Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου, Aρ. Υπόθεσης 14462/2006, 8.5.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 14462/2006 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου V Χαράλαμπος Όθωνος Ημερομηνία: 8.5.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος (για να ακούσει απόφαση κα Ε. Σάββα) Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, η οποία αφορούσε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στο κατηγορητήριο, ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου και προέβη σε παραδοχή στις κατηγορίες 2,3 και 4. H συνήγορος του κατηγορούμενου, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, εισηγήθηκε, ότι δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του στην πρώτη κατηγορία και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να τον απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Συγκεκριμένα η κ. Σαββίδου υποστήριξε ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία αποδεκτή στο δικαστήριο για να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Από την άλλη πλευρά, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, ανάφερε ότι η μαρτυρία είναι ικανή για να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία της πρώτης κατηγορίας, ενώ το ζήτημα όπως τέθηκε από την κ. Σαββίδου, είναι ζήτημα αξιολόγησης της μαρτυρίας κάτι το οποίο το δικαστήριο δεν μπορεί ουσιαστικά να πράξει σε αυτό το στάδιο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Είναι θεμελιωμένο ότι μια κατηγορία απορρίπτεται στο στάδιο της συμπλήρωσης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής αν δεν έχει αποδειχθεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας ή αν η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορεί να βασίσει σε αυτή, την καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51) Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης το ορθό κριτήριο δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή του Κατηγορούμενου αλλά κατά πόσο, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση το Δικαστήριο θα μπορούσε να τον βρει ένοχο (Κουννίδη ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 ΑΑΔ 820) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, στις σελίδες 144 και 145 αναφέρονται τα ακόλουθα: Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως ,δηλαδή, μετά την προκαταρτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. To Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 του υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι σε αυτή τη έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες του νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 στην σελ 196 λέχθηκαν τα εξής: «Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί». Το αποδεικτικό βάρος της απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο αυτό συνίσταται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης (βλέπε σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, Loizou & Piki, σελ .11 και 176) Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλέπε Police ν Kallenos
(1980)J.S.C σελ 145). Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλέπε Shaban Bin Hussein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. σελ 1626). Όπως τονίσθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σωτηριάδης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 102 και Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363: « Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ΄ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι, κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται και στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R 250. Η υπόθεση R. V. Calbraith
(1981)2 All E.R. σελ 124 έχει διευκρινίσει και καθιερώσει το κριτήριο της αντικειμενικής αδυναμίας καταδίκης από την κρινόμενη ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα της μαρτυρίας σαν θέμα νομικής κρίσης (βλέπε επίσης και Fulcher
(1995)2 Cr. App.R.σελ. 251). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να ανατέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, δηλαδή ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενοψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Συμπερασματικά το έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο περιορίζεται στην αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ΄επέκταση εάν αντικειμενικά η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά το αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο δεν θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα προχωρήσω να εξετάσω την υπάρχουσα μαρτυρία, αντικειμενικά, χωρίς να υπεισέρχεται στην κρίση μου ο παράγοντας αξιοπιστία, γιατί κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τις πιο πάνω αρχές. Ο κατηγορούμενος ως πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 100
(1)/96,66
(1)/2003 και ΚΔΠ 242/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 25η Οκτωβρίου 2006 στη Τρεμιθούσα της Επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε παράνομα τους ZAZA KLERTIASHVILI από την Γεωργία και SAMI KOMBOZE από την Συρία σε ανεγειρόμενη οικοδομή στη Τρεμιθούσα, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως 4 μάρτυρες κατηγορίας, ο Αστ. 2120 Γιώργιος Κούρμουζου (Μ.Κ.1), ο Αστ 2527 Ηλίας Ηλία (Μ.Κ.2), ο Αστ. 2986 Κυριάκος Λουκά (Μ.Κ.3) και ο Αστ. 1039 Μάριος Αριστείδου (Μ.Κ.4). Συνολικά από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατατέθηκαν 9 τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και οι γραπτές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (Τεκμήρια 1, 2, 5 και 8), οι οποίες αποτέλεσαν για τον κάθε μάρτυρα μέρος της κυρίως εξέτασης του και επίσης οι ανακριτικές καταθέσεις των ZAZA KLERTIASHVILI και SAMI KOMBOZE τόσο στην μητρική τους γλώσσα όσο και η μετάφραση τους στην Ελληνική (Τεκμήρια 3, 4, 6 και 7). Το τεκμήριο 9 είναι το ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 25.10.2006, που εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου, μαζί με την ένορκη δήλωση που το υποστηρίζει. Για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε προς στοιχειοθέτηση της πρώτης κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1, Αστ. 1039 Γιώργος Κούρμουζου, της ΥΑΜ Πάφου, στις 25.10.2006 και ώρα 1445 μετέβη, μαζί με τους Αστ. 1266 και Αστ. 2639, σε ανεγειρόμενη οικοδομή στην οδό Αγίου Ρηγίνου και Ορέστη στο χωρίο Τρεμιθούσα στην Πάφο για έλεγχο μετά από πληροφορία παράνομης απασχόλησης αλλοδαπών. Μετά από παρακολούθηση είδε δύο άνδρες να ασχολούνται με το σοβάτισμα της οικοδομής, τους οποίους πλησίασε τους αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα, τους ανάφερε την ιδιότητα του, τους ζήτησε τα στοιχεία τους και τους ρώτησε αν έχουν άδεια να εργάζονται στην συγκεκριμένη οικοδομή. Οι αλλοδαποί του ανέφεραν ότι είναι πολιτικοί πρόσφυγες και ότι ονομάζονται ο ZAZA KLERTIASHVILI από την Γεωργία και ο SAMI KOMBOZE από την Συρία. Τους πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξαν δηλαδή ότι εργάζονταν στο πιο πάνω μέρος χωρίς άδεια και αφού τους επέστησε την προσοχή στο νόμο δεν έδωσαν καμία απάντηση. Ακολούθως μετά από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τους αλλοδαπούς ZAZA KLERTIASHVILI κάτοχο Γεωργιανού διαβατηρίου και SAMI KOMBOZE κάτοχο Συριακού διαβατηρίου. Οι δύο πιο πάνω αλλοδαποί συνελήφθηκαν για παράνομη απασχόληση και σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 κατονόμασαν ως εργοδότη τους τον Πάμπο Όθωνος, ο οποίος είναι υπεύθυνος στην εταιρεία OTHONOS BROS, η οποία ανέλαβε την εργολαβία στην οικοδομή. Στο μέρος δεν ήταν παρών ο εργοδότης. Στην συνέχεια με την βοήθεια του Αστ. 2639 και Αστ. 1266, οι αλλοδαποί μεταφέρθηκαν στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων όπου ανάλαβε την εξέταση της υπόθεσης, Ανέφερε επίσης ο Μ.Κ.1 ότι στην οικοδομή υπήρχε πινακίδα στην οποία αναγράφετο το όνομα της Εργοληπτικής Εταιρείας Othonos Bros. Μεταξύ άλλων στην αντεξέταση του ερωτηθείς αν από την ταμπέλα της εταιρείας που είδε στην οικοδομή υπολόγισε και έβγαλε το συμπέρασμα ότι αυτή η εταιρεία ήταν υπεύθυνη για την οικοδομή, ο μάρτυρας απάντησε, «ναι και οι αλλοδαποί μου ανέφεραν ότι ήταν κάποιος Πάμπος που εργαζόταν στην εταιρεία» Επίσης σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, τον κατηγορούμενο για πρώτη φορά τον έβλεπε στο Δικαστήριο ενώ μίλησε μαζί του στο τηλέφωνο την ίδια ώρα που ήταν στην οικοδομή, αφού πρώτα πήρε τηλέφωνο στο σταθερό τηλέφωνο της εταιρείας, το οποίο αναγράφετο στην ταμπέλα και ρώτησε για τον Πάμπο που εργάζεται στην Othonos Bros και του έδωσαν το τηλέφωνο του, σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 όταν τον πήρε τηλέφωνο τον ρώτησε αν είναι ο υπεύθυνος της οικοδομής, ο οποίος δεν έδωσε απάντηση και στον οποίο ανέφερε να παρουσιαστεί στον Αστυνομικό Σταθμό για κατάθεση. Ερωτηθείς αν ο ίδιος προσωπικά έκαμε οποιαδήποτε έρευνα να διαπιστώσει ποια είναι και αν υπάρχει σχέση του Πάμπου Όθωνος με την εταιρεία Othonos Bros ο μάρτυρας απάντησε «όχι δεν έκαμα οτιδήποτε». Ο Μ.Κ.2 Υπηρετεί στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου και στις 25.10.2006 ενώ ήταν καθήκον μεταξύ των ωρών 1700 έως 1725 με την βοήθεια διερμηνέα της Ρωσικής γλώσσας Ελλάδας Καλαιτζίδου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ZAZA KLERTIASHVILI από την Γεωργία αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο νόμο στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι εργάζεται στην εταιρεία OTHONOS BROS για τρεις μήνες περίπου και έχει εργοδότη τον Χαράλαμπο Όθωνος, ο οποίος τον πληρώνει 36 Λ.Κ.1 την ημέρα. Ο Μ.Κ.3 είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου και στις 25.10.2006 μεταξύ των ωρών 2000 έως 2025 με την βοήθεια διερμηνέα της Αραβικής Γλώσσας Γοργίας Γιακνάμ έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον SAMI KOMBOZE από την Συρία για διερευνώμενη υπόθεση παράνομης απασχόλησης αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο Μ.Κ.4 την 15.11.2006 και ώρα 1950 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου συνέλαβε τον Χαράλαμπο Όθωνος και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του αυτός έδωσε την απάντηση που κατέγραψε στο ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 9). Ακολούθως στην προσπάθεια του να του περάσει χειροπέδες αυτός τον έσπρωξε με τα χέρια του και αντιστεκόταν στο να του περάσει τις χειροπέδες, αμέσως τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε του επέστησε την προσοχή στον Νόμο και αυτός απάντησε «εν να σε σάσω καλά ρε κοπελούι, η Πάφος εν μιτσιά τζαι εγώ είμαι τζαμέ πουν το ταμιευτήριο της Αστυνομίας τζαι εν να δεις τι εν να πάθεις. Εν να μεν βρω λόγο να σε καταγγείλω, δικηγόρος μου εν Άρτεμης τζαι ένα βρει λόγο να σε μπερτέψει να σε βκάλουσιν» Με βάση τη μαρτυρία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχτεί εναντίον του κατηγορούμενου εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην πρώτη κατηγορία, έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Αρχικά να αναφέρω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4, στο σύνολο της, δεν έχει να κάνει σε κανένα σημείο της σε σχέση με γεγονότα που αφορούν την πρώτη κατηγορία, πλην ότι αυτός εκτέλεσε ένα ένταλμα σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του κατηγορούμενου σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργόδοτησης. Η μαρτυρία του Μ.Κ.4 αφορά σχεδόν αποκλειστικά, τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί. Το αδίκημα: Σύμφωνα με το άρθρο 14Β
(1)του Νόμου, Κεφ. 105, που δημιουργεί το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, τα συστατικά του στοιχεία, είναι: (α) Η εργοδότηση (β) αλλοδαπού Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 105 αλλοδαπός σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Όσον αφορά το ερώτημα αν ο ZAZA KLERTIASHVILI που είναι από την Γεωργία και SAMI KOMBOZE που είναι από την Συρία θεωρούνται αλλοδαποί, στον βαθμό που αυτό απαιτείται σε αυτό το στάδιο, η απάντηση είναι θετική, όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1 ο ίδιος προέβηκε σε έλεγχο όπου και διαπίστωσε τα πιο πάνω. Το γεγονός αυτό, δηλαδή η ιδιότητα των πιο πάνω προσώπων, ως αλλοδαπών, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Συνεπώς, το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί, είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που είναι η εργοδότηση. Ως έννοια η εργοδότηση, εξ΄ορισμού, εμπεριέχει δύο στοιχεία. Εδράζεται στην συμβατική σχέση δύο προσώπων, κατά την οποία, το ένα μέρος, ο εργοδότης αναθέτει στο άλλο μέρος τον εργοδοτούμενο, την εκτέλεση κάποιας εργασίας. Επίσης στον βαθμό και στο επίπεδο που αυτό απαιτείται σε αυτό το στάδιο, έχει αποδειχτεί ότι οι ZAZA KLERTIASHVILI και ο SAMI KOMBOZE, κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν σε μια ανεγειρόμενη οικοδομή στην οδό Αγίου Ρηγίνου και Ορέστη στο χωρίο Τρεμιθούσα στην Πάφο και ασχολούντο με το σοβάτισμα της (βλέπε μαρτυρία του Μ.Κ.1 και το Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών όταν διαπίστωσε ότι οι πιο πάνω αλλοδαποί απασχολούντο στην οικοδομή οπόταν θα πρέπει να αναζητηθεί, μεταξύ άλλων μαρτυρία από μέρους της κατηγορούσας αρχής η οποία να συνδέει με οποιοδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο με την εν λόγω οικοδομή και ειδικότερα με τους αλλοδαπούς που εργοδοτούντο σε αυτή. Το συμπέρασμα του Μ.Κ.1, ότι ο Πάμπος Όθωνος, που είναι ο κατηγορούμενος, εργοδοτούσε τους πιο πάνω αλλοδαπούς προέρχεται από τα όσα του ανάφεραν οι δύο αλλοδαποί, αλλά και από μια ταμπέλα η οποία βρισκόταν στην οικοδομή και ανάφερε ως εργοληπτική εταιρεία κάποια Εταιρεία Othonos Bros, ο Μ.Κ.1 δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε έρευνα, σύμφωνα με την μαρτυρία του για να διαπιστώσει την σχέση του κατηγορούμενου με την πιο πάνω εταιρεία αλλά όπως ανάφερε σύμφωνα με τους αλλοδαπούς αυτοί κατονόμασαν ως εργοδότη τους τον Πάμπο Όθωνος. Τα όσα Μ.Κ.1 ανάφερε και σχετίζονται με τις δηλώσεις των αλλοδαπών αλλά και αυτά που καταγράφονται στις γραπτές καταθέσεις των αλλοδαπών (Τεκμήρια 4 και 7) αποτελούν εξ΄ακοής μαρτυρία. Να σημειωθεί ότι οι αλλοδαποί δεν έχουν παρουσιαστεί για να δώσουν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εξ ακοής μαρτυρία μετά την τροποποίηση του Περί αποδείξεως Νόμου, ναι με αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία, η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορούς παράγοντες οι οποίο ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στον νόμο. Στην επιφύλαξη του άρθρου 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, προνοείται ότι το Δικαστήριο σε ποινική διαδικασία δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχτεί εξ΄ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά να αποφασίσει αν θα καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία βασιζόμενο μόνο στην μαρτυρία αυτή την οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογήσει. Όπως είναι νομολογημένο τα δικαιώματα που έχει κάθε διάδικος καθορίζονται ευθέως από το Σύνταγμα και αποτελούν αυθεντικό οδηγό για το πλαίσιο διεξαγωγής της δίκης. Με το άρθρο 30 του Συντάγματος διασφαλίζεται το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη η οποία περιλαμβάνει το δικαίωμα του να «προσάγη ή να προκαλή την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να εξετάζη μάρτυρας συμφώνως τω νόμω» 30
(3)(γ). Το άρθρο 12
(5)(δ) του Συντάγματος κατοχυρώνει τα ελάχιστα δικαιώματα κάθε κατηγορούμενου μεταξύ των οποίων περιλαμβάνει το δικαίωμα του να «εξετάζει ή να προκαλεί την εξέταση μαρτύρων κατηγορίας.» Στην υπόθεση Ευθύβουλος Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 434, το ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη του εφεσείοντα που βασίστηκε μεταξύ άλλων στην αποδοχή κατάθεσης σαν τεκμήριο προσώπου που έδωσε στην αστυνομία χωρίς το πρόσωπο αυτό να παρουσιαστεί στη δίκη. Κρίθηκε ότι με τον τρόπο αυτό ο εφεσείοντας στερήθηκε του δικαιώματος να αντεξετάση το πρόσωπο που έδωσε τη κατάθεση, εκτρέποντας όπως αναφέρθηκε την διαδικασία για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου έξω από το πλαίσιο της δίκαιης δίκης. Αναφέρθηκαν στην υπόθεση Λιασίδης, τα εξής: «Η συνάρτηση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης με το δικαίωμα κάθε διαδίκου να αντεξετάζει τους μάρτυρες που καταθέτουν εναντίον τους είναι συνυφασμένη με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης. Χωρίς το όπλο αυτό, ο διάδικος στερείται των εχεγγύων της φυσικής δικαιοσύνης για την υπεράσπιση του. Το δικαίωμα αυτό εμπεριέχεται στην έννοια της δίκαιης δίκης και κατοχυρώνεται ευθέως σε κάθε δικαστική διαδικασία από τις πρόνοιες του άρθρου 30
(3)(γ) του Συντάγματος». Στην υπό κρίση υπόθεση και σε σχέση με την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν ο εργοδότης των αλλοδαπών, η μοναδική μαρτυρία, όπως και πιο πάνω αναφέρεται είναι εξ΄ακοής μαρτυρία. Η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία με βάση μόνο την εξ΄ακοής μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί θα ήταν αντίθετη με το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Σύμφωνα με την νομολογία ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η εξ΄ακοής μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ισχυρή μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος ουσιαστικά θα καλείτο να προβάλει την απολογία του σε μια κατηγορία, για απόδειξη συστατικού στοιχείου της οποίας προσκομίστηκε αποκλειστικά και μόνο εξ ακοής μαρτυρία, κάτι που θα στερούσε από αυτόν το δικαίωμα να αντεξετάσει τα πρόσωπα που προέβηκαν στις αρχικές δηλώσεις. Για τους πιο πάνω λόγους που εξηγούνται, η εξ ακοής μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, τόσο από τον Μ.Κ.1 καθώς και από τα τεκμήρια 4 και 7, σε σχέση με το ποιος εργοδοτούσε τους αλλοδαπούς δεν γίνεται αποδεκτή. Συνεπακόλουθα μετά τον αποκλεισμό της πιο πάνω μαρτυρίας, καμία μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας δεν υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου. Οπόταν, στην απουσία μαρτυρίας που να αποδεικνύει το στοιχείο της εργοδότησης, που αποτελεί και συστατικό στοιχείο του αδικήματος, της πρώτης κατηγορίας καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή, απέτυχε να θεμελιώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Με το πιο πάνω σκεπτικό στο σύνολο του, κρίνω ότι η εισήγηση της ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαχτεί σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, καθότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να στοιχειοθετήσει με αποδεκτή μαρτυρία επαρκώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, θα πρέπει να γίνει δεχτή. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο