Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κώστα Μουρουζίδη, Αρ. Υπόθεσης: 15979/06, 21.11.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15979/06 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου V Κώστα Μουρουζίδη Κατηγορούμενου ____________________________ 21.11.2008 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παύλος Κυριακίδης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κώστας Σιαηλής Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (EX TEMPORE) Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται για κλοπή υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση του άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 43(Ι)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας «την 30η Απριλίου του 2006 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, ενώ ήταν υπάλληλος στο Πρακτορείο Στοιχημάτων με την ονομασία SCORE ιδιοκτησίας του Χαράλαμπου Νικολάου Τύλληρου από την Πάφο, έκλεψε το χρηματικό ποσό των 6.500Λ.Κ. περιουσία του Χαράλαμπου Νικολάου Τύλληρου». ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο μόνο ο παραπονούμενος Χαράλαμπος Νικολάου (Μ.Κ.1), ο οποίος υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο της κατάθεσής του στην Αστυνομία, ημερ. 03.05.2006 (Τεκ. 1) και πέραν των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο Δικηγόρο της Δημοκρατίας, υποβλήθηκε σε αντεξέταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης. Πέραν της πιο πάνω προφορικής μαρτυρίας κατατέθηκαν, εκ συμφώνου, τα ακόλουθα τέσσερα
(4)τεκμήρια, που βρίσκονται έκτοτε στο φάκελο της δικογραφίας:
- Η κατάθεση του αστυφ. 1788 Χρ. Λιασίδη, ημερ. 19.05.2006 (Τεκ. 2)
- Η κατάθεση του Αστυφ. 3016 Γ. Δημητρίου (Τεκ. 3)
- Η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου, ημερ. 05.05.2006 (Τεκ. 4) και
- Η γραπτή κατηγορία, ημερ. 07.05.2006 (Τεκ. 5). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία, υποβλήθηκε σε αντεξέταση από τον ευπαίδευτο Δικηγόρο της Δημοκρατίας και δεν κάλεσε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα υπεράσπισης. Τα όσα ανέφεραν, τόσο ο μάρτυρας κατηγορίας, όσο και ο κατηγορούμενος, έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, οι οποίες αποτελούν επίσης μέρος της δικογραφίας, προσπάθησαν με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία να πείσουν για την ορθότητα των εισηγήσεών τους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορία βασίζεται στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα που προνοεί ότι: «
- Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι γραμματέας ή υπηρέτης, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του εργοδότη του ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου για λογαριασμό του εργοδότη του, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων». Στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα δίνεται ο ορισμός της κλοπής. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή τον παραπονούμενο, τον οποίο και παρακολούθησα επισταμένα να καταθέτει δια ζώσης ενώπιόν μου και έχω πλήρη αντίληψη για τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Αναμφίβολα η μαρτυρία του είναι κομβικής σημασίας για την κατάληξη αυτής της υπόθεσης, καθώς καμιά άλλη μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, δεν υπάρχει, που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος. Το ερώτημα βεβαίως που πρέπει να απαντηθεί είναι εάν η μαρτυρία του παραπονούμενου και πιο συγκεκριμένα ο κρίσιμος ισχυρισμός του ότι στις 30.04.2006 έδωσε στον Κατηγορούμενο «το ποσό των £6.500 για να τα βάλει στο ταμείο και για να υπάρχουν λεφτά σε περίπτωση που υπήρχαν κερδισμένα κουπόνια στοιχημάτων για να τα πληρώσει», είναι ικανή να αντέξει στη βάσανο της αξιολόγησης και να οδηγήσει στην καταδίκη του Κατηγορούμενου, όπως έχει εισηγηθεί ο ευπαίδευτος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, ή θα πρέπει να απορριφθεί ως αναξιόπιστη, ως έχει υποστηρίξει ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Προκειμένου να γίνει κατανοητή η τελική κατάληξη του Δικαστηρίου, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, είναι απαραίτητο να καταγραφούν οι ακόλουθες σκέψεις, που προκύπτουν από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ουσιαστικά τη μαρτυρία του παραπονούμενου: Ο παραπονούμενος, στην κατάθεσή του-παράπονο (Τεκ. 1), την οποία έδωσε στις 03.05.2006, ισχυρίζεται ότι στις 30.04.2006, ώρα 21:00, έδωσε στον Κατηγορούμενο, υπάλληλό του στο πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία «SCORE», που διατηρεί στη Λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη αρ. 63, στην Πάφο, το ποσό των £6.500.- για να το βάλει στο ταμείο, προκειμένου να υπάρχουν λεφτά σε περίπτωση που υπήρχαν κερδισμένα κουπόνια στοιχημάτων για να τα πληρώσει. Οπως δε αναφέρει στην ίδια κατάθεση, ήταν η πρώτη φορά που του άφησε τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό και ο λόγος ήταν διότι θα έλειπε για τέσσερις ημέρες για διακοπές στο χωριό του στο Κάτω Πύργο. Την ίδια εκδοχή υποστήριξε και στην ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, χωρίς όμως να είναι σε θέση ή διάθεση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με αυτόν του τον ισχυρισμό. Τι εννοώ; Πρώτιστα δεν διευκρίνισε επαρκώς, κατά την κρίση μου, την προέλευση αυτών των χρημάτων και πως αυτά ήταν στην κατοχή του, αρκούμενος να αναφέρει, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ότι ήταν δικά του και αρνούμενος, επί της ουσίας, να απαντήσει στις σχετικές με το ζήτημα αυτό ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης. Σε παρεμφερή ερώτηση μάλιστα του κ. Σιαηλή, για το ακριβές ποσό που είχε στην κατοχή του εκείνη την ημέρα απάντησε, ουσιαστικά υπεκφεύγοντας, ότι δεν θυμάται ακριβώς, ισχυρίστηκε δε ότι πάντα βαστά £5.000.- με £10.000.- για να μπορεί να πληρώσει κάποιον πελάτη του, σε περίπτωση, που αυτός κερδίσει. Οι πιο πάνω απαντήσεις του παραπονούμενου μου δημιουργούν τις πρώτες εύλογες αμφιβολίες για το εάν και κατά πόσο είχε πράγματι στην κατοχή του την επίδικη ημερομηνία το ποσό των £6.500.-. Το δεύτερο ερωτηματικό που δημιουργείται από την εκδοχή του παραπονούμενου είναι, εφόσον ο σκοπός που έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των £6.500.- ήταν να το βάλει στο ταμείο (βλ. Τεκ. 1, σελ. 2), γιατί πρώτον δεν το έβαλε ο ίδιος εκεί και γιατί δεύτερον δεν αντιλήφθηκε την κλοπή του ποσού την επόμενη ημέρα, όταν άνοιξε ο ίδιος το μαγαζί, αλλά έπρεπε να περιμένει μέχρι τις 03.05.2006, που έδωσε την κατάθεση, για να αντιληφθεί ότι ο Κατηγορούμενος πήρε τα λεφτά και εξαφανίσθηκε (βλ. επίσης Τεκ. 1, σελ. 2); Δεν θα μπορούσε πολύ εύκολα από το απόγευμα της 01.05.2006, που άνοιξε ο ίδιος το πρακτορείο στοιχημάτων, να είχε ελέγξει το ταμείο και να είχε αντιληφθεί την κλοπή των χρημάτων; Τα ερωτηματικά αυτά επιτείνονται από την ακόλουθη παρατήρηση, που έχει σχέση με την πειστικότητα της εκδοχής του παραπονούμενου για τον ακριβή χρόνο που έδωσε τα χρήματα στον Κατηγορούμενο. Στην κατάθεσή του ισχυρίζεται, με μεγάλη ακρίβεια θα έλεγα, ότι αυτό έγινε στις 30.04.2008 και ώρα 21:
- Στην ένορκη μαρτυρία του η εντύπωσή μου είναι ότι δεν ήταν το ίδιο πειστικός, παρόλο που ισχυρίσθηκε ότι το αδίκημα διαπράχθηκε την προαναφερόμενη ημερομηνία. Και αυτό διότι στην αντεξέτασή του αρχικά ισχυρίσθηκε ότι, όπως τον είχε πληροφορήσει τηλεφωνικά κάποιος φίλος του, ο Κατηγορούμενος τη νύχτα της συγκεκριμένης ημέρας ήταν στη Λευκωσία και πιο συγκεκριμένα στον ιππόδρομο, υπονοώντας, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο Κατηγορούμενος έπαιξε τα χρήματα που του έδωσε εκεί. Τα λογικά ερωτήματα που δημιουργούνται είναι πως είναι δυνατόν ο Κατηγορούμενος να ήταν στον ιππόδρομο στη Λευκωσία τη νύχτα της 30.04.2006, πως αυτός ο ισχυρισμός του παραπονούμενου συμβιβάζεται με τον ισχυρισμό του ότι στις 21:00 αυτής της ημέρας ήταν στο πρακτορείο του στην Πάφο και του έδωσε το ποσό των £6.500.-, αλλά και με ποια λογική ο παραπονούμενος πίστεψε τη συγκεκριμένη πληροφορία και την ανέφερε και στο Δικαστήριο; Η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα είναι απλή και εξάγεται αβίαστα από τη μαρτυρία του ίδιου του παραπονούμενου. Ο παραπονούμενος στην κατάθεσή του (Τεκ. 1) ισχυρίσθηκε ότι κατά τις 19:00 της 01.05.2006 και αφού είχε προσπαθήσει, χωρίς αποτέλεσμα, να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον παραπονούμενο, έμαθε από κάποιο γνωστό του στη Λευκωσία ότι ο Κατηγορούμενος θεάθηκε στον ιππόδρομο. Στην κατάθεσή του δεν προσδιορίζει πότε συνέβη αυτό, δηλ. εάν επρόκειτο για τη νύχτα της 30.04.2006 ή για την 01.05.
- Ομως από το σύνολο της κατάθεσής του προκύπτει ότι η εκδοχή του παραπονούμενου ήταν αρχικά ότι ο Κατηγορούμενος, αφού πήρε τα χρήματα στις 30.04.2006, πήγε στη Λευκωσία την επόμενη ημέρα και τα έπαιξε στον ιππόδρομο. Στο συμπέρασμα αυτό φαίνεται ότι οδηγήθηκε και ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστυφ. 1788 Χρ. Λιασίδης, αν κρίνω από τις ερωτήσεις με αρ. 10 και 11, που υπέβαλε στον Κατηγορούμενο στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκ. 4), την οποία έλαβε υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων. Η πιο πάνω αρχική εκδοχή του παραπονούμενου αναμφίβολα έχει λογική συνέχεια και δημιουργεί στον ακροατή της εύλογη υποψία σε βάρος του Κατηγορούμενου. Γιατί όμως ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο δυόμιση χρόνια μετά που έδωσε αυτή την κατάθεση ανέτρεψε ουσιαστικά αυτή τη λογική εκδοχή ισχυριζόμενος ότι ο Κατηγορούμενος ήταν στον ιππόδρομο στη Λευκωσία την ώρα που θα έπρεπε να είναι στην Πάφο για να διαπράξει το αδίκημα που κατηγορείται; Η απάντηση είναι απλή και φαίνεται από τις απαντήσεις του παραπονούμενου όταν ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης του επισήμανε αυτήν την αντίφαση. Επέμεινε ότι έδωσε τα χρήματα στις 30.04.2006, χωρίς όμως, αντιλαμβανόμενος προφανώς τα ανωτέρω, να αναφερθεί καθόλου στην ακριβή ώρα και ταυτόχρονα ισχυρίσθηκε ότι μπορεί να του είπαν και ψέματα ότι ο Κατηγορούμενος ήταν στον ιππόδρομο. Το βέβαιο είναι, ότι σε μια υπόθεση, όπως η παρούσα, όπου το Δικαστήριο καλείται να βασίσει την ενοχή του Κατηγορούμενου στο λόγο ουσιαστικά του παραπονούμενου, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία ή αποδείξεις, η μαρτυρία του, για να είναι ασφαλής, δεν πρέπει, κατά την ταπεινή μου άποψη, να παρουσιάζει το παραμικρό ψεγάδι και να δημιουργεί το παραμικρό κενό στη συνοχή και ερωτηματικό στην πειστικότητά της, κάτι που, στη βάση των παρατηρήσεων, που έχουν καταγραφεί ανωτέρω, δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Εχοντας κατά νου