← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Simon Quinn, Αρ. Υπόθεσης: 3228/07, 24.11.2008

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Simon Quinn, Αρ. Υπόθεσης: 3228/07, 24.11.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3228/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου V Simon Quinn Κατηγορούμενου ____________________________ 24.11.2008 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παύλος Κυριακίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μιχάλης Βασιλειάδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται για δημόσια βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 115 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 6η Δεκεμβρίου του 2003 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου έδωσε στον Αστυφύλακα 1830 Ν. Παπαριστοδήμου του ΤΑΕ Πάφου γραπτή κατάθεση, η οποία γνώριζε ότι είναι ψευδής, σχετικά με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, δηλαδή κατάγγειλε ότι η υπογραφή του σε έγγραφα μεταβίβασης του αυτοκινήτου του με αριθμούς εγγραφής 018V02 δεν τέθηκε από τον ίδιο, ενώ γνώριζε ότι υπέγραψε ο ίδιος. ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ Προκειμένου να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε, ως μάρτυρες κατηγορίας, τη Γ/Αστυφ. 3253 Μαρί-Ρίτα Ματάρ (Μ.Κ.1), τον Αστυφ. 1830 Νεόφυτο Παπαριστοδήμου (Μ.Κ.2), τον Αστυφ. 2079 Στέλιο Κουμούση (Μ.Κ.3), τον Πανίκο Ιωάννου, Πιστοποιών Υπάλληλο (Μ.Κ.4), τον Μιχάλη Χατζητοφαλή, Τελώνη (Μ.Κ.5) και τον Ανώτερο Υπαστυνόμο Μάριο Μαρκίδη(Μ.Κ.6). Πλην των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν συνολικά και είκοσι έξι

(26)τεκμήρια. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να κάνει την ακόλουθη ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. «Εντιμότατε το 2002 αγόρασα ένα αυτοκίνητο με καλή πίστη, το 2003 πήρα το αυτοκίνητό μου στην αποθήκη αποταμιεύσεως bonded, υπέγραψα έγγραφα τα οποία χρειάζονταν για τη διαδικασία για την αποθήκη αποταμίευσης bonded, αργότερα υποψιάστηκα ότι υπήρξε κάποιο πρόβλημα, πήγα στο Τελωνείο, τους είπα το παράπονό μου και μετά από αυτό μου έδωσαν ένα έγγραφο που ήταν τιμολόγιο πωλήσεως υπογραμμένο από μένα. Είπα στο Τελωνείο ότι αυτή δε μπορεί να είναι η υπογραφή μου διότι δεν έχω δει προηγουμένως αυτό το έγγραφο. Εισηγήθηκα να πάω στην αστυνομία, πήγα στην αστυνομία και τους είπα την ιστορία μου, ήθελα να διερευνηθεί η υπόθεση διότι πίστευα ότι εξαπατήθηκα και το τιμολόγιο το οποίο δεν είχα δει προηγουμένως, το εξήγησα αυτό στην αστυνομία και η αστυνομία φαίνεται ότι έδωσε περισσότερη έμφαση στην υπογραφή και όχι στην έκδοση του τιμολογίου ». Τα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες κατηγορίας έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέπεια η αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, οι οποίες αποτελούν επίσης μέρος της δικογραφίας, προσπάθησαν με σχετική επιχειρηματολογία να πείσουν για την ορθότητα των εισηγήσεών τους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Επειδή στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος κατήγγειλε ότι η υπογραφή του σε έγγραφα μεταβίβασης δεν τέθηκε από τον ίδιο και επειδή η μαρτυρία που ακούσθηκε αφορά τις υπογραφές του Κατηγορούμενου, τόσο στο τιμολόγιο με αρ. 110938 (Τεκ. 17), όσο και στο έντυπο μεταβίβασης (Τεκ. 18), πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας πρέπει να διευκρινίσω, ότι, σύμφωνα, με κοινή δήλωση των δυο ευπαιδεύτων συνηγόρων, η οποία έγινε στο στάδιο των αγορεύσεων και η οποία επί της ουσίας συνιστά κοινά αποδεκτό γεγονός και για τις δυο πλευρές, η αρχική καταγγελία του Κατηγορούμενου αφορούσε την υπογραφή του μόνο στο Τεκ. 17 και όχι στο Τεκ.
