Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ανδρέας Φάτταλ κ.α., Aρ. Υπόθεσης 6560/2008, 19.12.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 6560/2008 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου V
- Ανδρέας Φάτταλ
- Najjar Mohamad Ibrahim Ημερομηνία: 19.12.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Ζαννούπας Κατηγορούμενος 1 : Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκε, ότι δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να τον απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Συγκεκριμένα ο κ. Ζαννούπας, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται αφού ο δεύτερος κατηγορούμενος του οποίου η γραπτή κατάθεση έχει καταστεί τεκμήριο δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου για να δώσει μαρτυρία. Από την άλλη πλευρά, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ανάφερε ότι η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και το ζήτημα αφήνεται στο Δικαστήριο για να αποφασίσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Είναι θεμελιωμένο ότι μια κατηγορία απορρίπτεται στο στάδιο της συμπλήρωσης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής αν δεν έχει αποδειχθεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας ή αν η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορεί να βασίσει σε αυτή, την καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51) Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης το ορθό κριτήριο δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή του Κατηγορούμενου αλλά κατά πόσο, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση το Δικαστήριο θα μπορούσε να τον βρει ένοχο (Κουννίδη ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 ΑΑΔ 820) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, στις σελίδες 144 και 145 αναφέρονται τα ακόλουθα: Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως ,δηλαδή, μετά την προκαταρτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. To Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 του υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι σε αυτή τη έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες του νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 στην σελ 196 λέχθηκαν τα εξής: «Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί». Το αποδεικτικό βάρος της απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο αυτό συνίσταται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης (βλέπε σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, Loizou & Piki, σελ .11 και 176) Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλέπε Police ν Kallenos
(1980)J.S.C σελ 145). Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλέπε Shaban Bin Hussein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. σελ 1626). Όπως τονίσθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σωτηριάδης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 102 και Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363: « Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ΄ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι, κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται και στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R 250. Η υπόθεση R. V. Calbraith
(1981)2 All E.R. σελ 124 έχει διευκρινίσει και καθιερώσει το κριτήριο της αντικειμενικής αδυναμίας καταδίκης από την κρινόμενη ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα της μαρτυρίας σαν θέμα νομικής κρίσης (βλέπε επίσης και Fulcher
(1995)2 Cr. App.R.σελ. 251). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να ανατέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, δηλαδή ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενοψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Συμπερασματικά το έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο περιορίζεται στην αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ΄επέκταση εάν αντικειμενικά η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά το αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο δεν θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα προχωρήσω να εξετάσω την υπάρχουσα μαρτυρία, αντικειμενικά. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού (πρώτη κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος την 18η Ιουνίου 2008 στη Πάφο της Επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε παράνομα τον 2ο κατηγορούμενο σε υπό ανέγερση κατάστημα, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η κατηγορούσα αρχή δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα κατηγορίας αλλά εκ συμφώνου κατατέθηκαν τα πιο κάτω τεκμήρια το περιεχόμενο των οποίο δηλώθηκε ως παραδεχτό. 1) Γραπτή κατάθεση του Αστυφύλακα 3795 Γ. Μέρτα (Τεκμήριο1) 2) Γραπτή κατάθεση του Αστυφύλακα 1960 Θ. Παπαβασιλείου (Τεκμήριο 2). 3) Γραπτή κατάθεση της Γ/Αστ. 2836 Δ. Κυπριανίδου (Τεκμήριο 3). 4) Γραπτή κατάθεση του Αστυφύλακα 2527 Η. Ηλία (Τεκμήριο 4). Η ανακριτική κατάθεση του πρώτου κατηγορούμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 και η γραπτή κατάθεση του Najjar Mohamad Ibrahim Τεκμήριο 6. Για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά την μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχτεί εναντίον του κατηγορούμενου εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Ο Αστυφύλακας 3795 Γ. Μέρτα στις 18/6/2008 και ώρα 1030 κατόπιν γραπτής πληροφορίας μετάβηκε μαζί με τον Υπ/νο ΥΑΜ Πάφου Ν. Πενταρά, στη γωνία των οδών Βασιλέως Κωνσταντίνου με Ψαρών, σε υπό ανακαίνιση κατάστημα και κατόπιν παρακολούθησης 10 λεπτών εντόπισε ένα αλλοδαπό άνδρα να ασχολείται με πογιάτισμα εσωτερικά του καταστήματος. Αφού πλησίασε τον αλλοδαπό μαζί με τον υπεύθυνό του και του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και ιδιότητα τον ρώτησε πως ονομάζεται και από του κατάγεται. Αυτός του ανέφερε ότι ονομάζεται MOHAMMAD IBRAHIM και ότι είναι από τη Συρία. Στη συνέχεια τον ρώτησε αν έχει άδεια εργασίας και απάντησε «Όχι». Αμέσως τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης απασχόλησης και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «πρώτη ημέρα». Ανακρινόμενος προφορικά ανάφερε ότι εργοδότης του είναι ο Ανδρέας Φατάλ ο οποίος δεν ήταν παρών κατά τη σύλληψη. Από περαιτέρω έλεγχο διαπίστωσε ότι ο αλλοδαπός είναι ο NAJJAR MOHAMAD IBRAHIM από τη Συρία αρ. διαβ. Ν001550660, ημερ. Γέννησης 14.8.1983, ο οποίος αφίχθηκε στη Κύπρο παράνομα από τα κατεχόμενα. Ο Αστ. 1960 Θ. Παπαβασιλείου που υπηρετεί στην ΑΔΕ Πάφου και είναι τοποθετημένος στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό στις 18.6.2006 έλαβε με την βοήθεια διερμηνέα ανακριτική κατάθεση από τον Ανδρέα Φαττάλ σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση παράνομης εργοδότησης του αλλοδαπού Ibrahim Mohammad, από τη Συρία, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και μεταξύ άλλων ανάφερε ότι, ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς και αυτός απάντησε «ότι έχω θα το πω το Δικαστήριο». Η Γ/Α 2836 Δ. Κυπριανίδου που υπηρετεί στο Τμήμα μικροπαραβάσεων της ΑΔΕ την 19.6.2006 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου κατηγόρησε γραπτώς τον Najjar Mohamed Ibrahim από τη Συρια για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης και παραμονής και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «δεν παραδέχομαι». Ο Αστ 2527 Η. Ηλία 2836 υπηρετεί στο Τμήμα μικροπαραβάσεων της ΑΔΕ και στις 18.6.2008 με την βοήθεια διερμηνέα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Ibrahim Mohamed από τη Συρία για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο στην οποία μεταξύ άλλων δεν παραδέχεται την διάπραξη του αδικήματος. Το αδίκημα: Σύμφωνα με το άρθρο 14Β
(1)του Νόμου, Κεφ. 105, που δημιουργεί το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, τα συστατικά του στοιχεία, είναι: (α) Η εργοδότηση (β) αλλοδαπού Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 105 αλλοδαπός σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Όσον αφορά το ερώτημα αν Najjar Mohamad Ibrahim που είναι από την Συρία, θεωρείται αλλοδαπός, αυτό δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονότος. Συνεπώς, το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί, είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που είναι η εργοδότηση. Ως έννοια η εργοδότηση, εξ΄ορισμού, εμπεριέχει δύο στοιχεία. Εδράζεται στην συμβατική σχέση δύο προσώπων, κατά την οποία, το ένα μέρος, ο εργοδότης αναθέτει στο άλλο μέρος τον εργοδοτούμενο, την εκτέλεση κάποιας εργασίας. Επίσης αποτελεί μέρος των παραδεχτών γεγονότων (βλέπε Τεκμήριο 1) ότι ο Najjar Mohamad Ibrahim την 18/6/2008 βρίσκονταν σε υπό ανακαίνιση κατάστημα στην γωνία των οδών Βασιλέως Κωνσταντίνου με Ψαρών και ασχολείτο με πογάτισμα εξωτερικά του καταστήματος. Από το λεκτικό του άρθρου 14Β προκύπτει σαφώς ότι για να καταλήξει το Δικαστήριο σε θετικό συμπέρασμα για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, θα πρέπει να έχει προκύψει από την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που εργοδότησε τον αλλοδαπό και να αποδείξει την ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου μεταξύ τους και ως εκ τούτου το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης. Σύμφωνα με την κατάθεση του Αστ. 3795 Γ. Μέρτα (Τεκμήριο 1), ο πρώτος κατηγορούμενος δεν ήταν παρών όταν διαπίστωσε ότι ο πιο πάνω αλλοδαπός απασχολείτο στο υπό ανακαίνιση κατάστημα οπόταν θα πρέπει να αναζητηθεί, μεταξύ άλλων μαρτυρία από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία να συνδέει με οποιοδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο με την εν λόγω οικοδομή και ειδικότερα με τον αλλοδαπό που απασχολείτο σε αυτή. Έχω διέλθει με προσοχή του συνόλου της μαρτυρίας χωρίς όμως να εντοπίσω οτιδήποτε που να σχετίζεται αρχικά με τη σύνδεση του πρώτου κατηγορούμενου με τον χώρο όπου ανευρέθηκε ο αλλοδαπός. Περαιτέρω τα όσα στην κατάθεση του Αστ. 3795 Γ. Μέρτα αναφέρονται και σχετίζονται με δηλώσεις του αλλοδαπού αποτελούν εξ΄ακοής μαρτυρία. Επίσης εξ΄ακοής μαρτυρία αποτελούν και τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 6 που είναι η ανακριτική κατάθεση του αλλοδαπού Najjar Mohamad Ibrahim. Στην οποία όμως να σημειωθεί δεν αναφέρει πουθενά ότι αυτός εργοδοτείτο από τον πρώτο κατηγορούμενο. Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά να αποφασίσει αν θα καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία βασιζόμενο μόνο στην μαρτυρία αυτή την οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογήσει - δηλαδή στην δήλωση του αλλοδαπού προς τον Αστυνομικό (βλέπε Τεκμήριο 1). Η εξ ακοής μαρτυρία μετά την τροποποίηση του Περί αποδείξεως Νόμου, ναι με αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία, η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίο ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στον νόμο. Στην επιφύλαξη του άρθρου 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, προνοείται ότι το Δικαστήριο σε ποινική διαδικασία δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχτεί εξ΄ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν στη βάση μόνο αυτής της μαρτυρίας, το Δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί σε συμπέρασμα εκ πρώτης όψεως ενοχής του κατηγορούμενου. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο θα ήταν απόλυτα ακροσφαλές και επικίνδυνο καθώς η μαρτυρία αυτή στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας. Πέραν τούτο εκτιμώ ότι δεν θα ήταν δυνατό, με οποιοδήποτε τρόπο και αν αξιολογηθεί η μαρτυρία αυτή στο τελικό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο να βασίσει αποκλειστικά και μόνο σε αυτή την μαρτυρία την ενοχή του κατηγορούμενου. Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι καμία μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα της κατηγορίας δεν υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου. Οπόταν, στην απουσία μαρτυρίας που να αποδεικνύει το στοιχείο της εργοδότησης, που αποτελεί και συστατικό στοιχείο του αδικήματος, της κατηγορίας καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή, απέτυχε να θεμελιώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Με το πιο πάνω σκεπτικό στο σύνολο του, κρίνω ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου, ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαχτεί σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας θα πρέπει να γίνει δεχτή. Ως εκ τούτου ο πρώτος κατηγορούμενος αθωώνεται στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο