← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χριστάκης Στεφάνου κ.α., Aρ. Υπόθεσης 5028/2005, 27.6.2008

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Χριστάκης Στεφάνου κ.α., Aρ. Υπόθεσης 5028/2005, 27.6.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 5028/2005 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και -

  1. Χριστάκης Στεφάνου
  2. Γεωργία Κωνσταντίνου Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 27.6.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα Για τους κατηγορούμενους 1 και 2 : κ. Γ. Φιλίππου Κατηγορούμενοι : Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση από κοινού αντιμετωπίζουν την κατηγορία της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επίσης και τις ακόλουθες κατηγορίες: Κακόβουλη ζημιά κατά παράβαση του Άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αξιόποινος παράνομη είσοδος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, απειλή βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και κοινή επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Η δεύτερη κατηγορούμενη αντιμετωπίζει επίσης κατηγορία κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Η τρίτη κατηγορία αποσύρθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου και ο πρώτος κατηγορούμενος αθωώθηκε σε αυτή. Μαρτυρία και Τεκμήρια της υπόθεσης: Προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσας αρχή, κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως 6 μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστυφ. 2527 Ηλία Ηλία (Μ.Κ.1), τον Αστ. 3530 Χριστόδουλο Χριστοδούλου (Μ.Κ.2), τον Γιώργο Κλωνάρη (Μ.Κ.3), τον Αστ. 2482 Χρίστο Σάββα (Μ.Κ.4), την Φωτεινή Κλωνάρη (Μ.Κ.5) και την Δρ. Θέλμα Σιαηλή (Μ.Κ.6). Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν συνολικά 11 τεκμήρια, ως ακολούθως: 1) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 1) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 2) Γραπτή κατηγορία Χριστάκη Στεφάνου - πρώτου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2) 3) Γραπτή Κατάθεση Γεωργίας Κωνσταντίνου - δεύτερης κατηγορούμενης (Τεκμήριο 3) 4) Δύο γραπτές καταθέσεις του Μ.Κ.3 (Τεκμήρια 4 και 5) - οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. 5) Πιστοποιητικό ασθενείας (Τεκμήριο 6) 6) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.4 (Τεκμήριο 7) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. 7) Ανακριτική κατάθεση πρώτου κατηγορούμενου (Τεκμήριο 8) 8) Γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.5 (Τεκμήριο 9) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της. 9) Ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 10) Όταν οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλλουν την υπεράσπιση τους και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, επέλεξαν τη σιωπή ως ήταν δικαίωμα τους και κάλεσαν τον Ανδρέα Σταυράκη πρώην Λοχία της Αστυνομίας ως μάρτυρα υπεράσπισης. Η γραπτή κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Η επιλογή των κατηγορούμενων 1 και 2 να μην δώσουν ένορκο κατάθεση είναι μέσα στα δικαιώματα τους και το δικαστήριο δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάσει το γεγονός αυτό, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε θα αναμένετο να δοθούν κάποιες εξηγήσεις (βλ. Βρακάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 ΑΑΔ 139 και Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 ΑΑΔ 2000). Είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής όπως αυτή διαγράφεται μέσα από την μαρτυρία που προσκόμισε, ότι στις 11.10.2004 η δεύτερη κατηγορούμενη, από την οποία ο Μ.Κ.3 ενοικίαζε μια κατοικία στην οδό Γεώργιου Παπαβερκίου, τον επισκέφθηκε στην οικία του και διαμαρτύρετο γιατί αυτός απέκοψε το ποσό των Λ.Κ.15 από το ενοίκιο που κατέβαλε την προηγούμενη ημέρα στον σύζυγο της, αποκαλώντας τον «μαφία». Ο Μ.