← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κώστα Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 12059/06, 05.11.2008

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κώστα Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 12059/06, 05.11.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12059/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου V Κώστα Κωνσταντίνου Κατηγορούμενου _______________________ 05.11.2008 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ειρήνη Σάββα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Επαμεινώντας Κορακίδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται για επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατηγορείται, ότι την 16η Μαϊου 2005 στη Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου παράνομα επιτέθηκε κατά του Παντελή Κυριάκου από την Πάφο και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ Προκειμένου να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε, ως μάρτυρα κατηγορίας, μόνο τον παραπονούμενο Παντελή Κυριάκου (Μ.Κ.1). Πλην της πιο πάνω προφορικής μαρτυρίας κατατέθηκαν συνολικά και τα ακόλουθα τρία

(3)τεκμήρια, τα οποία έκτοτε βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μαρτυρικού υλικού της: 1) Η γραπτή κατάθεση του παραπονούμενου, ημερ. 19.05.2005, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Τεκ. 1) 2) Αντίγραφο της ανακριτικής κατάθεσης του παραπονούμενου, ημερ. 18.05.2005 (Τεκ. 2) 3) Αντίγραφο ιατρικής έκθεσης, ημερ. 19.05.2005 (Τεκ. 3) Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Παρενθετικά στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω, ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Κατηγορούμενου κατατέθηκε, ως Τεκ. 4, αντίγραφο της κατάθεσής του, ημερ. 18.05.2005, μετά δε το πέρας της μαρτυρίας του κατατέθηκε, χωρίς ένσταση, το Τεκ. 5 (βεβαίωση της Δρ. Μάρως Σβανά του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Νοσοκομείου Πάφου). Τα όσα ανέφεραν, τόσο ο μάρτυρας κατηγορίας, όσο και ο κατηγορούμενος, έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέπεια η αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, οι οποίες αποτελούν επίσης μέρος της δικογραφίας, προσπάθησαν με σχετική επιχειρηματολογία να πείσουν για την ορθότητα των εισηγήσεών τους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορία βασίζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα που προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Στην Ψύλλας V Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 353 επισημαίνονται στη σελ. 361 τα ακόλουθα: «Κλασσικό παράδειγμα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας προϋποθέτει την απόδειξη άλλου αδικήματος, είναι η κατηγορία επίθεσης, προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κάτω από το Άρθρο 243 του ΚΕΦ.
  1. Προϋποθέτει την απόδειξη κοινής επίθεσης, η οποία αποτελεί αυτοτελές αδίκημα βάσει του Άρθρου 242 του ΚΕΦ.
  2. Για την απόδειξη της κατηγορίας, βάσει του Άρθρου 243, απαιτείται:- (α) Η απόδειξη του αυτοτελούς αδικήματος της κοινής επίθεσης που ορίζει το Άρθρο