όλες τις πιο πάνω παρατηρήσεις, στο μυαλό μου δημιουργούνται σοβαρότατα ερωτηματικά και αμφιβολίες σε σχέση με την αξιοπιστία του παραπονούμενου και κρίνω ότι είναι τουλάχιστον ακροσφαλές και επικίνδυνο να στηριχθώ στην μαρτυρία του για να καταδικάσω τον Κατηγορούμενο. Οπως επισημαίνεται άλλωστε και στην Μάνος Τεβλετιάν και Νίκος Παναγιώτου V Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 512, το τελικό κριτήριο, πέραν όλων των άλλων, για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα είναι η προσήλωσή του στην αλήθεια. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βάση όλα τα προαναφερθέντα, δημιουργούνται σοβαρότατες αμφιβολίες, τόσο για την προσήλωση του συγκεκριμένου μάρτυρα στην αλήθεια, όσο και για την πειστικότητα της εκδοχής του. Ούτε όμως και για την προσήλωση του Κατηγορούμενου στην αλήθεια έχω πειστεί. Αντιθέτως θα έλεγα ότι η μαρτυρία του πόρρω απέχει από το να μπορεί να χαρακτηρισθεί αξιόπιστη. Η ενδελεχής αξιολόγηση των όσων είπε ενόρκως στο Δικαστήριο σε ένα και μόνο ασφαλές συμπέρασμα μπορεί να οδηγήσει. Οτι οι αντιφάσεις που παρουσιάζει είναι τέτοιες που την καθιστούν αναξιόπιστη. Ενδεικτικά, αλλά όχι περιοριστικά, αναφέρω ότι από κανένα σημείο της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκ. 4) δεν προκύπτει ότι αυτός είχε προαποφασίσει να εγκαταλείψει την εργασία του στις 30.04.2006 και ότι αυτό έκανε κατά την ημερομηνία αυτή, όπως ισχυρίσθηκε στην ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Αντιθέτως από το περιεχόμενο του Τεκ. 4 προκύπτει ότι ο ίδιος στις 05.05.2006, που έδωσε τη συγκεκριμένη κατάθεση, αφενός μεν θεωρούσε τον εαυτό του υπάλληλο στο πρακτορείο στοιχημάτων του παραπονούμενου (βλ. απάντηση 1), αφετέρου δε η εκδοχή του τότε ήταν ότι στις 30.04.2006, αφού παρέδωσε το ταμείο στον παραπονούμενο, απλά σχόλασε (βλ. απάντηση 9). Πέραν αυτής της βασικής, κατά την άποψή μου, αντίφασης, ο Κατηγορούμενος, ενώ στην κατάθεσή του ισχυρίσθηκε ότι, παρόλο που ο μισθός του ήταν £200.- την εβδομάδα, έπιανε μόνο £175.-, στην ένορκη μαρτυρία του ισχυρίσθηκε, ότι δεν έπαιρνε ποτέ μισθό, διότι ήταν πάντα χρεωμένος στον παραπονούμενο, καθώς δεν μπορούσε να αποφύγει να παίζει και ο ίδιος, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι του χρωστούσε και £2.000.- με £3.000.-. Σημειωτέον ότι για το συγκεκριμένο χρέος καμιά νύξη δεν κάνει στην κατάθεσή του ο Κατηγορούμενος, παρόλο που στην ένορκη μαρτυρία του ισχυρίσθηκε ότι το γεγονός ότι ήταν μονίμως χρεωμένος και δεν έπαιρνε μισθό ήταν και ο λόγος που αποφάσισε τελικά να εγκαταλείψει την εργασία του. Αναμφίβολα οι ανωτέρω αντιφάσεις στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου, δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά και αμφιβολίες για την αξιοπιστία του. Ομως σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατό να οδηγήσουν σε εύρημα ενοχής του, ενόψει του ακροσφαλούς υπόβαθρου της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ούτε βεβαίως να καλύψουν τα εγγενή ελλείμματα που αυτή παρουσιάζει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά και με βάση όλα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω και τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει για την αξιοπιστία του παραπονούμενου, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή της. Συναφώς ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/ Criminal//Final (Αναφορά: κλοπή υπό υπαλλήλου - άρθρο 268 Κεφ. 154- βάρος απόδειξης - αξιολόγηση μαρτυρίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο