← Κύπρος

Κωστάκη Κωνσταντίνου ν. Βικτώριας Νόρθοπ Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 9508/06, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Κωστάκη Κωνσταντίνου ν. Βικτώριας Νόρθοπ Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 9508/06, 30 Σεπτεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9508/06 Μεταξύ: Κωστάκη Κωνσταντίνου Κατηγορούσας Αρχής και Βικτώριας Νόρθοπ Κωνσταντίνου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2008 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ.Φωτίου Για Κατηγορούμενη : κ. Γ. Παπαγεωργίου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τη κατηγορία της παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη κατά τις 6/7/2006 στην Πάφο και κατά παράβαση του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ. 27/6/2006, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης γονικής μέριμνας με αριθμό 19/2004 του Ε. Δ. Πάφου, το οποίο της επιδόθηκε νόμιμα και του οποίου έλαβε πλήρη γνώση του περιεχομένου του, δεν επέτρεψε στον παραπονούμενο Κωστάκη Κωνσταντίνου να έχει επικοινωνία με την ανήλικη θυγατέρα του κατά παράβαση των προνοιών του πιό πάνω αναφερόμενου δικαστικού διατάγματος. Μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής έδωσαν ο Κωστάκης Κωνσταντίνου (ΜΚ1), ο Ματθαίος Αταλιώτης (ΜΚ2), ο Θεοδόσης Καραμανής (ΜΚ3), ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου (ΜΚ4) και η Χαρούλα Γαβριήλ (ΜΚ5). Σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε στα πλαίσια της αίτησης γονικής μέριμνας με αριθμό 19/04 διάταγμα, με το οποίο ρύθμιζε μεταξύ άλλων την επικοινωνία του Κωστάκη Κωνσταντίνου με την ανήλικη θυγατέρα του Έμιλυ απο την 1/7/06. Σύμφωνα με το διάταγμα και στις μέρες και ώρες που προέβλεπε, η επικοινωνία πατέρα και θυγατέρας θα γινόταν στο τμήμα κοινωνικής ευημερίας στην Πάφο, στην παρουσία λειτουργού. Με αυτό η κατηγορούμενη διαταζόταν όπως μεταφέρει την ανήλικη στο τμήμα κοινωνικής ευημερίας κατά την έναρξη του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα και να την παραλαμβάνει στη λήξη. Στις 6/7/2006 η κατηγορούμενη προσήλθε στο γραφείο ευημερίας στην Πάφο μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της Έμιλυ. Εκεί συνάντησε τη Μ.Κ.5 Χαρούλα Μιχαήλ, κοινωνική λειτουργό η οποία ήταν εξουσιοδοτημένη να επιβλέπει την ανήλικη. Το κοριτσάκι ήταν συνέχεια προσκολλημένο στη μητέρα της, την οποία κρατούσε απο το χέρι και κρυβόταν πίσω της. Σε κάποια στιγμή η κοινωνική λειτουργός κατάφερε να πείσει την ανήλικη να την ακολουθήσει στο χώρο που βρισκόταν το ψυγείο για να πάρει ένα γιαουρτάκι που της είχε φέρει ο πατέρας της. Κατά το χρόνο αυτό η κατηγορούμενη τις ακολουθούσε. Μόλις η Έμιλυ πήρε το γιαουρτάκι είπε στη κοινωνική λειτουργό ότι θέλει να φύγει και έτρεξε πρός τις σκάλες. Η κατηγορούμενη την ακολούθησε και μαζί έφυγαν απο το γραφείο. Ο πατέρας βρισκόταν κατά το πιό πάνω χρόνο σε άλλο χώρο εντός του γραφείου ευημερίας αναμένοντας να ειδοποιηθεί απο τη κοινωνική λειτουργό για να δεί το παιδί του. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης έτσι ώστε αυτή να κληθεί σε απολογία. Εισηγήθηκε ο κ. Παπαγεωργίου ότι η κατηγορούμενη δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία γιατί η κατηγορούσα αρχή δεν πέτυχε να αποδείξει συστατικά στοιχεία του αδικήματος το οποίο αποδίδεται στην πελάτιδα του. Δεν απέδειξε συγκεκριμένα ότι αυτή ηθελημένα παρήκουσε το διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο εν πάση περιπτώσει είναι αναγνωριστικής φύσης και όχι επιβλητό όπως και ότι δεν απέδειξε την επίδοση του διατάγματος προς τη κατηγορούμενη. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλέπε Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Η κατηγορούμενη κατηγορείται για παρακοή δικαστικού διατάγματος. Ο κατήγορος βασίζει τη κατηγορία στο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και στο άρθρο 42 Περί Δικαστηρίων Νόμου,14/60. Στην Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 ΑΑΔ 750, εξηγείται ότι το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, παρέχει δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας να τιμωρεί, κατ' ανάλογο τρόπο πρός το ποινικό δικαστήριο, τους καταφρονούντες τα διατάγματα του ενώ του παρέχει και την εξουσία να εξαναγκάζει υπακοή στα διατάγματα που εκδίδει, μέσα στα πλαίσια της άσκησης της πολιτικής του δικαιοδοσίας. Συνεπώς τούτο δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην παρούσα, που είναι ποινική υπόθεση. Αποτέλεσε εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης, ότι η πελάτιδα του δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία γιατί δεν έχει αποδειχθεί επίδοση του διατάγματος σε αυτή. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί εάν η επίδοση του διατάγματος είναι στοιχείο απαραίτητο για στοιχειοθέτηση του αδικήματος το οποίο καταλογίζεται στη κατηγορούμενη δυνάμει του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα και το οποίο προνοεί τα ακόλουθα׃ "Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή που εκδόθηκε απο Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που επενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο γι' αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή". Δεν μου διαφεύγουν τα όσα έχουν νομολογηθεί σε σχέση με την αναγκαιότητα επίδοσης διατάγματος Οικογενειακού Δικαστηρίου. Διαφωτιστικά σε σχέση με το ζήτημα, είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Διαμάντω Χριστοδούλου v Πανίκκου Χριστοδούλου, 2003
(1)Γ 1085, στην οποία επαναλήφθηκε παλαιότερη επί του θέματος νομολογία. Όμως η επίδοση οπισθογραφημένου διατάγματος του Δικαστηρίου αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για την παρακοή διατάγματος δικαστηρίου, σε αστικής φύσεως υποθέσεις και όχι σε ποινικές όπως και η παρούσα. Τούτο προκύπτει απο τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Αστυνομία ν. Γ. Κυριακίδη Νομ. Ερ. 259 ημερ. 8.11.88, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι στην περίπτωση εκείνη που ο κατηγορούμενος κατηγορείτο για ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, δεν ήταν απαραίτητη η επίδοση σε αυτόν του εκδοθέντος διατάγματος. Και αυτό καθ΄ότι δεν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια (general provision) για επίδοση διατάγματος σε ποινικές υποθέσεις ούτε και προβλέπεται οτιδήποτε σχετικό στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα. Τονίσθηκε επίσης ότι υπάρχει αντιδιαστολή στα όσα εφαρμόζονται σε περιπτώσεις παρακοής δικαστικών διαταγμάτων σε αστικές από τα όσα έχουν εφαρμογή σε ποινικές υποθέσεις. Στην παρούσα περίπτωση και με βάση όλα τα πιό πάνω, κρίνεται ότι η μη απόδειξη της επίδοσης του διατάγματος στη κατηγορούμενη, δεν επηρεάζει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αφού τέτοια επίδοση δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Συστατικό στοιχείο αποτελεί η ανυπακοή πρός το διάταγμα του Δικαστηρίου, η οποία προϋποθέτει μόνο γνώση του περιεχομένου του διατάγματος. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο κ. Παπαγεωργίου ότι το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, η παρακοή του οποίου καταλογίζεται στη κατηγορούμενη δεν είναι επιβλητό, αλλά μόνο αναγνωριστικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ένα διάταγμα για να είναι επιβλητό πρέπει να είναι είτε αναγκαστικό, είτε διατακτικό είτε απαγορευτικό. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Πετράκη v Πετράκη
(2001)1 ΑΑΔ 911 δεν είναι επιβλητό κάποιο διάταγμα που είναι αναγνωριστικό. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω το μέρος του διατάγματος που ενδιαφέρει. «Και το Δικαστήριο τούτο περαιτέρω διατάττει όπως η Αιτήτρια διατάσσεται να μεταφέρει την ανήλικη Έμιλυ στο Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας κατά την έναρξη του δικαιώματος επικοινωνίας του καθ' ου η αίτηση και να την παραλαμβάνει στη λήξη». Το μέρος αυτό του διατάγματος παρέχει σαφείς διαταγές στη κατηγορούμενη να μεταφέρει τη θυγατέρα της στο γραφείο ευημερίας για να έχει το παιδί επικοινωνία με τον πατέρα του και να την παραλαμβάνει στη λήξη της επικοινωνίας αυτής. Είναι συνεπώς το διάταγμα αυτό και διατακτικό και επιβλητό. Το ζήτημα όμως που θα πρέπει να εξετασθεί είναι αν παρουσιάσθηκε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί την παρακοή. Για να στοιχειοθετηθεί η παρακοή ή η καταφρόνηση του Δικαστηρίου πρέπει να αποδειχθεί τόσο η παραβίαση του διατάγματος όσο και η ηθελημένη ανυπακοή εκ μέρους της κατηγορούμενης στην απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή, πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής εφ΄ εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος (Βλ. Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287). Στην υπόθεση Δήμος Έγκωμης ν. Μαριαννού Πέτρου