  1. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή όλους όσους έδωσαν ένορκη μαρτυρία, τους οποίους και παρακολούθησα επισταμένα να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου και έχω πλήρη αντίληψη για τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 3 ήταν τυπική και ως εκ τούτου δεν χρήζει οποιασδήποτε αξιολόγησης. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο εξεταστής του αρχικού παραπόνου του Κατηγορούμενου, στο οποίο αυτός είχε καταγγείλει ότι εξαπατήθηκε από το Φοίβο Κωνσταντίνου, πωλητή αυτοκινήτων από την Πάφο, σε σχέση με τη μεταβίβαση του οχήματος με αρ. εγγραφής 018V
  2. Η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, εκτός, για να είμαι δίκαιος, από τον ισχυρισμό του, ότι η καταγγελία που έκανε ο Κατηγορούμενος ήταν για πλαστογραφία της υπογραφής του από το Φοίβο Κωνσταντίνου. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, ούτε επίσης και για την αξιοπιστία, τόσο του συνόλου της μαρτυρίας του, όσο και της ειδικότερης θέσης του, που εξέφρασε κατά την αντεξέτασή του, ότι το παράπονο του Κατηγορούμενου ήταν αυτό που έγραψε στην κατάθεσή του (Τεκ. 2), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, καθώς η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται απόλυτα από το περιεχόμενο της κατάθεσης του ίδιου του Κατηγορούμενου (Τεκ. 4). Πιο συγκεκριμένα στην κατάθεσή του (Τεκ. 2) ο Μ.Κ.2 αναφέρει, επί λέξει, ότι «Την 06.12.03 καταγγέλθηκε από τον SIMON QUINN από Μ.Βρετανία και τώρα μόνιμος κάτοικος Κύπρου ότι κατά τον μήνα Ιανουάριο του 2002 αγόρασε από την εταιρεία PHIVOS CONSTANTINOU MOTORS LTD, ιδιοκτησία του Φοίβου Κων/νου, ένα αυτοκίνητο MITSUBISHI PAJERO, για το ποσό των £7.
  3. Το εν λόγω αυτοκίνητο ακολούθως εγγράφηκε και του δόθηκαν οι αριθμοί εγγραφής 018V
  4. Τον μήνα Φεβρουάριο του 2002 ο SIMON QUINN τοποθέτησε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγρ. 018V02 στην αποθήκη αποταμίευσης του Φοίβου Κων/νου, επειδή δεν ήθελε να το χρησιμοποιήσει και σκόπευε να το πωλήσει. Μάλιστα ζήτησε από τον Κωνσταντίνου να προσπαθήσει να του το πωλήσει και μάλιστα του παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα του Μ/οχήματος. Στη συνέχεια ο SIMON QUINN ενημερώθηκε από το Τελωνείο Πάφου ότι το αυτοκίνητο 018V02 αγοράσθηκε από τον Κωνσταντίνου, οπόταν και μετέβηκε στο Τελωνείο Πάφου όπου είχε συνάντηση με τελωνειακό υπάλληλο, όπου εκεί ισχυρίσθηκε ότι πρώτη φορά είδε το τιμολόγιο με αρ. 110928 και ανέφερε ότι δεν πώλησε το αυτοκίνητό του στον Κωνσταντίνου και ούτε υπέγραψε το εν λόγω τιμολόγιο. Μετά την εξέλιξη αυτή ο SIMON QUINN κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία». Ολα τα ανωτέρω γεγονότα επιβεβαιώνονται απόλυτα, όπως έχω προαναφέρει, από το περιεχόμενο της κατάθεσης του Κατηγορούμενου (Τεκ. 4) και συνάδουν πλήρως, τόσο με το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τελώνη (Μ.Κ.5) (Τεκ. 11), όσο και με την ένορκη προφορική μαρτυρία αυτού του μάρτυρα. Περιττεύει πιστεύω να αναφέρω ότι με το ίδιο σκεπτικό αποδέχομαι, ως πλήρως αξιόπιστη, και τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  5. Ούτε για την αξιοπιστία του Μ.Κ.4 διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία, καθώς επανέλαβε στο Δικαστήριο την ίδια εκδοχή σε σχέση με τη συμμετοχή του στην υπόθεση, που διατύπωσε στην κατάθεσή του (Τεκ. 10), δηλ. ότι πιστοποίησε τη γνησιότητα του τιμολογίου με αρ. 110938 (Τεκ. 17) στο γραφείο του, στην παρουσία μόνο του Φοίβου Κωνσταντίνου και όχι του Κατηγορούμενου. Οπως επανέλαβε και στο Δικαστήριο το συγκεκριμένο τιμολόγιο, όταν του το παρουσίασε ο Φοίβος Κωνσταντίνου, ήταν ήδη συμπληρωμένο και υπογραμμένο και πιστοποίησε τη γνησιότητά του, λόγω της εμπιστοσύνης που είχε στο Φοίβο Κωνσταντίνου και στη διαβεβαίωση του τελευταίου ότι δεν υπήρχε τίποτε το επιλήψιμο. Δεν έχω καμιά μαρτυρία, η οποία να ανατρέπει την ανωτέρω εκδοχή και κατά συνέπεια καμιά ένδειξη ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Οσον αφορά το ζήτημα, που κυρίως έθιξε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του, εάν και κατά πόσο ο Μ.Κ.4, ενήργησε σύννομα ή όχι, η ταπεινή μου άποψη είναι ότι, αφενός μεν δεν έχει σχέση με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν χρήζει επίλυσης, αφετέρου δε, ανεξάρτητα από το εάν ο Μ.Κ.4 ενήργησε σύννομα, το βέβαιο είναι ότι τα γεγονότα που έχει περιγράψει, σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πιστοποίησε τη γνησιότητα του τιμολογίου είναι, στην απουσία οποιασδήποτε αντίθετης μαρτυρίας, αδιαμφισβήτητα. Αναφορικά τέλος με τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 για την υπογραφή στην παρουσία του από τον Κατηγορούμενο του Τεκ. 18 δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία για την αλήθεια των λεγομένων του, ενόψει και του περιεχομένου του Τεκ. 16, δηλ. της γραφολογικής εξέτασης, παρόλο που ορθά επισημάνθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης ότι αυτό το ζήτημα δεν αναφέρεται στην κατάθεση του Μ.Κ.4 (Τεκ. 10). Και αυτό γιατί, αφενός μεν δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο θα πρέπει κάποιος μάρτυρας να κριθεί αναξιόπιστος απλά και μόνο διότι στην κατάθεσή του δεν αναφέρει κάποιο γεγονός για το οποίο κάνει αναφορά για πρώτη φορά στην ένορκη μαρτυρία του, αφετέρου δε διότι είναι πρόδηλο από το σύνολο της μαρτυρίας που έχω ενώπιόν μου, ότι όταν ο Μ.Κ.4 κλήθηκε και έδωσε την κατάθεση αυτό το οποίο διερευνούσε ο Μ.Κ.2 ήταν η γνησιότητα της υπογραφής του Κατηγορούμενου στο τιμολόγιο (Τεκ. 17) και προφανώς σε αυτό το ζήτημα περιστράφηκε η μαρτυρία του Μ.Κ.
  6. Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας θα ασχοληθώ με τη μαρτυρία του ειδικού γραφολόγου Μ.Κ.
  7. Στην Plilippou V Odysseos
(1989)1 CLR 1 επισημαίνονται, σε σχέση με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας πραγματογνωμόνων, τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Με την πρόοδο της γνώσης, επιστήμης και τεχνολογίας τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Η μαρτυρία ενός πραγματογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία, που μπορεί να μη βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και τις εμπειρίες του Δικαστή». Εχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή και σχολαστικότητα τη μαρτυρία του Μ.Κ.6, τόσο στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, όσο και της αντεξέτασής του, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του Τεκ. 16 και των υπόλοιπων τεκμηρίων, που κατέθεσε στο Δικαστήριο, και οφείλω να επισημάνω ότι, τόσο η συνοχή της, όσο και η αποδεικτική της βαρύτητα, έχουν εξέλθει τουλάχιστον αλώβητες από τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας. Με το πιο πάνω σκεπτικό αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της και δη τα συμπεράσματά του, με τη μορφή ευρημάτων του Δικαστηρίου, σε σχέση με την επίλυση των επίδικων θεμάτων αυτής της υπόθεσης και ειδικότερα τη θέση του ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές, τόσο στο Τεκ. 17, όσο και στο Τεκ. 18, είναι γνήσιες υπογραφές του Κατηγορούμενου. Οσον αφορά την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, οφείλω να επισημάνω, όπως είναι άλλωστε νομολογημένο, ότι οι ανώμοτες δηλώσεις έχουν κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία. Σχετικό με το πιο πάνω νομικό αξίωμα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη Σίφουνας και άλλος V Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις 115/06 και 125/06, ημερ. 21.02.2007: «Ως προς δε τα σχόλια που γίνονται για την ανώμοτη δήλωση των κατηγορουμένων και ιδιαίτερα τον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα απέρριψε την εκδοχή που προβλήθηκε σ΄ αυτές, αρκεί να λεχθεί ότι οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση της οποίας η αξία, σύμφωνα με τη νομολογία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 αλλά και R. v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284), είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Εν πάση περιπτώσει, το δικαστήριο σαφώς προτίμησε τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής την οποία βρήκε καθ΄ όλα αξιόπιστη και πειστική». Στη βάση των όσων έχω καταγράψει ανωτέρω σε σχέση με την αξιοπιστία και συναφώς την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής προτιμώ, ασυζητητί, αυτή τη μαρτυρία από τα όσα ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωσή του, όπου, ειρρήσθω εν παρόδω, αποφεύγει επιμελώς να αποδεχθεί, έστω και την υστάτη, ότι η επίδικη υπογραφή στο τιμολόγιο είναι δική του. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Εχοντας κατά νου όλα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω για την αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσκομισθείσας μαρτυρίας βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Στις 06.12.2003 ο Κατηγορούμενος κατήγγειλε στο ΤΑΕ Πάφου ότι τον Ιανουάριο του 2002 αγόρασε από την εταιρεία PHIVOS CONSTANTINOU MOTORS LTD, ιδιοκτησία του Φοίβου Κωνσταντίνου, ένα αυτοκίνητο MITSUBISHI PAJERO, για το ποσό των £7.000, το οποίο στη συνέχεια εγγράφηκε και του δόθηκαν οι αριθμοί εγγραφής 018V
  1. Σύμφωνα με την καταγγελία το Φεβρουάριο του 2002 ο Κατηγορούμενος τοποθέτησε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγρ. 018V02 στην αποθήκη αποταμίευσης του Φοίβου Κωνσταντίνου, επειδή δεν ήθελε να το χρησιμοποιήσει και σκόπευε να το πωλήσει. Μάλιστα ζήτησε από τον Κωνσταντίνου να προσπαθήσει να του το πωλήσει και για το σκοπό αυτό του παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα του οχήματος. Στη συνέχεια, σύμφωνα πάντα με την καταγγελία ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε από το Τελωνείο Πάφου ότι το προαναφερόμενο αυτοκίνητο αγοράσθηκε από τον Κωνσταντίνου, οπότε μετέβηκε στο Τελωνείο Πάφου όπου είχε συνάντηση με το Μ.Κ.5 και τον προϊστάμενό του, όπου εκεί, όταν του υποδείχθηκε από το Μ.Κ.5 το τιμολόγιο με αρ. 110938 (Τεκ. 17), ισχυρίσθηκε ότι πρώτη φορά το έβλεπε, ότι δεν πώλησε το αυτοκίνητό του στον Κωνσταντίνου και ότι δεν υπέγραψε το εν λόγω τιμολόγιο. Μετά την εξέλιξη αυτή ο Κατηγορούμενος κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία, παραπονούμενος για την ισχυριζόμενη εξαπάτησή του από το Φοίβο Κωνσταντίνου και ζητώντας την τιμωρία του. Η Αστυνομία διερεύνησε, ως όφειλε, την καταγγελία του Κατηγορούμενου και κατέληξε στην ποινική δίωξη του Κατηγορούμενου για το αδίκημα της δημόσιας βλάβης και όχι του Φοίβου Κωνσταντίνου για απάτη, διότι από τη γραφολογική εξέταση αποδείχθηκε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή ήταν γνήσια υπογραφή του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω από τη γραφολογική εξέταση αποδείχθηκε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο έντυπο μεταβίβασης του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής 018V02 (Τεκ. 18) ήταν επίσης γνήσια υπογραφή του Κατηγορούμενου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το αδίκημα της δημόσιας βλάβης ποινικοποιείται στο άρθρο 115 του Ποινικού Κώδικα, όπου προνοείται ότι: «Οποιος, γνωρίζει ότι δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος δημόσιας βλάβης, και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου». Από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχει προκύψει ότι ο Κατηγορούμενος στις 06.03.2003 υπέγραψε, ως Πωλητής, το τιμολόγιο με αρ. 110938, το οποίο στην αρχική του κατάθεση-παράπονο (Τεκ.4) αμφισβητούσε όχι μόνο ότι υπέγραψε, αλλά και ότι είχε δει αυτό το έγγραφο μέχρι την ημέρα που του υποδείχθηκε από το Μ.Κ.
