← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιχάλης Κιουρτζίδη, Αρ. Υπόθεσης: 13339/06, 14.11.2008

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιχάλης Κιουρτζίδη, Αρ. Υπόθεσης: 13339/06, 14.11.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13339/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου V Μιχάλης Κιουρτζίδη Κατηγορούμενου 14.11.2008 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αρτεμις Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για την έκδοση της παρούσας απόφασης αποτελεί η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης του Κατηγορούμενου, που υποβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Ο ευπαίδευτος δημόσιος κατήγορος από την πλευρά του εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και, όπως υποστήριξε, το Δικαστήριο πρέπει να τον καλέσει σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι συγκεκριμένοι παράμετροι, που καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου, έχουν οριοθετηθεί, κατά κύριο λόγο, από τη Δικαστική Πρακτική (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England) του 1962 1 All E.R. σελ. 448 του Λόρδου Πάρκερ, η οποία έκτοτε ακολουθήθηκε κατά κόρον από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Το άρθρο 74
(1)(β) αποτέλεσε, στη διάρκεια του χρόνου, αντικείμενο ευρείας νομολογίας, με την οποία καθορίσθηκαν οι αρχές που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, όταν πρόκειται να αποφασίσει εάν υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κάποιου προσώπου. Στην υπόθεση Ανδρέας Αζίνας V Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑΔ σελ. 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Οδηγία Πρακτικής (Practice Direction) του Λόρδου Πάρκερ. Η οδηγία αυτή, από άποψη καθοδήγησης, είναι μεγάλης σημασίας και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο, με καθορισμό των κριτηρίων για την απαλλαγή του Κατηγορουμένου και τη μη κλήση του σε απολογία: Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της Υπεράσπισης και να αθωώσει τον Κατηγορούμενο, όταν κρίνει ότι από την ενώπιόν του μαρτυρία: (α) εξ αντικειμένου, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και (β) διότι η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Το αποδεικτικό βάρος της απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο αυτό συνίσταται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης (βλέπε σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, Loizou & Piki, σελ. 111 και 167). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλέπε The Police V Kallenos
(1980)J.S.C. σελ. 145). Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλέπε Shaban Bin Hussein V Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. σελ. 1626). Οπως τονίσθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σωτηριάδης V Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 102 και Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Η προσέγγιση του θέματος της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται επαρκέστατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας V Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 133 και επόμενες, με ιδιαίτερη αναφορά στις σελίδες 141 και 145, όπου λέχθηκε, ότι τότε μόνο δικαιολογείται διακοπή της δίκης μετά το πέρας της κατηγορίας και αθώωση του κατηγορουμένου όταν: (α) Η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος ή ένα από αυτά και όταν (β) Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι ξεκάθαρα αντικειμενικό. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση σε αυτό το στάδιο να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου, οπότε αποφασίζεται ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι αναξιόπιστη. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του δικαστηρίου περιορίζεται στο στάδιο αυτό σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» έχει αναλυθεί από την ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση IN RE KAKOS
(1985)1 Α.Α.Δ. σελ. 250. Η υπόθεση R V Calbraith
(1981)2 All E.R. σελ. 124 έχει διευκρινίσει και καθιερώσει το κριτήριο της αντικειμενικής αδυναμίας καταδίκης από την κρινόμενη ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα της μαρτυρίας σαν θέμα νομικής κρίσης (βλέπε ακόμα και την υπόθεση Fulcher
(1995)2 Cr. App. R. σελ. 251). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Τα πιο πάνω νομικά κριτήρια έχουν αναλυθεί και επιβεβαιωθεί σε πλείστες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω: (α) Γενικός Εισαγγελέας V Κουνίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 82 (β) Γενικός Εισαγγελέας V Αριστοτέλους
(1992)2 Α.Α.Δ. σελ. 356 (γ) Γεωργιάδης V Αστυνομίας
(1985)2 C.L.R. σελ. 56 (δ) Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων V Καλλή
(1996)2 Α.Α.Δ. σελ. 55 (ε) Δημητρίου v Στόκκου
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 293 (στ) CH. ZAKAKIOTIS (DISCO) LTD V KALAVAS & ASSOCIATES LTD κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 523 (ζ) Γενικός Εισαγγελέας V Ζαβαλλή
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 531 (η) Παναγιώτου και Μίτσιγγα v Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 191 (θ) Γενικού Εισαγγελέα V Χρίστου,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 456 Στην Γενικός Εισαγγελέας V Κουννίδης τονίζεται ότι: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Στις συνεκδικαζόμενες Ποινικές εφέσεις Παναγιώτου και Μίτσιγγα V Αστυνομίας επισημαίνεται ότι: «Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιόν του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί». Συμπερασματικά το έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο εξικνείται στην αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν αντικειμενικά η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιόν του δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη του τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει αντικειμενικά την υπάρχουσα μαρτυρία, χωρίς να υπεισέρχεται στην κρίση του ο παράγοντας εντύπωση επί της αξιοπιστίας. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο ο εξεταστής της υπόθεσης Αστυφ. 4857 Μάριος Μπαρρής (Μ.Κ.1) και ο Αστυφ. 2351 Γιώργος Απόστρατος (Μ.Κ.2). Περαιτέρω έχουν κατατεθεί, με τη σύμφωνη γνώμη της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης δεκατέσσερα
(14)τεκμήρια, που βρίσκονται έκτοτε στο φάκελο της δικογραφίας και συναποτελούν τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Από τα τεκμήρια αυτά το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1,3,4,5,6,8 και 9 έχει καταστεί, με δήλωση αμφοτέρων των πλευρών και την έγκριση του δικαστηρίου, κοινά αποδεκτό γεγονός για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγησή της, αλλά μόνο σε αντικειμενική θεώρησή της, όπως το επιβάλλουν οι αρχές που ανέλυσα εκτενώς ανωτέρω, έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα σε σχέση με την απόδειξη ή μη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων, για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, στο βαθμό και στο επίπεδο που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Το σύνολο της μαρτυρίας στο οποίο στηρίζει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή είναι αναμφισβήτητα μαρτυρία η οποία προκύπτει από ή συναρτάται με τα περιστατικά των αδικημάτων. Ποιοτικά βεβαίως η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται ούτε είναι υποδεέστερης σημασίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενό της (βλ. Ευριπίδης Ανδρέα Γεωργίου άλλως Παφίτης V Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444) . Οπως αναφέρεται στη σελ. 450 της πιο πάνω απόφασης «Κλασσικό παράδειγμα περιστατικής μαρτυρίας είναι η παρουσία δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Αποκαλύπτουν την επαφή του εφεσείοντα με τα σύνεργα του εγκλήματος, γεγονός σχετικό προς το ποιος διέπραξε το έγκλημα, παρόλο που δεν είναι, αφ' εαυτού, καθοριστικό για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου. Το γεγονός, συνεκτιμούμενο με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί να δικαιολογήσει την καταδίκη του κατηγορούμενου, εφόσον τα περιστατικά, σωρευτικά αποτιμούμενα, οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. Εχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορουμένου» (βλ. και Fournides V Republic
(1986)2 CLR 73). Αναφορικά με την κατηγορία της κλοπής της επίδικης επιταγής (1η κατηγορία) καμιά μαρτυρία, είτε πρωτογενής, είτε περιστατική, δεν υπάρχει, από την οποία να προκύπτει τεκμήριο ενοχής του Κατηγορούμενου. Οσον αφορά την κατηγορία της πλαστογράφησης της επιταγής (2η κατηγορία) (οι κατηγορίες της κυκλοφορίας της και της εξασφάλισης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις (3η και 4η Κατηγορία) είναι αναμφίβολα παρεπόμενες αυτής της κατηγορίας), από τα κοινά αποδεκτά γεγονότα και ειδικότερα από το περιεχόμενο της Γραφολογικής Εκθεσης του Ανώτερου Υπαστυνόμου Μάριου Μαρκίδη (Τεκ. 1) δεν προκύπτει σύνδεση του Κατηγορουμένου με τη διάπραξη αυτού του αδικήματος, ως αποτέλεσμα της γραφολογικής εξέτασης. Απομένει να δούμε εάν από την υπόλοιπη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής προκύπτει κάτι τέτοιο. Κατά την ταπεινή μου άποψη το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να οδηγήσει αυτή η μαρτυρία (αναφέρομαι ειδικότερα στο Τεκ. 13, δηλ. την κατάθεση του Ερωτόκριτου Κουρίδη, ιδιοκτήτη του πρατηρίου βενζίνης, στο οποίο παρουσιάσθηκε και εξαργυρώθηκε η επίδικη επιταγή) είναι ότι, κατά την επίδικη ημερομηνία, κάποιο ή κάποια άτομα, πήγαν με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου με αριθμούς εγγραφής ΚΗΑ 308 στο πρατήριο και αφού δέχθηκαν κάποιες υπηρεσίες, κάποιο άτομο παρουσίασε την επίδικη επιταγή στον κ. Κουρίδη, την υπέγραψε στο πίσω μέρος και την εξαργύρωσε. Από την προαναφερόμενη κατάθεση δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο. Μάλιστα ο κ. Κουρίδης αναφέρει στην κατάθεσή του και αυτό επί της ουσίας είναι αναντίλεκτο, ότι δε θυμάται ποιο ή ποια άτομα επέβαιναν στο αυτοκίνητο, ούτε θυμάται το άτομο που του παρουσίασε και υπέγραψε την επιταγή. Όπως δε αναφέρει χαρακτηριστικά το ίδιο πρόσωπο, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, στην κατάληξη της κατάθεσής του, Τεκμήριο 13, «δε θυμάμαι οτιδήποτε άλλο διότι είναι τόσος πολύς ο κόσμος που μπαινοβγαίνει στο πρατήριο». Στη βάση αυτής της μαρτυρίας πιστεύω ότι δεν συνίσταται στο παρόν στάδιο τεκμήριο ενοχής του κατηγορούμενου και ως εκ τούτου η υπόθεση θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Καταληκτικά, με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, κρίνω, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου σε σχέση και με τις τέσσερις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και συναφώς ο Κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/General/Final (Αναφορά: κλοπή-πλαστογραφία-κυκλοφορία πλαστού εγγράφου-απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις-εκ πρώτης όψεως υπόθεση-αρχές) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.