← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αριστόδημου Αριστοδήμου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14239/08, 12.11.2008

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αριστόδημου Αριστοδήμου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14239/08, 12.11.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14239/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και

  1. Αριστόδημου Αριστοδήμου
  2. Κυριάκου Σιβιτανίδη
  3. Mohamad Terslaki Κατηγορουμένων 12.11.2008 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παύλος Κυριακίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου και κ. Χάρης Φωτίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Γεώργιος Γεωργίου με κ. Τάκη Σιμιλλίδη Για τον Κατηγορούμενο 3: Κατηγορούμενοι 1,2 και 3: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (EX TEMPORE) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τρεις

(3)κατηγορίες, της συνομωσίας προς διάπραξη των κακουργημάτων της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β», με σκοπό την προμήθεια ( 1η κατηγορία), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» (2η κατηγορία) και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β», με σκοπό την προμήθεια (3η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει, μαζί με τους Κατηγορούμενους 1 και 2, μόνο την κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» (2η κατηγορία). Οι Κατηγορούμενοι έχουν παραπεμφθεί με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο, το οποίο θα συνέλθει σε συνεδρία στην Πάφο στις 16.12.
  1. Μετά την εξέλιξη αυτή, ο ευπαίδευτος Δικηγόρος της Δημοκρατίας υπέβαλε αίτημα, όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση των Κατηγορουμένων μέχρι την έναρξη της δίκης τους στο Κακουργιοδικείο. Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Κατηγορουμένων 1 και
  2. Ο Κατηγορούμενος 3 δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν έχει ένσταση να κρατηθεί μέχρι την ημερομηνία της δίκης του. Τα όσα λεπτομερώς εισηγήθηκαν κατά τις αγορεύσεις τους, τόσο ο ευπαίδευτος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, όσο και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισης, έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν αναλυτικά στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια της απόφασης θα διαφανεί με ποιες από αυτές τις θέσεις συμφωνεί ή διαφωνεί το Δικαστήριο και με ποιο συγκεκριμένο σκεπτικό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι εξουσίες του Δικαστηρίου επί του θέματος που αφορά η παρούσα διαδικασία και του αιτήματος της αστυνομίας για να παραμείνουν υπό κράτηση οι Κατηγορούμενοι μέχρι την ημερομηνία της δίκης τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στο οποίο έχουν ήδη παραπεμφθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας αυτής, εδράζονται στα άρθρα 48 και 157.1 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.
  3. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ. Λοϊζου & Πική και συγκεκριμένα στη σελ 35 αναφέρεται ότι: «The starting point is that every person charged with a criminal offence is entitled to bail unless there are cogent reasons to the contrary» (σε ελεύθερη μετάφραση): «Θα πρέπει κάποιος να ξεκινά από το σημείο ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται σε απόλυση με εγγύηση εκτός αν υπάρχουν ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για το αντίθετο». Ηδη από την υπόθεση Rex V Solomonides
(1935)C.L.R. XIV 127 έχει υποδειχθεί ως θέμα αρχής ότι ο υπόδικος πρέπει να απολύεται με εγγύηση σε κάθε περίπτωση που υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Οπως σημειώνεται στην υπόθεση Ιωάννου V Δημοκρατίας Ποιν. Εφεση 7154, ημερ. 08.08.2001, η προδιάθεση για απόλυση του υποδίκου εκκρεμούσης της δίκης αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνει το Σύνταγμα (άρθρο 12.4). Επίσης η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η απόλυση του υποδίκου αποτελεί, όπως διαπιστώνεται στην Arkadia Amirov V Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 7164, ημερ. 17.08.2001, την προέχουσα επιλογή. Το δικαίωμα επίσης που απολαμβάνει στην ελευθερία του το άτομο τυγχάνει συνταγματικής κατοχύρωσης (άρθρο 11 του Συντάγματος), αλλά βρίσκει επίσης έρεισμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (άρθρο 5), που η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει το 1962 με τον κυρωτικό Νόμο 39/62. Από την άλλη η νομολογία μας είναι σε απόλυτη αρμονία με αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλέπε Κωνσταντινίδης V Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109). Η ερμηνεία που δίνεται από τη δική μας νομολογία σε δικές μας συνταγματικές διατάξεις είναι ταυτόσημη με αυτή που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δίδει σε αντίστοιχα άρθρα της πιο πάνω σύμβασης (βλέπε Δ. Οικονομίδης V Αστυνομίας Ποιν. Εφεση 7514, ημερ. 05.11.2003). Η απόλυση ή όχι των Κατηγορουμένων με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (προς τούτο χρησιμοποιείται στο νόμο η λέξη «δύναται» (βλέπε Τσιάκκας κ.α. V Δημοκρατίας Ποιν. Εφεση 7264,7265 και 7266, ημερ. 26.04.2002 και Δ. Οικονομίδης (ανωτέρω) ) Η ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Αναφέρω ενδεικτικά τις: Ροδοσθένους V Αστυνομίας
(1961)ΑΑΔ 50, Παπακλεοβούλου V Αστυνομίας
(1978)2 ΑΑΔ 446, Λουκαϊδη V Αστυνομίας
(1988)2 ΑΑΔ 119, Καραγιώργη V Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 92, Λαζαρίδης V Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 105, Κάννας V Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 444 και Γενικού Εισαγγελέα V Παφίτη
(1997)2 ΑΑΔ 404. Στην υπόθεση Ροδοσθένους (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι πρωταρχικός παράγοντας είναι το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είναι δυνατόν ή όχι να παραστεί στο Δικαστήριο και να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό κριτήριο. Θα πρέπει να εξετασθούν, μεταξύ άλλων, η σοβαρότητα του αδικήματος, η πιθανότητα να διαπραχθεί άλλο αδίκημα και η δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Ενας ή περισσότεροι από τους πιο πάνω παράγοντες μπορεί να είναι καθοριστικοί για την κράτηση των Κατηγορουμένων (βλέπε επίσης την Βασιλείου V Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7) και Τσιάκκας κ.α. V Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 7264,7265 και 7266, ημερ. 26.04.
  1. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης (ανωτέρω) απαριθμούνται οι αρχές που η πιο πάνω νομολογία έχει καθιερώσει ως ακολούθως:
  2. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης των Κατηγορουμένων στο Δικαστήριο
  3. Η διάπραξη άλλων αδικημάτων
  4. Ο επηρεασμός μαρτύρων Πρωταρχικό μέλημα είναι το κατά πόσον οι κατηγορούμενοι θα παρουσιασθούν ή όχι στο Δικαστήριο στον καθορισμένο τόπο και χρόνο. Το ενδεχόμενο ύπαρξης των πιο πάνω κινδύνων εξετάζεται με βάση του πιο κάτω παράγοντες:
  5. Τη σοβαρότητα του αδικήματος
  6. Την πιθανότητα καταδίκης στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων
  7. Την ποινή η οποία δυνατό να επιβληθεί
  8. Την προσπάθεια ή την εκδήλωση επηρεασμού μαρτύρων
  9. Την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση όπως και την εκδήλωση προθέσεων για το μέλλον
  10. Την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για παρόμοια αδικήματα με τη φύση τους και
  11. Την πιθανολόγηση περί διάπραξης στο μεταξύ και άλλων αδικημάτων. Οι πιο πάνω παράγοντες πρέπει να συνεκτιμούνται ανάμεσα στα άλλα και με τον παράγοντα της παρακώλυσης στην ετοιμασία της Υπεράσπισης λόγω της κράτησης (Savva & Another (No.2) V Police
(1997)2 C.L.R. 292), αλλά και με το χρόνο κράτησης (Χατζηδημητρίου V Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45). Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. V Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση 7237 κ.α., ημερ. 19.03.2002, αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος.» Στην Χ"Δημητρίου (ανωτέρω) ανασκοπήθηκε η νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς πως η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Σύγκριση της Κυπριακής Νομολογίας με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποκαλύπτει ότι οι δυο νομολογίες είναι απόλυτα ταυτισμένες. Στην απόφαση Κωνσταντινίδη (πιο πάνω) παρατίθενται σχετικά αποσπάσματα από το σύγγραμμα «Law of the European Convention on Human Rights» των D.J. Harris M.D. Bayle και C. Warbrick στη σελ. 139. Αλλοι σχετικοί παράγοντες είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα των Κατηγορουμένων, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται (βλέπε Neumeister V Austria A8 p.39
(1968)). Ολοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη Νομολογία μας. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (πιο πάνω), «δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Ολες οι πιο πάνω αρχές και παράγοντες επαναβεβαιώθηκαν στις Ονουφρίου V Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 7558, ημερ. 08.03.2004, WAHEL V Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 7777, ημερ. 30.09.2004 και Χριστοδούλου και άλλος V Αστυνομίας, Συνεκδικασθείσες Ποινικές Εφέσεις 7812 και 7813, ημερ. 25.10.2004. Στην Ονουφρίου επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι περί του αντιθέτου. Η νομολογία έχει συμπεριλάβει σε αυτούς τους λόγους και την πιθανότητα της μη προσέλευσης των Κατηγορουμένων κατά τη δίκη. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του». Στην Χριστοδούλου (ανωτέρω) τονίσθηκε ότι: «Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο δικαστήριο και την καταδίκη των ενόχων». Στην Αργύρης Παρασκευά V Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 138/08, ημερ. 15.09.2008, υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από την Ανδρέας Ηλία Κουννά V Δημοκρατίας κ.α., Ποιν. Εφέσεις 198/07 και 211/07, ημερ. 15.10.2007, στο οποίο συνοψίζονται οι νομικές αρχές, οι διέπουν το θέμα, όπως εξελικτικά διαμορφώθηκαν από τη νομολογία: «Ας μας επιτραπεί να συνοψίσουμε τη νομολογία, λέγοντας εξ΄αρχής πως σ΄αυτή τίθενται ορισμένα στοιχεία και κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη και προσμετρούν στη λήψη της απόφασης του Δικαστηρίου επί του επίδικου ζητήματος. Οι περιστάσεις όμως της κάθε υπόθεσης ποικίλλουν και επομένως υπάγονται στη νομολογιακή αρχή ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. Δύο κατά τη γνώμη μας είναι τα κεφάλαια στα οποία εμπεριέχονται τα υπό κρίση στοιχεία. Το πρώτο αναφέρεται σε αντικειμενικά δεδομένα, με την έννοια πως αυτά άπτονται της σοβαρότητας των κατηγοριών και την εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης, στη βάση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου. Το άλλο κεφάλαιο ανάγεται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως οι οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, η κατάσταση της υγείας του, η ηλικία του, το ποινικό του μητρώο, το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων αν αφεθεί ελεύθερος, ο ενδεχόμενος επηρεασμός μαρτύρων οι δεσμοί που έχει με τη χώρα διαμονής του και η ύπαρξη ή μη στοιχείων που να δείχνουν πρόθεση εκ μέρους του να μη εμφανιστεί στη δίκη. ΄Ολα τα πιο πάνω κριτήρια των υπό αναφορά στοιχείων προσμετρούν ανάλογα με τη βαρύτητα τους, για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφαση του» (Η υπογράμμιση είναι δική μου). ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Με γνώμονα τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση των παραγόντων που θα ληφθούν υπόψη στην τελική μου απόφαση. Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΗ ΠΡΟΣΕΛΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ Ο κίνδυνος αυτός εξετάζεται με βάση τους πιο κάτω παράγοντες: (Α) ΤΗ ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι συναρτάται άμεσα με τo ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών σε περίπτωση καταδίκης τους. Συγκεκριμένα και σε σχέση με τα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση προβλέπονται οι ακόλουθες ποινές: i) Για την 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης επτά χρόνων (αφορά τους Κατηγορούμενους 1 και 2) ii) Για την 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης οχτώ χρόνων ή πρόστιμο ή και οι δυο ποινές (αφορά όλους τους Κατηγορούμενους) iii) Για την 3η Κατηγορία ποινή φυλάκισης δια βίου ή πρόστιμο ή και οι δυο ποινές (αφορά τους Κατηγορούμενους 1 και 2). Είναι ολοφάνερο πιστεύω, ότι η απλή παράθεση των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών καταδεικνύει, ότι τα αδικήματα, για τα οποία κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι είναι πάρα πολύ σοβαρά, ιδιαίτερα καθώς σε κάποια από αυτά προνοείται ποινή φυλάκισης δια βίου. Πέραν τούτου σε σωρεία πρόσφατων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σχετικών με κατοχή και εμπορία ναρκωτικών, έχει τονισθεί η σοβαρότητα αυτών των αδικημάτων, έχει επιβεβαιωθεί η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών και έχουν επικυρωθεί πολυετείς ποινές φυλακίσεως (βλ. Soleimani V Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 476, Νίκος Μαυρικίου V Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 89/06, ημερ. 04.07.2007, Παναγιώτης Ιωάννου V Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση 183/06, ημερ. 27.11.2007, Farhad Hassan Pour Tomatari V Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση 32/2007, ημερ. 29.02.2008 και Mehdi Kozardi V Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση 235/07, ημερ. 22.09.2008). Στην Θεοδωρίδη κ.α. V Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 7079, ημερ. 19.03.2001, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Ψύλλας V Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση 7211, ημερ. 21.12.2001, αναφέρθηκε ότι: «Ο κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ένας Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται μόνο από τα στοιχεία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά θεωρείται πως ελλοχεύει ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει». Στην Οικονομίδης V Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 7514, ημερ. 05.11.2003, επισημαίνεται ότι: «Η σοβαρότητα του αδικήματος ήταν αυταπόδεικτη από τη στιγμή που για ένα από τα αδικήματα για τα οποία ο εφεσείων κατηγορείται προβλέπεται φυλάκιση δια βίου». Στην Κάννα κ.α. V Δημοκρατίας Ποιν. Εφεση 6618, ημερ. 21.12.98 που αφορούσε μεταφορά πυροβόλων όπλων επισημάνθηκε ότι: «Οι περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα διαδραματίζουν ρόλο για να κριθεί το στοιχείο της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη.» Ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο που επιτείνει, σε μεγάλο βαθμό, τη σοβαρότητα των αδικημάτων είναι η πολύ μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών για την κατοχή της οποίας κατηγορούνται όλοι οι κατηγορούμενοι και για την εμπορία της οποίας κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι 1 και 2 . Μιλάμε για δυο κιλά και 888,4 γραμμάρια φυτικής ύλης από φυτό καννάβεως από το οποίο δεν έχει εξαχθεί η ρυτίνη. (Β) ΤΗΝ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ Ο δεύτερος παράγοντας που θα εξετασθεί στη συνέχεια είναι η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης των κατηγορουμένων χωρίς οπωσδήποτε να προβαίνω με οποιοδήποτε τρόπο με την εξέταση μου αυτή σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τα υπό κατηγορία αδικήματα, έργο που σε καμιά περίπτωση δεν ανήκει στο παρόν δικαστήριο. Στην αξιολόγησή μου αυτή καθοδηγούμαι από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Χριστοδούλου V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 1 και Κωνσταντινίδης (πιο πάνω). Στην Χριστοδούλου, η οποία αφορούσε παραπομπή σε Κακουργιοδικείο, ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορία μεταφοράς πιστολιού, χωρίς άδεια, κατά παράβαση του Ν. 38/74 και κατοχή πιστολιού, χωρίς άδεια, κατά παράβαση, των σχετικών προνοιών του ίδιου Νόμου. Το Επαρχιακό Δικαστήριο διέταξε την κράτηση του Κατηγορουμένου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση, αναφέροντας στη σελ. 4 της απόφασής του τα ακόλουθα: «Αναφορικά με το επίδικο θέμα που έθιξε ο δικηγόρος, ότι δηλαδή ο πρωτόδικος δικαστής δεν αναφέρθηκε με κάποια λεπτομέρεια στα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εμφαίνονται στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του στο βαθμό που μπορούσε να προβλεφθεί από αυτές, παρατηρούμε το εξής. Ο δικαστής κάμνει ειδική μνεία στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του και τα γεγονότα της υπόθεσης, χωρίς βέβαια να τα αναλύει. Και αυτό ασφαλώς ήταν ορθό γιατί δεν ήταν έργο του να συζητήσει τη μαρτυρία και να καταλήξει σε ευρήματα». Στην απόφαση Κωνσταντινίδης (πιο πάνω) στις σελίδες 7 έως 8 και υπό τον τίτλο «Τεκμήριο της αθωότητας» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυσή του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο». Με βάση τη μαρτυρία, που, όπως έχω προαναφέρει, έχω μελετήσει, όπως αυτή εμφαίνεται στις καταθέσεις (Τεκ. Β) και προσεγγίζοντάς τη, με βάση τις αρχές που έχω αναφέρει πιο πάνω, κρίνω, ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα και οι τρεις κατηγορούμενοι να καταδικαστούν για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται. Προς αιτιολόγηση και επίρρωση αυτής μου της κατάληξης αναφέρω τα ακόλουθα: 1) Μαρτυρία εναντίον Κατηγορουμένου 1: Ο Κατηγορούμενος 1 εμπλέκεται στην υπόθεση, αφενός μεν από τη θεληματική κατάθεση του Κατηγορούμενου 3 (Κυανούν 3Β), αφετέρου δε από την παρουσία του στο χωράφι στην Αρχιμανδρίτα, στο σημείο, όπου ήταν θαμμένα και ανεβρέθηκαν τα ναρκωτικά, και τις ενέργειές του εκεί (Κατάθεση Αστ. 4026 Μ. Στυλιανού- Κυανούν 4, Κατάθεση Αστ. 3299 Α. Γεωργίου-Κυανούν 5, Κατάθεση Αστ. 2986, Στ. Αντωνίου-Κυανούν 6, Κατάθεση Αστ. 2465 Π. Δανιήλ- Κυανούν 7). Από αυτές τις μαρτυρίες υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να καταδειχθεί, αφενός μεν ότι ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε ότι τα ναρκωτικά βρίσκονταν θαμμένα στο συγκεκριμένο σημείο, κατ΄ ακρίβεια υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να καταδειχθεί ο Κατηγορούμενος 1 ως το πρόσωπο που τα έθαψε εκεί, αφετέρου δε υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να καταδειχθεί ότι αυτός κατείχε τα ναρκωτικά, εν τη εννοία της Διάταξης 2
(3)του Περί ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 1977, Ν. 29/77, όπως έχει ερμηνευθεί (βλ. σχετικά με το ζήτημα της κατοχής και την Σωτήρης Αθηνής V Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση 45/07, ημερ. 10.04.2008). Οσον αφορά την κατάθεση του Κατηγορούμενου 3 και στον τρόπο με τον οποίο αντικρύζεται το περιεχόμενό της στο παρόν στάδιο, αξίζει να επισημανθεί ότι «στο στάδιο αυτό, το δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση της δύναμης του αποδεικτικού υλικού που παρουσιάζεται ενώπιόν του, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη, χωρίς να υπεισέρχεται σε θέματα αποδεκτότητας μαρτυρίας ή αξιοπιστίας μαρτύρων, τα οποία ανήκουν στο δικαστήριο που θα εκδικάσει την υπόθεση» (σελ. 5 της Στέλλα Μαλά V Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 20/08, ημερ. 14.02.2008). 2) Μαρτυρία εναντίον Κατηγορουμένου 2: Τον Κατηγορούμενο 2 εμπλέκει στην υπόθεση η φυσική του παρουσία στο σημείο, που ήταν θαμμένα και ανεβρέθηκαν τα ναρκωτικά και οι ενέργειές του στο συγκεκριμένο χώρο από τη στιγμή που αφίχθηκαν εκεί με τον Κατηγορούμενο 1 μέχρι τη στιγμή της σύλληψής του. Η εικόνα που σχηματίζεται από την περιστατική μαρτυρία της υπόθεσης (Κατάθεση Αστ. 4026 Μ. Στυλιανού- Κυανούν 4, Κατάθεση Αστ. 3299 Α. Γεωργίου-Κυανούν 5, Κατάθεση Αστ. 2986, Στ. Αντωνίου-Κυανούν 6, Κατάθεση Αστ. 2465 Π. Δανιήλ- Κυανούν 7) είναι ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι το ένα εκ των δυο προσώπων, το άλλο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, είναι ο Κατηγορούμενος 1, που λίγα λεπτά μετά τις 21:30 της 31.10.2008 προσέγγισε το σημείο, που ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά, φορώντας ρούχινα γάντια χρώματος χακκί και κρατώντας στο ένα χέρι ένα φανάρι και στο άλλο μια άδεια νάιλον τσάντα. Κατά τη διάρκεια δε της προσπάθειας του Κατηγορούμενου 1 να ξεθάψει τα ναρκωτικά, σκάβοντας με τα χέρια του, ο Κατηγορούμενος 2 φώτιζε με το φανάρι, το συγκεκριμένο σημείο στο έδαφος. Η προαναφερόμενη μαρτυρία είναι ικανή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να υποστηρίξει αποδεικτικά, τη θεμελίωση των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων, για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος 2. Οσον αφορά την κατηγορία της συνομωσίας (1η Κατηγορία), που αφορά τους Κατηγορούμενους 1 και2, και στο εάν και κατά πόσο είναι δυνατό αυτή να στοιχειοθετηθεί με την υπάρχουσα μαρτυρία, οφείλω, με κάθε σεβασμό, να καταγράψω την πλήρη διαφωνία μου, τόσο με τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1, όσο και με τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 2, σε σχέση με την εισήγησή τους ότι δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία, που να στοιχειοθετεί οποιαδήποτε συμφωνία των Κατηγορουμένων 1 και 2 για τη διάπραξη των αδικημάτων των Κατηγοριών 2 και 3. Η εκτίμησή μου είναι ότι από τη μαρτυρία της υπόθεσης (παρατίθεται αναλυτικά ανωτέρω), πρωτογενή και περιστατική, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να καταδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος και της 1ης Κατηγορίας. 3) Μαρτυρία εναντίον Κατηγορουμένου 3: Ο Κατηγορούμενος 3 εμπλέκεται στην υπόθεση με τη θεληματική του κατάθεση (Κυανούν 3Β). Από την ενώπιόν μου μαρτυρία, τη δική του ουσιαστικά μαρτυρία, εκτιμώ ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να καταδειχθεί ότι και ο ίδιος ήταν κάτοχος αυτής της ποσότητας, εν τη εννοία πάντοτε της Διάταξης 2
(3)του Περί ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 1977, Ν. 29/77, όπως έχει ερμηνευθεί. Αυτός είναι άλλωστε το πρόσωπο που υπέδειξε το συγκεκριμένο σημείο στα μέλη της ΥΚΑΝ και κατ΄ ουσία είναι το πρόσωπο που αποκάλυψε την παρούσα υπόθεση, αρνούμενος βεβαίως τη δική του εμπλοκή. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω, για να μην γίνει οποιαδήποτε παρερμηνεία των συμπερασμάτων μου, σε σχέση με αυτό το θέμα, ότι όπως αναφέρεται στην υπόθεση Οικονομίδης (ανωτέρω): «Το μαρτυρικό υλικό, κατά τη διαδικασία κράτησης του Κατηγορουμένου, εκτιμάται στην όψη του, όπως εμφανίζεται ενώπιον του δικαστηρίου». (Γ) ΤΗΝ ΠΟΙΝΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ Για την εξέταση αυτής της παραμέτρου λαμβάνω καταρχήν υπόψη μου το αμέσως προηγούμενο εύρημά μου, για σκοπούς πάντα της παρούσας απόφασής μου, ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, όπως εμφαίνονται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, σε συνάρτηση με την μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών, είναι βέβαιη, σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης του Κακουργιοδικείου, η επιβολή στους κατηγορουμένους ποινής στερητικής της ελευθερίας τους και συγκεκριμένα πολυετούς ποινής φυλάκισης. Η ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΔΙΑΠΡΑΞΗΣ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ Η ΑΛΛΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ Αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα της πιθανότητας δηλ. διάπραξης των ιδίων ή άλλων αδικημάτων από τους Κατηγορουμένους, σε περίπτωση που αυτοί αφεθούν ελεύθεροι, έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Η ύπαρξη ή μη πιθανότητας διάπραξης του ιδίου ή άλλων αδικημάτων τελεί καταρχήν σε πλήρη συνάρτηση με την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών του Κατηγορουμένου και μάλιστα για παρόμοια αδικήματα (βλέπε Ψύλλας ανωτέρω). Στην Τσιάκκας (ανωτέρω) επιδοκιμάσθηκε το εξής απόσπασμα από την σελ. 131 της απόφασης Σιακκαλής V Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130: «Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος». Στην Τσιάκκας (ανωτέρω) και συγκεκριμένα στη σελ. 6 αναφέρεται επίσης ότι: «Στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος εντοπίζεται η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης του αδικήματος. Οπως υπογράμμισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο κίνδυνος αυτός, πρέπει να είναι «ευλογοφανής» (plausible): (βλ. Clooth V Belgium A225, para 40
(1991). Στην Matznetter V Austria, A10, p. 33
(1969), το ίδιο Δικαστήριο καθόρισε κάποια κριτήρια για την αποτίμηση του κινδύνου επανάληψης. Η Κωνσταντινίδης, ανωτέρω, επιδοκιμάζοντας την παραπάνω υπόθεση, αναφέρει: «Ο τρόπος προσέγγισης της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος διαγράφεται στην υπόθεση Matznetter V Austria A10, p. 33
(1969)στην οποία τα Αυστριακά δικαστήρια έλαβαν υπόψη την «πολύ παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων του κατηγορουμένου, την πελώρια έκταση της ζημιάς, που είχαν υποστεί τα θύματα, την πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και μεγάλη δεξιότητα του κατηγορουμένου το καθιστούσαν εύκολο για τον ίδιο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητές του». Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεώρησε ότι όλα τα πιο πάνω αποτελούσαν περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούσαν την άρνηση απόλυσης με εγγύηση για λόγο που σχετίζεται με την αποτροπή διάπραξης άλλου αδικήματος». Στην προκείμενη υπόθεση, παρόλο που δεν έχει υποστηριχθεί ευθέως από τον ευπαίδευτο Δικηγόρο της Δημοκρατίας, η πλήρωση αυτής της προϋπόθεσης, έχει δοθεί ένορκη μαρτυρία από τον Αστ. 3179 Χρίστο Αντωνίου της ΥΚΑΝ Πάφου, στην οποία αναφέρθηκε η ύπαρξη δυο ποινικών φακέλων για έκαστο των Κατηγορουμένων 1 και 2, που αφορούν για μεν τον Κατηγορούμενο 1 χρήση, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 48 γραμμαρίων ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β», για δε τον Κατηγορούμενο 2 παράνομη κατοχή και χρήση 3 γραμμαρίων ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β». Για τον Κατηγορούμενο 1 ο μάρτυρας δεν έδωσε περισσότερα στοιχεία (π.χ. αριθμό φακέλου, ημερ. διάπραξης αδικήματος, εάν καταχωρήθηκε υπόθεση στο Δικαστήριο και πότε κλπ.), αρκούμενος να αναφέρει, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ότι ο ποινικός φάκελος εκκρεμεί. Για τον Κατηγορούμενο 2 παραδέχθηκε, κατά την αντεξέτασή του από τον κ. Γεωργίου, ότι δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον του, διότι δεν έχουν ληφθεί ακόμη τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων, παρόλο που η διερεύνηση της υπόθεσης εκκρεμεί κάποιους μήνες. Θα πρόσθετα ότι με βάση τα όσα άκουσα ο Κατηγορούμενος 2 δεν έχει προφανώς ούτε καν κατηγορηθεί γραπτώς για την υπόθεση αυτή μέχρι σήμερα. Δικαίως θα έλεγα, ενόψει των ανωτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε στην αγόρευσή του, ότι, ενόψει της απουσίας των αποτελεσμάτων των επιστημονικών εξετάσεων, δεν είναι δυνατό να μιλούμε για υπόθεση ναρκωτικών, η οποία εκκρεμεί, έστω και υπό μορφή ποινικού φακέλου, εναντίον του Κατηγορούμενου 2. Θα πρόσθετα δε ότι, ενόψει της γενικής και αόριστης αναφοράς του μάρτυρα σε εκκρεμή ποινικό φάκελο του Κατηγορούμενου 1 (ειρρήσθω εν παρόδω το ίδιο γενική και αόριστη ήταν οι ισχυρισμοί του μάρτυρα στην πιθανότητα διαφυγής των Κατηγορουμένων 1 και 2), δεν είναι δυνατό να στηριχθεί με ασφάλεια το Δικαστήριο σε αυτή τη μαρτυρία και να