Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Μενέλαου Πολυδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 2633/07, 4 Σεπτεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B46 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2633/07 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Μενέλαου Πολυδώρου Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 4 Σεπτεμβρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για τη Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για το Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος: παρών ........ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών (1η κατηγορία) και της αποφυγής παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής ( 2η Κατηγορία). Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της 1ης κατηγορίας, όχι όμως και στη 2η με αποτέλεσμα η υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση σε σχέση με αυτή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 10/3/2007 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAC 187 στη Λεωφόρο Tάφοι των Βασιλέων στην Πάφο και απέφυγε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής όταν του ζητήθηκε για τελικό έλεγχο της ποσότητας αλκοόλης που είχε στο αίμα του. Μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσε μόνο ο αστ. 430 Γρηγόρης Γρηγορίου (Μ.Κ.1). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και παρά το ότι ο ίδιος ο κατηγορουμένος ο οποίος δεν εκπροσωπείται απο δικηγόρο δεν εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). H κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στα στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλέπε Azinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας. Για το λόγο αυτό θα αναφερθώ περιληπτικά και μόνο στη δοθείσα μαρτυρία έτσι ώστε να είναι κατανοητή η κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα. Ο Μ.Κ. 1 και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 32
(1)/04 κατάθεσε και υιοθέτησε σαν μέρος της κύριας εξέτασης του τη γραπτή του κατάθεση και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ίδιο το κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος, αντεξετάζοντας σε περιορισμένο θα πρέπει να λεχθεί βαθμό το Μ.Κ.1 αμφισβήτησε την ορθή λειτουργία του μηχανήματος. Καταθέτοντας ο Μ.Κ.1 ανάφερε μεταξύ άλλων ότι στις 9/3/07 και ενώ βρισκόταν εν ώρα καθήκοντος διενεργώντας ελέγχους άλκοτεστ, ανέκοψε στην οδό Τάφοι των Βασιλέων, το όχημα με αριθμούς εγγραφής DAC 187 το οποίο οδηγείτο απο το κατηγορούμενο. Κατά τη διάρκεια συνομιλίας που είχε μαζί του διαπίστωσε ότι αυτός μύριζε οινόπνευμα και του ζήτησε να δώσει προκαταρκτικό δείγμα εκπνοής. Η προκαταρκτική εξέταση που έγινε, έδωσε ένδειξη 41% mg αντί 22 mg%. Αφού πληροφόρησε το κατηγορούμενο για το αποτέλεσμα και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, του ζήτησε να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση. Πράγματι και απο πάροδο δέκα πέντε λεπτών, υπέβαλε το κατηγορούμενο σε τελική εξέταση στη κινητή συσκευή τελικής εξέτασης με αριθμό 80-000366 με πρώτη και δεύτερη ένδειξη "insufficient". Το μηχάνημα με το οποίο υπέβαλε το κατηγορούμενο στη τελική εξέταση είναι ηλεκτρονικός υπολογιστής ο οποίος συντηρείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και για τον οποίο έχει εκδοθεί πιστοποίηση. Το έντυπο αποτέλεσμα της εξέτασης στην οποία υποβλήθηκε ο κατηγορούμενος καθώς και φωτοαντίγραφο πιστοποίησης του τμήματος ηλεκτρομηχανολογικών υπηρεσιών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων σύμφωνα με την οποία η συσκευή με αριθμό 80-00366 συνάδει με ένα απο τα πρότυπα που αναφέρονται στο υπουργικό διάταγμα με αριθμό Κ.Δ.Π.116/2000 κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Σε σχέση με τη χρήση συσκευών προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης, σχετικά είναι τα όσα προνοούνται στο άρθρο 5(Α) του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, 174/1986 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Ο Υπουργός με διάταγμα του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας καθορίζει τα πρότυπα, τα οποία πρέπει να πληρούν οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης.
(2).............................................................................
(3)Η πιστοποίηση, ότι οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης πληρούν τα πρότυπα, τα οποία έχουν καθοριστεί από τον Υπουργό, γίνεται από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης.
