← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Ηλίας Γερασίμου Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13276/07, 18 Δεκεμβρίου, 2008

Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Ηλίας Γερασίμου Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13276/07, 18 Δεκεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13276/07 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας Κατηγορούσας Αρχής Εναντίον

  1. Ηλίας Γερασίμου Λτδ
  2. Ηλίας Γερασίμου
  3. Aristo Developers Ltd Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για τη Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ΄Κύρου ( κα Π΄Λαζάρου, για να ακούσει απόφαση) Για τους Κατηγορούμενους 1 & 2׃ κ. Ιωάννου Κατηγορούμενος 2׃ παρών Για Κατηγορούμενους 3׃ κα Γεωργιάδου (κ. Π΄Χαραλάμπους, για να ακούσει απόφαση) ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενες εταιρείες 1 και 3 αντιμετωπίζουν τη κατηγορία της παράλειψης λήψης και τήρησης μέτρων για τη διαφύλαξη της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτουμένων ( 1η και 3η Κατηγορία, αντίστοιχα) ενώ ο κατηγορούμενος 2, τη κατηγορία της διευκόλυνσης απο αμέλεια παράλειψης λήψης και τήρησης μέτρων για τη διαφύλαξη της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτουμένων (2η Κατ.). Πρίν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των κατηγορουμένων 1,2 και 3 ότι η διαδικασία θα πρέπει να διακοπεί γιατί σύμφωνα με την εισήγηση τους, παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το δικαίωμα των πελατών τους για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως ορίζει το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Αντίθετη βέβαια εισήγηση προέβαλε για το ζήτημα ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ο οποίος ανέπτυξε αντίθετη επιχειρηματολογία. Η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου και κατοχυρώνεται από το άρθρο 30

(2)του Συντάγματος το οποίο διαλαμβάνει ότι: «Έκαστος, κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρέαστου, δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου ιδρυόμενου διά νόμου». Το δικαίωμα τούτο όπως κατοχυρώνεται από τη συνταγματική διάταξη, είναι όμοιο με το δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 6.1. της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και η οποία κυρώθηκε με τον Περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό) Ν. 39/62, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: "In the determination. of any criminal charge against him, everyone is entitled to a. hearing within a reasonable time." Στο σύγγραμμα του κ. Λοϊζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» στη σελ. 188 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 30
(2): «..Κρίθηκε ότι η υπερβολική καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά σημαντικό κίνδυνο, ειδικά ως προς το σεβασμό του κράτους δικαίου. Το Σύνταγμα καθιστά τη διασφάλιση ακριβοδίκαιης δίκης ευθύνη του δικαστηρίου» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χ. Καψού,
(2004)2 ΑΑΔ 127 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το σκοπό της συνταγματικής πρόνοιας για διάγνωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορούμενου εντός ευλόγου χρόνου: «Είναι προφανής ο σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας. Είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης». Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Mills v. Her Majesty´s Advocate,