  3. και (β) Η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης ως αποτέλεσμα της επίθεσης». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ξεκινώντας την αξιολόγηση από τη μαρτυρία του παραπονούμενου (Μ.Κ.1) οφείλω να επισημάνω ότι είμαι απόλυτα βέβαιος ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Το σκεπτικό, με βάση το οποίο, καταλήγω στο προαναφερόμενο συμπέρασμα είναι το ακόλουθο: 1) Στην πρώτη χρονολογικά κατάθεσή του στην Αστυνομία στις 18.05.2005 (Τεκ. 2), η οποία ελήφθη στα πλαίσια διερεύνησης παραπόνου του Κατηγορούμενου, ότι ο παραπονούμενος του επιτέθηκε και του προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη, ο παραπονούμενος περιγράφει την εναντίον του επίθεση, ως ακολούθως (σελ. 4 Τεκ. 2): «Αφού ήρθε μόνος του κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και τον άκουσα να τηλεφωνά στην Αστυνομία. Ακολούθως ο Κώστας προσπάθησε να μπει στο σπίτι ενώ εγώ βρισκόμουν στην είσοδο του σπιτιού. Ο Κώστας με τα χέρια του με κτύπησε στο πρόσωπο». (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Για το ίδιο ζήτημα στην κατάθεση-παράπονο, που έδωσε την επόμενη ημέρα, 19.05.2005 (Τεκ. 1), αναφέρει τα ακόλουθα: «Σε λίγο είδα το αυτοκίνητο του κουνιάδου μου να μπαρκάρει απέναντι από το σπίτι μου. Ακολούθως τον είδα να τηλεφωνά στο κινητό του. Κατευθύνθηκε προς την οικία μου και αφού μπήκε στην αυλή μου ανέβηκε τα σκαλιά του σπιτιού μου χωρίς εγώ να του δώσω την άδειά μου και με τα χέρια του άρχισε να με κτυπά στο πρόσωπο και μου τράβηξε τη φανέλα και την έσκισε». (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Στην κυρίως εξέτασή του ο παραπονούμενος υιοθέτησε την εκδοχή του Τεκ. 1 για να προσθέσει ότι από την επίθεση του Κατηγορούμενου δέχθηκε κάποια χτυπήματα στο πρόσωπο και στο στήθος και κάποια γδαρσίματα. Στην αντεξέτασή του επέμεινε ότι από την επίθεση του Κατηγορούμενου είχε χτυπήματα στο στήθος και στο πρόσωπο και γδάρσιμο στη μύτη και στο πρόσωπο. Παρόλο που υποστήριξε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης (Τεκ. 3), επέμεινε ότι είχε γδαρσίματα και χτυπήματα, όχι μώλωπες, και κοκκινίσματα στο μέτωπο, που προκλήθηκαν από τις γροθιές του Κατηγορούμενου. Επέμεινε μάλιστα ότι ο Κατηγορούμενος του είχε ξεσκίσει τη φανέλα του, την οποία μάλιστα, όπως ισχυρίσθηκε είχε δώσει στην αστυνομία ως τεκμήριο. Πέραν των εμφανέστατα διαφορετικών εκδοχών του παραπονούμενου για το είδος της επίθεσης του Κατηγορούμενου και τα αποτελέσματά της, η μαρτυρία του κλονίζεται συθέμελα, θα έλεγα, από το περιεχόμενο του Τεκ. 3, όπου αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: «Αναφέρθει ξυλοδαρμός προς 3ημέρου. Αναφέρει κάκωση προσώπου στην περιοχή της ρινός και ζυγωματικού. Μακροσκοπικά εμφανίζει μια εκδορά στη μύτη. Αιτιάται και για αυχεναλγία. Εγινε ακτινολογικός έλεγχος και απήλθεν. Δεν διεπιστώθη τι το ίδιον εκ του ακτινολογικού ελέγχου». Με απλά λόγια εκείνο που προκύπτει από τη συγκεκριμένη ιατρική έκθεση είναι ότι, παρόλο που ο παραπονούμενος ανέφερε ότι είχε υποστεί κάκωση στη μύτη και στο ζυγωματικό, το μόνο που διαπιστώθηκε, ως αντικειμενικό εύρημα, ήταν μια εκδορά στη μύτη, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν φαίνεται να προκύπτει, από τη συγκεκριμένη επιστημονική μαρτυρία, ότι συνδέεται με την υποτιθέμενη επίθεση του Κατηγορούμενου. Ούτε άλλα γδαρσίματα στη μύτη και στο πρόσωπο διαπιστώθηκαν, ούτε οποιεσδήποτε κακώσεις στο πρόσωπο και στο στήθος, ούτε οποιοδήποτε κοκκίνισμα (ερυθρότητα) στο μέτωπο. Πέραν των ανωτέρω παρατηρήσεων η επίμαχη φανέλα του παραπονούμενου δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο, για να διαπιστωθεί εάν ήταν πράγματι σχισμένη ή όχι, ούτε καν προκύπτει από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, έστω και έμμεσα, ότι υπάρχει αυτό το υποτιθέμενο τεκμήριο στην κατοχή της Αστυνομίας. 2) Ο παραπονούμενος στην αντεξέτασή του υποστήριξε ότι δεν χτύπησε τον Κατηγορούμενο, ότι δεν τον χτύπησε κανένας άλλος και ότι δεν γνωρίζει και δεν του ανέφερε κανείς οτιδήποτε για τραυματισμό του Κατηγορούμενου στο επίμαχο επεισόδιο. Πέραν του ότι, όπως έχει προκύψει από την ακρόαση της υπόθεσης, ο παραπονούμενος είναι κατηγορούμενος σε άλλη ποινική υπόθεση του Ε.Δ. Πάφου για επίθεση και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης σε βάρος του Κατηγορούμενου, άρα δεν δικαιολογείται να ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει και δεν του ανέφερε κανείς οτιδήποτε για αυτό το ζήτημα, το περιεχόμενο του Τεκ. 5 καταδεικνύει απερίφραστα ότι στις 17.05.2005 και ώρα 6:30 π.μ., δηλ. λίγες ώρες μετά το επίδικο επεισόδιο, ο Κατηγορούμενος προσήλθε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Νοσοκομείου Πάφου, όπου διαγνώσθηκε από τη Δρ. Μάρω Σβανά ότι είχε υποστεί κάταγμα 9ης πλευράς δεξιά. Είναι δυνατό στη βάσανο της κοινής λογικής να πιστέψει κανείς ότι ο παραπονούμενος, ο οποίος κατηγορείται για αυτή την υπόθεση, δεν πληροφορήθηκε, με οποιοδήποτε τρόπο τα ανωτέρω, από το 2005 μέχρι σήμερα; 3) Στην πρώτη του χρονολογικά κατάθεση (Τεκ. 2) (σελ. 4) ο παραπονούμενος αναφέρει ότι μετά την επίθεση του Κατηγορούμενου, έβγαλαν έξω από το σπίτι τον Κατηγορούμενο ο αδελφός του Μηνάς με το γαμπρό του Ανδρέα και προσπάθησαν να τον καθησυχάσουν. Ισχυρίζεται ότι τον άκουσε να τηλεφωνά στην Αστυνομία, λέγοντας ότι έγινε συμπλοκή. Στη συνέχεια αναφέρει ότι ήρθαν δυο αστυνομικοί με πολιτικά, τους οποίους ρώτησε τι συμβαίνει και οι οποίοι του ανέφεραν ότι ο Κατηγορούμενος κτυπήθηκε από τον ίδιο. Θα ανέμενε κανείς στο σημείο αυτό ο παραπονούμενος, όντας το θύμα και όχι ο θύτης της επίθεσης, να αρνηθεί ότι τον κτύπησε και να αντιτείνει την εκδοχή της επίθεσης του Κατηγορούμενου. Ομως ο παραπονούμενος δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο στην κατάθεσή του. Τι υποστηρίζει; Επί της ουσίας τίποτα αφήνοντας κενό το συγκεκριμένο ζήτημα από άποψη λογικής συνέχειας. Αρκείται απλά να αναφέρει ότι όταν έφυγαν, άγνωστο για πιο λόγο, οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί, τηλεφώνησε στην Αστυνομία για να καταγγείλει ότι ο Κατηγορούμενος του επιτέθηκε και τον χτύπησε. Πέραν τούτου, όλως περιέργως στην κατάθεση-παράπονό του την αμέσως επόμενη μέρα (Τεκ. 1) ο παραπονούμενος δεν αναφέρεται καθόλου στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ο ισχυρισμός του πλέον είναι ότι αμέσως μετά που τον χτύπησε ο Κατηγορούμενος και τον απείλησε μάλιστα με τη φράση «Εν να σε κανονίσω εγιώ εσένα», ο ίδιος πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία και κατήγγειλε το συμβάν. 4) Ενδεικτική της σύγχυσης, που προκαλείται στη μαρτυρία του παραπονούμενου και κατ' επέκταση στην αξιοπιστία του από τις αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές του για το τι πραγματικά συνέβη στο επίμαχο επεισόδιο είναι και το ότι ενώ στις 18.05.2005, μεταξύ των ωρών 21:04 και 23:20, που δίνει την πρώτη κατάθεση (Τεκ. 2), ως ύποπτος για επίθεση και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον Κατηγορούμενο, ισχυρίζεται ότι μετά το επεισόδιο, τόσο ο ίδιος, όσο και ο Κατηγορούμενος ανέφεραν στο αστυνομικό Μακρή, ότι δεν είχαν κανένα παράπονο ο ένας εναντίον του άλλου, την αμέσως επόμενη ημέρα, δηλ. στις 19.05.2005, μεταξύ των ωρών 15:20 και 17:00 ο ίδιος δίνει στον ίδιο αστυνομικό την κατάθεση-παράπονο, Τεκ. 1, χωρίς να αναφέρει καν, ούτε να ερωτηθεί, για τους λόγους αλλαγής της στάσης του στο συγκεκριμένο ζήτημα. Η πεποίθησή μου, η οποία εδράζεται στην ενώπιόν μου μαρτυρία, είναι ότι ο παραπονούμενος έδωσε την κατάθεση-παράπονο (Τεκ. 1), όχι επί της ουσίας διότι είχε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου, αλλά σε μια προσπάθεια αντίκρουσης του προηγηθέντος παραπόνου του Κατηγορούμενου. Η πίστη μου αυτή προκύπτει από την απάντηση του παραπονούμενου, σε σχετική με το συγκεκριμένο ζήτημα ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, όταν υποστήριξε ότι η κατάθεση-παράπονο δόθηκε αμέσως μετά που αφέθηκε ελεύθερος για την υπόθεση της επίθεσης και πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στον Κατηγορούμενο. Εχοντας κατά νου όλες τις πιο πάνω παρατηρήσεις, στο μυαλό μου δημιουργούνται σοβαρότατα ερωτηματικά και αμφιβολίες σε σχέση με την αξιοπιστία του παραπονούμενου και κρίνω ότι είναι τουλάχιστον ακροσφαλές και επικίνδυνο να στηριχθώ στη μαρτυρία του για να καταδικάσω τον Κατηγορούμενο. Οπως επισημαίνεται άλλωστε και στην Μάνος Τεβλετιάν και Νίκος Παναγιώτου V Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 512, το τελικό κριτήριο, πέραν όλων των άλλων, για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα είναι η προσήλωσή του στην αλήθεια. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βάση όλα τα προαναφερθέντα, δημιουργούνται σοβαρότατες αμφιβολίες, τόσο για την προσήλωση του συγκεκριμένου μάρτυρα στην αλήθεια, όσο και για την πειστικότητα της εκδοχής του. Οσον αφορά την ένορκη μαρτυρία του Κατηγορούμενου έχω να παρατηρήσω ότι επί της ουσίας επανέλαβε την εκδοχή, όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα, που για πρώτη φορά ανέφερε στην κατάθεσή του (Τεκ. 4), η οποία λήφθηκε στις 18.05.2005 μεταξύ των ωρών 09:45 και 11:25 και στην οποία κατήγγειλε τον παραπονούμενο, ως το πρόσωπο που του επιτέθηκε και του προκάλεσε το κάταγμα 9ης πλευράς δεξιά (βλέπε περιεχόμενο Τεκ. 4, ιδιαίτερα τις σελ. 4 και 5, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του Τεκ. 5). Δεν έχω καμιά αμφιβολία να δεχθώ την εκδοχή του Κατηγορούμενου και να την αποδεχθώ ως αποδίδουσα τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, όχι μόνο διότι τα όσα είπε ενόρκως στο Δικαστήριο συνάδουν με το περιεχόμενο των ανωτέρω τεκμηρίων, αλλά και διότι η όλη συμπεριφορά του στη ζωντανή παρουσία του στο ακροατήριο με έχει πείσει ότι είπε την αλήθεια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με το πιο πάνω σκεπτικό κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία την υπόθεσή της. Συναφώς ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/ Criminal//Final (Αναφορά: επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης - άρθρο 243 Κεφ. 154- βάρος απόδειξης - αξιολόγηση μαρτυρίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.