(1997)2 ΑΑΔ 70 ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες της παρακοής και της παράλειψης συμμόρφωσης με διάταγμα του Δικαστηρίου για κατεδάφιση κάποιου κτιρίου. Οι κατηγορίες είχαν θεμελιωθεί στην υπόθεση εκείνη στις διατάξεις του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε, ότι η παράλειψη του εφεσίβλητου να κατεδαφίσει το κτίριο οφειλόταν σε πραγματική αδυναμία και όχι σε ηθελημένη πράξη αθώωσε τον εφεσίβλητο και στις δύο κατηγορίες. Ακολουθώντας την Μιχαήλ Παπαχρυσοστόμου ν. Μιράντας Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309 διαπίστωσε ότι το ηθελημένο της παρακοής το οποίο εξυπακούει πρόθεση ανυπακοής, αποτελούσε συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και συμφώνησε ότι όπως η προσαχθείσα μαρτυρία είχε καταδείξει, όχι μόνο δεν ήταν πρόθεση του εφεσίβλητου να επιδείξει ανυπακοή προς το διάταγμα, αλλά αυτός επιστράτευσε, κάθε νομικά παραδεκτό μέσο που θα μπορούσε να καταστήσει τούτο δυνατό χωρίς, όμως, επιτυχία. Το Εφετείο αναφέροντας, ότι το στοιχείο του ηθελημένου τόσο της παρακοής όσο και της μη συμμόρφωσης προς εκείνο το οποίο επιβάλλει το διάταγμα, αποτελεί συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων, έκρινε, ότι στην απουσία του το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε, ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία είχε κατηγορηθεί. Τα ίδια υποστηρίχθηκαν ενωρίτερα στην υπόθεση Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 (E) AAΔ.750. Στην πιο πάνω υπόθεση είχε ειπωθεί, ότι το αδίκημα της παρακοής δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability), αλλά αδίκημα, που έχει αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση. Η αντικειμενική του υπόσταση (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθελημένη ανυπακοή ή άλλως σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρος Στυλιανού κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2389 υπεβλήθη από τους εφεσίβλητους εναντίον του εφεσείοντα αίτηση παρακοής σε προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια πολιτικής υπόθεσης με το οποίο απαγορευόταν στον εφεσείοντα να δημοσιεύει, μεταξύ άλλων, σχόλια και άρθρα υβριστικού για τους εφεσίβλητους περιεχομένου. Η αίτηση στηρίχθηκε στα άρθρα 42 έως 47 των Περί Δικαστηρίων Νόμων, τους σχετικούς θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο μετά που δέχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν υβριστικού περιεχομένου και παραβίαζαν τους όρους του προσωρινού διατάγματος. Το Εφετείο, αφού διασαφήνισε, ότι παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών στοιχείων ειδικά πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας, αθώωσε τον εφεσείοντα. Ο λόγος ήταν γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κατηύθυνε καθόλου την σκέψη του στο ερώτημα κατά πόσο, επιπρόσθετα με την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, αποδείχθηκε με βάση την ενώπιον του μαρτυρία και η υποκειμενική του υπόσταση. Δεν υπήρχε εύρημα, ότι η αντικειμενικά διαπιστωθείσα παρακοή του διατάγματος εκ μέρους του εφεσείοντα ήταν ηθελημένη ή άλλως συνοδευόταν από πρόθεση καταστρατήγησης του ώστε να στοιχειοθετείται πλήρως το αδίκημα το οποίο προσεγγίσθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως να ήταν αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης. Όφειλε συνεπώς η κατηγορούσα αρχή να προσκομίσει μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος της παρακοής. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν παρουσιάσθηκε τέτοια μαρτυρία. Ότι προέκυψε απο αυτήν ήταν ότι η κατηγορούμενη μετέφερε τη μικρή Έμιλυ στο τμήμα κοινωνικής ευημερίας για να έχει επικοινωνία με τον πατέρα της. Σε κάποια στιγμή, το παιδί είπε ότι θέλει να φύγει, έτρεξε πρός τις σκάλες και η κατηγορούμενη το ακολούθησε και έφυγε μαζί του. Δεν έχει τεθεί λοιπόν ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να στοιχειοθετεί το αδίκημα, λόγω απουσίας των συστατικών του στοιχείων. Η παράλειψη αυτή της κατηγορούσας αρχής είναι καταλυτικής σημασίας για την υπόθεση. Η κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία δεδομένης της μη ύπαρξης μαρτυρίας σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, απλώς θα επιβεβαίωνε το κενό και δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον της κατηγορούμενης εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Κατά συνέπεια η εναντίον της κατηγορία απορρίπτεται. Η κατηγορούμενη αθωώνεται. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.