εξάγει, στη βάση αυτής, συμπέρασμα για πιθανότητα διάπραξης από αυτόν των ίδιων ή άλλων αδικημάτων με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυτή είναι και η τελική κατάληξη του Δικαστηρίου, σε σχέση με τη συγκεκριμένη προϋπόθεση. Και αυτό διότι, όπως έχει προκύψει από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου του Κατηγορούμενου 1, τόσο αυτός, όσο και ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζουν παρόμοια υπόθεση με την παρούσα, η οποία καταχωρήθηκε επίσης εχτές, 11.11.2008, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, και στην οποία είναι σε εξέλιξη η διαδικασία παραπομπής της στο Κακουργιοδικείο. Αναφέρομαι στην Ποιν. Υπόθεση 14232/08, στην οποία, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το οποίο κατέθεσε ο κ. Αλεξάνδρου, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη των κακουργημάτων της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β», της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β» με σκοπό την προμήθεια και της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β» και κατηγορίες παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β», κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β» με σκοπό την προμήθεια και προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως «Β» . Η ποσότητα των ναρκωτικών σε αυτή την υπόθεση είναι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, 63,2023 γραμμάρια φυτικής ύλης από φυτό καννάβεως από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρυτίνη. Πέραν του γεγονότος της καταχώρησης της ανωτέρω υπόθεσης, η ύπαρξή της διαφαίνεται και από το μαρτυρικό υλικό αυτής της υπόθεσης, παρόλο που τα γεγονότα των δυο υποθέσεων δεν σχετίζονται μεταξύ τους. Εκείνο που έχει σημασία για το ζήτημα που εξετάζουμε είναι, ότι, στη βάση των γεγονότων που αφορούν την 14232/08, σε συνδυασμό με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, το Δικαστήριο κατευθύνεται στο συμπέρασμα ότι τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης δεν αποτελούν τη μοναδική εκδήλωση εγκληματικής πρόθεσης από τους Κατηγορούμενους 1 και 3, αλλά ότι αντίθετα προβάλλει υπαρκτός ο κίνδυνος διάπραξης των ίδιων αδικημάτων σε περίπτωση που αφεθούν ελεύθεροι. Οσον αφορά το ζήτημα κατάχρησης στην παρούσα διαδικασία, όπως τουλάχιστον το έχει θέσει ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 1, από την καταχώρηση της άλλης υπόθεσης, σε σχέση πάντα με το αίτημα της Αστυνομίας για κράτηση του Κατηγορουμένου 1, κατά την άποψή μου, πέραν του ότι δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να τεθεί και να εκδικασθεί, έχει υποστηριχτεί, επί της ουσίας, κατά τρόπο γενικό και αόριστο από τον κ. Αλεξάνδρου και δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτό, κατά την ταπεινή μου πάντα κρίση, από το Δικαστήριο. Υπό τύπο σχολίου, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι από το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, δεν προκύπτει ότι τα γεγονότα της παρούσας και της άλλης υπόθεσης, σχετίζονται στο βαθμό, που έχει εισηγηθεί ο κ. Αλεξάνδρου, κατά τρόπο που η καταχώρηση δυο ξεχωριστών υποθέσεων, να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και να οδηγεί στην αποστέρηση του δικαιώματος της Κατηγορούσας Αρχής να ζητήσει την κράτηση του Κατηγορούμενου 1 και στις δυο υποθέσεις. Στη βάση του πιο πάνω σκεπτικού καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη παράμετρος δεν έχει καταδειχθεί ότι πληρείται μόνο για τον Κατηγορούμενο 2 για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει. Η ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν έχει υποστηριχθεί από τον ευπαίδευτο Δικηγόρο της Δημοκρατίας ότι υφίσταται στην παρούσα υπόθεση. ΕΓΓΕΝΕΙΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ - ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ Όσον αφορά τις προσωπικές συνθήκες του κάθε κατηγορουμένου, όπως έχουν εκτεθεί από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τους, θα ήθελα να αναφέρω ότι οπωσδήποτε οι προσωπικές συνθήκες του κάθε κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, σε σχέση με την κατάληξή του, αλλά στην Βασιλείου V Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7 υπογραμμίσθηκε ότι: «Οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή του υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Η άποψή μου είναι οι προσωπικές συνθήκες των συγκεκριμένων κατηγορουμένων, δεν είναι δυνατό να ανατρέψουν την κατάληξη του δικαστηρίου, ενόψει της συνδρομής των υπόλοιπων παραγόντων. Στην Στέλλα Μαλά V Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 20/2008, ημερ. 14.02.2008, επισημάνθηκε, σε πλήρη ταύτιση με το πιο πάνω απόσπασμα, ότι «Συνυπολογίζονται όλα όσα περιβάλλουν την υπόθεση, δηλαδή οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, χωρίς οι τελευταίες να αφήνονται να υπερφαλαγγίσουν το γενικό δημόσιο συμφέρον προς απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Ο Κατηγορούμενος 1, όπως έχει αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορός του, είναι Κύπριος, πατέρας 7 παιδιών, είναι σε διάσταση με τη σύζυγό του, αλλά διατηρεί άριστες σχέσεις, τόσο με τη σύζυγο, όσο και με τα παιδιά του. Ο Κατηγορούμενος 2, όπως έχει αναφερθεί, είναι επίσης Κύπριος, άγαμος, διαμένει με τους γονείς του, είναι ιδιοκτήτης περιπτέρου και του 1/3 μεριδίου μεγάλης ακίνητης περιουσίας στην Πάφο και πάσχει από οισοφαγίτιδα και διαβρωτική γαστρολίτιδα. Στη βάση και των πιο πάνω περιστάσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισής τους έχουν εισηγηθεί, ότι αυτοί δεν είναι ύποπτοι φυγής, σε περίπτωση που αφεθούν ελεύθεροι με όρους. Συνυπολογίζω στην απόφασή μου και τα ανωτέρω, όμως, κατά την ταπεινή μου άποψη, οι προσωπικές περιστάσεις των συγκεκριμένων κατηγορουμένων δεν είναι δυνατό, ενόψει της συνδρομής των υπόλοιπων προϋποθέσεων να υπερφαλαγγίσουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και στην παρούσα πολύ σοβαρή ποινική υπόθεση. ΧΡΟΝΟΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ Όσον αφορά το χρόνο κράτησης, δηλαδή του χρονικού διαστήματος, που θα μεσολαβήσει από σήμερα μέχρι και την ημερομηνία που έχει ορισθεί η δίκη των κατηγορουμένων ενώπιον του Κακουργιοδικείου, δηλ. στις 16.12.2008. Μιλούμε ουσιαστικά για μία περίοδο ενός περίπου μήνα. Στην Χατζηδημητρίου V Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, που ήταν ή πρώτη απόφαση, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, αναφέρεται ότι: «Αλλος παράγοντας-που δεν απασχόλησε μέχρι τώρα και δεν απαντάται στη νομολογία- είναι ο χρόνος κράτησης. Το μήκος του πρέπει να σταθμίζεται έναντι του βαθμού της πρόβλεψης του ενδεχομένου που προορίζεται να αποτελέσει το έρεισμα κράτησης». Στην Τυμπιώτης V Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση 7187, ημερ. 26.10.2001, ο χρόνος των τριών μηνών δεν θεωρήθηκε υπερβολικός, σε συνάρτηση με τη συνδρομή των υπόλοιπων παραγόντων. Στην Γενικός Εισαγγελέας V Μανουσαρίδη κ.α. Ποιν. Εφεση 7140, ημερ. 25.09.2001, αποφασίσθηκε ότι η κράτηση των υποδίκων για οκτώ περίπου μήνες μέχρι τη δίκη τους, μετά από προσμέτρηση και των υπόλοιπων παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη και οι οποίοι υποεκτιμήθηκαν από το Κακουργιοδικείο, ήταν επιβεβλημένη και κατά συνέπεια εκδόθηκε συναφώς διαταγή για την κράτησή τους μέχρι τη δίκη τους. Το συμπέρασμα μου σε σχέση με αυτόν τον παράγοντα που πρέπει να ληφθεί υπόψη και προσμετρώντας και τις επί μέρους καταλήξεις μου σε σχέση με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις, θεωρώ ότι ο χρόνος κράτησης του ενός μηνός περίπου για την συγκεκριμένη υπόθεση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί υπερβολικός και να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι Κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την ημερομηνία της δίκης τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εχοντας κατά νου όλα όσα ανέφερα προηγουμένως και τα επιμέρους συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει, έχω οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να αφεθούν οι Κατηγορούμενοι ελεύθεροι με εγγύηση. Κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση των Κατηγορουμένων μέχρι την 16.12.2008, που είναι ορισμένη η παρούσα υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου, που θα συνεδριάσει στην Πάφο. (Υπ.)..................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.