(4)Η χρήση κάθε συσκευής προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης γίνεται μόνο αν έχει εκδοθεί γι' αυτήν πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης.» Όπως προκύπτει από το νόμο, μία συσκευή για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί, θα πρέπει να έχει εκδοθεί πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης ότι πληρεί τα πρότυπα που έχουν καθορισθεί. Ότι η συσκευή πού χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα περίπτωση πληρεί τα πρότυπα, γεγονός πού αποδεικνύεται με την προσκόμιση της πιστοποίησης που πιό πάνω περιγράφεται, είναι στοιχείο απαραίτητο για να μπορεί το Δικαστήριο να βασισθεί στο έντυπο αποτέλεσμα που παράχθηκε από τη συσκευή και αποτελεί προϋπόθεση γιά να μπορεί ο κατηγορούμενος να καταδικασθεί.( βλ. Scott v. Baker,
(1968)2 AII E R 993 ). Στην παρούσα περίπτωση ο Μ.Κ.1 δεν ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει δείγματα εκπνοής. Ότι αναφέρθηκε ήταν ότι σε δύο περιπτώσεις η συσκευή κατέγραψε την ένδειξη "insufficient". Η κατηγορούσα αρχή και σε σχέση με τη συσκευή που χρησιμοποιήθηκε για τη τελική εξέταση παρουσίασε το φωτοαντίγραφο πιστοποίησης που προαναφέρθηκε ( Τεκμήριο 3 ). Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί αν το φωτοαντίγραφο που κατατέθηκε αποτελεί αποδεκτή σύμφωνα με το νόμο μαρτυρία. Σύμφωνα με το άρθρο 34
(1)(β) του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο και είναι αποδεκτή μαρτυρία, είναι δυνατό να αποδειχθεί ως πρός το περιεχόμενο της με την προσαγωγή αντιγράφου του πρωτοτύπου εγγράφου, νοουμένου όμως ότι δίδεται επαρκής δικαιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτοτύπου. Η διατύπωση του άρθρου και η χρήση της λέξης «νοουμένου» καθιστά απαραίτητη την προβολή επαρκούς αιτιολογίας για τη μη προσκόμιση του πρωτοτύπου. Στην παρούσα περίπτωση κατατέθηκε χωρίς ένσταση, μια φωτοτυπία πιστοποίησης χωρίς όμως να γίνει καμία απολύτως αναφορά στο λόγο για τη μη προσαγωγή του πρωτοτύπου. Η παράλειψη αυτή της κατηγορούσας αρχής να δικαιολογήσει τη μη προσαγωγή του πρωτοτύπου καθιστά τη μαρτυρία αυτή μη αποδεκτή και ανίσχυρη για απόδειξη του περιεχομένου του εγγράφου. Επιπρόσθετα θα πρέπει να λεχθεί ότι τα όσα περιέχονται στο έγγραφο αυτό δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία για ακόμα ένα λόγο. Tα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο 3 αποτελούν εξ΄ακοής μαρτυρία η οποία μετά τη τελευταία τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04 αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Το Δικαστήριο όμως και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 24 είναι δυνατό σε ποινική διαδικασία όπως και η παρούσα, να μη τη κάμει αποδεκτή εάν κρίνει ότι τούτο θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Όπως είναι νομολογημένο τα δικαιώματα που έχει κάθε διάδικος καθορίζονται ευθέως από το Σύνταγμα και αποτελούν αυθεντικό οδηγό για το πλαίσιο διεξαγωγής της δίκης. Με το άρθρο 30 του Συντάγματος διασφαλίζεται το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη η οποία περιλαμβάνει το δικαίωμα του να «προσάγη ή να προκαλή την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να προσάγει μάρτυρα συμφώνως τω νόμω»
(30)
(3)(γ). Το άρθρο 12
(5)(δ) του Συντάγματος κατοχυρώνει τα ελάχιστα δικαιώματα κάθε κατηγορούμενου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το δικαίωμα του «να εξετάζει ή να προκαλεί την εξέτασιν μαρτύρων κατηγορίας.......» Στην υπόθεση Ευθύβουλος Λιασίδης v. Αστυνομίας,
(2002)3 ΑΑΔ 434, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η συνάρτηση του δικαιώματος της δικαίας δίκης με το δικαίωμα του κάθε διαδίκου να αντεξετάζει τους μάρτυρες που καταθέτουν εναντίον τους είναι συνυφασμένη με την πεπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης. Χωρίς το όπλο αυτό, ο διάδικος στερείται των εχεγγύων της φυσικής δικαιοσύνης γιά την υπεράσπιση του. Το δικαίωμα αυτό εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας δίκης και κατοχυρώνεται ευθέως σε κάθε δικαστική διαδικασία από τις πρόνοιες του άρθρου 30
(3)(γ) του Συντάγματος». Στη συγκεκριμένη περίπτωση η απόδειξη της πιστοποίησης ότι μία συσκευή που έχει χρησιμοποιηθεί για προκαταρκτικό ή τελικό έλεγχο πληρεί τα πρότυπα που έχουν τεθεί για τη λειτουργία της, αποτελεί προϋπόθεση για καταδίκη του κατηγορούμενου. Πρός απόδειξη της πιστοποίησης αυτής προσκομίσθηκε αποκλειστικά και μόνο εξ' ακοής μαρτυρία. Η αποδοχή της μαρτυρίας αυτής χωρίς να κληθεί ως μάρτυρας το πρόσωπο που υπογράφει την πιστοποίηση, θα στερούσε απο το κατηγορούμενο το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του να αντεξετάσει επί του περιεχομένου του εγγράφου αυτού και συνεπώς θα καταστρατηγούσε το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο 3 δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Κατά συνέπεια η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να προσαγάγει αποδεκτή μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται ότι για τη συσκευή που χρησιμοποιήθηκε είχε εκδοθεί πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή όπως απαιτεί ο νόμος, είναι καταλυτικής σημασίας για την υπόθεση. Για να μπορέσει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει τη 2η κατηγορία, θα έπρεπε οπωσδήποτε να αποδειχθεί ότι η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε διασφαλίζει τα πρότυπα που έχουν τεθεί και την πλήρωση των οποίων βεβαιώνει η πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή. Λόγω της παράλειψης αυτής της κατηγορούσας αρχής και χωρίς την ύπαρξη αποδεκτής μαρτυρίας που να αποδεικνύει τα πιο πάνω και ότι κατά συνέπεια μπορούσε πράγματι να χρησιμοποιηθεί, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο με ασφάλεια να καταλήξει σε εύρημα ότι το αποτέλεσμα που παράχθηκε από τη συσκευή και η ένδειξη που καταγράφηκε είναι ορθή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με βάση όλα τα πιό πάνω και απο τη στιγμή που η προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία σε σχέση με την πιστοποίηση κρίθηκε μη αποδεκτή, η κλήση του κατηγορούμενου να προβάλει την υπεράσπιση του στη 2η κατηγορία δεν θα εξυπηρετούσε καμία αρχή δικαίου και απλώς θα επιβεβαίωνε το κενό. Συνακόλουθα η 2η κατηγορία απορρίπτεται. Σε αυτή κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Ν.Κ./Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο