Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Κώστας Νεοφύτου, Aρ. Υπόθεσης 11696/2005, 28.8.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 11696/2005 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Κώστας Νεοφύτου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28.8.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον κατηγορούμενο: κ. Αλ. Αλεξάνδρου με κ. Φωτίου (για να ακούσει απόφαση κ. Φωτίου) Κατηγορούμενος : Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 30.7.2004 περί ώρα 04:00 ο Γιώργος Γαβριηλίδης μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου τραυματισμένος. Σύμφωνα με την ιατρό Γεωργία Γεωργίου (Μ.Κ.3) των πρώτων βοηθειών, η οποία τον εξέτασε, ο Γαβρηλίδης ανάφερε ότι δέχτηκε επίθεση με μαχαίρι. Η πιο πάνω ιατρός διαπίστωσε ότι ο Γαβριηλίδης έφερε τέμνον τραύμα στην αριστερή ωμοπλάτη και στο άνω τεταρτομόριο αριστερού γλουτού, επίσης είχε εκδορά πάνω από το δεξί στήθος και μεγάλη εκδορά από τέμνον όργανο στον αριστερό λαγόνιο βόθρο, εκδορά επίσης από τέμνον όργανο περίπου 8 cm έφερε στην αριστερή ωμοπλάτη, αιμάτωμα στο δεξί χέρι πάνω στην παλάμη, εκδορά κάτω από την μασχάλη. Ο τραυματίας ανάφερε επίσης ότι είχε ζάλη και πονοκέφαλο. Αφού του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και του έγινε συρραφή του τραύματος που έφερε στην αριστερή ωμοπλάτη (δύο ραφές) και του τραύματος στο άνω τεταρτημόριο του αριστερού γλουτού (τρεις ραφές) ο Γαβριηλίδης παραπέμφθηκε στον ορθοπεδικό θάλαμο για περαιτέρω περίθαλψη. Τη ίδια ημέρα και ώρα 0930 ο κατηγορούμενος συλλαμβάνεται δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 3). Αφού στον κατηγορούμενο εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, από τον Αστ. Ν. Παπαριστοδήμου (Μ.Κ.1), απάντησε «παραδέχομαι, κατάλαβα το λάθος μου». Αμέσως μετά την σύλληψη του ο κατηγορούμενος δίνει στον Μ.Κ.1 θεληματική κατάθεση (Τεκμήριο 2). Με το κατηγορητήριο αποδίδονται στον κατηγορούμενο οι πιο κάτω κατηγορίες: Πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, τραυματισμός κατά παράβαση του Άρθρου 234 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και μεταφορά μάχαιρα που απολήγει σε αιχμηρό άκρο κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα κεφ. 154. Στις λεπτομέρειες της 1ης και 3ης κατηγορίας η πρόκληση τραυματισμού του παραπονούμενου φέρεται να επήλθε με τη χρήση μαχαιριού. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο κατηγορούμενος, υποβάλλοντας σχετικό αίτημα και κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, προέβηκε σε παραδοχή της τέταρτης κατηγορίας που αφορά το αδίκημα της μεταφοράς μάχαιρα που απολήγει σε αιχμηρό άκρο κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Μαρτυρία και Τεκμήρια της υπόθεσης: Προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως 6 μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστυφ. 1830 Ν. Παπαριστοδήμου (Μ.Κ.1), τον Γιώργο Γαβριηλίδη, παραπονούμενο (Μ.Κ.2), την Δρ. Γεωργία Γεωργίου (Μ.Κ.3), την Χριστίνα Χρυσάνθου (Μ.Κ.4), τον Αστ. 1020 Κώστα Σεργίου (Μ.Κ.5) και τον Δρ. Ασάν Μαξουτλού (Μ.Κ.6). Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν συνολικά 9 τεκμήρια, ως ακολούθως: 1) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 1) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Το περιεχόμενο του Tεκμηρίου 1 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός 2) Γραπτή κατάθεση κατηγορούμενου ημερομηνίας (Τεκμήριο 2). 3) Ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 30.7.2004 (Τεκμήριο 3). 4) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ. 6 - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 4). 5) Γραπτή κατάθεση της Μ.Κ. 3 - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της (Τεκμήριο 5). 6) Μαχαίρι τοποθετημένο εντός φακέλου (Τεκμήριο 6). 7) Γραπτή κατάθεση του παραπονούμενου Μ.Κ.2 (Τεκμήριο 7) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Το περιεχόμενο του Tεκμηρίου 7 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. 8) Γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.4 (Τεκμήριο 8) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της. 9) Γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.5 (Τεκμήριο 9) - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεχτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι το Τεκμήριο 6, είναι το μαχαίρι με το οποίο ο κατηγορούμενος τραυμάτισε τον παραπονούμενο. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλλει την υπεράσπιση του και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 2) λέγοντας επίσης τα εξής: «δέχτηκα πάρα πολλά χτυπήματα φοβήθηκα για τη ζωή μου και τον τραυμάτισα, απλώς το τραύμα το θεωρώ ασήμαντο». Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, υποστήριξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με την μαρτυρία που παρουσίασε ενώ κάλεσε το Δικαστήριο να μην δεχτεί τα όσα ο κατηγορούμενος πρόβαλε κατά την ανώμοτη δήλωση του αφού αυτά, σύμφωνα με την κα Ξενοφώντος, καταρρίπτονται από την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης. Υιοθετώντας η κα Ξενοφώντος την αγόρευση της για το εκ πρώτης όψεως ανάφερε ότι η θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι προκαλεί σύγχυση στην υπεράσπιση η συμπερίληψη στο κατηγορητήριο κατηγορίας για τραυματισμό και πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, δεν ευσταθεί, αφού η μια κατηγορία δεν αναιρεί την άλλη και καμία αρχή δεν υπάρχει, η οποία να εμποδίζει την Κατηγορούσα Αρχή να θέσει στο κατηγορητήριο διαφορετικές κατηγορίες, οι οποίες μπορεί να πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου ζήτησε την αθώωση του κατηγορούμενου και στις 3 κατηγορίες που αφορούσε η ακροαματική διαδικασία (αφού παραδέχτηκε την τέταρτη κατηγορία), υποστηρίζοντας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απότυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των σχετικών κατηγοριών. Σύμφωνα με τον κ. Αλεξάνδρου η μαρτυρία των δυο ιατρών ήταν αδύναμη και δεν έχει δώσει στοιχεία τα οποία να συνιστούν βαριά σωματική βλάβη, αφού κατά το στάδιο της αντεξέτασης τους δεν ήταν, όπως υποστήριξε, σε θέση να προσδιορίσουν το τραύμα, την έκταση του, το μήκος του κ.α. Σύμφωνα με τον κ. Αλεξάνδρου, το μόνο που έχουμε, είναι ένα τραύμα το οποίο έχει συρραφή, υποστηρίζοντας ότι δεν εμπίπτει στην αποδιδόμενη από το άρθρο 4 του Κεφ. 154 έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης. Περαιτέρω ο κ. Αλεξάνδρου, ανάφερε ότι, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, καθότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου ως προς τις συνέπειες που προκάλεσε το χτύπημα, δεν είχε σημασία σύμφωνα είπε ο κ. Αλεξάνδρου το όργανο που χρησιμοποιήθηκε και πόσο αυτό εισήλθε στο σώμα του παραπονούμενου, ούτε αν χορηγήθηκαν αντιβιοτικά στον παραπονούμενο, ενώ παραμένει άγνωστο για πόσο χρονικό διάστημα ο παραπονούμενος παρέμεινε στο νοσοκομείο, και αν ακόμα είπε, αυτός παρέμενε για 10 ημέρες δεν μπορεί αυτό να σημαίνει ότι το τραύμα του ήταν σοβαρό, μπορούμε είπε στην προκειμένη περίπτωση να μιλούμε για πραγματική σωματική βλάβη αλλά όχι για βαριά σωματική βλάβη εν τη έννοια του άρθρου 4 του Κεφ.
- Υπέβαλε ο κ. Αλεξάνδρου, ότι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε από την αρχή της επίθεσης το μαχαίρι στο χέρι του, όπως ανάφερε η Μ.Κ.4, διαψεύδεται από τα παραδεχτά γεγονότα και την εκδοχή του παραπονούμενου, ο οποίος, σύμφωνα με τον κ. Αλεξάνδρου, δηλώνει ότι αυτός που του επιτέθηκε δεν κρατούσε μαχαίρι ενώ στην κατάθεση του δεν αναφέρει ότι δέχτηκε χτύπημα στην ωμοπλάτη κάτι το οποίο ανάφερε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, μαρτυρία η οποία, σύμφωνα με τον κ. Αλεξάνδρου, βρίσκεται σε αντίθεση με τα παραδεκτά γεγονότα και δεν υπάρχει περιθώριο αποδοχής της από το Δικαστήριο. Υιοθετώντας τα όσα ανάφερε κατά την εισήγηση του στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι όπως το κατηγορητήριο έχει συνταχθεί, προκαλεί σύγχυση στον κατηγορούμενο πράμα το οποίο παραβιάζει το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Βάσισε την θέση αυτή στο γεγονός ότι η συμπερίληψη κατηγορίας για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και τραυματισμού προκάλεσε σύγχυση στον κατηγορούμενο, κατά τρόπο που αυτός δεν γνωρίζει τι του καταλογίσουν αφού είτε θα πολεμήσουμε ότι δεν προκλήθηκε βαριά σωματική βλάβη ή θα πολεμήσουμε ότι δεν προκλήθηκε τραυματισμός, όπως είπε ο κ. Αλεξάνδρου, το ένα είναι η θέση του ότι αναιρεί το άλλο αφού αν έχουμε σκέτο τραυματισμό δεν μπορεί να μιλούμε για βαριά σωματική βλάβη. Σε ότι αφορά την τελευταία πιο πάνω θέση της υπεράσπισης είναι εμφανές ότι αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και φανερό επίσης ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε επακριβώς τι του καταλογίζεται με το κατηγορητήριο. Εάν από ένα γεγονός ή μια πράξη προκύπτουν διάφορα και πέραν του ενός αδικήματα, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί στοιχείο που προκαλεί σύγχυση αλλά ούτε και όταν η μια κατηγορία, στη βάση γεγονότων υπερκαλύπτει την άλλη. Πως μπορεί άλλωστε να τεθεί ζήτημα επηρεασμού της υπεράσπισης, όταν ουσιαστικά τόσο με την ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι τραυμάτισε τον παραπονούμενο, και επίσης με τη σύμφωνη θέση της υπεράσπισης, αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι το τεκμήριο 6 είναι το μαχαίρι, με το οποίο ο κατηγορούμενος τραυμάτισε τον παραπονούμενο. Τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων διαφέρουν, και σε ότι αφορά την πρώτη κατηγορία ότι απαιτείται είναι πρόθεση, οπόταν διαφέρει από τις άλλες 2 κατηγορίες, επίσης ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε σε όλα τα στάδια από δικηγόρο, και δεν ζητήθηκαν από την υπεράσπιση να δοθούν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Ο κατηγορούμενος γνώριζε επακριβώς τι του καταλογίζουν και για αυτό άλλωστε, μεταξύ άλλων αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι σωματικές βλάβες του παραπονούμενου συνιστούν βαριά σωματική βλάβη στη βάση της ιατρικής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώ δεν αμφισβητεί τον τραυματισμό. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις τους, την συμπεριφορά και αντίδραση τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή, με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους και τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. Παράλληλα κατά το στάδιο αυτό, λαμβάνω υπόψη και τα παραδεχτά γεγονότα της υπόθεσης στο σύνολο τους. Στην υπόθεση Ιωάννης Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 AAΔ 143, αναφέρθηκε ότι η νομική αρχή είναι ότι εκεί που υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα. Στην υπόθεση Ανδρέα Μ. Ανδρέα κ.α ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498 τονίστηκε ότι γεγονός το οποίο καθίσταται παραδεκτό γεγονός δυνάμει του Ν.86/86, αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, τέτοιας σημασίας που ακόμα και στην περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό, η μαρτυρία εκείνη κρίνεται ανάλογα και το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα αναθεώρησης αποδοχής κάποιου γεγονότος ως παραδεκτού γεγονότος. Νοείται ακόμη, ότι σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2), το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Έχω επίσης κατά νου σ΄ότι αφορά την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, το ανεπίτρεπτου του σχολιασμού ως σχετικού προς ενοχή, της άσκησης εκ μέρους του αυτού του δικαιώματος (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Αποδίδω δε σ΄αυτή το βάρος που της αρμόζει και ασφαλώς θα τη λάβω υπόψη προτού αποφασίσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (βλ. το σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Γ. Π. Κακογιάννη 1983 σελ 253). Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει η ανώμοτη δήλωση, παραπέμπω στην υπόθεση R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11 και στα ακόλουθα που έχουν λεχθεί από τον Λόρδο Shaw (από το σύγγραμμα του Κακογιάννη, σελ. 253, σε μετάφραση του συγγραφέα): «Αυτό που λέγεται σε μια κατάθεση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Δεν μπορεί ν΄ αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδειγμένα με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους μπορεί όμως να κάνει τους ενόρκους να δουν τα αποδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν απ΄ αυτά με διαφορετικό φως.» Επιπλέον θα πρέπει να σημειωθούν και τα εξής αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, η πραγματική μαρτυρία. Σύμφωνα με όσα επισημαίνονται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 326,366, «.. η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 ΑΑΔ 298. Στην υπόθεση Ανδρέας Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 152 λέχθηκαν επίσης τα εξής: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (Βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 ΑΑΔ 1003,1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51)». Τέλος, σε περίπτωση που οποιαδήποτε δήλωση ή αναφορά του κατηγορούμενου, ήθελε θεωρηθεί ότι αποτελεί ομολογία διάπραξης των αδικημάτων, το Δικαστήριο έχει πλήρη επίγνωση του τρόπου που αυτή θα πρέπει να αντικριστεί, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σχετικό απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, 225: « Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφευατής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη πείρα υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι ΄αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι΄αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατή ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ΄αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Η κατάθεση του Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 1) όπως πιο πάνω αναφέρεται δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός και έχει το εξής περιεχόμενο: Κατάθεση Αστ. 1830 Ν. Παπαριστοδήμου του ΤΑΕ Πάφου Υπηρετώ στην ΑΔΕ Πάφου και είμαι τοποθετημένος στο ΤΑΕ Πάφου. Τη 30.07.2004 και ώρα 03.40 ενημερώθηκα από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας της ΑΔΕ Πάφου ότι στο νυχτερινό κέντρο «Καρτέλ» στην Γεροσκήπου έγινε συμπλοκή και τραυματισμός με μαχαίρι νεαρού. Αμέσως μετάβηκα στο μέρος όπου και επέκλεισα την σκηνή, με αστυνομική κορδέλα και παρέλαβα από τον Α/1020 ένα μαχαίρι, το οποίο όπως μου ανάφερε ήταν με αυτό που τραυμάτισαν τον Γεώργιο Γαβριηλίδη. Ακολούθως μετέβηκα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και παρέλαβα από τον Γεώργιο Γαβριηλίδη τα ενδύματα και υποδήματα που φορούσε κατά τον χρόνο του επεισοδίου μια φανέλα χρώματος μαύρου, ένα παντελόνι χρώματος τζιν, ένα ζευγάρι παπούτσια και ένα εσώρουχο χρώματος άσπρου. Τη ίδια ημέρα και ώρα 0930 με δικαστικό ένταλμα σύλληψης συνέλαβα ως ύποπτο τον Κώστα Νεοφύτου από τον Μούταλλο. Στις 30.7.2004 και ώρα 0940-1020 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου κατέγραψα θεληματική κατάθεση του Νεοφύτου στην οποία ομολογεί την διάπραξη του αδικήματος. Επίσης την ίδια ημέρα παρέλαβα από τον Λοχ. 4500 τα τεκμήρια (μικρές πέτρες και δειγματοληψία) που παρέλαβε από την σκηνή. Στις 3.8.2004 με την γραπτή συγκατάθεση του Κώστα Νεοφύτου του έλαβα παρειακό επίχρισμα και μεταξύ των ωρών 1850-1905 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου κατηγόρησα γραπτώς τον Νεοφύτου. Στις 13/8/2004 παρέδωσα τα τεκμήρια στον Αστ. 2760 ο οποίος την ίδια ημέρα τα μετέφερε και τα παρέδωσε στο Ινστιτούτο Γενετικής. Για ότι κατέθεσε περαιτέρω ο μάρτυρας αυτός, όπως το ότι πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για να αδικήματα που αναφέρονται στο ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 3), ότι έλαβε κατάθεση από τον ιατρό Ασάν Μαξουτλού κ.α. δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αφού η μόνη ερώτηση που του τέθηκε, από τον συνήγορο υπεράσπισης, ήταν αν ο κατηγορούμενος παραδόθηκε ο ίδιος. Ενόψει των πιο πάνω, αλλά και της καλής εντύπωσης που αποκόμισα από τον μάρτυρα, η μαρτυρία του, εξαιρουμένου του περιεχομένου της κατάθεσης του η οποία έγινε παραδεκτό γεγονός ενώπιον του Δικαστηρίου, γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο. Ο παραπονούμενος Μ.Κ. 2, υιοθέτησε επίσης την γραπτή του κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, Τεκμήριο 7, το περιεχόμενο της οποίας, δηλώθηκε επίσης ως παραδεχτό γεγονός, το οποίο και παραθέτω: « Κατοικώ στην πιο πάνω διεύθυνση μαζί με τους γονείς μου. Στις 29.07.2004 και περί ώρα 22:00 βγήκα έξω με την φιλενάδα μου Χριστίνα Χρυσάνθου από την Γεροσκήπου και τον φίλο μου Κώστα Μεντή από την Πάφο και πήγαμε για καφέ στο Deca Café στην Κάτω Πάφο. Εκεί μείναμε μέχρι η ώρα 23:30 περίπου και ακολούθως αποφασίσαμε να πάμε σε ένα πάρτυ που διοργάνωνε η Red - Bull σε υπαίθριο μπαρ το οποίο βρίσκεται μεταξύ του εστιατορίου Ατλαντίδα και του Fiver club κοντά στην πλαζ Γεροσκήπους. Στο πιο πάνω μπαρ μείναμε μέχρι η ώρα 03:00 περίπου της 30.07.
- όπου είχαμε διασκεδάσει. Συγκεκριμένα εγώ ήπια δύο ποτά βότκα σπραίτ με λαίμ, μια μπύρα και ένα ουίσκι με κόκα - κόλα. Η ώρα 03:00 περίπου έπρεπε να πάρω σπίτι την φίλη μου Χριστίνα και μαζί με τον Κωνσταντίνο ξεκινήσαμε να φύγουμε από το πιο πάνω μπαρ να πάρουμε σπίτι την Χριστίνα και επιστρέψουμε πίσω. Φεύγοντας από το μπαρ μπήκαμε εντός του διαδρόμου που οδηγεί στον χώρο στάθμευσης των οχημάτων. Φτάνοντας στο μέσω του πιο πάνω διαδρόμου που είναι περίπου 30 μέτρα βρεθήκαμε φάτσα με κάποιο Κώστα από τον Μούτταλο, το παρατσούκλι του είναι Tiwi, τον οποίο γνωρίζω φατσικός και απ΄ότι θυμάμαι μιλήσαμε μια φορά πριν χρόνια. Μαζί με τον Tiwi ήταν και η Σίλια Λεμονάρη από την Γεροσκήπου, 20 ετών την οποία γνώρισα πριν ένα χρόνο περίπου στην Αγγλία. Μαζί με την Σίλια είμαστε απλά γνωστοί και δεν είχα εγώ προσωπικά κάτι μαζί της αλλά κατάλαβα ότι αυτή κάτι είχε μαζί μου, με απόφευγε και άκουσα από τρίτα πρόσωπα ότι έλεγε κουβέντες για εμένα χωρίς να γνωρίζω συγκεκριμένα λόγια που έλεγε. Ενώ εμείς φεύγαμε και βρεθήκαμε φάτσα με τον Tiwi και την Σίλια που εκείνη την στιγμή κατευθύνονταν προς το μπαρ, ενώ είμασταν σε απόσταση περίπου 3 μέτρων από αυτούς ο Tiwi μου είπε «έλα δα ρε εσύ» και ταυτοχρόνως μου επιτέθηκε και με μου κτύπησε στο κεφάλι. Εγώ προσπαθούσα να αμυνθώ, επέκρουα τα χτυπήματα του Tiwi και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στο έδαφος. Αμέσως εγώ προσπάθησα να σηκωθώ και ενώ σηκώθηκα και ακούμπησα με το χέρι μου πίσω στον αριστερό μου γλουτό είχα καρφωμένο ένα μυτερό μαχαίρι περίπου δεκαπέντε εκατοστών και είχε σχήμα απ΄ότι θυμούμαι σπαθιού. Εγώ όταν έβγαλα το μαχαίρι είδα ότι αιμορραγούσα και φώναξα βοήθεια εμαχαιρώσαν με. Στο μέρος μαζεύτηκαν αρκετά πρόσωπα. Την ώρα που μου επιτέθηκε ο Tiwi δεν πρόσεξα αυτός να κρατά μαχαίρι γιατί στο μέρος δεν υπήρχε φωτισμός παρά μόνο ένας αναμμένος δαυλός, και ο Tiwi μου επιτέθηκε τόσο γρήγορα που μ΄ έπιασε εξ΄ απροόπτου. Σε πολύ λίγα λεπτά ήρθε στο μέρος η Αστυνομία και με μετάφερε στο Γενικό Νοσοκομείου Πάφου όπου έτυχα των πρώτων βοηθειών και μου έγινε συρραφή των τραυμάτων μου. Ακολούθως μεταφέρθηκα στον ορθοπεδικό θάλαμο που Νοσοκομείου Πάφου για περαιτέρω νοσηλεία. Δεν γνωρίζω τα ονόματα των προσώπων που μαζεύτηκαν στο μέρος την ώρα που εγώ ήμουν μαχαιρωμένος. Επίσης θέλω να αναφέρω ότι την ώρα που με χτυπούσε ο Tiwi δεν κατάλαβα ότι κρατούσε μαχαίρι και εγώ προσπαθούσα αν αμυνθώ λέγοντας του ότι δεν ήθελα να τον κτυπήσω. Δεν είχα οποιεσδήποτε διαφορές με τον Tiwi και δεν γνωρίζω τον λόγο που αυτός μου επιτέθηκε και με μαχαίρωσε. Εγώ έχω παράπονο και επιθυμώ όπως ο Κώστας άλλος Tiwi διωχθεί ποινικώς». Για ότι κατέθεσε περαιτέρω ο μάρτυρας αυτός στην κυρίως εξέταση του, όπως το ότι το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεση του ως Tiwi, το οποίο του επιτέθηκε είναι ο κατηγορούμενος, ότι το μαχαίρι, Τεκμήριο 6, καρφώθηκε στο σώμα του κάτι περισσότερο από το μισό, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αφού στη αντεξέταση ερωτήθηκε μόνο που ήταν καρφωμένο το μαχαίρι και ποια ήταν η φορά του (κατεύθυνση του). Ενόψει των πιο πάνω, αλλά και της καλής εντύπωσης που αποκόμισα από τον μάρτυρα, η μαρτυρία του, εξαιρουμένου του περιεχομένου της κατάθεσης του, η οποία έγινε παραδεχτό γεγονός, γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο. To γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός ανάφερε στην αντεξέταση του, χωρίς να αμφισβητηθεί η θέση του αυτή από την υπεράσπιση, ότι έφερε τραύμα και στην ωμοπλάτη, κάτι που δεν αναφέρει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 7), δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε την αξιοπιστία του, αφού αυτό το γεγονός δηλαδή η ύπαρξη τραύματος και στην ωμοπλάτη του, υποστηρίζεται από τη πραγματική μαρτυρία. Τόσο η Μ.Κ. 3 όσο και ο Μ.Κ.6 επιβεβαιώνουν την ύπαρξη θλαστικού τραύματος στην ωμοπλάτη του παραπονούμενου ενώ η Μ.Κ.3 τόνισε στην μαρτυρία της ότι αυτό το τραύμα σύμφωνα με την εξέταση της διαπίστωσε ότι προκλήθηκε από τέμνον όργανο. Η Μ.Κ. 4, η οποία συνόδευε τον παραπονούμενο το βράδυ της 30ης Ιουλίου 2004 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Με φυσικό και αβίαστο τρόπο προέβηκε σε αφήγηση των γεγονότων χωρίς σε κανένα στάδιο να κλονιστεί η αξιοπιστία της παρά την επίμονη αντεξέταση που υποβλήθηκε από τον συνήγορο του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία της συμπληρώνεται, συνάδει και βρίσκεται σε αρμονία ως προς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν το βράδυ της 30ης Ιουλίου 2004, με την υπόλοιπη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και την πραγματική μαρτυρία. Με σταθερό τρόπο η μάρτυρας αυτή αφηγήθηκε τα γεγονότα όπως και στην κατάθεση της χωρίς να εντοπίσω οποιαδήποτε διάσταση είτε μεταξύ της μαρτυρίας της είτε σε σχέση με την γραπτή της κατάθεση. Έντονα αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν κρατούσε το μαχαίρι στο χέρι του προτού επιτεθεί στον παραπονούμενο, η Μ.Κ.4 αναφέρει το γεγονός αυτό ευθύς εξαρχής στην κατάθεση της, και υπήρξε σταθερή στην θέση της αυτή χωρίς να κλονιστεί ενώ κρίνω ότι η θέση αυτή δεν έρχεται σε αντίφαση με οποιοδήποτε παραδεχτό γεγονός, αφού ο Μ.Κ.2, ο παραπονούμενος, δεν αναφέρει ότι δεν κρατούσε μαχαίρι ο κατηγορούμενος αλλά τα εξής: «Την ώρα που μου επιτέθηκε ο Tiwi δεν πρόσεξα αυτός να κρατά μαχαίρι γιατί στο μέρος δεν υπήρχε φωτισμός παρά μόνο ένας αναμμένος δαυλός..» Περαιτέρω οι ισχυρισμοί της Μ.Κ.4, ότι ο κατηγορούμενος χτυπούσε τον παραπονούμενο κρατώντας το μαχαίρι και χτυπώντας τον με αυτό, ενισχύονται από την πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα τραύματα που η Μ.Κ.3 περίγραψε ότι βρήκε στο σώμα του παραπονούμενου αφού τον εξέτασε. Άλλωστε πως είναι λογικό το μαχαίρι να χρησιμοποιήθηκε όπως η υπεράσπιση προσπάθησε να πείσει, μια μόνο φορά όταν αυτό καρφώθηκε στον γλουτό του παραπονούμενου, αφού στο σώμα του παραπονούμενου είχαν προκληθεί και διαπιστωθεί και άλλα τραύματα από τέμνον όργανο, σύμφωνα με την γιατρό των πρώτων βοηθειών που τον εξέτασε (Μ.Κ.3) αμέσως μετά. Το μαχαίρι, ως είναι παραδεχτό το αφαίρεσε ο ίδιος ο παραπονούμενος, όταν σηκώθηκε και αφού ακούμπησε με το χέρι του πίσω στον αριστερό του γλουτό και διαπίστωσε ότι αυτό ήταν καρφωμένο, αυτό το γεγονός καταρρίπτει και την θέση του κατηγορούμενου που πρόβαλε στην ανώμοτη του δήλωση ότι δηλαδή φοβήθηκε από τα χτυπήματα του παραπονούμενου και τότε ανέσυρε το μαχαίρι και τον χτύπησε. Η θέση αυτή δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής και καταρρίπτεται από την πραγματική μαρτυρία, περαιτέρω ποια άλλη εξήγηση μπορεί να δοθεί για το πώς δημιουργήθηκαν τα υπόλοιπα τραύματα στο σώμα του παραπονούμενου, τα οποία η Μ.Κ.3 διαπίστωσε αμέσως μετά στις πρώτες βοήθειες, όταν μεταφέρθηκε ο παραπονούμενος και ότι κάποια από αυτά εκ της φύσεως τους προκλήθηκαν από αιχμηρό αντικείμενο. Όλα τα πιο πάνω, αποκλείουν το γεγονός, να χρησιμοποιήθηκε, να στράφηκε προς το σώμα του παραπονούμενου, το μαχαίρι μόνο μια φορά, η πραγματική μαρτυρία συνάδει με την μαρτυρία της Μ.Κ.4, η μαρτυρία της Μ.Κ.4 ελέγχεται από την πραγματική μαρτυρία και την ενισχύει. Το γεγονός ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση της η Μ.Κ.4, ότι την ώρα που είδε το μαχαίρι, φώναξε στον Γαβριηλίδη «πρόσεχε», όπως είπε στην αντεξετάση της ερωτηθείσα σχετικά, δεν βρίσκω ότι επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της μάρτυρος, αφού η εξήγηση που έδωσε γιατί δεν το έκανε κρίνω ότι ήταν λογική, όπως είπε δεν το είπε στην κατάθεση της γιατί όταν έγινε (η κατάθεση) ήταν όλα τόσο έντονα τα πράγματα στο κεφάλι της και τις λεπτομέρειες τις είχε κρατήσει για την ίδια ενώ δεν της ζητήθηκε από τον Αστυνομικό που της έπαιρνε την κατάθεση να του το αναφέρει. Εν πάσει περιπτώσει θεωρώ ότι αποτελεί λεπτομέρεια την οποία δεν πιστεύω ότι είχε κανένα λόγο είτε να την αποκρύψει είτε να την αναφέρει στην κατάθεση της. Η μαρτυρία της Μ.Κ.4 γίνεται αποδεχτή στο σύνολο της, πλην το ότι με την επίθεση που δέχτηκε ο παραπονούμενος έπεσε αμέσως στο έδαφος μαζί με τον κατηγορούμενο αφού σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, ο παραπονούμενος όταν δέχτηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο αρχικά στο κεφάλι προσπάθησε να αμυνθεί, αποκρούοντας τα χτυπήματα του ενώ ακολούθως έπεσε στο έδαφος και επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε κάτι στον παραπονούμενο αφού σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα του είπε «έλα δα ρε εσύ» Η Μ.Κ.3 είναι η ιατρός η οποία εξέτασε τον παραπονούμενο όταν μεταφέρθηκε στις πρώτες βοήθειες του Νοσοκομείου Πάφου (Τεκμήριο 5 η κατάθεση της) στις 30.7.
- Η Μ.Κ.3, ήταν μια ανεξάρτητη μάρτυρας. Η μαρτυρία της ενόψει της καλής εντύπωση που μου δημιούργησε, η γνώμη της και τα συμπεράσματα της γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Οτιδήποτε η μάρτυρας αυτή αναφέρει στην κατάθεση της, σχετικά με τα τραύματα του παραπονούμενου, αποδέχομαι ότι ήταν αυτά τα οποία έφερε ο παραπονούμενος όταν μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων βοηθειών και τα οποία διαπίστωσε αφού πρώτα τον εξέτασε. Αναφορικά με το μέγεθος των τραυμάτων που έφερε ο παραπονούμενος ήταν κατά την άποψη μου σε θέση να τα καθορίσει όπως τα καθόρισε κατά την μαρτυρία της αφού ήταν ή ίδια που προέβηκε στην συρραφή αυτών και είχε ιδία αντίληψη των τραυμάτων του παραπονούμενου. Παρά το ότι δεν τα μέτρησε χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε όργανο, με βάση τις ραφές, όπως η ίδια ανάφερε, ήταν κατά την άποψη μου, σε θέση ενδεικτικά να αποδώσει τουλάχιστον το μέγεθος τους. Συνεπακόλουθα αποτελεί εύρημα μου ότι το τραύμα στην αριστερή ωμοπλάτη του παραπονούμενου ήταν τουλάχιστον 3 εκατοστά και στο άνω τεταρτημόριο του αριστερού γλουτού τουλάχιστον 4 εκατοστά. Επίσης ότι στο σημείο του λαγόνιου βόθρου υπάρχουν ζωτικά όργανα ενώ στον γλουτό υπάρχουν μυς, νεύρα και αγγεία και ότι στην περίπτωση που κοπεί αγγείο μπορεί να προκληθεί αιμορραγία, ενώ αν κοπεί μυς ή νεύρο θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση και σε περίπτωση μη αποκατάστασης θα έχει ως συνέπεια να μην μπορεί να περπατήσει φυσιολογικά. Η μαρτυρία του Μ.Κ.5, για ότι αυτός έπραξε και διαπίστωσε στις 30/7/2004 που βρέθηκε στην σκηνή, γίνεται αποδεχτή από το δικαστήριο. Ο μάρτυρας δεν υποβλήθηκε σε καμία αντεξέταση από την υπεράσπιση και δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με τις δίκες του ενέργειες τις οποίες περιγράφει στην κατάθεση του Τεκμήριο 9, την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ότι αμφισβήτησε από την μαρτυρία του περισσότερο η υπεράσπιση ήταν η θέση που εξέφρασε ότι το είδος του μαχαιριού (Τεκμήριο 6) είναι τέτοιο το οποίο μπορεί να προκαλέσει χειρότερη ζημία λόγω του οδοντωτού σχήματος της λεπίδας του, κάτι που ο μάρτυρας ανάφερε στην κυρίως εξέταση του. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.5, πλην όμως, δεν είμαι διαθετημένη να δεχτώ την πιο πάνω θέση του, αφού αυτό αποτέλεσε μια δική του εκτίμηση ως φάνηκε, χωρίς αυτός να είναι ειδικός για ότι κατάθεσε αναφορικά με το είδος του μαχαιριού. Ο Μ.Κ. 6 γιατρός ορθοπεδικός Ασάν Μαξουτλού, αφού ενημερώθηκε για το περιστατικό από τον ιατρό των πρώτων βοηθειών έκρινε ότι ο ασθενής λόγω των τραυμάτων που έφερε χρειαζόταν νοσηλεία για φαρμακευτική αγωγή. Ο μάρτυρας αυτός σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση και ήταν κατά την άποψη μου ειλικρινής . Δεν ήταν όμως θέση να καταθέσει και να δώσει επαρκεί στοιχεία, αναφορικά με κάποια ζητήματα, τα οποία ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του, είτε γιατί δεν θυμόταν, είτε γιατί δεν υπήρχαν σημειώσεις στον φάκελο του ασθενή, είτε γιατί ο ασθενής αποχώρησε από το νοσοκομείο, συγκεκριμένα δεν ήταν σε θέση να αναφέρει, ποιο ήταν το πόρισμα του αναφορικά με το τι έδειχναν οι ακτινογραφίες του παραπονονούμενου, τι ώρα εξέτασε τον ασθενή, τι ώρα κλήθηκε ο ίδιος στις πρώτες βοήθειες, τι ώρα εξήλθε ο ασθενής από το νοσοκομείο, τι ώρα έγινε η επαφή με τον ασθενή και σε ποιο μέρος του νοσοκομείου, αν είδε αιματολογικές εξετάσεις του ασθενή, πόσες ραφές υπήρχαν στα τραύματα που είχαν συρραφή και το μέγεθος τους. Από την μαρτυρία του αποδέχομαι ότι εξέτασε τον παραπονούμενο στις 30.7.2004, ο οποίος έκρινε ότι λόγω των τραυμάτων που έφερε, τα οποία χαρακτήρισε ύπουλα τραύματα που μπορούν να προκαλέσουν πιο σοβαρό πρόβλημα κυρίως μολύνσεις, χρειαζόταν περαιτέρω νοσηλεία για φαρμακευτική αγωγή, επίσης ότι ο ίδιος εξέτασε τις ακτινογραφίες θώρακα του παραπονούμενου και ότι ο ίδιος κάλεσε τον εφημερεύον χειρούργο για να κάνει χειρουργική εκτίμηση λόγω του τραύματος του στην θωρακική χώρα. Επίσης αποδέχομαι την γνώση του ότι το μαχαίρι, Τεκμήριο 6, αν καρφωθεί πέραν του μισού της λεπίδας του σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος που υπάρχουν νεύρα και αγγεία, εφόσον είναι αιχμηρό αντικείμενο μπορεί να προκαλέσει σοβαρό τραύμα. Ενώ από την μαρτυρία του δεν αποδέχομαι, ότι ακολουθήθηκαν οι οδηγίες του από το νοσηλευτικό προσωπικό για την χορήγηση φαρμάκων στον παραπονούμενο, αφού ότι ανέφερε σχετικά με το θέμα αυτό ήταν μέσα από στοιχεία του φακέλου του ασθενή, όχι από δικές του σημειώσεις, αλλά άλλων προσώπων, νοσηλευτών. Όπως συνάγεται από την μαρτυρία του, ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση και αντίληψη, αλλά στηρίχθηκε στο να υποστηρίζει ότι έτσι έγινε, γιατί θεώρησε ότι εφόσον αυτός έδωσε οδηγίες γεμίζοντας σχετικό έντυπο ή φύλλο θεραπευτικής αγωγής και υπήρχε υπογραφή νοσηλευτικού προσωπικού, τα φάρμακα είχαν χορηγηθεί. Να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος δεν έδωσε μαρτυρία αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, αφού δεν ρωτήθηκε σχετικά για να επιβεβαιώσει τούτο. Ως θα φανεί κατωτέρω και για τους λόγους που εξηγώ, απορρίπτω ως εντελώς αναληθείς και αβάσιμους τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, είτε αυτοί απορρέουν από το περιεχόμενο της ανώμοτης του δήλωσης είτε από το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Τεκμήριο 2). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου απ΄όσα έχει αναφέρει, οτιδήποτε αποτελεί δήλωση εναντίον των συμφερόντων του, αφού όπως έχει νομολογηθεί, τέτοιες δηλώσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές, προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους. Στη κατάθεση του (Τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος ανάμεσα σ΄άλλα προβάλει λεκτική πρόκληση αλλά και προκλητική συμπεριφορά από μέρους του παραπονούμενου κατά την συνάντηση που είχαν στις 30.7.2004 με αποτέλεσμα αυτός, όπως περιγράφει, να νοιώσει θιγμένος και ενοχλημένος και να του επιτεθεί. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κριθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και τα παραδεχτά γεγονότα. Η υπεράσπιση δεν έθεσε τέτοιες θέσεις κατά την ακροαματική διαδικασία και ο κατηγορούμενος δεν κατάθεσε ενόρκως. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι ενώ αυτός και η Σίλια κινούνταν σε αντίθετη κατεύθυνση με τον παραπονούμενο τον Κώστα και την κοπέλα που ήταν μαζί τους και συναντήθηκαν, μόλις πέρασαν πίσω τους άκουσε τους δύο να λένε «έτους τζαμέ», τότε αμέσως γύρισε την κεφαλή του πίσω και είδε ότι ο Γιώργος τους έδειχνε με το χέρι του με ειρωνικό τρόπο και αναφέρει «εγώ ένοιωσα τούτη την στιγμή πολλά άσχημα διότι κατάλαβα ότι μας επερίπεζαν, εγώ δεν τους είπα τίποτε αλλά σταμάτησα να περπατώ και η Σύλια τούτη τη στιγμή ήταν δύο βήματα μπροστά μου. Όπως εγύρισα την τζεφαλή μου προς τα πίσω ο Γιώργος με ρώτησε θυμωμένα τζαι με τούτο τον τρόπο που σε ειρωνεύκεται ο άλλος τζαι προκαλεί σε « έσιης κανένα πρόβλημα;», τζαι ήρτε προς το μέρος μου, τέλεια κοντά μου και αντακώσαμε ο ένας να κουντά τον άλλο με τα σιέρκα μας». Η πιο πάνω θέση του κατηγορούμενου είναι ψευδής αφού σύμφωνα με τα παραδεχτά γεγονότα ενώ ο κατηγορούμενος και παραπονούμενος εκινούντο με αντίθετη κατεύθυνση και τους χώριζε απόσταση περίπου 3 μέτρων ο κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο «έλα δα ρε εσύ» και ταυτοχρόνως του επιτέθηκε και τον χτύπησε στο κεφάλι και σε καμία περίπτωση ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος δεν πέρασαν πρώτα ο ένας τον άλλο και μετά ερχόμενοι σε αντίθετες κατευθύνσεις από τις αρχικές τους, αφού σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος πήγε προς το μέρος του, κοντά του και άρχισε ο ένας να σπρώχνει τον άλλο με τα χέρια τους. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του αναφέρει επίσης « όπως τον κούντησα έπεσε πάνω σε κάτι σύρματα που είσχε τσιαμέ τζαι έπεσε χαμέ εγιώ εστράφηκα πίσω τζαι ο Γιώργος εσηκώστηκε τζαι αντάκωσαμε μπουνιές τσαι οι δκυό ακολούθως επέσαμε χαμέ τζαι όπως είχα το μασιέρι μέστην τσέπη μου το έφκαλα τζαι έκατσα του το μέστο κολωμέρι του ...» Η πιο πάνω θέση του κατηγορούμενου είναι επίσης ψευδής. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι με το σπρώξιμο του, μόνο ο παραπονούμενος έπεσε κάτω και όταν αυτός σηκώθηκε άρχισαν μεταξύ τους μπουνιές και ήταν τότε που και οι δύο τους έπεσαν μαζί κάτω. Τα παραδεκτά γεγονότα και η αξιόπιστη μαρτυρία είναι αντίθετη με τα πιο πάνω αφού μετά την πτώση που παραπονούμενου στο έδαφος από την επίθεση που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο, η επίθεση συνεχίστηκε ενώ και οι δύο τους βρίσκονταν στο έδαφος και ο παραπονούμενος όταν ανασηκώθηκε, ήταν τότε που αντιλήφθηκε καρφωμένο το μαχαίρι στον γλουτό του και το αφαίρεσε. Επίσης η θέση, ότι το μαχαίρι το έβγαλε από την τσέπη του κατά τον πιο πάνω χρόνο που περιγράφει στην κατάθεση του, όπως πιο πάνω εξηγώ, καταρρίπτεται από την πραγματική μαρτυρία δηλαδή λόγω της ύπαρξης και άλλων τραυμάτων στο σώμα του παραπονούμενου που προκλήθηκαν από τέμνον όργανο, τα οποία και καταδεικνύουν ότι το μαχαίρι δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο μια φορά (βλέπε πιο πάνω σχετικά και στην σελ. 12) Η θέση που προβάλει ο κατηγορούμενος με την ανωμότη δήλωση του ότι δηλαδή δέχτηκε πάρα πολλά χτυπήματα φοβήθηκε για τη ζωή του και τον τραυμάτισε, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την αξιόπιστη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Προβάλει για πρώτη φορά κατά την ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος, ατελώς θα έλεγα αυτοάμυνα, σε καμία όμως άλλη περίπτωση δεν τέθηκε ζήτημα αμυντικής ενέργειας του κατηγορούμενου σε χτυπήματα που δέχτηκε από τον παραπονούμενο κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τα παραδεχτά γεγονότα και την αξιόπιστη μαρτυρία της κατηγορούσας Αρχής, η οποία (Κατηγορούσα Αρχή) απόκλεισε το ενδεχόμενο αυτό, δηλαδή της ύπαρξης αυτοάμυνας και μάλιστα ως απαιτείται στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γιάλλουρος ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320) Σε σχέση με την αυτοάμυνα στην υπόθεση Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 251, στην σελ. 255 αναφέρθηκαν τα εξής: « Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί, ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί, προς όφελος κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαοπραγία». Συνεπακόλουθα με βάση τα πιο πάνω, είναι εμφανές, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω συμπερασμάτων μου που αφορούν την αξιοπιστία την των μαρτύρων κατηγορίας κρίνω ότι τα ουσιώδη και πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι όσα συνθέτουν την εκδοχή της Κατηγορούσας αρχή και έχουν ως εξής: Ο παραπονούμενος στις 29.07.2004 το βράδυ, είχε βγει για διασκέδαση μαζί με την φίλη του Χριστίνα Χρυσάνθου και τον φίλο του Κώστα Μεντή αρχικά για καφέ. Στις 23:30 περίπου πήγαν σε πάρτυ σε υπαίθριο μπαρ, το οποίο βρίσκεται μεταξύ του εστιατορίου Ατλαντίδα και του Fiver club κοντά στην πλαζ Γεροσκήπους. Στο πιο πάνω μπαρ παρέμειναν μέχρι η ώρα 03:00 περίπου της 30.07.2004 όπου ο παραπονούμενος μαζί με την Χριστίνα και τον Κωνσταντίνο ξεκίνησαν να φύγουν για να πάρουν την Χριστίνα σπίτι και επιστρέψουν πίσω. Φεύγοντας από το μπαρ μπήκαν εντός του διαδρόμου που οδηγεί στον χώρο στάθμευσης των οχημάτων και φτάνοντας στο μέσω του πιο πάνω διαδρόμου που ήταν περίπου 30 μέτρα βρεθήκαν απέναντι από τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν μαζί με κάποια Σίλια Λεμονάρη και κατευθύνονταν προς το μπαρ. Eνώ βρίσκονταν οι πιο πάνω σε απόσταση περίπου 3 μέτρων, ο κατηγορούμενος είπε τον παραπονούμενο «έλα δα ρε εσύ» και ταυτοχρόνως του επιτέθηκε και τον χτύπησε στο κεφάλι. Ο παραπονούμενος προσπαθούσε να αμυνθεί και απέκρουε τα χτυπήματα του κατηγορούμενου και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε στο έδαφος. Ο κατηγορούμενος έπεσε μαζί με τον παραπονούμενο στο έδαφος όπου και συνέχισε να τον χτυπά. Ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που επιτέθηκε στον παραπονούμενο αλλά και κατά την διάρκεια του όλου επεισοδίου κρατούσε στο χέρι του το μαχαίρι (τεκμήριο 6) και με αυτό επέφερε διάφορους τραυματισμούς στο σώμα του παραπονούμενου ως κατωτέρω περιγράφονται (βλ και Τεκμήριο 5). Ενώ τέλος κάρφωσε το μαχαίρι στο αριστερό γλουτό του παραπονούμενου και μαζί με την κοπέλα του τον συνόδευε αποχώρησε από το μέρος και κατευθύνθηκε προς τη παραλία. Όταν ο παραπονούμενος σηκώθηκε και ακούμπησε με το χέρι του πίσω στον αριστερό του γλουτό βρήκε καρφωμένο το μαχαίρι (τεκμήριο 6) και αφού το έβγαλε είδε ότι αιμορραγούσε και φώναξε βοήθεια «εμαχαιρώσαν με». Σε πολύ λίγα λεπτά κατέφθασε στο μέρος η Αστυνομία και μετάφερε τον παραπονούμενο στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου εξετάστηκε από την Μ.Κ.3 και του έγινε συρραφή των τραυμάτων που έφερε στην αριστερή ωμοπλάτη και στον αριστερό γλουτό. Ακολούθως μεταφέρθηκε στον ορθοπεδικό θάλαμο που Νοσοκομείου Πάφου για περαιτέρω νοσηλεία. Τα τραύματα που παραπονούμενου είναι ως αυτά περιγράφονται στο Τεκμήριο 5. Ο παραπονούμενος εξήλθε του νοσοκομείου της ίδια ημέρα, 30.7.2004, μετά την εισαγωγή του στον ορθοπεδικό θάλαμο και με δική του θέληση χωρίς να λάβει εξιτήριο Μετά τα πιο πάνω ακολουθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο στη βάση των γεγονότων αυτών και της μαρτυρίας που αποδέχτηκα, η Κατηγορούσα αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή της κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Βάρος απόδειξης Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση τοιαύτη, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της Κατηγορούσας Αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Π.Ε. 7018 και 7093 ημερ. 26.3.20002). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου,
(2002)246, επισημάνθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Η πρώτη κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 228(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί πως: «Όποιος, με σκοπό ακρωτηριασμού, παραμόρφωσης, πρόκλησης αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο ........................... (α) με οποιοδήποτε μέσο τραυματίζει παράνομα ή προκαλεί βαριά σωματική βλάβη σε άλλο ....................................... Είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης δια βίου». Με τις λεπτομέρειες αδικήματος προσδιορίζεται πως ο τραυματισμός και προκληθείσα σωματική βλάβη επιτεύχθηκαν με την χρήση μαχαιριού. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο, όπως πιο πάνω αναφέρεται, να απορρίψει τις κατηγορίες τόσο γιατί αυτές δεν αποδείχτηκαν με τη μαρτυρία που εισήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή αλλά και γιατί δεν έχει αποδειχτεί από τις κακώσεις του παραπονούμενου βαριά ή επικίνδυνη σωματική βλάβη Από τα συστατικά στοιχεία αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, επιμέρους ανάλυση χρειάζονται δύο. Η πρόθεση και ο τραυματισμός ή η βαριά σωματική βλάβη. Ο τραυματισμός και η βαριά σωματική βλάβη ερμηνεύονται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Αναφέρεται πως: «τραύμα» σημαίνει τομή ή ρήξη του τέμνει ή διαπερνά εξωτερική μεβράνη του σώματος και εξωτερική μεβράνη για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού θεωρείται η μεβράνη την οποία δύναται να αγγίξει χωρίς να παραστεί ανάγκη τομής ή διάτρησης άλλης μεβράνης». «βαριά σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη νόμιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης. Ως επικίνδυνη σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται, σύμφωνα πάντοτε με το ίδιο άρθρο, η σωματική βλάβη που εκθέτει σε κίνδυνο τη ζωή. Τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος σύμφωνα με την Μ.Κ.3, ως αυτά περιγράφονται στην κατάθεση της (Τεκμήριο 5), είναι: - τέμνον τραύμα στην αριστερή ωμοπλάτη - τέμνον τραύμα στο άνω τεταρτομόριο αριστερού γλουτού - εκδορά πάνω από το δεξί στήθος - μεγάλη εκδορά από τέμνον όργανο στον αριστερό λαγόνιο βόθρο - εκδορά από τέμνον όργανο περίπου 8 cm στην αριστερή ωμοπλάτη - αιμάτωμα στο δεξί χέρι πάνω στην παλάμη - εκδορά κάτω από την μασχάλη, Τα ευρήματα μου αναφορικά με το μήκος των τραυμάτων που έφερε στην αριστερή ωμοπλάτη και στον αριστερό γλουτό, στα οποία και έγινε συρραφή, αναφέρονται πιο πάνω (βλέπε σελ. 13). Σύμφωνα με τον ορθοπεδικό ιατρό, Μ.Κ.6, θλαστικό τραύμα χαρακτηρίζεται το τραύμα όπου υπάρχει συνεχής απώλεια δέρματος και υποδορίου με κάποιο βάθος, το οποίο μπορεί να προκληθεί κυρίως από αιχμηρό αντικείμενο. Σε ότι αφορά το τραύμα στον αριστερό γλουτό του παραπονούμενου, αν και δεν ήταν σε θέση οι Μ.Κ.3 και 6 να καθορίσουν το βάθος του, άλλωστε ο Μ.Κ. 6 το είδε μετά που είχε συρραφή, το γεγονός ότι το μαχαίρι (Τεκμήριο 6) με λεπίδα μήκους 8 περίπου εκατοστών, εισήλθε κάτι παραπάνω από το μισό (της λεπίδας του) στο γλουτό του, όπως ο παραπονούμενος ανάφερε χωρίς να αμφισβητηθεί, οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι αυτό το τραύμα είχε τουλάχιστον βάθος 4 εκατοστά. Στην Εvripides Christou ν. The Police
(1972)2 C.L.R 38 αποφασίστηκε πως το κάταγμα παγίδας, που ήταν επώδυνο και ανάγκασε το θύμα να παραμείνει στο νοσοκομείο για δύο ημέρες, ήταν σοβαρός τραυματισμός της άνεσης του θύματος και συνεπώς βαριά σωματική βλάβη εν τη έννοια του άρθρου 4. Στην υπόθεση R v. Janjua and Choudhury
(1999)1 Cr. App.R. 91, όπου χρησιμοποιήθηκε μαχαίρι με λεπίδα τουλάχιστον 5 ½ ιντζών μήκους, λέχθηκε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα ότι το λιγότερο που σκοπείτο ήταν ο σοβαρός τραυματισμός. Ο δύο τραυματισμοί, οι οποίοι χρειάστηκαν συρραφή, τους οποίους ο κατηγορούμενος προκάλεσε με το μαχαίρι στον παραπονούμενο ήταν από σοβαρότερες των βλαβών του. Το θλαστικό τραύμα στην ωμοπλάτη, οπίσθια θωρακική χώρα καθώς και το θλαστικό τραύμα στον αριστερό γλουτό του παραπονούμενου επρόκειτο για σοβαρά τραύματα σε ευαίσθητα μέρη του σώματος. Αναγνωρίστηκε μεταξύ άλλων, από τον Μ.Κ. 6 ότι αυτού του είδους τραύματα είναι ύπουλα και μπορούν να προκαλέσουν μολύνσεις. Ο παραπονούμενος αναγκάστηκε να βγάλει από το σώμα του το μαχαίρι που του είχε καρφωθεί, από τον κατηγορούμενο, στο γλουτό του, πέραν του μισού της λεπίδας του, η οποία είχε συνολικό μήκος περίπου 8 εκατοστά και το τραύμα του αιμορραγούσε. Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο όπου έγινε συρραφή των τραυμάτων του και ακολούθως εισήχθη στον ορθοπεδικό θάλαμο όπου και του έγιναν ακτινογραφίες θώρακα. Ο ασθενής, παρά τις οδηγίες του Μ.