  2. Εκδηλα λοιπόν αποδεικνύεται από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης ότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου ήταν ψευδείς. Στην Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και άλλοι V Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628 τονίζεται ότι: «Καταφυγή στο ψεύδος, προς το σκοπό απόκρυψης κρίσιμων γεγονότων, κατατείνει σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα - (Mawaz Khan v. Reginam [1967] 1 All E.R. 80· George O. Philotas v. The Republic
(1967)2 C.L.R. 13). Καθώς εξηγήσαμε στην Αλ-Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί (θετικά) τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος· παρέχει, όμως, μαρτυρία «η οποία επεξηγεί και ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση», (σελ. 137) - (βλ., επίσης, Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444)». Στην παρούσα υπόθεση η προσφυγή του Κατηγορούμενου στο ψεύδος, τόσο σε σχέση με την υπογραφή του στο τιμολόγιο, όσο και με τον ισχυρισμό του ότι δεν το είχε δει προηγουμένως, κατά την αρχική καταγγελία του στην Αστυνομία, αλλά θα πρόσθετα και κατά τη διάρκεια της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης, όπου παρόλο που ήταν πλέον γνωστό στον ίδιο το αποτέλεσμα της γραφολογικής εξέτασης, επέμεινε μέχρι τέλους στην αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής του, χωρίς όμως να προσκομίσει οποιαδήποτε περί του αντιθέτου επιστημονική ή άλλη μαρτυρία, ρίχνει άπλετο θα έλεγα φως στη συμπεριφορά του και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία, ότι ο ίδιος και γνώριζε προφανώς στις 06.12.2003 ότι η υπογραφή του στο Τεκ. 17 ήταν δική του, αφού είναι το πρόσωπο που την έθεσε και ενώ το γνώριζε κατήγγειλε στο Μ.Κ.2 το Φοίβο Κωνσταντίνου, ότι τον εξαπάτησε, στη βάση του ότι η υπογραφή του στο συγκεκριμένο τιμολόγιο δεν είχε τεθεί από τον ίδιο, που σημαίνει, εξ' αντιδιαστολής και παρά τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης, ότι αυτό που επί της ουσίας κατήγγειλε στις 06.12.2003 ο Κατηγορούμενος, έστω και εάν δεν το αναφέρει με αυτές τις λέξεις στην κατάθεσή του (Τεκ. 4) είναι ότι η υπογραφή του στο Τεκ. 17 ήταν πλαστογραφημένη. Με το πιο πάνω σκεπτικό δεν αποδέχομαι την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε την ημέρα που έδωσε την κατάθεση-παράπονο ότι είχε υπογράψει το τιμολόγιο, διότι αυτό ήταν στα ελληνικά, γλώσσα που αυτός δεν γνωρίζει, και διότι του δόθηκε να το υπογράψει μαζί με άλλα έγγραφα, χωρίς ο ίδιος, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, να αντιληφθεί τι υπέγραφε. Πέραν τούτου οι εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, αφενός μεν στην απουσία οποιασδήποτε αξιόπιστης μαρτυρίας που να τις υποστηρίζει, αφετέρου δε διότι από το σώμα του τιμολογίου (Τεκ. 17) προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να αντιληφθεί το περιεχόμενό του, αφού τα πλείστα των όσων περιλαμβάνει, έχουν τυπογραφηθεί ή συμπληρωθεί και στην αγγλική γλώσσα. Τροποποίηση Κατηγορητηρίου με την προσθήκη 2ης Κατηγορίας Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι «την 6η Δεκεμβρίου του 2003 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου έδωσε στον Αστυφύλακα 1830 Ν. Παπαριστοδήμου του ΤΑΕ Πάφου γραπτή κατάθεση, η οποία γνώριζε ότι είναι ψευδής, σχετικά με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, δηλαδή κατάγγειλε ότι η υπογραφή του σε έγγραφα μεταβίβασης του αυτοκινήτου του με αριθμούς εγγραφής 018V02 δεν τέθηκε από τον ίδιο, ενώ γνώριζε ότι υπέγραψε ο ίδιος». Από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχει προκύψει ότι αυτό που κατήγγειλε ο Κατηγορούμενος στις 06.03.2003 στο Μ.Κ.2 είναι ότι η υπογραφή του στο τιμολόγιο με αρ. 110938 (Τεκ. 17) δεν τέθηκε από τον ίδιο και ότι η καταγγελία του δεν αφορούσε την υπογραφή του σε έγγραφα μεταβίβασης και δη για να μην υπάρχει καμιά παρερμηνεία στο Τεκ. 18. Είναι πρόδηλο λοιπόν ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικασθεί στην 1η Κατηγορία, με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, που εμπεριέχονται σε αυτή. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος στην 1η Κατηγορία αθωώνεται. Το Δικαστήριο βεβαίως σε αυτό το στάδιο μπορεί να τροποποιήσει το Κατηγορητήριο, προσθέτοντας 2η Κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου, δυνάμει του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, οι λεπτομέρειες της οποίας να συνάδουν με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Οπως λέχθηκε στην υπόθεση Fatma Mehmet V The Police
(1970)2 CLR 62, σκοπός των προνοιών των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155 είναι να παράσχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να απονείμει δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορούν να οδηγήσουν στην αθώωση του κατηγορούμενου, παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν τη θέσπιση των εν λόγω άρθρων. Για την εφαρμογή του άρθρου 85
(4)πρέπει να συντρέχουν οι εξής τέσσερις
(4)προϋποθέσεις: (α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο (β) Είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου (γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου (δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του. Οι προϋποθέσεις αυτές έχουν διατυπωθεί κατά τον πιο πάνω τρόπο από τη Νομολογία, εν όψει του κειμένου του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155 (βλ. Κυριάκου v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 458). Στην προκείμενη υπόθεση κρίνω ότι και οι τέσσερις προϋποθέσεις πληρούνται σωρευτικά, καθώς, ενώ από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει η διάπραξη του αδικήματος της δημόσιας βλάβης από τον Κατηγορούμενο, είναι αδύνατη η καταδίκη του σε αυτή την κατηγορία, χωρίς την τροποποίηση του Κατηγορητηρίου, με την καταδίκη του στην κατηγορία αυτή ο Κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε μεγαλύτερη ποινή από ότι προηγουμένως και επίσης δεν βλέπω με ποιο τρόπο η μεταβολή του Κατηγορητηρίου θα επηρεάσει την υπεράσπιση του Κατηγορούμενου, εφόσον πρόκειται για το ίδιο αδίκημα και ήδη υπάρχει κοινή παραδοχή αμφοτέρων των συνηγόρων, ότι στην αρχική του καταγγελία ο Κατηγορούμενος αμφισβητούσε την υπογραφή του στο Τεκ. 17. Ως εκ τούτου ασκώντας την εξουσία που έχω από το άρθρο 85
(4)της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155, προβαίνω στην τροποποίηση του Κατηγορητηρίου με την προσθήκη της ακόλουθης 2ης Κατηγορίας: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Δημόσια βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 115 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 6η Δεκεμβρίου του 2003 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου έδωσε στον Αστυφύλακα 1830 Ν. Παπαριστοδήμου του ΤΑΕ Πάφου γραπτή κατάθεση, η οποία γνώριζε ότι είναι ψευδής, σχετικά με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, δηλαδή κατήγγειλε ότι η υπογραφή του στο τιμολόγιο με αρ. 110938, ημερ. 06.03.2003, δεν τέθηκε από τον ίδιο, ενώ γνώριζε ότι υπέγραψε ο ίδιος. Ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται στην Κατηγορία αυτή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία την υπόθεσή της εναντίον του Κατηγορούμενου στην 1η Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία αυτή. Στη 2η Κατηγορία, όπως αυτή προστέθηκε με την τροποποίηση του Κατηγορητηρίου, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία την υπόθεσή της εναντίον του Κατηγορούμενου. Συναφώς ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη 2η Κατηγορία. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/ Criminal//Final (Αναφορά: δημόσια βλάβη-άρθρο 115 Κεφ. 154-αξιολόγηση μαρτυρίας-αποδεικτική αξία ανώμοτης δήλωσης-τροποποίηση κατηγορητηρίου-άρθρο 85
(4)Κεφ. 155 ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.