← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Δασών ν. Χριστόδουλου Περικλέους, Αρ.Υπόθεσης 1510/06, 13/11/ 2008

Διευθυντή Τμήματος Δασών ν. Χριστόδουλου Περικλέους, Αρ.Υπόθεσης 1510/06, 13/11/ 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B55 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης 1510/06 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Δασών και Χριστόδουλου Περικλέους Ημερομηνία: 13/11/ 2008 Εμφανίσεις: Για τη Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Καθητζιώτου Για το Κατηγορούμενο: κα Μ. Κωνταντινίδου Κατηγορούμενος παρών ------------------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της παράνομης παράνομης βόσκησης σε κρατικό δάσος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατά τις 11/5/2005 παράνομα και χωρίς την άδεια του διευθυντή του τμήματος δασών άφησε ανεπιτήρητες 200 αίγες να βόσκουν μέσα στο κρατικό δάσος Ραντί της δασικής περιφέρειας Πάφου. Απο τη βόσκηση προκλήθηκε ζημιά στη δασική βλάστηση ύψους Λ.Κ.80.00. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαίδευτης συνήγορου της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). H κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν». Το Δικαστήριο λοιπόν για να αποφασίσει το ζήτημα, θα πρέπει να εξετάσει με προσοχή την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία για να διαπιστώσει αν με αυτή αποδεικνύεται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Πρός υποστήριξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, κλήθηκαν και κατάθεσαν εκ μέρους της, δύο μάρτυρες κατηγορίας. Μ.Κ.1 ήταν ο Χριστάκης Ιωάννου και Μ.Κ.2 ο Κώστας Λάμπρου. Η μαρτυρία τους όπως έχει δοθεί είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω . Τo αδίκημα το οποίο αποδίδεται στο κατηγορούμενο, βασίζεται στο άρθρο 13
(2)(ε) του Περί Δασών Νόμου, Ν. 14/67όπως έχει τροποποιηθεί και το οποίο προνοεί τα ακόλουθα׃ «Πας όστις, μη άλλως εξουσιοδοτηθείς δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου ή δυνάμει των αυτών γενομένων Κανονισμών, και άνευ αδείας παρασχεθείσης αυτώ υπό του Διευθυντού προσώπου, εν οιωδήποτε κρατικώ δάσει, ...................................................................................................................................................................................................... (ε) επιτρέπει την διέλευσιν ζώων ή βόσκει ταύτα ή δεν παρεμποδίζει την διέλευσιν ή βοσκήν ζώων εν αυτώ.» Για να αποδειχθεί τέτοια κατηγορία θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ως πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι η βόσκηση έγινε εντός των ορίων του κρατικού δάσους. Η μοναδική μαρτυρία που προσκομίσθηκε για το ζήτημα ήταν του Μ.Κ.1 ο οποίος είπε ότι γνωρίζει τα σύνορα του δάσους τα οποία είναι και οριοθετημένα απο το καιρό της αποικιοκρατίας. Στην υπόθεση The Municipality of Paphos v. Andreas Karagiorgis
(1981)2 CLR 242, αποφασίσθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αθώωσε το κατηγορούμενο γιατί παρά το ότι δεν είχε αμφισβητηθεί ότι η μάντρα που αφορούσε η κατηγορία βρισκόταν στην περιοχή Μούτταλλος δεν αποδείχθηκε ότι η περιοχή αυτή βρισκόταν εντός των δημοτικών ορίων της Πάφου. Τα όσα πιό πάνω αποφασίσθηκαν καταδεικνύουν την ανάγκη όπως το γεγονός ότι ένα τεμάχιο βρίσκεται εντός συγκεκριμένης περιοχής αποδεικνύεται όπως και κάθε άλλο γεγονός που στοιχειοθετεί μια κατηγορία. Στην υπόθεση Δήμος Αγίας Νάπας v Καραγιάννη
(2001)2 ΑΑΔ 42, λέχθηκε ότι ο τρόπος απόδειξης ενός επίδικου γεγονότος που ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η περιοχή, δεν είναι φορμαλιστικός και δεν περιοριζόταν στην παρουσίαση τοπογραφικού σχεδίου ή χάρτη, αλλά η μαρτυρία μπορεί να πάρει και άλλες μορφές και να καταδείξει το ίδιο στοιχείο (βλ. Δήμος Λεμεσού v. Λοφίτη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ 162). Όπως προκύπτει απο τα πιό πάνω, ναι μεν ο τρόπος απόδειξης μπορεί να μην είναι προκαθορισμένος και είναι δυνατό να πάρει διάφορες μορφές μαρτυρίας που δεν προσκρούουν βέβαια στους κανόνες της απόδειξης, δεν παύει όμως η αναγκαιότητα όπως το στοιχείο αυτό αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και στην παρούσα υπόθεση όφειλε η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι η βόσκηση έγινε μέσα στα όρια του κρατικού δάσους. Με τη πιο πάνω αναφερόμενη γενική αναφορά του Μ.Κ.1 σε σχέση με το ζήτημα αυτό και λαμβανομένης υπόψη της πιο πάνω νομολογίας, κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος. Δεν έχει όμως επίσης προσκομισθεί καμία θετική μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ότι, ο κατηγορούμενος είχε με οποιοδήποτε τρόπο εμπλακεί στη βόσκηση των ζώων, είτε επιτρέποντας, είτε μη παρεμποδίζοντας τη βοσκή τους. Καμία θετική μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε απο τη κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος είχε την ημερομηνία για την οποία κατηγορείται οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στο ζήτημα. Όπως προκύπτει απο τη μελέτη της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν υπάρχει ίχνος άμεσης και θετικής μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που άφησε τις αίγες να βόσκουν ανεπιτήρητες, ότι δηλαδή επέτρεψε τη βόσκηση τους ή δεν την παρεμπόδισε. Καμία απολύτως άμεση και θετική μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί πρός αυτή τη κατεύθυνση. Το γεγονός και μόνο ότι τα ζώα κατευθύνθηκαν στη μάντρα του κατηγορούμενου, ότι διαπιστώθηκε όπως είπε ο Μ.Κ.1 ό, τι ο κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης της μίας αίγας η οποία συνελήφθηκε να βόσκει ανεπιτήρητη, σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν απο μόνα τους και χωρίς άλλη μαρτυρία, μαρτυρία ικανή να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής του κατηγορούμενου. Ούτε βέβαια και η απορία που εξέφρασε ο κατηγορούμενος και η απάντηση που όπως προέβαλε ο ίδιος μάρτυρας, του έδωσε, όταν τον συνάντησε και του είπε το τι έγινε, είναι στοιχείο που μπορεί να προσθέσει οτιδήποτε στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Οι παραλείψεις αυτές της κατηγορούσας αρχής, είναι πολύ σημαντικές και αφήνουν τη κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη, λαμβανομένου πάντα υπόψη ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση στην οποία η απόδειξη κάθε συστατικού στοιχείου μίας κατηγορίας βαρύνει τη κατηγορούσα αρχή, ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως πρός την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και να είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν τη κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. (βλ. Loizou v Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 383 και Γενικός Εισαγγελέας v Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Με βάση όλα τα πιο πάνω, της παράλειψης της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει ότι η βόσκηση έγινε εντός των ορίων του κρατικού δάσους Ραντί, αλλά και της παντελούς έλλειψης άμεσης, θετικής και αρκετά ισχυρής μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που επέτρεψε την παράνομη βόσκηση των ζώων ή δεν παρεμπόδισε τη βόσκηση τους, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία απλώς θα επιβεβαίωνε τα πιο πάνω και δεν θα εξυπηρετούσε καμία αρχή δικαίου. Κατά συνέπεια η εναντίον του κατηγορία απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.