(2002)3 W.L.R., 1597 στη σελ. 1604: «Σε ποινικές υποθέσεις, ιδιαίτερα είναι διαμορφωμένο, όπως αποφεύγεται ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη του. Είναι, επίσης αναγνωρισμένο, ότι η καθυστέρηση δυνατόν να επιφέρει την απώλεια αθωωτικής μαρτυρίας ή τη φθορά στην ποιότητα της μαρτυρίας γενικότερα. Έχει, επίσης, ειπωθεί, ότι το ασφαλές μιας ετυμηγορίας, η οποία εκδίδεται πολύ μετά το αδίκημα συχνά αποτελεί το αντικείμενο αμφισβήτησης και υπονομεύει την εμπιστοσύνη του δημοσίου στο ποινικό δικαϊκό σύστημα». Στην απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ, 330 το ζήτημα του εύλογου χρόνου έτυχε ευρείας ανάλυσης. Σ' αυτή, στη σ. 354, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Procurator Fiscal v. Watson [2002] 4 All ER
  1. « Η πρόνοια για εύλογη περίοδο κράτησης και η απαίτηση για εύλογο χρόνο παρέχουν σημαντικά δικαιώματα στον πολίτη και δεν πρέπει να υποβαθμίζονται ή να εξασθενούν. Πλην όμως ο πολίτης δεν απολαμβάνει αυτά τα δικαιώματα στο κενό. Είναι μέλος της κοινωνίας και τα άλλα μέλη της κοινωνίας έχουν συμφέροντα και αξίζουν σεβασμού. Αυτό αναγνωρίσθηκε από το Δικαστήριο στην Sporroring n. Sweden [1982] 5 E.H.r.R. 35, 52 όταν στην απόφαση του αναφέρθηκε στην χάραξη ενός δικαίου ισοζυγίου ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και των απαιτήσεων για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πολίτη, η αναζήτηση του οποίου ισοζυγίου είναι σύμφυτη στην όλη Σύμβαση. Eνώ για τους λόγους που έχουν ήδη δοθεί είναι σημαντικό όπως οι ύποπτοι που αναμένουν τη δίκη τους δεν πρέπει να κρατούνται για μεγαλύτερη περίοδο από ότι είναι ευλόγως αναγκαία, και ότι οι διαδικασίες (περιλαμβανομένης και της έφεσης) πρέπει να αποφασίζονται με εύλογη ταχύτητα, υφίσταται επίσης ένα σημαντικό αντίστοιχο δημόσιο συμφέρον για την προσαγωγή σε δίκη εκείνων εναντίον των οποίων υπάρχει εύλογη υποψία για διάπραξη εγκλημάτων και σε περίπτωση καταδίκης τους να τους επιβληθεί η κατάλληλη ποινή. Αν η αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της δικαιοσύνης τεθούν σε κίνδυνο λόγω υπερβολικής καθυστέρησης στην προσαγωγή των κατηγορουμένων σε δίκη τείνουν επίσης να τεθούν σε κίνδυνο οσάκις εκείνοι οι οποίοι ενδεχομένως είναι ένοχοι εγκλημάτων αποφεύγουν την τιμωρία που τους αξίζει.» Στη σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris & Leo Zirack, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γ. Α. Μιτσή και Ε. Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα ακόλουθα σε ελληνική μετάφραση: « Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα υπεισέρχονται, όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χρόνος της προθεσμίας. Η επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια:
  2. Την πολυπλοκότητα της υπόθεσης
  3. Τη σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα
  4. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα
  5. τη στάση των διοικητικών και δικαστικών αρχών (βλ. επίσης Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203). Η πολυπλοκότητα μπορεί να οφείλεται στον αριθμό των κατηγοριών και των κατηγορουμένων (βλ. Ringeisen v. Austria (No. 2)
(1971)1 EHRR 455), στην ανάγκη εξασφάλισης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. Wemhoff v. FRG A7
(1968)και στον όγκο της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί (βλ. Eckle v. Germany
(1982)51 EHRR). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 επισημάνθηκε, ότι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετούνται στην ίδια υπόθεση και η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ο αριθμός των κατηγορουμένων και η φύση των κατηγοριών μπορεί να δικαιολογήσει καθυστέρηση στη συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δόλου, πλαστογραφίας εγγράφων, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και συνωμοσίας για τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Στην υπόθεση Καψού (πιο πάνω) αναφέρονται επίσης τα ακόλουθα: «Η καθόλου νομολογία δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης, υπέρβαση της οποία θα θεωρείται ότι θα έβγαινε έξω από τα όρια του εύλογου χρόνου και δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά. Στον καθορισμό του μέτρου κρίσης για το εύλογο του χρόνου πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, το περίπλοκο και οι εγγενείς δυσκολίες της υπόθεσης, η καθόλου στάση των ανακριτικών και δικαστικών αρχών καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου». Στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Κώστα Μέλιου Μενελάου (πιο πάνω) καταγράφεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγραμμα των D.J. Harris M. O´ Boyle και C. Warbrick "Law of the European Convention of Human Rights", (σε Ελληνική μετάφραση). «Το εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο σε ποινικές όσο και σε μη ποινικές υποθέσεις εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο χρονικό διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμόδιων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι η εξέταση του κάθε παράγοντα ξεχωριστά και μετά ο υπολογισμός των σωρευτικών τους επιπτώσεων. Μολονότι, κάποιες περιπτώσεις καθυστέρησης που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να φαίνονται εύλογες, δυνατόν να μην κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε δόγμα αξιολόγησης του χρόνου, τουλάχιστον, ρητά όταν υπολογίζεται το εύλογο του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απλά προβαίνει στην δική του αξιολόγηση για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Όταν δε το κάνει αυτό πρέπει να έχει υπόψη του ότι το άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια επίσπευση, η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της δικαιοσύνης». Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων στην υπόθεση Attorney-General´s Reference (No 2/01) η οποία δημοσιεύτηκε την 11.12.2003 στους Times Law Reports. Αποφασίστηκε, πως ποινική διαδικασία δυνατόν να ανασταλεί για το λόγο, ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο, εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης ή για κάποιο λόγο που είναι πειστικός θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands
(1995)19 EHRB 477, σημειώθηκε πλήρης αδράνεια δεκαπέντε μηνών στην ακροαματική διαδικασία που οφειλόταν στη καθυστέρηση διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης από το Εφετείο στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι η πλήρης αδράνεια στην προώθηση της υπόθεσης, για την οποία καμία δικαιολογία δεν είχε δοθεί, παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου. Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, ο Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το καθορισμό του μέτρου, για το εύλογο του χρόνου, στη σ. 222, ανάφερε τα εξής: «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορούμενου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου». Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του Αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 ALL ER 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2. του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείες είναι οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα Δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου». Τέλος στην υπόθεση Ζήνωνος v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 71, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε, ότι ο λόγος της καθυστέρησης της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης οφειλόταν στον περίπλοκο χαρακτήρα του κατηγορητηρίου, που περιελάμβανε 55 κατηγορίες εναντίον 2 κατηγορουμένων και οι οποίες περιελάμβαναν κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφων, κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και συνωμοσία και ότι η ποινική ευθύνη του εφεσείοντος διαπιστώθηκε μέσα σε χρονικό διάστημα 2 χρόνων και 7 μηνών, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η