Κ.6 για παραμονή στο Νοσοκομείο, εξήλθε την ίδια ημέρα από το Νοσοκομείο με δική του θέληση. Στο σύγγραμμα Arhbold Criminal Pleading Evidence and Practice 39η έκδοση Ρ2657, ως βαριά σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται η πραγματικά σοβαρή σωματική βλάβη και υποδεικνύεται ότι είναι ανεπιθύμητο να επιχειρηθεί οποιοσδήποτε άλλος ορισμός της. Δεν είναι αναγκαίο, τονίζεται, η βλάβη αυτή να είναι συνεχής, διαρκής ή επικίνδυνη. Συνεπακόλουθα με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι υπήρξε σοβαρός τραυματισμός της άνεσης του θύματος και συνεπώς έχει αποδειχτεί πως ο τραυματισμός από το μαχαίρι ήταν βαριά σωματική βλάβη εν τη έννοια του άρθρου 4. Μπορεί τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος να μην ήταν πολύ σοβαρά, αλλά είναι όμως κατά την άποψη μου τέτοιας μορφής ώστε να θέσουν την υπόθεση στην κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης. Και παρά το ότι η κατάσταση της υγείας που παραπονούμενου εξαντλείται στις πιο πάνω διαπιστώσεις και αφορά ένα μικρό χρονικό διάστημα μετά την εισαγωγή του στο Νοσοκομείο, αφού αυτός εξήλθε την ίδια ημέρα με δική του πρωτοβουλία, κρίνω ότι η διαπίστωση ότι προκλήθηκε πράγματι βαριά σωματική βλάβη δεν επηρεάζεται. Συνεπακόλουθα το επιχείρημα περί απουσίας στοιχειοθέτησης βαριάς σωματικής βλάβης καταρρίπτεται. Η ύπαρξη πρόθεσης αποδεικνύεται είτε άμεσα, με ομολογία είτε με περιστατική μαρτυρία, εκεί που μπορεί να εξαχθεί συμπερασματικά. Ως τέτοια μαρτυρία κρίνεται το ελατήριο, οι προπαρασκευαστικές πράξεις του δράστη, οι δηλώσεις του κατηγορούμενου το είδος του όπλου που χρησιμοποιήθηκε, η φύση και η έκταση του τραυματισμού και άλλα. Στην υπόθεση Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)1 ΑΑΔ 258 λέχθηκαν τα εξής: Οι αρχές που διέπουν το θέμα μπορούν να συνοψιστούν στο ότι η πρόθεση και η γνώση είναι μια κατάσταση σκέψης. Δεν μπορεί να υπάρχει κατευθείαν μαρτυρία εκτός μέσα από ομολογίες και εκτός από αυτές η απόδειξη του σκοπού γίνεται με περιστατική μαρτυρία σαν ένα θέμα που εξάγεται ως συμπέρασμα από όλα τα περιστατικά της υπόθεσης όπως, το ελατήριο, τις προπαρασκευές που έγιναν, τις δηλώσεις του κατηγορούμενου, και σε υποθέσεις ανθρωποκτονίας, το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, την επιμονή στην επίθεση και τη φύση των τραυμάτων που στην πραγματικότητα προεκλήθησαν, όπως και σε ποιο μέρος του σώματος. Και αναμφίβολα, όταν η παρουσία του σκοπού είναι ένα απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος δεν είναι αρκετό να λεχθεί όταν διερευνάται το γεγονός αν ένας σκοπός αποδειχθεί ή όχι ότι αυτό ήταν το λογικό συμπέρασμα να εξαχθεί από τα γεγονότα, αλλά ένας πρέπει να προχωρήσει περαιτέρω και να πει ότι αυτό ήταν το μόνο λογικό συμπέρασμα το οποίο μπορούσε να εξαχθεί. Η κατηγορούσα αρχή ως ουσιαστική παράμετρο της υπόθεσης της οφείλει να πείσει ότι ο κατηγορούμενος ηθελημένα τραυμάτισε τον παραπονούμενο με το μαχαίρι. Στην παρούσα υπόθεση βρίσκω ότι υπάρχουν στοιχεία τα οποία και στοιχειοθετούν την πρόθεση πρόκλησης τραυματισμού του παραπονούμενου, συγκεκριμένα: (α) Το ότι ήδη ο κατηγορούμενος κρατούσε στο χέρι του το μαχαίρι προτού ακόμη επιτεθεί στον παραπονούμενο και ενώ ήταν σε απόσταση περίπου 3 μέτρων από αυτόν. (β) Η απειλητική διάθεση που εκδήλωσε μόλις είδε απέναντι του τον παραπονούμενο λέγοντας του την φράση «έλα δα ρε εσύ». (γ) Το αιφνίδιο της επίθεσης που δέχτηκε ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο αλλά και το αναίτιο της επίθεσης. (δ) Η μέγεθος της επιθετικότητας που παρουσίασε έναντι του παραπονούμενου, ο οποίος χτυπούσε αυτόν ανεξέλεγκτα στο σώμα του, επιφέροντας του διάφορους τραυματισμούς με το μαχαίρι. (ε) Από την είδος και τη φύση των τραυμάτων που προκάλεσε στον παραπονούμενο καθώς και το είδος του οργάνου που χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο. (στ) Από το γεγονός ότι η επίθεση από τον κατηγορούμενο με την χρήση μαχαιριού, επικίνδυνου οργάνου όπως μπορεί να χαρακτηριστεί, δεν ήταν στιγμιαία ή απομονωμένη. Αντίθετα τόσο από την περιγραφή της Μ.Κ. 4 όσο και την πραγματική μαρτυρία, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ήταν κάποιας διαρκείας έστω και μικρής. (ζ) Η αντίδραση του αμέσως μετά το τέλος της επίθεσης του στον παραπονούμενο με την «άνετη» αποχώρηση του από το μέρος αφήνοντας τον με καρφωμένο το μαχαίρι στο σώμα του, στο σημείο του γλουτού. (η) Η απάντηση που ο κατηγορούμενος έδωσε ευθύς εξαρχής κατά την σύλληψη του και αφού πληροφορήθηκε για τα αδικήματα που θεωρείτο ύποπτος, «παραδέχομαι, κατάλαβα το λάθος μου» (Τεκμήριο 3). Όπως επανειλημμένα έχει τονιστεί από την νομολογία η ύπαρξη ελατηρίου δεν αποτελεί παράγοντα στοιχειοθετικό οιουδήποτε εγκλήματος. Εισάγεται όμως μαρτυρία που τείνει να αποκαλύψει την ύπαρξη ελατηρίου σε συσχετισμό με τα κίνητρα του δράστη (Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 560). Το τι πράγματι ώθησε τον κατηγορούμενο στην προκειμένη περίπτωση να επιτεθεί στον παραπονούμενο, μόνο ο ίδιος θα μπορούσε να το απαντήσει. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι οι ενέργειες κατηγορούμενου και τέλος το κάρφωμα του μαχαιριού τον αριστερό γλουτό του παραπονούμενου δεν ήταν τυχαίες. Οι πράξεις του ήταν ηθελημένες όπως και το αποτέλεσμα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης επιδιωκόμενο ως μέσο προώθησης του απώτερου σκοπού του τραυματισμού του παραπονούμενου. Η δεύτερη κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίος προνοεί πως: «Οποίος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές» Συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι η παράνομη ενέργεια και το αποτέλεσμα της η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Η λέξη παράνομα αποδίδει πράξη που γίνεται χωρίς καμία δικαιολογία στο Νόμο ενώ το συγκεκριμένο αδίκημα δεν εμπεριέχει ως συστατικό στοιχείο την πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αρκεί το κατηγορούμενο πρόσωπο να διενήργησε συνειδητά την παράνομη πράξη που επέφερε την βλάβη. Η ενέργεια του κατηγορούμενου να χτυπήσει τον κατηγορούμενο με το μαχαίρι και τέλος να του το καρφώσει στον αριστερό γλουτό του ασφαλώς και ήταν παράνομη ενέργεια η οποία είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης όπως πιο πάνω διατυπώθηκε. Η τρίτη κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 234(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί πως: «Οποίος - (α) τραυματίζει παράνομα άλλον ...................................... Είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς τις πράξεις του κατηγορούμενου, το αποτέλεσμα αυτών, δηλαδή οι σωματικές βλάβες του παραπονούμενου, αλλά και το παράνομο των πράξεων του, στοιχειοθετούν και το αδίκημα του τραυματισμού που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συνεπώς για τους λόγους που έχω πιο πάνω εκθέσει βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου, στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία , πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο