← Κύπρος

Επάρχου Πάφου ν. Αρέστης Λεάνδρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4671/06, 22 Δεκεμβρίου 2008

Επάρχου Πάφου ν. Αρέστης Λεάνδρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4671/06, 22 Δεκεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4671/06 Μεταξύ: Επάρχου Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και

  1. Αρέστης Λεάνδρου
  2. Ανδρέα Παναγιώτου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2008 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Στεφάνου Για Κατηγορούμενο 2 : κ. Μαυρέσσιης Κατηγορούμενος 2׃ παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τη κατηγορία της ανυπακοής σε διάταγμα Δικαστηρίου. Η υπόθεση καταχωρήθηκε αρχικά εναντίον και των δύο κατηγορούμενων, αλλά στη συνέχεια εναντίον του κατηγορούμενου 1, καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο για το κατηγορούμενο
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενοι κατά τις 10/10/2005 μέχρι σήμερα στο χωριό Πενταλιά της επαρχίας Πάφου, δεν υπάκουσαν στο διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 9/8/2005 στην ποινική υπόθεση του Ε.Δ.Πάφου με αριθμό 1817/03 το οποίο τους διέταζε να κατεδαφίσουν την παράνομα ανεγερθείσα μάντρα στο τεμ. 26, φ/σχ. 46/35 του χωριού Πενταλιά. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλέπε Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για ανυπακοή πρός δικαστικό διάταγμα, δυνάμει του άρθρου 20
(5)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96 και του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής έδωσαν η Φαίδρα Αυγουστή (ΜΚ1), ο Α. Ηλιάδης (ΜΚ2), ο Δημήτρης Νικολαίδης (ΜΚ3), και ο Γιάννης Σπύρου (ΜΚ4). Με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία και χωρίς βέβαια να προβώ σε αξιολόγηση της, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου
  2. Η Μ.Κ.1 είναι η υπεύθυνη του ποινικού τμήματος του Πρωτοκολλητείου του Ε.Δ. Πάφου. Απο αυτή ζητήθηκε και κατάθεσε ως Τεκμήριο 1, πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 9/8/2005 στην υπόθεση 1817/
  3. Όπως προκύπτει απο το Τεκμήριο 1, εναντίον των Αρέστη Αλεξάνδρου και Ανδρέα Παναγιώτου, εκδόθηκε διάταγμα κατεδάφισης κάποιων κτηνοτροφικών υποστατικών που αναφέρονται, όπως εκτίθεται στο Τεκμήριο 1, στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας της υπόθεσης εκείνης. Ανάφερε η Μ.Κ. 1, ότι το ακίνητο εντός του οποίου είχαν ανεγερθεί τα υποστατικά είναι το τεμάχιο με αριθμό 26,φυλ/σχ. 46/35 στην Πενταλιά. Ο Μ.Κ.2 είναι υπάλληλος στην επαρχιακή διοίκηση Πάφου. Αυτός έδωσε στοιχεία για την υπόθεση 1817/03, λέγοντας ότι αυτή καταχωρήθηκε εναντίον των κατηγορούμενων και αφορούσε την ανέγερση κτηνοτροφικών υποστατικών στην Πενταλιά, χωρίς να έχει εκδοθεί άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό έγκρισης. Μετά την εκδίκαση της, επεβλήθηκε στους κατηγορούμενους πρόστιμο και εκδόθηκε διάταγμα κατεδάφισης πρός το οποίο οι κατηγορούμενοι δεν συμμορφώθηκαν παρά τις υποσχέσεις τους, ότι θα υπέβαλλαν αίτηση στην πολεοδομία. Το ακίνητο είναι εγγεγραμμένο επ΄ονόματι κάποιας Παναγιώτας Σάββα Αναστάση. Ο Μ.Κ.3 είναι ο κοινοτάρχης της Πενταλιάς και γνωρίζει το κατηγορούμενο 2, ο οποίος είναι βοσκός και διατηρεί υποστατικά στη κοινότητα. Και οι δύο κατηγορούμενοι είναι τα πρόσωπα, που πρίν χρόνια έκτισαν μάντρα στη κοινότητα τους και η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα. Τέλος και ως Μ.Κ.4, μαρτύρησε ο γραμματέας του αρδευτικού. Αυτός ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 2, λόγω του προβλήματος της λειψυδρίας που παρατηρείται, τους ζήτησε και του παραχώρησαν νερό για να ποτίζει τα ζώα του. Με βάση λοιπόν την προσομισθείσα μαρτυρία, η οποία περιληπτικά εκτίθεται πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2, έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Για να στοιχειοθετηθεί η παρακοή ή η καταφρόνηση του Δικαστηρίου, πρέπει να αποδειχθεί τόσο η παραβίαση του διατάγματος όσο και η ηθελημένη ανυπακοή εκ μέρους κάποιου κατηγορούμενου, στην απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή, πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής εφ΄ εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος (Βλ. Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287). Στην υπόθεση Δήμος Έγκωμης ν. Μαριαννούς Πέτρου
(1997)2 ΑΑΔ 70, ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες της παρακοής και της παράλειψης συμμόρφωσης με διάταγμα του Δικαστηρίου για κατεδάφιση κάποιου κτιρίου. Οι κατηγορίες είχαν θεμελιωθεί, στις διατάξεις του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε, ότι η παράλειψη του εφεσίβλητου να κατεδαφίσει το κτίριο οφειλόταν σε πραγματική αδυναμία και όχι σε ηθελημένη πράξη αθώωσε τον εφεσίβλητο και στις δύο κατηγορίες. Ακολουθώντας την Μιχαήλ Παπαχρυσοστόμου ν. Μιράντας Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309 διαπίστωσε ότι το ηθελημένο της παρακοής το οποίο εξυπακούει πρόθεση ανυπακοής, αποτελούσε συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και συμφώνησε ότι όπως η προσαχθείσα μαρτυρία είχε καταδείξει, όχι μόνο δεν ήταν πρόθεση του εφεσίβλητου να επιδείξει ανυπακοή προς το διάταγμα, αλλά αυτός επιστράτευσε, κάθε νομικά παραδεκτό μέσο που θα μπορούσε να καταστήσει τούτο δυνατό χωρίς, όμως, επιτυχία. Το Εφετείο αναφέροντας, ότι το στοιχείο του ηθελημένου τόσο της παρακοής όσο και της μη συμμόρφωσης προς εκείνο το οποίο επιβάλλει το διάταγμα, αποτελεί συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων, έκρινε, ότι στην απουσία του το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε, ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία είχε κατηγορηθεί. Τα ίδια υποστηρίχθηκαν ενωρίτερα στην υπόθεση Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 (E) AAΔ.750. Στην πιο πάνω υπόθεση είχε ειπωθεί, ότι το αδίκημα της παρακοής δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability), αλλά αδίκημα, που έχει αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση. Η αντικειμενική του υπόσταση (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθελημένη ανυπακοή ή άλλως σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρος Στυλιανού κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2389, υπεβλήθη από τους εφεσίβλητους εναντίον του εφεσείοντα αίτηση παρακοής σε προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια πολιτικής υπόθεσης με το οποίο απαγορευόταν στον εφεσείοντα να δημοσιεύει, μεταξύ άλλων, σχόλια και άρθρα υβριστικού για τους εφεσίβλητους περιεχομένου. Η αίτηση στηρίχθηκε στα άρθρα 42 έως 47 των Περί Δικαστηρίων Νόμου, τους σχετικούς θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο μετά που δέχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν υβριστικού περιεχομένου και παραβίαζαν τους όρους του προσωρινού διατάγματος. Το Εφετείο, αφού διασαφήνισε, ότι παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών στοιχείων ειδικά πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας, αθώωσε τον εφεσείοντα. Ο λόγος ήταν γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κατηύθυνε καθόλου τη σκέψη του στο ερώτημα κατά πόσο, επιπρόσθετα με την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, αποδείχθηκε με βάση την ενώπιον του μαρτυρία και η υποκειμενική του υπόσταση. Δεν υπήρχε εύρημα, ότι η αντικειμενικά διαπιστωθείσα παρακοή του διατάγματος εκ μέρους του εφεσείοντα ήταν ηθελημένη ή άλλως συνοδευόταν από πρόθεση καταστρατήγησης του ώστε να στοιχειοθετείται πλήρως το αδίκημα το οποίο προσεγγίσθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως να ήταν αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης. Απο τη στιγμή που το ηθελημένο της παρακοής αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η κατηγορούσα αρχή είχε υποχρέωση να προσκομίσει μαρτυρία πρός απόδειξη του. Στην υπό κρίση υπόθεση, η κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε καθόλου μαρτυρία σχετικά με το σημείο αυτό. Η κλήση συνεπώς του κατηγορούμενου 2 σε απολογία δεδομένης της μη ύπαρξης μαρτυρίας σε σχέση με αυτό, απλώς θα επιβεβαίωνε το κενό και δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου 2 εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έτσι ώστε να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Κατά συνέπεια η εναντίον του κατηγορία απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.