Δήμου Πάφου ν. Μάριου Χαραλαμπίδη, Αρ. Υπόθεσης: 4856/06, 15 Μαΐου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου - Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4856/06 Μεταξύ: Δήμου Πάφου Κατηγορούσας Αρχής εναντίον Μάριου Χαραλαμπίδη Κατηγορουμένου -------------------------------- Ημερομηνία: 15 Μαΐου, 2008 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή κα. Μ. Πιερή Για Κατηγορούμενο κ. Μανώλη Κατηγορούμενος Παρών ------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της στάθμευσης μηχανοκίνητου οχήματος επί πεζοδρομίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 10/3/2006 στην Πάφο, ενώ ήταν οδηγός και/ή κάτοχος του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΜΡ 579, το στάθμευσε επί πεζοδρομίου στην οδό Οθέλλου με τρόπο έτσι ώστε να παρακωλύει την ελεύθερη δίοδο των πεζών επί του πεζοδρομίου. Ως εκ τούτου του επεβλήθη πρόστιμο το οποίο ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ. 75.00 το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει ξοφληθεί. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ότι δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του, γι' αυτό και δεν πρέπει αυτός να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη επί του θέματος ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). H κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στo στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σe αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Αzinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλέπε Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία» Εξετάζοντας το ζήτημα, εάν δηλαδή έχει αποκαλυφθεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφερθεί στη μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή έχει προσκομίσει προς απόδειξη της υπόθεσης της. Για το σκοπό αυτό κλήθηκαν και κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο Ανθούλης Στυλιανού (Μ.Κ.1) και ο Σοφοκλής Σοφοκλέους (Μ.Κ. 2). Ο Μ.Κ.1, τροχονόμος στο Δήμο της Πάφου, ανάφερε μεταξύ άλλων ότι στις 10/3/2006 και ενώ βρισκόταν εν ώρα καθήκοντος στην οδό Οθέλλου η οποία βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων της Πάφου, εντόπισε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΡ 579 να βρίσκεται σταθμευμένο επί πεζοδρομίου της οδού αυτής, έχοντας πάνω στο πεζοδρόμιο τους δύο αριστερούς τροχούς και καταλαμβάνοντας χώρο ενός μέτρου πάνω σε αυτό. Για την παράβαση εξέδωσε εξώδικο (Τεκμήριο 1) και το τοποθέτησε στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου. Ο κατηγορούμενος 10 μέρες μετά την έκδοση του εξωδίκου υπέβαλε ένσταση με την οποία ζητούσε διαγραφή του προστίμου (δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 2). Αυτή εξετάσθηκε δεόντως αλλά απορρίφθηκε και μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν έχει πληρώσει το επιβληθέν πρόστιμο. Όταν ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τη τροχονομική υπηρεσία, ανάφερε ότι ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου ήταν κάποιος Ανδρέας Φυλακτού και οδηγός του ο ίδιος. Τα στοιχεία αυτά καταγράφηκαν από το λοχία της τροχονομίας και μπροστά από το κατηγορούμενο στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου
- Ο Σοφοκλής Σοφοκλέους ο οποίος εργάζεται στο Δήμο της Πάφου γιά περίοδο είκοσι τριών χρόνων κατάθεσε σαν Μ.Κ.2 λέγοντας ότι η οδός Οθέλλου βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Πάφου. Τούτο εμφαίνεται σε χάρτη που ο Δήμος Πάφου λαμβάνει από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου (Τεκμήριο 3) καθώς και σε τοπογραφικό σχέδιο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου (Τεκμήριο 4). Με βάση τη μαρτυρία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Βασικό στοιχείο το οποίο η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει είναι ότι αυτός ήταν κατά το χρόνο που αναγράφεται στο κατηγορητήριο ο οδηγός του αυτοκινήτου και αυτός ο οποίος το στάθμευσε με το τρόπο που αναφέρεται στη κατηγορία. Ο Μ.Κ. 2 τίποτε δεν ανάφερε γιά το θέμα. Όποια μαρτυρία προσκομίσθηκε για το ζήτημα προήλθε από το Μ.Κ. 1 ο οποίος σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι είδε το κατηγορούμενο να οδηγεί και να σταθμεύει το αυτοκίνητο στο πεζοδρόμιο της οδού Οθέλλου. Το μόνο που είπε ο Μ.Κ.1 ήταν ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανάφερε όταν επισκέφθηκε τη τροχονομική υπηρεσία, ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγός του αυτοκινήτου. Τα όσα ανάφερε ο μάρτυρας ότι διαμείφθηκαν στην υπηρεσία του δεν αποτελούν πειστική και ικανή μαρτυρία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής ότι ο κατηγορούμενος ήταν πράγματι ο οδηγός του αυτοκινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Και αυτό γιατί δεν έχει διασαφηνίσθηκε εάν ο μάρτυρας ήταν παρών κατά το χρόνο που σύμφωνα με τα όσα προέβαλε, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τη τροχονομική υπηρεσία και ανάφερε τα πιο πάνω και αν κατά συνέπεια έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Από που προήλθε η γνώση του μάρτυρα, δεν έχει διευκρινισθεί. Ούτε ο λοχίας της τροχονομικής υπηρεσίας παρουσιάσθηκε σαν μάρτυρας στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στην υπηρεσία του. Απο τη στιγμή που ο Μ.Κ.1 παρέλειψε να προσδιορίσει πως ξέρει ότι ο κατηγορούμενος ήταν πράγματι ο οδηγός του αυτοκινήτου, η μόνη μαρτυρία που απομένει σε σχέση με το ζήτημα είναι τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο
- Η δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου αυτού είναι η επιστολή με την οποία ο κατηγορούμενος διαμαρτύρεται για την έκδοση του εξωδίκου και στην οποία αναφέρει ότι το αυτοκίνητο του δεν ήταν σταθμευμένο επί πεζοδρομίου. Ούτε όμως και η ματρυρία αυτή είναι ικανή και πειστιή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής του κατηγορούμενου. Ό,τι σε αυτήν ο κατηγορούμενος αναφέρεται στο αυτοκίνητο του δεν καταδεικνύει ότι αυτός ήταν πράγματι ο οδηγός του στο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη κατηγορία. Και αυτό γιατί στη φράση « αυτοκίνητο μου » είναι δυνατό να αποδοθούν διάφορες αλλά και διαφορετικές έννοιες. Γι' αυτό ούτε τα όσα περιέχονται στην επιστολή αυτή θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε τεκμήριο ενοχής του κατηγορούμενου, έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Παραμένουν τέλος τα όσα καταγράφονται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου
- Αυτά καταγράφηκαν όπως ο Μ.Κ.1 ανάφερε απο το λοχία της τροχονομικής υπηρεσίας και αποτελούν γι' αυτό εξ' ακοής μαρτυρία η οποία πλέον και σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί, είναι αποδεκτή μαρτυρία. Σύμφωνα όμως με τα όσα προβλέπονται στην επιφύλαξη του άρθρου 24 του Νόμου, Κεφ. 9 το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ' ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Σαν αποτέλεσμα όλων όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αν θα καλέσει το κατηγορούμενο σε απολογία βασιζόμενο μόνο στη μαρτυρία αυτή την οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογήσει. Όπως είναι νομολογημένο τα δικαιώματα που έχει κάθε διάδικος καθορίζονται ευθέως από το Σύνταγμα και αποτελούν αυθεντικό οδηγό γιά το πλαίσιο διεξαγωγής της δίκης. Με το άρθρο 30 του Συντάγματος διασφαλίζεται το δικαίωμα κάθε διαδίκου γιά δίκαιη δίκη η οποία περιλαμβάνει το δικαίωμα του να «προσάγη ή να προκαλή την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να προσάγει μάρτυρα συμφώνως τω νόμω»
(30)
(3)(γ). Το άρθρο 12
(5)(δ) του Συντάγματος κατοχυρώνει τα ελάχιστα δικαιώματα κάθε κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το δικαίωμα του «να εξετάζει ή να προκαλεί την εξέτασιν μαρτύρων κατηγορίας.......» Στην υπόθεση Ευθύβουλος Λιασίδης v. Αστυνομίας,
(2002)3 ΑΑΔ 434, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη του εφεσείοντα που βασίσθηκε μεταξύ άλλων στην αποδοχή κατάθεσης σαν τεκμηρίου της κατάθεσης προσώπου που έδωσε στην αστυνομία χωρίς το πρόσωπο αυτό να παρουσιασθεί στη δίκη. Κρίθηκε ότι με το τρόπο αυτό ο εφεσείοντας στερήθηκε του δικαιώματος να αντεξετάσει το πρόσωπο που έδωσε τη κατάθεση, εκτρέποντας όπως αναφέρθηκε τη διαδικασία για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου έξω από το πλαίσιο της δίκαιης δίκης. Αναφέρθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα: «Η συνάρτηση του δικαιώματος της δικαίας δίκης με το δικαίωμα του κάθε διαδίκου να αντεξετάζει τους μάρτυρες που καταθέτουν εναντίον τους είναι συνυφασμένη με την πεπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης. Χωρίς το όπλο αυτό, ο διάδικος στερείται των εχεγγύων της φυσικής δικαιοσύνης γιά την υπεράσπιση του. Το δικαίωμα αυτό εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας δίκης και κατοχυρώνεται ευθέως σε κάθε δικαστική διαδικασία από τις πρόνοιες του άρθρου 30
(3)(γ) του Συντάγματος». . H κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία με βάση μόνο την εξ' ακοής μαρτυρία που περιέχεται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 2 θα ήταν αντίθετη με το δικαίωμα του γιά δίκαιη δίκη, αφού θα καλείτο να προβάλει την υπεράσπιση του σε μία κατηγορία, για απόδειξη συστατικού στοιχείου της οποίας προσκομίσθηκε αποκλειστικά και μόνο εξ' ακοής μαρτυρία , κάτι που θα του στερούσε το δικαίωμα να αντεξετάσει το πρόσωπο το οποίο κατέγραψε στο τεκμήριο ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με τη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Για τους πιο πάνω λόγους η εξ΄ακοής μαρτυρία που έχει προσκομισθεί σε σχέση με το ποιός οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΡ 579 και με βάση τη δυνατότητα που παρέχεται απο το άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί δεν γίνεται αποδεκτή. Σαν αποτέλεσμα του ότι δεν έχει προσκομισθεί πειστική και αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι κατά το χρόνο που αφορά η κατηγορία, ο κατηγορούμενος ήταν οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΜΡ 579, η κατηγορία παραμένει έκθετη σε απόρριψη. Η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία με βάση τα πιο πάνω δεν θα εξυπηρετούσε καμία αρχή δικαίου. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.)............. Μ. Λάρμου - Παπαδήμα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ./Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο