ότι δηλαδή ό,τι έκαμε σε βάρος του παραπονούμενου ήταν στα πλαίσια της αυτοάμυνας. Επομένως με βάση τη νομική αρχή ότι έστω και η παραμικρή αμφιβολία επενεργεί προς όφελος του κατηγορούμενου είναι η κατάληξη μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποκλείσει το ενδεχόμενο της χρήσης νόμιμης βίας και εύλογης βίας υπό τις περιστάσεις με αποτέλεσμα να αποτύχει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στην κατηγορία. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα εκ. 390 ευρώ να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.