καθυστέρηση δεν ήταν υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται, ότι εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Στην υπόθεση Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100 η ακροαματική διαδικασία συμπληρώθηκε 6 χρόνια μετά την καταγγελία και 5 χρόνια από την ημερομηνία καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε, ότι η πιο πάνω καθυστέρηση συνιστούσε εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αρνήθηκε να διατάξει επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στη καθυστέρηση της διεκπεραίωσης μιας ποινικής υπόθεσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Αν και ένας κατηγορούμενος δεν έχει την υποχρέωση να "συνεργαστεί ενεργητικά με τις δικαστικές εξουσίες", το κράτος δεν φέρει ευθύνη για καθυστέρηση, η οποία σημειώνεται όταν ο κατηγορούμενος αρνείται να διορίσει δικηγόρο (βλ. Corigliano v. Italy A57
(1982)ή ξεφεύγει από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή εξαφανίζεται ενόσω εκκρεμεί εναντίον του η εκδίκαση της υπόθεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση το χρονικό διάστημα που διαρρέει δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προς όφελος του στον καθορισμό του εύλογου χρόνου. Όσον αφορά τη συμπεριφορά των δικαστικών οργάνων πρέπει να λεχθεί, ότι η εκδίκαση ποινικών υποθέσεων απαιτεί την όσο το δυνατόν συντομότερη διεκπεραίωση τους. Στην υπόθεση Abdoella v. The Netherlands
(1995)20 EHRR 585, στην οποία είχε σημειωθεί μια καθυστέρηση 4½ χρόνων από τη σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την συμπλήρωση της τελευταίας έφεσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι υπήρξε παραβίαση της επιταγής του εύλογου χρόνου. Επισημαίνεται, ότι έχουν διαπιστωθεί παραβιάσεις του άρθρου 6 της Σύμβασης σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης (βλ. Eckle v. Germany (πιο πάνω)), στη καταχώρηση αναστολής δίωξης (βλ. Orchin v. UK No. 8435/78) και στην αποστολή μιας υπόθεσης από ένα Δικαστήριο σε άλλο (Foti v. Italy A 56
(1982). Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στις εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (Νο. 13) αναφορικά με το άρθρο 6 της Σύμβασης, όπου γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, στις οποίες η επίμαχη χρονική περίοδος κρίθηκε εύλογη ή μη ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση τα αδικήματα τα οποία καταλογίζονται στους κατηγορούμενους, προκύπουν απο το ίδιο περιστατικό, που ήταν ατύχημα που επισυνέβη σε χώρο εργασίας στις 6/11/2004, εδώ και τέσσερα και πλέον δηλαδή χρόνια, χωρίς η ποινική ευθύνη των κατηγορούμενων να έχει μέχρι σήμερα διαγνωσθεί. Υπό το φως των περιστατικών της υπόθεσης θα πρέπει να κριθεί το εύλογο ή μη του πιο πάνω χρονικού διαστήματος που παρήλθε. Από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης διαπιστώνεται, ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε τρία και πλέον χρόνια μετά τη διάπραξη των ισχυριζόμενων αδικημάτων. Σύμφωνα με αυτό, η κατηγορούμενη εταιρεία 1, στις 6/11/04 σε εργοτάξιο στο Νέο Χωριό της επαρχίας Πάφου, ( Neo Chorio Aristo Pregos Villas), ενώ ήταν εργοδότης και εκτελούσε οικοδομικές εργασίες, παρέλειψε να λάβει και να τηρήσει τα μέτρα ασφάλειας έναντι πτώσης ιδίως δε, κατάλληλων εξοπλισμών ή/και μηχανισμών συλλογικής προστασίας ή/και εξαρτισμό ή/και κατάλληλα μέσα πρόσβασης απο και πρός το χώρο εργασίας για τους εργοδοτούμενους της που εκτελούσαν εργασίες σε ύψος πέραν των 2 μέτρων, με αποτέλεσμα ο εργοδοτούμενος της Emad Ebeseba, να πέσει απο ύψος περίπου 6.50 μέτρων και να τραυματισθεί σοβαρά στη σπονδυλική στήλη (1η Κατ.). Ο κατηγορούμενος 2, ότι ενώ ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης εταιρείας 1, στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 1η κατηγορία, διευκόλυνε απο αμέλεια, την παράλειψη της κατηγορούμενης εταιρείας 1, να λάβει και να τηρήσει τα μέτρα ασφάλειας, ιδίως δε, κατάλληλο εξοπλισμό ή/και μηχανισμό συλλογικής προστασίας ή/και εξαρτισμό ή/και κατάλληλα μέσα πρόσβασης για τους εργοδοτούμενους της που εκτελούσαν εργασίες σε ύψος πέραν των 2 μέτρων, με αποτέλεσμα ο εργοδοτούμενος Emad Ebeseba, να πέσει απο ύψος περίπου 6.50 μέτρων και να τραυματισθεί σοβαρά στη σπονδυλική στήλη ( 2η Κατ.). Η κατηγορούμενη εταιρεία 3, κατηγορείται τέλος ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 1η κατηγορία, ενώ ήταν εργολάβος ολόκληρου του έργου, παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας έναντι πτώσης για τα πρόσωπα στην εργασία, ιδίως δε κατάλληλο εξοπλισμό ή/και μηχανισμό συλλογικής προστασίας ή/και εξαρτισμό ή/και κατάλληλα μέσα πρόσβασης πρός και απο τις θέσεις εργασίας με αποτέλεσμα ο Emad Ebeseba, εργοδοτούμενος υπεργολάβου (της κτηγορούμενης εταιρείας 1) να πέσει απο ύψος περίπου 6.50 μέτρων και να τραυματισθεί σοβαρά στη σπονδυλική στήλη ( 3η Κατ.). Τα πιο πάνω γεγονότα, είναι αυτά που εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Απο αυτά προκύπτει πράγματι, ότι υπήρξε καθυστέρηση στη καταχώρηση της υπόθεσης. Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αποδίδονται στους κατηγορούμενους και λαμβανομένου υπόψη ότι και οι τρείς κατηγορίες που τους καταλογίζονται, αναφύονται απο το ίδιο ακριβώς ατύχημα που επισυνέβη την ίδια ακριβώς ημερομηνία και στο ίδιο ακριβώς μέρος, ότι ο αριθμός των μαρτύρων όπως προκύπτει απο το κατηγορητήριο είναι πολύ περιορισμένος, είναι μόνο τρείς, η υπόθεση δεν διαφαίνεται πολύπλοκη για τη κατηγορούσα αρχή. Αξιοσημείωτο είναι ότι καμία εισήγηση δεν έγινε προς την πιο πάνω κατεύθυνση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Παρά ταύτα παρήλθαν τρία ολόκληρα χρόνια και σχεδόν δύο μήνες για τη καταχώρηση της υπόθεσης. Οι λόγοι που δόθηκαν σαν εξήγηση απο τη κατηγορούσα αρχή για την παρέλευση του χρονικού αυτού διαστήματος, ήταν ότι μέχρι το Μάρτιο του επόμενου χρόνου απο το ατύχημα, το θύμα βρισκόταν στο νοσοκομείο και δεν ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση. Για τον περαιτέρω χρόνο που παρήλθε προέβαλε ο κ. Χ΄ Κύρου ως λόγο της καθυστέρησης, τη διαδικασία που ακολουθείται και η οποία ακολουθήθηκε και στην παρούσα περίπτωση μέχρι να αποφασισθεί η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης και η οποία σύμφωνα με το συνήγορο είναι χρονοβόρα και προυποθέτει τη δημιουργία έκθεσης και την παραπομπή του φακέλου σε διάφορα τμήματα και υπηρεσίες. Η εξήγηση που δόθηκε απο τη κατηγορούσα αρχή για τη καθυστέρηση που παρατηρείται μέχρι και το Μάρτιο του 2005, είναι τέτοια που δικαιολογεί τη καθυστέρηση των πέντε μηνών. Όμως ο δεύτερος λόγος που έχει προβληθεί για την περαιτέρω καθυστέρηση δεν μπορεί να γίναι αποδεκτός και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παρέλευση τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος για τη καταχώρηση της υπόθεσης απο το Μάρτη του 2005 μέχρι και τη καταχώρηση της στις 31/12/07. Η καθυστέρηση αυτή που διαρκεί δύο χρόνια και εννέα μήνες, παραμένει εντελώς αδικαιολόγητη. Η οποιαδήποτε καθυστέρηση για τη λήψη απόφασης για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον κάποιου ατόμου και οι οποιεσδήποτε χρονοβόρες εσωτερικές των διαφόρων εμπλεκομένων υπηρεσιών διαδικασίες, δεν επιτρέπεται να αποτελέσουν λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν τη μη έγκαιρη καταχώρηση υπόθεσης. Εάν τέτοιοι λόγοι κρίνονταν αποδεκτοί θα παρείχαν στις εκάστοτε διωκτικές αρχές, εύσχημες και απλές δικαιολογίες για οποιαδήποτε καθυστέρηση, ενώ περαιτέρω θα της παρείχαν την ευκαιρεία να προχωρεί στην ποινική δίωξη κάποιου ατόμου κατά το δοκούν και όποτε η ίδια ήθελε αποφασίσει προβάλλοντας τους πιο πάνω λόγους. Ενόψει όλων των πιο πάνω, συμπεριλαμβανομένου του ότι το ατύχημα απο το οποίο προέκυψαν τα αδικήματα που αποδίδονται στους κατηγορούμενους επισυνέβη στις 6.11.2004, ότι για την περίοδο απο το Μάρτιο του 2005 και μέχρι τη καταχώρηση του κατηγορητηρίου καμία ικανοποιητική εξήγηση δεν δόθηκε απο τη κατηγορούσα αρχή, θεωρώ ότι το κατηγορητήριο, καταχωρήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση, η οποία βαρύνει εξόλοκλήρου τη κατηγορούσα αρχή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Καψού, που πιό πάνω αναφέρθηκε, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Από την επισκόπηση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου προκύπτει ότι πάροδος περιόδου 3 - 5 χρόνων από την σύλληψη του κατηγορούμενου μέχρι την τελική εκδίκαση (και κατ' έφεση) της υπόθεσης θεωρήθηκε ότι παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου του άρθρου 6.1 της Σύμβασης. Και η πάροδος όμως συντομότερου χρόνου είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το άρθρο 6.1 αν καμιά δικαιολογία δεν δοθεί για την παντελή αδράνεια που παρατηρήθηκε». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι σε περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, που μια υπόθεση καταχωρείται με υπερβολική ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να είναι απρόθυμο να βρει, ότι υπήρξε παραβίαση του πιο πάνω άρθρου. Σε σχέση με το ζήτημα που εξετάζεται, σημαντική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου, 2005
(2)ΑΑΔ 653, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα׃ « Στην παρούσα περίπτωση η συνολική καθυστέρηση που παρατηρείται απο την ημερομηνία σύλληψης μέχρι την απαλλαγή των εφεσιβλήτων ανέρχεται σε 21/2 χρόνια και πιό συγκεκριμένα σε 31 μήνες. Αν η έφεση που έχει ασκηθεί γίνει αποδεκτή, τότε θα πρέπει να παραμερισθεί η αθωωτική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και να διαταχθεί η επανεκδίκαση της. Τα στοιχεία τα οποία προβληματίζουν είναι ότι, ο καθορισμός της χρονικής διάρκειας της επανεκδίκασης δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί αφού θα υπάρχουν δύο κατηγορούμενοι, οι κατηγορίες φαίνεται να είναι αρκετά σοβαρές και αναμένεται ότι θα προβληθούν οι ίδιες ενστάσεις αναφορικά με την παράθεση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, που θα οδηγήσουν στην διεξαγωγή δικών εντός δίκης. Επιπρόσθετα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο αριθμός των μαρτύρων που θα κληθούν να καταθέσουν τόσο απο την κατηγορούσα αρχή όσο και απο την υπεράσπιση ( εφόσον βεβαίως οι εφεσίβλητοι κληθούν σε απολογία), όπως επίσης και απο τα νομικά σημεία που πιθανό να εγερθούν. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια η διαταγή για την επανεκδίκαση της υπόθεσης δεν θα απέλεγε σε δίκαιη δίκη για τους εφεσίβλητους». Σε σχέση με το χρόνο που μεσολάβησε από τη καταχώρηση του κατηγορητηρίου και μέχρι σήμερα θα πρέπει να εξετασθεί και η συμπεριφορά των ίδιων των κατηγορούμενων, ζήτημα για το οποίο θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο. Όπως εμφαίνεται από αυτόν οι κατηγορούμενοι εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 14/2/08 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση και δεν παραδέχθηκαν ενοχή. Η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 3.11.08, ημερομηνία κατά την οποία η κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα αναβολής και στο οποίο οι κατηγορούμενοι συγκατάνευσαν. Η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε και αυτή επαναορίσθηκε για ακρόση στις 31/11/08, ημερομηνία κατά την οποία οι συνήγοροι τους, προέβαλαν το εξεταζόμενο ζήτημα. Ως αποτέλεσμα η υπόθεση ορίσθηκε για αγορεύσεις στις 21/11/08, ημερομηνία κατά την οποία τα μέρη αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω οι κατηγορούμενοι δεν προκάλεσαν με τη συμπεριφορά τους οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Για το γεγονός ότι παρά την παρέλευση τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος απο την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, δεν έχει ακόμα διαγνωσθεί η ποινική τους ευθύνη, προκύπτει ότι αυτοί δεν φέρουν καμία ευθύνη. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, ότι ο χρόνος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως αφετηρία για την επιμέτρηση του εύλογου χρόνου, είναι όχι η ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, αλλά η ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης. Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Χαραλαμπίδης πιο πάνω, ένα πρόσωπο θεωρείται ότι βρίσκεται υπό κατηγορία, εντός της έννοιας του άρθρου 6 της Ευρωπαικής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών όταν ειδοποιείτα επισήμως για τους εναντίον του ισχυρισμούς ή όταν επηρεάζεται ουσιωδώς απο τη διαδικασία που καταχωρείται εναντίον του. Στην Ποιν. Εφ. 103/07, Α. Πουμπουρής v. Αστυνομίας, ημερ. 14/1/08, λέχθηκαν τα ακόλουθα׃ « Οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου ήταν εύλογος ή το αντίθετο σε αδρές γραμμές είναι׃ (α) ο προσδιορισμός της ημερομηνίας απο την οποία αρχίζει η μέτρηση του χρόνου. Ως τέτοια, θεωρείται η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα κανονικής δίωξης ( βλ. Emmerson and Ashworth, Human Rights & Criminal Justice, 1st. Ed.2001). (β) Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης προσμετρά για να κριθεί το εύλογο του χρόνου που απαιτείται για την εκδίκαση μιας υπόθεσης, βλ. Μενελάου, ανωτέρω). (γ) Η συμπεριφορά των παραγόντων της δίκης, δηλαδή του Δικαστηρίου, της κατηγορούσας αρχής λαμβάνεται υπόψη για να κριθεί αν παραβιάστηκε το δικαίωμα της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου και μέσα σε εύλογο χρόνο». Στην υπόθεση Δημήτρη Μερχή v. Αστυνομίας, 2005
(2)ΑΑΔ 147, επαναλήφθηκε η παλαιότερη θέση, όπως αυτή τονίσθηκε στην υπόθεση Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294, ότι « η καθυστέρηση των ανακριτικών αρχών στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης στο δικαστήριο είναι ένας παράγων ο οποίος συνεκτιμάται στον προσδιορισμό του εύλογου χρόνου για τη διεπεραίωση της υπόθεσης». Στο σύγγραμμα των κ.κ. Κασπαρή, Σολομωνίδη και Στεφάνου, « Η Επιβολή Ποινών στην Κύπρο׃ Ποινικολογικές Πτυχές, Αρχές και Νομολογία», στην παρ. 9.16, στη σ.102, αναφέρονται τα ακόλουθα׃ « Ο χρόνος για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας έχει ως αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορούμενου, ενώ λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και διωκτικών αρχών όπως και εκείνη του κατηγορούμενου. Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος απο το χρόνο διάπραξης του αδικήματος δεν μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή του κατηγορούμενου απο τις εναντίον του κατηγορίες, εκτός εάν αποδεικνύεται απο τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και στοιχεία ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση ή πλήρης αδράνεια των ανακριτών ή της διωκτικής αρχής». . Στη συγκεκριμένη υπόθεση αφετηρία για επιμέτρηση του χρόνου, κρίνεται ότι αποτελεί η ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ότι αφετηρία του χρόνου θα πρέπει να αποτελέσει η ημερομηνία καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης στο Δικαστήριο. Και αυτό γιατί και όπως και πιο πάνω αναφέρεται με το τρόπο αυτό θα αφηνόταν στην εκάστοτε διωκτική αρχή η δυνατότητα να ενεργεί κατά το δοκούν και να επιλέγει η ίδια κατά τρόπο αυθαίρετο, το χρόνο προσαγωγής κάποιου κατηγορούμενου ενώπιον της δικαιοσύνης. Ο χρόνος που παρήλθε απο τη διάπραξη των αδικημάτων που αποδίδονται στους κατηγορούμενους και εν πάση περιπτώσει απο το Μάρτιο του 2005, αφού η παρέλευση του μεσολαβήσαντα χρόνου κρίθηκε δικαιολογημένη, μέχρι και τη καταχώρηση του κατηγορητηρίου είναι αδικαιολόγητα μεγάλος. Η μεγάλη καθυστέρηση στην άσκηση ποινικής δίωξης για μια υπόθεση η οποία όπως προαναφέρθηκε και παρά τη σοβαρότητα της δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βαθμό πολυπλοκότητας, δεν μπορεί να αγνοηθεί, όπως και δεν μπορεί επίσης να παραγνωρισθεί ότι παρά τη παρέλευση τεσσάρων χρόνων απο τη κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων και μέχρι σήμερα, η δίκη δεν έχει ακόμα ξεκινήσει, χωρίς γι΄αυτό οι κατηγορούμενοι να φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη. Δεν είναι επιτρεπτό μετά την παρέλευση τεσσάρων ολόκληρων χρόνων απο τη κατ' ισχυρισμό διάπραξη κάποιου αδικήματος, η δίκη του προσώπου στο οποίο αυτό αποδίδεται, να μην έχει ακόμα ξεκινήσει. Θα πρέπει ακόμα το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή παρά την παρέλευση του πιο πάνω χρονικού διαστήματος η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει να προσμετρήσει στη κρίση του Δικαστηρίου. Και αυτό γιατί στην περίπτωση που λάβει χώρα δίκη, αυτή δεν θα ήταν δίκη εντός εύλογου χρόνου αφού οπωσδήποτε θα χρειασθεί περαιτέρω χρόνος για αποπεράτωση της διαδικασίας, χρόνος που σήμερα δεν είναι δυνατό να υπολογισθεί επακριβώς. Οιοσδήποτε χρόνος προστεθεί στη διαδικασία, άγνωστος μεν, αλλά κάποιας διάρκειας δεν θα είχε άλλο αποτέλεσμα παρά τη συνεχή καταστρατήγηση του συνταγματικού δικαιώματος των κατηγορούμενων το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η διασφάλιση της συνταγματικής τάξης, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2, αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου και η διεξαγωγή της δίκης υπόκειται στον έλεγχο του εκδικάζοντος δικαστηρίου, αρχή, η οποία συνάδει με την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 405 και Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, υποδεικνύεται, ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30.2 καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της [(βλ. Paporis v. National Bank
(1986)1CLR 578, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Χάσσαν ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78) και (βλ. «το έργο της δικαιοσύνης ατελέσφορο και την απόφαση άκυρη» Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512)]. Στην Αίτηση Ευθυβούλου Λιασίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2319 επαναλαμβάνεται, ότι η δίκη καθίσταται άδικη, αν η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου διαπιστωθεί έξω από τα θέσμια της δίκαιης δίκης ή κατ' αντίθεση προς τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορούμενου, που εξασφαλίζονται από τα άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος. Στη Καψού, που πιο πάνω αναφέρθηκε, υιοθετήθηκε έμμεσα η πορεία ανακοπής υπόθεσης εφόσον διαπιστώνεται, ως εν προκειμένω, παράβαση συνταγματικού δικαιώματος. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης κρίνω ότι υπήρξε αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση και κατά συνέπεια, παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος των κατηγορούμενων για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Με καθοδήγηση όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης η διαδικασία κρίνεται άκυρη. Αναπόφευκτα δεν δύναται να προωθηθεί και θα πρέπει να ανακοπεί όπως και ανακόπτεται. Συνακόλουθα η κατηγορούμενη εταιρεία 1 απαλλάσσεται στη 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος 2, στη 2η κατηγορία και η κατηγορούμενη εταιρεία 3, στη 3η κατηγορία. (Υπ.) .............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.