Κ.3 ζήτησε από την δεύτερη κατηγορούμενη να φύγει από την οικία του, αυτή αρνήθηκε και όταν αυτός την απώθησε πιάνοντας της το χέρι και λέγοντας της να βγει έξω, η δεύτερη κατηγορούμενη τον χαστούκισε στο πρόσωπο και τον εξύβρισε. Την επόμενη η ημέρα, 12.10.2004, και ώρα 11:00 ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3 και τον απείλησε ότι αυθημερόν και μέχρι να επιστρέψει από την δουλεία του θα πρέπει να φύγει από το σπίτι αλλιώς θα πετάξει όλα τα έπιπλα και ότι υπάρχει στο σπίτι του έξω. Την ίδια ημέρα και ώρα 20:00, ο πρώτος κατηγορούμενος αφού πήγε στην αυλή της οικίας του Μ.Κ.3 και ταΐσε τον σκύλο του, ο Μ.Κ.3 του ζήτησε να πάει στο σπίτι του για να συζητήσουν. Ο πρώτος κατηγορούμενος αφού πήγε στην είσοδο της οικίας του Μ.Κ.3, άρπαξε και ξήλωσε τα καλώδια που ήταν συνδεδεμένη η τηλεόραση, το βίντεο και το LTV, με αποτέλεσμα αυτά να πέσουν στο πάτωμα και να σπάσουν. Ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος επιτέθηκε στον Μ.Κ.3 και τον χτυπούσε και ενώ η κόρη του Μ.Κ.3, Φωτεινή Κλωνάρη ηλικίας 11 ετών ζητούσε από τον πρώτο κατηγορούμενο να αφήσει τον πατέρα της, ο πρώτος κατηγορούμενος την χτύπησε στο κεφάλι. Η σύζυγος του πρώτου κατηγορούμενου, δεύτερη κατηγορούμενη, η οποία πήγε στο μέρος επίσης επιτέθηκε στον Μ.Κ.3 και τον χτύπησε στο κεφάλι με ένα κινητό τηλέφωνο που κρατούσε. Σε κάποια στιγμή και ενώ ο Μ.Κ.3 κατάφερε να ξεφύγει έτρεξε προς το αυτοκίνητο του και ενώ προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα του, οι κατηγορούμενοι την έσπρωξαν και την έκλεισαν ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος κλωτσούσε το αυτοκίνητο του με αποτέλεσμα να προκαλέσει ζημιά στο μπροστινό δεξιό φτερό του. Συγχρόνως οι κατηγορούμενοι απειλούσαν τον Μ.Κ.3 ότι αν δεν πάρει τα πράγματα του θα τον σκοτώσουν και επίσης τον εξύβριζαν. Στο μέρος ειδοποιήθηκε και έφτασε η αστυνομία. Ο Μ.Κ.4 χορήγησε στον Μ.Κ.3 σχετικό έντυπο για να επισκεφθεί το Νοσοκομείο. Η Μ.Κ.6 αφού εξέτασε τον Μ.Κ.3 διαπίστωσε ότι αυτός έφερε τα τραύματα που κατέγραψε στο Τεκμήριο
  1. Σε ότι αφορά την θέση της υπεράσπισης, όπως αυτή προκύπτει μέσα από τις διάφορες υποβολές του συνηγόρου των κατηγορουμένων κατά την διάρκεια της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας, είναι ότι το επεισόδιο μεταξύ του Μ.Κ.3 και του πρώτου κατηγορούμενου δεν έγινε στο σκαλί της οικίας του Μ.Κ.3, αλλά στην αυλή. Η θέση αυτή τείνει στην αποδοχή από μέρους της υπεράσπισης ότι μεταξύ Μ.Κ.3 και πρώτου κατηγορούμενου διαμείφθηκε επεισόδιο, αλλά αυτό δεν έγινε στο σημείο που ο Μ.Κ.3 περίγραψε αλλά σε άλλο σημείο ως ήταν η θέση της υπεράσπισης δηλαδή στην αυλή. Άλλες θέσεις της υπεράσπισης ήταν ότι ο Μ.Κ.3 ήταν μεθυσμένος, κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε, και ότι αυτά τα οποία είπε στο Δικαστήριο είναι προϊόν της κατάστασης μέθης που περιήλθε, κάτι το οποίο επίσης αρνήθηκε. Υπήρξε η θέση της υπεράσπισης, η οποία επίσης προκύπτει μέσα από τις διάφορες υποβολές του συνηγόρου των κατηγορούμενων, ότι ουδέποτε ο πρώτος κατηγορούμενος κτύπησε την Μ.Κ.5 και ότι ο παραπονούμενος ήταν αυτός που επιτέθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο και ότι η συμμετοχή του πρώτου κατηγορούμενο στο επεισόδιο ήταν για να αμυνθεί από τις πράξει του παραπονούμενου, ο οποίος τον άρπαξε από τον γιακά και προσπάθησε να του περάσει το καλώδιο στον λαιμό και να τον πνίξει. Υποβλήθηκε επίσης στον παραπονούμενο (Μ.Κ.3) ότι οι σωματικές του βλάβες ήταν αποτέλεσμα δικών του πράξεων και ενεργειών και ότι προκλήθηκαν λόγω πτώσης του στην προσπάθεια του να κατευθυνθεί προς τον πρώτο κατηγορούμενο και να του ρίξει αντικείμενα. Εισηγήθηκε η κα Σάββα ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων και κάλεσε το Δικαστήριο να δεχτεί ως αξιόπιστη την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ειδικά αναφέρθηκε στην μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 3 και 5, υποστηρίζοντας ότι η μαρτυρία τους βρίσκεται σε αρμονία, επίσης ανέφερε η μαρτυρία του Μ.Κ. 3 συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και την μαρτυρία της Μ.Κ.
  2. Ζήτησε δε την απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Υ1, ο οποίος είπε η κ. Σάββα δεν είναι ειδικός στο να εκφέρει γνώμη ότι ο Μ.Κ.3 ήταν μεθυσμένος και παρουσίαζε συμπτώματα μέθης. Από την άλλη πλευρά ο συνήγορος των κατηγορούμενων κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την μαρτυρία του Μ.Κ.3 και της Μ.Κ.5 ως αναξιόπιστη, επισημαίνοντας στο δικαστήριο τα σημεία, που σύμφωνα με την υπεράσπιση, υπάρχουν αντιφάσεις αλλά και τα στοιχεία εκείνα, που σύμφωνα με την υπεράσπιση αποδυναμώνουν τις θέσεις και τους ισχυρισμούς τους αντιπαραβάλλοντας την και με μαρτυρία της ιατρού Μ.Κ.
  3. Τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας, και ο Μ.Υ.1 έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, έχουν ληφθεί υπόψη μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια από το Δικαστήριο και δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη την μαρτυρία, παρά τα σημεία, τα οποία θα κρίνω ακολούθως ότι είναι σημαντικά σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που της κατηγορούσας αρχής και τον κατηγορούμενο οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 και του Μ.Κ2 υπήρξε τυπική, οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου αναφορικά με τις δικές τους ενέργειες και την δική τους ανάμιξη στην διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1, στις 21.10.2004 στις 18:25 - 1830 κατηγόρησε γραπτώς τον πρώτο κατηγορούμενο (βλέπε Τεκμήρια 1 και 2) και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε «δεν παραδέχομαι». Ο Μ.Κ.2 έλαβε γραπτή κατάθεση από την δεύτερη κατηγορούμενη την οποία και κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο (Τεκμήριο 3). Σε ότι αφορά τις δικές τους ενέργειες οι μάρτυρες αυτοί δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Ενόψει των πιο πάνω, αλλά και της καλής εντύπωσης που οι μάρτυρες αυτοί άφησαν στο Δικαστήριο αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο Μ.Κ. 4 επίσης μου δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση και πιστεύω ότι αυτός κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με ειλικρίνεια για τα όσα γνώριζε σχετικά με την υπόθεση. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν στην διάρκεια της αντεξέτασης του με ειλικρίνεια και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Αποδέχομαι την μαρτυρία του πλην το ότι δεν θυμάται αν έσκισε την κατάθεση του παραπονούμενου καθότι θεωρώ ότι αν γινόταν ή δεν γινόταν κάτι τέτοιο αυτός θα ήταν σε θέση να τοποθετηθεί ξεκάθαρα αφού δεν πρόκειται για ένα ασήμαντο γεγονός δεδομένου ότι ο ίδιος ανάφερε ότι σε σχέση με την παρούσα υπόθεση διαδραματίστηκαν αρκετά και ότι ένας συνάδελφος του έτυχε μετάθεσης. Ο Μ.Κ.3 και η Μ.Κ.5 είναι οι παραπονούμενοι στην υπόθεση. Και οι δυο αυτοί μάρτυρες μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Με φυσικό και αβίαστο τρόπο προέβηκαν σε αφήγηση των γεγονότων χωρίς σε κανένα στάδιο να κλονιστεί η αξιοπιστία τους παρά την επίμονη αντεξέταση που υποβλήθηκαν από τον συνήγορο των κατηγορούμενων. Η μαρτυρία τους αλληλοσυμπληρώνεται, συνάδει και βρίσκεται σε αρμονία σε ότι αφορά τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν, με σταθερό τρόπο οι μάρτυρες αυτοί αφηγήθηκαν τα γεγονότα όπως και στις καταθέσεις τους χωρίς να εντοπίσω οποιαδήποτε διάσταση είτε μεταξύ της μαρτυρίας τους είτε σε σχέση με τις γραπτές τους καταθέσεις. Αποδέχομαι την μαρτυρία των πιο πάνω, πλην όμως από την μαρτυρία του Μ.Κ.3, δεν αποδέχομαι ότι ο Μ.Υ1 δεν επισκέφθηκε την οικία του μετά το επεισόδιο, καθότι αυτό το γεγονός δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η Μ.Κ.6 είναι η ιατρός η οποία εξέτασε τον παραπονούμενο, και κατάγραψε τα ευρήματα της στο Τεκμήριο
  4. Επίσης σύμφωνα με την μάρτυρα η ίδια εξέδωσε το Τεκμήριο
  5. Η Μ.Κ.6, ήταν μια ανεξάρτητη μάρτυρας. Η μαρτυρία της ενόψει της καλής εντύπωση που μου δημιούργησε, η γνώμη της και τα συμπεράσματα της γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Να σημειωθεί ότι η μάρτυρας αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αφού οι ερωτήσεις που της τέθηκαν ήταν για να επεξηγήσει περισσότερο τα ευρήματα της. Ο Μ.Υ.1, μπορώ να πω ότι μου προκάλεσε καλή εντύπωση και δεν θεωρώ ότι στο Δικαστήριο ήρθε για να πει ψέματα. Ήταν όμως αυθαίρετο θεωρώ το συμπέρασμα του ότι ο Μ.Κ.3 κατανάλωσε ζιβανία αφού ο ίδιος δεν τον είδε να πίνει οτιδήποτε, επίσης αυθαίρετο ήταν το συμπέρασμα του ότι το μπουκάλι που ήταν στο τραπέζι ήταν ζιβανία αφού ουδέποτε το πήρε στα χέρια του για να το μυριστεί, θεωρώ υπερβολική την θέση του ότι αυτό επειδή ήταν ανοιχτό μύριζε στον χώρο. Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τις θέσεις που έχουν υποβληθεί προς τους μάρτυρες κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι, μεταξύ άλλων επικαλούνται αυτοάμυνα. Στην πρόσφατη απόφαση Γιάλλουρος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320 στην σελ. 325 αναφέρθηκαν τα εξής: « Το θέμα της αυτοάμυνας, σε μια υπόθεση όπως την παρούσα είναι από τις σημαντικές υπερασπίσεις. Μάλιστα από τη στιγμή που εγείρεται τέτοια υπεράσπιση το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει και μάλιστα στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Συνεπώς δεν είναι στον κατηγορούμενο να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό αλλά στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκλείσει την αυτοάμυνα και μάλιστα το επίπεδο που αναφέρθηκε πιο πάνω δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι αρχές που διέπουν την αυτοάμυνα αναφέρθηκαν με σαφήνεια σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Μηλιώτης ν. Αστυνομίας
(1971)2 CLR 292, Μαιφόσιης ν. Αστυνομίας
(1978)2 CLR 9, Καλλίσιης ν. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 143 και Likishvilli άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 351 Ιωάννης Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 251 και Γιάλλουρος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320). Στην υπόθεση Μαραγκός (πιο πάνω), στην σελ. 255 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την αυτοάμυνα: « Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί, ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί, προς όφελος κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαοπραγία». Στην προκειμένη περίπτωση η αποδοχή της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής οδηγεί στην απόρριψη της πιο πάνω θέσης των κατηγορούμενων, η οποία δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω συμπερασμάτων μου, που αφορούν την αξιοπιστία την των μαρτύρων κατηγορίας, κρίνω ότι τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι όσα συνθέτουν την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία (εκδοχή της) εκτίθεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Μετά τα πιο πάνω ακολουθεί η απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο στη βάση των γεγονότων αυτών και της μαρτυρίας που αποδέχτηκα, η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορούμενων 1 και 2 στις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Βάρος απόδειξης Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση τοιαύτη, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου,
(2002)2 ΑΑΔ 246, επισημάνθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Πρώτη κατηγορία: Το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη δημιουργείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου προσώπου παράνομα, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα και ως αποτέλεσμα προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη. Στην υπόθεση R. v. Viena
(1975)3 ALL E.R 788, τέθηκαν νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης δεν χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος επίθεση χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. 4 και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1983)3 All E.R. 445) και επίσης σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση παρ. 2643, σελ 1280). Στο σύγγραμμα Russel on Crime στη σελ. 629, αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56, αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Στην υπό κρίση περίπτωση τα χτυπήματα που κατάφεραν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στον Μ.Κ.3 κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελούν επίθεση με τη έννοια του νόμου και παράνομη ενέργεια, δοθέντος ότι αυτοί κανένα δικαίωμα δεν είχαν να τον χτυπήσουν. Θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να στοιχειοθετήσει την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και αυτό γιατί έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Κ.3 αλλά και της Μ.Κ.6, αναφορικά με τα τραύματα που υπέστη ο Μ.Κ.3, τα οποία και καταγράφονται στο Τεκμήριο 10 και τα οποία εμπίπτουν στην έννοια πραγματική σωματική βλάβη, επίσης γιατί αυτές βρισκόταν σε συνάρτηση με την επίθεση που δέχτηκε από τους κατηγορούμενους και τον τρόπο που ανάφερε ότι αυτός χτυπήθηκε από αυτούς. Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2. Δεύτερη κατηγορία: Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κακόβουλης ζημίας σε περιουσία που αφορά η 2η κατηγορία είναι η εσκεμμένη (εκούσια) και παράνομη ζημιά σε περιουσία. Εκούσια σημαίνει εσκεμμένα και εκ προθέσεως (βλ. R. v. Senior
(1899)1 Q.B. 283 Stroud's Judicial Dictionary 4η έκδοση 5ος τόμος 3022 και 3023). Η λέξη εκούσια επίσης εξυπακούει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να ενεργεί με γνώση του τι διαπράττει δηλαδή πρέπει να έχει την πρόθεση να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Το ποινικό αδίκημα της πρόκλησης ζημιά σε περιουσία κακόβουλα και παράνομα δεν διαπράττεται εκτός αν η πράξη είναι εκούσια (willful) Το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 πάνω στο οποίο στηρίζεται το αδίκημα της κακόβουλης ζημίας είναι παρόμοιο με το άρθρο 50
(1)Malicious Damage Act 1861 και Russel on Crime, τόμος 2ος, 12η έκδοση σελ. 1326 - 1327). Το κακόβουλο είναι είτε: (α) πραγματική πρόθεση να επιφέρει κάποιος μια συγκεκριμένη βλάβη που επιτεύχθη ή (β) απερισκεψία ή αδιαφορία ως προς τις συνέπειες και το είδος της βλάβης που μπορεί να επισυμβεί όπως όταν ο κατηγορούμενος μπορεί εύλογα να προβλέψει την ιδιαίτερη φύση της ζημιάς που μπορεί να συμβεί αλλά παρά ταύτα προχωρεί στην πράξη λαμβάνοντας τον κίνδυνο να επιφέρει τέτοια ζημιά. Μέρος της εκδοχής του Μ.Κ.3 επιβεβαιώνεται και από αυτή του Μ.Κ.4, αφού όταν ο Μ.Κ.4 επισκέφθηκε την οικία του Μ.Κ.3 στις 12.10.2004 και ώρα 2045, διαπίστωσε ότι γλάστρες ήταν σπασμένες στο έδαφος και ηλεκτρικές συσκευές από τις οποίες εξείχαν τα σύρματα ήταν στο πάτωμα. Η ενέργεια του πρώτου κατηγορούμενου να αρπάξει και να ξηλώσει τα καλώδια που ήταν συνδεδεμένη η τηλεόραση, το βίντεο και το LTV, που είχε ως αποτέλεσμα αυτά να πέσουν στο πάτωμα και να σπάσουν δεικνύει την αδιαφορία του ως προς τις συνέπειες της βλάβης που μπορούσε να επισυμβεί από την ενέργεια του αυτή, την οποία και μπορούσε εύλογα να προβλέψει αλλά παρά ταύτα προχώρησε την ενέργεια του λαμβάνοντας παράλληλα και τον κίνδυνο να επιφέρει τέτοια ζημιά. Ενώ το να προχωρήσει σε ενέργειες όπως το να κλωτσήσει το όχημα του Μ.Κ.3, και να προκαλέσει ζημιά σε αυτό, δεν μπορεί παρά αυτή η ενέργεια του να ήταν εσκεμμένη καθότι κανένας άλλος λόγος υπήρχε στο να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια. Το γεγονός ότι ενώπιον του δικαστηρίου δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία αναφορικά με την πραγματική αξία της ζημιάς των πιο πάνω ουδώλος επηρεάζει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αφού αυτό δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Συνεπακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει και την κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου. Τέταρτη κατηγορία: Το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα που αφορά η τέταρτη κατηγορία προνοεί τα εξής: «Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης, ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμό, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Andrew Elia Lambises v. Police
(1967)2 CLR 142 το άρθρο 280 του Κεφ. 154 καλύπτει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφοράς που συνιστά εγκληματική επέμβαση γι΄αυτό θα πρέπει στο κατηγορητήριο να αναφέρεται η συγκεκριμένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί το αντικείμενο της κάθε κατηγορίας. Περαιτέρω στην πιο πάνω υπόθεση έγινε αναφορά σε μια απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου σε υπόθεση της Κευλάνης που αναφέρεται στην παράγραφο 10488 του Current Law Consolidation 1947-1951. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι όταν ο πραγματικός ή βασικός σκοπός της εισόδου του κατηγορούμενου σε περιουσία είναι για να διαπράξει αδίκημα ή να υβρίσει ή να ενοχλήσει τον κάτοχο και ότι η επίκληση δικαιώματος ήταν μια απλή δικαιολογία για να καλύψει τον πραγματικό λόγο τότε το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί (βλ.Sinnasamy Selvanayagam v. R.
(1951)A.D 83, P.C). Από την μελέτη του άρθρου 280 του Κεφ. 154, είναι εμφανές ότι το αδίκημα που αφορά το άρθρο αυτό συντελείται με διάφορους τρόπους που εκτίθενται σε αυτό. Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή καθόρισε στις λεπτομέρειες του αδικήματος ως παράνομη την συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ο οποίος μπήκε στην οικία του Γεώργιου Κλωνάρη, με σκοπό να διαπράξει μέσα σε αυτό αδίκημα δηλαδή επίθεση. Σύμφωνα με την μαρτυρία την οποία έχω κάνει αποδεχτή, αλλά και τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, ο πρώτος κατηγορούμενος πράγματι επιτέθηκε παράνομα στον παραπονούμενο και αυτό έγινε αρχικά στην είσοδο της οικίας του Μ.Κ.3 στο σημείο που βρίσκεται το σκαλί της εισόδου ενώ ακολούθως το επεισόδιο μεταξύ τους συνεχίστηκε στην αυλή της οικίας του Μ.Κ.3, το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος διατηρούσε σκύλο στο πιο πάνω σημείο της αυτής του Μ.Κ.3 τον οποίο πήγαινε και φρόντιζε ανενόχλητα, δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός ήταν χώρος της οικίας του Μ.Κ.3, όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η είσοδος του πρώτου κατηγορούμενου σε μέρος της οικία του Μ.Κ.3, ήταν υπό τις περιστάσεις παράνομη και εφόσον ο κατηγορούμενος πήγε με σκοπό να διαπράξει επίθεση διέπραξε παράλληλα και το αδίκημα της αξιόποινης παράνομης εισόδου. Πέμπτη κατηγορία: Το άρθρο 91 (γ) του Ποινικού κώδικα Κεφ. 154, επί του οποίου βασίζεται η πέμπτη κατηγορία, προβλέπει τα εξής: «Όποιος - (α) ..................................... (β)............................................ (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα μα διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Για να κριθεί κάποιος ένοχος σύμφωνα με το άρθρο αυτό απαιτείται να αποδειχτεί ότι η απειλή εκστομίστηκε με πρόθεση είτε την υποκίνηση προσώπου να τελέσει πράξη που δεν είχε νομική υποχρέωση να τελέσει, ή να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει. Στην υπόθεση Kallenos ν. The Police
(1969)2 CLR 210, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη του κατηγορούμενου σε κατηγορία απειλής για βιαιοπραγία γιατί ένα απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος δεν είχε αποδειχθεί ότι δηλαδή η απειλή είχε σκοπό τον εκφοβισμό κάποιου για να μην κάνει μια πράξη την οποία εδικιαούτο νόμιμα να κάμει (βλ. επίσης Βοσκός ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510 και Ντζιαν Νετζιηπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1). Σύμφωνα με την υπόθεση Νετζιηπ (πιο πάνω), θα πρέπει η απειλή να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς το σκοπό ανατροπής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, την κατηγορία αυτή στοιχειοθέτησε η εκστόμιση από τον πρώτο κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο της απειλής «αν δεν πάρεις τα πράγματα θα σε σκοτώσω». Με βάση την μαρτυρία την οποία αποδέχτηκα αποτελεί εύρημα μου ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πράγματι στις 12.10.2004 είπε στον Μ.Κ.3 την πιο πάνω φράση, κάτω από τις συνθήκες που έχουν περιγραφεί πιο πάνω. Να σημειωθεί επίσης, έχοντας υπόψη και τα όσα προηγήθηκαν μεταξύ, Μ.Κ.3, πρώτου και δεύτερης κατηγορούμενης ότι η πιο πάνω φράση είχε άμεση σχέση με την απαίτηση του πρώτου κατηγορούμενου να φύγει από το σπίτι, που ο Μ.Κ.3 ενοικίαζε από την δεύτερη κατηγορούμενη. Στην υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα με την μαρτυρία, ο Μ.Κ.3 δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης είχε δικαίωμα διαμονής στην οικία, ενώ δεν διαφάνηκε μέσα από την μαρτυρία να υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας αυτής από μέρος της δεύτερης κατηγορούμενης. Συνεπακόλουθα σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία, καταλήγω σε εύρημα ότι ο Μ.Κ.3, είχε υπό τις περιστάσεις κατά τον επίδικο χρόνο, δικαίωμα κατοχής της οικίας στην οδό Γεώργιου Παπαβερκίου δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης, Υπό τις περιστάσεις τα λόγια αυτά του πρώτου κατηγορούμενου περιείχαν απειλή που σκοπό είχαν να κάνουν τον παραπονούμενο Μ.Κ.3 να φοβηθεί και να φύγει από το σπίτι, το οποίο ενοικίαζε από την σύζυγο του πρώτου κατηγορούμενου, την δεύτερη κατηγορούμενη, δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης. Συνεπώς, εφόσον ο Μ.Κ.3 είχε δικαίωμα να διαμένει στην οικία που ενοικίαζε από την δεύτερη κατηγορούμενη, η απειλή του πρώτου κατηγορούμενου αποσκοπούσε στο να αποτρέψει τον παραπονούμενο από το να κάνει κάτι που είχε δικαίωμα να κάνει, έτσι που η απαραίτητη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος σύμφωνα με το άρθρο 91 (γ) του Κεφ. 154 έχει ικανοποιηθεί. Επίσης η απειλή του πρώτου κατηγορούμενου, σύμφωνα με την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί εγένετο κατά τον χρόνο που ο Μ.Κ.3, ενώ ξέφυγε από τα χτυπήματα του και ενώ δέχτηκε ήδη χτυπήματα από αυτόν προχώρησε προς το όχημα του και προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα και να εισέλθει σε αυτό. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο πρώτος κατηγορούμενος εκστόμισε την πιο πάνω απειλή ήταν τέτοιες οι οποίες εξ αντικειμένου δημιούργησαν τη δυνατότητα εκφοβισμού. Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την πιο πάνω κατηγορία εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου. Έκτη κατηγορία και έβδομη κατηγορία: Η κατηγορία της κοινής επίθεσης στηρίζεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος ....» Επίθεση αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιο άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση παράνομης βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η εξασκηθείσα βία. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί (βλέπε Georgiou v. The Police
(1961)2 CLR 254, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834, Archbold, παρ. 19-166, Gour's, The Penal Law of India 10η έκδοση (επανεκτώση) Η ενέργεια της δεύτερης κατηγορούμενη να χαστουκίσει στις 11.12.2004 τον Μ.Κ.3 αλλά και η ενέργεια του πρώτου κατηγορούμενου να χτυπήσει την θυγατέρα του Μ.Κ3, την Μ.Κ. 5 στο κεφάλι την 12.10.2004 δοθέντος ότι κανένα δικαίωμα δεν είχαν είναι πράξεις παράνομες και πράξεις που εμπίπτουν στην έννοια της παράνομης επίθεσης όπως από το άρθρο 242 του Κεφ. 154 καθορίζεται και ως εκ τούτου την οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στις σχετικές κατηγορίες. Συνεπακόλουθα βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2, τους οποίος και κρίνω ένοχους στις κατηγορίες που ο καθένας του αντιμετωπίζει. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.