← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γεράσιμος Καψάσκης κ.α., Αρ. Υπ. 5985/08, 2 Δεκεμβρίου 2008

Δημοκρατία ν. Γεράσιμος Καψάσκης κ.α., Αρ. Υπ. 5985/08, 2 Δεκεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2008:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Σ. Παναγή, Π.Ε.Δ. Φ. Ζωμενής, Α.Ε.Δ. Α. Δαυίδ, Ε.Δ. Αρ. Υπ. 5985/08 Δημοκρατία ν.

  1. Γεράσιμος Καψάσκης
  2. Ευστάθιος Ηρακλέους Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2 Δεκεμβρίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Πασιαρδή Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Αγγελίδης. Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χρ. Χατζηλοϊζου. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι μη προσέλευσης ενός κατηγορουμένου κατά τη δίκη του. Η πιο πάνω αρχή έχει επαναληφθεί στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κυριάκου

(2001)2 Α.Α.Δ.373 και δίδει πιστεύουμε το στίγμα και ταυτόχρονα την παράμετρο μέσα στην οποία το Δικαστήριο εξετάζει αιτήματα όπως το παρόν (βλ. επίσης την υπόθεση Τσιάκκας ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164). Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού εννέα κατηγορίες, ήτοι δύο για απόπειρα φόνου κατά παράβαση προνοιών του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 1 και 2), δύο κατηγορίες για κατοχή και δύο για μεταφορά πυροβόλου όπλου κατά παράβαση προνοιών του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 (κατηγορίες 3,4,5 και 6) και τρεις κατηγορίες για κατοχή μεταφορά και χρήση εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια (κατηγορίες 7,8 και 9 αντίστοιχα) κατά παράβαση προνοιών του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54 όπως αντικαταστάθηκε από το Νόμο 19
(1)/2005. Ο 2ος κατηγορούμενος επιπρόσθετα αντιμετωπίζει κατηγορίες για απείθεια κατά νομίμου διαταγής κατά παράβαση προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορίες 10 και 11) και κατηγορία για άρνηση λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων κλπ κατά παράβαση προνοιών του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, αρ.73
(1)/04 (12η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι δεν παραδέχτηκαν ενοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 16.2.2009. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε όπως οι κατηγορούμενοι μέχρι τη δίκη τους τελούν υπό κράτηση. Είναι εισήγηση της ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης των κατηγορουμένων είναι ορατή με γνώμονα τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν εδραζόμενη στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας, τη μεγάλη πιθανότητα καταδίκης τους και την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, επισημαίνοντας παράλληλα πως οι κατηγορούμενοι έχουν ταυτιστεί επιστημονικά με τεκμήρια που έχουν παραληφθεί από την Αστυνομία για την υπόθεση. Σε σχέση με τον 2ον κατηγορούμενο ανάφερε, με σκοπό να καταδείξει την τάση του να διαφύγει σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος, πως όταν αυτός αντιμετώπιζε την υπόθεση 411/08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η οποία αφορούσε σε κατηγορία άρνησης λήψης δείγματος σάλιου για εξετάσεις DNA, ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος ήταν ελεύθερος, παρέλειψε κατ' επανάληψη να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και εμφανίστηκε μόνο μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης. Άλλη δε υπόθεση που αφορούσε στον κατηγορούμενο 2 καταχωρήθηκε και απορρίφθηκε τρεις φορές χωρίς να επιδοθεί καθότι ο κατηγορούμενος 2 καταζητείτο από την Αστυνομία αλλά δεν εντοπιζόταν. Στο αίτημα της κατηγορούσας αρχής υπήρξε ένσταση τόσο από πλευράς του 1ου κατηγορούμενου όσο και του 2ου. Ο κ. Αγγελίδης υπέδειξε πως η πρόθεση του 1ου κατηγορούμενου να παρουσιαστεί στη δίκη καταδεικνύεται από το γεγονός ότι ενώ είχε πληροφορηθεί από φιλικό του πρόσωπο το οποίο είχε κληθεί την ημέρα του επεισοδίου σε Αστυνομικό σταθμό πως θεωρείτο ύποπτος από την Αστυνομία σε σχέση με τα επίδικα αδικήματα, αυτός δεν διέφυγε αλλά παρέμεινε στην περιοχή Αμμοχώστου όπου συνελήφθη 7 μέρες αργότερα. Αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει εισηγήθηκε, παραπέμποντας στο μαρτυρικό υλικό, πως η πιθανότητα καταδίκης του στις κατηγορίες αυτές είναι μηδαμινή. Τέλος υπέδειξε πως ο 1ος κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση τους τελευταίους 5 μήνες για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης ενώ η δίκη έχει οριστεί μετά από 2½ μήνες. Εισηγήθηκε ότι ο συνολικός χρόνος μέχρι τη δίκη είναι τέτοιας έκτασης που πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου. Ο κ. Χατζηλοϊζου υιοθετώντας την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του 1ου κατηγορούμενου εισηγήθηκε πως η πιθανότητα καταδίκης του πελάτη του είναι πολύ απομακρυσμένη. Υπέδειξε εξάλλου σε σχέση με την πιθανότητα εμφάνισης του στη δίκη ότι ενώ αναζητείτο από την Αστυνομία σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ήρθε από το εξωτερικό και συνοδευόμενος από το δικηγόρο του παρουσιάστηκε την 1.9.2008 στο ΤΑΕ Λεμεσού όπου και συνελήφθη. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής επιβεβαίωσε ότι έτσι είχαν τα πράγματα πλην του γεγονότος ότι προηγουμένως ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν στο εξωτερικό, γεγονός για το οποίο δήλωσε άγνοια. Δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι κάτοικος Κύπρου, είναι αρραβωνιασμένος και έχει οικογένεια, ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ότι η παρουσία του στη δίκη μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή κατάλληλων όρων. Επειδή η κατηγορούσα αρχή απέρριψε τον ισχυρισμό του 1ου κατηγορούμενου ότι ενώ είχε πληροφορηθεί από φιλικό του πρόσωπο ότι η Αστυνομία τον θεωρούσε ύποπτο σε σχέση με την υπόθεση αυτός δεν διέφυγε στο εξωτερικό, προσήχθη μαρτυρία και από τις δύο πλευρές προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Ο κατηγορούμενος 1 καταθέτοντας ενόρκως ανάφερε ότι 1-2 μέρες μετά το συμβάν πληροφορήθηκε από τον Γιάννη Καλοψιδιώτη ο οποίος είχε κληθεί στην Αστυνομία ότι οι αστυνομικοί τον ρώτησαν που ήταν ο ίδιος και το τηλέφωνο του. Μετά την πληροφορία και μέχρι τη σύλληψη του ο ίδιος παρέμεινε στην περιοχή της Αγίας Νάπας όπου και διέμενε. Ως δεύτερος μάρτυρας για τον κατηγορούμενο 1 κλήθηκε ο Γιάννης Θεοφάνους (Καλοψιδιώτης) ο οποίος επιβεβαίωσε ότι μετά το συμβάν κλήθηκε από την Αστυνομία όπου του υπέβαλαν ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, και για τον κατηγορούμενο 1 ζητώντας του το τηλέφωνο του τελευταίου το οποίο τους έδωσε. Δεν του ζητήθηκε να δώσει κατάθεση. Αντεξεταζόμενος απέρριψε υποβολή ότι του ζητήθηκε να δώσει κατάθεση αλλά αυτός αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι δεν του αναφέρθηκε ότι έπρεπε να δώσει κατάθεση και δεν του επιβλήθηκε κάτι τέτοιο. Δεν θυμόταν αν η Αστυνομία τον ρώτησε για πρόσωπα άλλα από τον κατηγορούμενο 1, χωρίς αρχικά να αποκλείει τούτο, ενώ τελικά δέχτηκε ότι τον ρώτησαν. Για την κατηγορούσα αρχή κατάθεσε ο Ανωτ. Υπαστ. Χριστάκης Παπαδημητρίου. Υπέδειξε ότι ήταν παρών όταν μετέβηκε ο Καλοψιδιώτης στην Αστυνομία για να δώσει πληροφορίες σε σχέση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Ήταν δε κατηγορηματικός ότι ουδέποτε ερωτήθηκε οτιδήποτε ο Καλοψιδιώτης σε σχέση με τον 1ον κατηγορούμενο αφού σε εκείνο το στάδιο η προσοχή της Αστυνομίας στρεφόταν σε τρία άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντος του Καλοψιδιώτη των οποίων τα ονόματα καταγράφονταν και στο ημερολόγιο ενεργείας το οποίο κατόπιν προτροπής του συνηγόρου του κατηγορούμενου 1 συμβουλεύτηκε καταθέτοντας στο Δικαστήριο. Κατηγορηματικός ήταν επίσης ότι ζητήθηκε από τον Καλοψιδιώτη να δώσει κατάθεση αλλά αυτός αρνήθηκε. Το Δικαστήριο εξετάζοντας ένα αίτημα όπως αυτό της Κατηγορούσας Αρχής είναι σημαντικό να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο δικαστήριο. Ως πιο πάνω έχει αναφερθεί ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι (Κυριάκου (ανωτέρω)). Ως ζήτημα γενικής αρχής η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο να δικαστεί. Η σοβαρότητα του αδικήματος συνιστά ένα από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την πιθανολόγηση της προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Οι άλλοι δύο παράγοντες είναι η πιθανότητα καταδίκης του και το ύψος της ποινής που προβάλλει σαν ενδεχόμενη. Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους συνιστούν οι μακρόχρονες ποινές φυλάκισης που προνοεί για τα εν λόγω αδικήματα ο νόμος, ιδιαίτερα για τα αδικήματα των πρώτων δύο κατηγοριών για τα οποία η ανώτατη ποινή που προβλέπεται στη νομοθεσία είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του κατηγορούμενου να αποφύγει τη δίκη. Βεβαίως έχουμε υπόψη πως σύμφωνα με τη νομολογία υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (βλ. Ιάκωβος Σάκκος κ.α. ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 366). Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση των πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και τους δεσμούς όλων των ειδών με τη χώρα στην οποία διώκεται. (Βλ. Νeumeister v. Austria A8 p.39
(1968)). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 υποδεικνύεται ότι σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατ΄ απομόνωση αναφορά στην σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθεισομένη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Μελετήσαμε τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί έχοντας κατά νου τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας διαδικασίας και με γνώμονα ότι κατά την αναγκαία προς τούτο αξιολόγηση πρέπει να διατηρείται ανοιχτό το θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ιδιαίτερα του κατηγορούμενου. Μεταξύ της μαρτυρίας του Καλοψιδιώτη και του Παπαδημητρίου ως προς την ενασχόληση της Αστυνομίας με τον κατηγορούμενο 1 κατά το στάδιο που ο Καλοψιδιώτης μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό προτιμούμε τη μαρτυρία του Παπαδημητρίου η οποία φέρεται να επιβεβαιώνεται από το ημερολόγιο ενεργείας της Αστυνομίας, οι καταχωρήσεις στο οποίο δεν αμφισβητήθηκαν από τη πλευρά του 1ου κατηγορούμενου. Και αν ακόμη γινόταν αποδεκτή η θέση του Καλοψιδιώτη δεν θα προωθούσε την υπόθεση του κατηγορούμενου 1 αφού το μόνο που ο Καλοψιδιώτης φέρεται να μετέφερε στον κατηγορούμενο 1 είναι ότι είχε ερωτηθεί ο ίδιος από την Αστυνομία για το που ο κατηγορούμενος 1 διέμενε και είχε ζητηθεί το τηλέφωνο του τελευταίου. Σε κάθε περίπτωση, όπως ο Καλοψιδιώτης παραδέχτηκε είχε ερωτηθεί και για άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντος του. Θεωρούμε ότι οι πληροφορίες αυτές που ζητήθηκαν από την Αστυνομία για πρόσωπα του περιβάλλοντος του Καλοψιδιώτη δεν καθιστούσαν, χωρίς άλλο, σε εκείνο το στάδιο, τον κατηγορούμενο 1 ύποπτο. Έχουμε διεξέλθει το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο οι κατηγορούμενοι έχουν παραπεμφθεί ενώπιον μας αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Το Δικαστήριο όταν εξετάζει το θέμα της πιθανότητας καταδίκης μελετά το μαρτυρικό υλικό μόνο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Πατατάρης ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 208) μόνο με την όψη των γεγονότων ασχολείται κανείς σε αυτό το στάδιο. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η πιθανότητα καταδίκης, με βάση το πιο πάνω υλικό, είναι ορατή χωρίς βεβαίως να αποκλείουμε και το ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση (βλ. Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45). Στην υπό εξέταση υπόθεση οι δράστες φέρονται να φορούσαν ρούχα η περιγραφή των οποίων ομοιάζει με ρούχα που εντοπίστηκαν το ίδιο βράδυ με το επεισόδιο σε κάλαθο αχρήστων και στα οποία εντοπίστηκε γενετικό υλικό που ανήκει στους κατηγορούμενους. Στον ίδιο κάλαθο εντοπίστηκαν και δύο ζεύγη γάντια στο κάθε ένα από τα οποία εντοπίστηκε γενετικό υλικό που επίσης ανήκει στους κατηγορούμενους. Στο ένα ζεύγος, αυτό στο οποίο εντοπίστηκε γενετικό υλικό του 1ου κατηγορούμενου, εντοπίστηκε και πυρίτιδα τα σωματίδια της οποίας είναι όμοια με αυτά που εντοπίστηκαν σε κάλυκες στη σκηνή. Περαιτέρω, ο 2ος κατηγορούμενος φέρεται σύμφωνα με τη μαρτυρία να προέβηκε σε απειλές εναντίον των θυμάτων. Στρεφόμενοι τώρα στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορούμενων παρατηρούμε ότι ο 1ος κατηγορούμενος όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό είναι αλλοδαπός, ελληνοαμερικάνος, ο οποίος μετά τη διάλυση του γάμου του στην Αμερική όπου διέμενε μόνιμα ήλθε στην Κύπρο όπου διαμένει και εργάζεται στην περιοχή της Αγίας Νάπας. Δεν τέθηκε οτιδήποτε άλλο υπόψη μας για τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Ο κατηγορούμενος 1 δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο 2ος κατηγορούμενος, Κύπριος, ηλικίας 33 ετών είναι αρραβωνιασμένος και διαμένει στην Κύπρο. Δεν παραγνωρίζουμε ότι ο 2ος κατηγορούμενος συνοδευόμενος από το δικηγόρο του δύο και πλέον μήνες μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψεως εναντίον του προσήλθε στο ΤΑΕ Λεμεσού όπου συνελήφθη για την παρούσα υπόθεση. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει πιο πάνω ο κ. Χατζηλοϊζου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 ως απόδειξη της βούλησης του να παρουσιαστεί στη δίκη. Πράγματι η συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου δεν μπορεί να αγνοηθεί (βλ. Αργύρης Παρασκευά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 138/2008 ημερ. 15.9.2008). Ωστόσο δεν μπορεί να αγνοηθεί και η προηγούμενη συμπεριφορά που αυτός επέδειξε σε σχέση με άλλην υπόθεση που αντιμετώπιζε, για λιγότερο σοβαρό αδίκημα, στο Ε. Δ. Λεμεσού, όπου μετά από επανειλημμένες παραλείψεις του να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η παρουσία του εξασφαλίστηκε με την έκδοση εντάλματος σύλληψης. Δεν διαλανθάνει επίσης της προσοχής μας πως ενώ η κατηγορούσα αρχή δεν επιβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος 2 από την έκδοση του εντάλματος σύλληψης μέχρι την παρουσία του στο ΤΑΕ Λεμεσού απουσίαζε στο εξωτερικό, δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο από τον κατηγορούμενο 2 ενώπιον του Δικαστηρίου ικανό να ενισχύσει τη δική του αρχική τοποθέτηση για το ζήτημα. Το ζήτημα ασφαλώς του μη εντοπισμού του κατηγορούμενου 2, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, με αποτέλεσμα την απόσυρση σε ισάριθμες περιπτώσεις ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον του δεν προσφέρεται για εξαγωγή συμπερασμάτων αφού δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με την αδυναμία εντοπισμού του για να καταστεί δυνατή η προώθηση τους στο Δικαστήριο. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση και για όλους τους πιο πάνω λόγους βρίσκουμε ότι υπάρχει κίνδυνος να μη προσέλθουν οι κατηγορούμενοι στο Δικαστήριο την ημέρα της δίκης αφού κρίνουμε πως η σοβαρότητα της υπόθεσης όπως αυτή αποκαλύπτεται από το μαρτυρικό υλικό καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής τους προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσουν (Πέτρος Αντρέα Δράκος ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 449). Μπορούμε επίσης να πούμε ότι σε περίπτωση καταδίκης η ποινή η οποία θα επιβληθεί θα είναι σοβαρή και ενδέχεται να είναι αυτή της φυλάκισης. Μας έχει απασχολήσει το ζήτημα του χρόνου που θα διαρρεύσει μέχρι τη δίκη, ιδιαίτερα για τον 1ον κατηγορούμενο ο οποίος ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τελεί υπό κράτηση πέντε περίπου μήνες. Είναι γεγονός ότι ο χρόνος είναι ένας από τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (βλ. Χ"Δημητρίου (ανωτέρω). Συνυπολογίζοντας το χρόνο ο οποίος θα διαρρεύσει μέχρι την ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, σημειώνουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 θα τελεί συνολικά υπό κράτηση για περίοδο 7½ περίπου μηνών. Επισημαίνουμε εδώ παρενθετικά ότι η παρούσα υπόθεση στα πλαίσια της οποίας τελεί υπό κράτηση ο κατηγορούμενος 1 καταχωρήθηκε στις 27.11.2008. Το γεγονός όμως ότι ο κατηγορούμενος 1 τελούσε υπό κράτηση από τα τέλη Ιουνίου 2008 στα πλαίσια άλλης υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον του για τα ίδια αδικήματα και η οποία αναστάληκε με σκοπό να καταχωρηθεί η παρούσα μετά που εντοπίστηκε και ο 2ος κατηγορούμενος, δεν αμφισβητήθηκε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι χρόνος κράτησης υποδίκων μέχρι και 8 μήνες δεν θεωρήθηκε υπερβολικός (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανουσαρίδη κ.ά
(2001)2 Α.Α.Δ 639). Κατά τον ίδιο τρόπο στην υπόθεση Salib ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 49 κρίθηκε ότι συνολικός χρόνος κράτησης 10 περίπου μηνών μέχρι την ακρόαση της υπόθεσης δεν ήταν υπερβολικός. Η διάρκεια του χρόνου κράτησης θα πρέπει πάντα να σταθμίζεται με βάση την πρόβλεψη του ενδεχόμενου που προορίζεται να αποτρέψει. Η νομολογία επιτάσσει τη θεωρηση του θέματος του χρόνου από μια σφαιρική αντιμετώπιση (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 736). Στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για αλλοδαπό, χωρίς δεσμούς με την Κύπρο ενώ τα αδικήματα που αντιμετωπίζει είναι πολύ σοβαρά μεταξύ των οποίων δύο κατηγορίες για απόπειρα φόνου για τις οποίες προβλέπεται κατ' ανώτατο όριο η ποινή της ισόβιας φυλάκισης. Η ανησυχία βέβαια του χρόνου δεν εγκαταλείπει το Δικαστήριο ούτε και για τον 2ο κατηγορούμενο ο χρόνος κράτησης του οποίου μέχρι τη δίκη θα είναι εν πάση περιπτώσει μικρότερος. Έχοντας ενώπιον μας όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τον κανόνα ότι δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την κράτηση ενός κατηγορουμένου, και χωρίς να παραβλέπουμε ότι το χρονικό διάστημα μέχρι την ημερομηνία της δίκης δεν είναι υπό τις περιστάσεις ιδιαίτερα μεγάλο, κρίνουμε ότι η διακριτική μας ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της κράτησης των κατηγορουμένων μέχρι τη δίκη αφού βρίσκουμε ότι η ατομική τους ελευθερία θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι μέχρι την ημερομηνία της δίκης θα τελούν υπό κράτηση. Υπ......................................... Σ. Παναγή, Π.Ε.Δ. Υπ........................................ Φ. Ν. Ζωμενής, Α.Ε.Δ. Υπ....................................... Α. Δαυίδ, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.