← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Φαέθωνος Μιχαηλίδη, Αρ. Υποθ.: 743/09, 21 Μαΐου 2009

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Φαέθωνος Μιχαηλίδη, Αρ. Υποθ.: 743/09, 21 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2009:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 743/09 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α εναντίον Φαέθωνος Μιχαηλίδη Κατηγορούμενου ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21 Μαΐου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Κάρνου Για τον κατηγορούμενο: κ. Μιχαηλίδης Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί την κατηγορία της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Στις 13.4.2009 και περί ώρα 16:05 ο κατηγορούμενος φορώντας μαύρα ρούχα και μαύρο κράνος εισήλθε εντός του υποκαταστήματος υπ΄ αρ. 104 της Λαϊκής Τράπεζας στη λεωφόρο Κυρηνείας και, αφού προέταξε πιστόλι στους τρεις επί καθήκοντι ταμίες (Μ.Κ.1, 2 και 3) είπε και επανέλαβε δυνατά στα Αγγλικά τη φράση «Put all the money in the bag, don´t move». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος απέσπασε από τρία διαφορετικά ταμεία του καταστήματος της τράπεζας το συνολικό ποσό των €36.520, $3.000 και αγγλικές στερλίνες 3.000 σε διάφορα χαρτονομίσματα. Ακολούθως ο κατηγορούμενος βγήκε από το υποκατάστημα και επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο μάρκας Suzuki Swift, μαύρου χρώματος, με αριθμούς εγγραφής ΚUK022, το οποίο είχε σταθμεύσει σε παρακείμενο χωράφι, και τράπηκε σε φυγή. Κατά την έξοδο του κατηγορούμενου από το υποκατάστημα της τράπεζας έγινε αντιληπτός από λοχία της Αστυνομίας, το Μ.Κ.13, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν εκτός υπηρεσίας και τυχαία περνούσε με το ιδιωτικό του όχημα μπροστά από την τράπεζα. Ο Μ.Κ.13 καταδίωξε τον κατηγορούμενο, χωρίς, ωστόσο, να καταφέρει να τον ανακόψει, συγκράτησε όμως τα νούμερα εγγραφής του αυτοκινήτου με το οποίο είχε διαφύγει ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος θεάθηκε επίσης, λίγα λεπτά μετά τη ληστεία από τον Μ.Κ.10 ο οποίος τον είδε να εισέρχεται στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KUK022 φορώντας μαύρο κράνος και οδηγούσε κάνοντας μανούβρες. Ο Μ.Κ.10 ειδοποίησε την Αστυνομία και έδωσε τόσο τους αριθμούς εγγραφής όσο και τη μάρκα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Την ίδια μέρα και περί ώρα 16:45 περίπολο της ΜΜΑΔ με επικεφαλής τον Μ.Κ.11 εντόπισε σε χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας υπ΄ αρ. 39 στο Πλατύ Αγλαντζιάς, στην οποία διέμενε ο κατηγορούμενος στο διαμέρισμα με αρ. 101 το αυτοκίνητο μάρκας Suzuki με αριθμούς εγγραφής ΚUK022 και δίπλα από αυτό να στέκεται ο κατηγορούμενος κρατώντας στα χέρια του μια μαύρη νάιλον σακούλα η οποία περιείχε τα χρήματα που είχε κλέψει από την τράπεζα. Όταν ο Μ.Κ.12 όταν επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο αυτός απάντησε «Είναι τα λεφτά που έκλεψα από τη ληστεία της τράπεζας και πάνω στην ταράτσα της πολυκατοικίας είναι μια τσάντα με ρούχα που φορούσα, το πιστόλι και το κράνος». Πράγματι εντοπίστηκαν από το Μ.Κ.11 τα ρούχα του κατηγορούμενου, το ψεύτικο πιστόλι και το κράνος τα οποία και παρελήφθηκαν ως τεκμήρια. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος υπέδειξε στην Αστυνομία το κατάστημα παιχνιδιών από το οποίο είχε αγοράσει λίγο πριν τη ληστεία το ψεύτικο πιστόλι με το οποίο απείλησε τους ταμίες του υποκαταστήματος το οποίο είχε ληστέψει. Ακολούθησε αργότερα η σύλληψη του κατηγορούμενου με δικαστικό ένταλμα και στο στάδιο αυτό ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι «Ντρέπομαι τόσο πολύ γι΄ αυτό που έκανα αν ήταν τρόπος καλύτερα να πεθάνισκα τωρά». Την ίδια μέρα και σε άλλο στάδιο ο κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία ομολόγησε τη διάπραξη της ληστείας εκφράζοντας έντονα τη μεταμέλεια του και εξηγώντας ότι οδηγήθηκε σ΄ αυτή λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του κατηγορούμενου χωρίς να παραγνωρίζει τη σοβαρότητα της επίδικης κατηγορίας αναφέρθηκε σε σειρά ελαφρυντικών παραγόντων που, όπως εισηγήθηκε, υφίστανται στην παρούσα υπόθεση και θα πρέπει να προσμετρήσουν προς όφελος του κατηγορούμενου. Ο κ. Μιχαηλίδης τόνισε ιδιαίτερα το γεγονός της παντελούς έλλειψης προσχεδιασμού από μέρους του κατηγορούμενου και της προχειρότητας που επέδειξε στη διάπραξη του αδικήματος. Όπως εξήγησε μετέβη στο υποκατάστημα της τράπεζας με το όχημα της συμβίας του, χωρίς να λάβει οποιοδήποτε μέτρο απόκρυψης της ταυτότητας του, χρησιμοποιώντας ένα ψεύτικο πιστόλι που είχε αγοράσει λίγο προηγουμένως και μάλιστα χωρίς να φροντίσει να αφαιρέσει το πλαστικό κάλυμμα που υπήρχε πάνω στην κάννη του όπλου με αποτέλεσμα ένας να μπορούσε να αντιληφθεί ότι αυτό ήταν ψεύτικο. Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ο συνήγορος, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε γι΄ αυτόν (Τεκμήριο Α), τόνισε ότι ενώ ο κατηγορούμενος είχε σπουδάσει στη Γυμναστική Ακαδημία Αθηνών και εργάζετο ως γυμναστής, ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα που του συνέβη όταν ήταν 29 ετών άλλαξε καθοριστικά τη ζωή του ένεκα του σοβαρού τραυματισμού που υπέστη. Συγκεκριμένα για 1 ½ χρόνο μετά το ατύχημα ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να περπατήσει κανονικά και του είχε τοποθετηθεί πλατίνα στο πόδι. Αποτέλεσμα του εν λόγω τραυματισμού του, όπως ανέφερε, ήταν να μην μπορεί πλέον ο κατηγορούμενος να ασχοληθεί με το επάγγελμα του, μια κατάσταση που τον επηρέασε ψυχολογικά και ανέτρεψε όσα όνειρα είχε. Ο συνήγορος πρόσθεσε ότι λόγω αυτών των δεδομένων ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να εργαστεί σε διάφορες εργασίες παίρνοντας χαμηλό μισθό και κάτω από δύσκολες συνθήκες. Όσον αφορά τις οικογενειακές του περιστάσεις ο συνήγορος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι διαζευγμένος και έχει αποκτήσει από το γάμο του μια θυγατέρα η οποία σήμερα είναι πέντε ετών, για την οποία καταβάλλει διατροφή έχοντας άριστες σχέσεις με το παιδί του. Σήμερα συζεί με μια κοπέλα η οποία είναι μητέρα ενός αγοριού έξι ετών με την οποία σκόπευε να συνάψει γάμο. Επεσήμανε, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος έχει αναπτύξει μια πολύ καλή σχέση με το παιδί της συμβίας του. Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ο κ. Μιχαηλίδης επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό το κράτος έντονης συναισθηματικής φόρτισης, αισθήματος απελπισίας και απόγνωσης ένεκα των δύσκολων συνθηκών που περνούσε και του γεγονότος ότι τον τελευταίο χρόνο δεν είχε σταθερή εργασία. Η δε πράξη του θα πρέπει, όπως ανέφερε, να ιδωθεί έχοντας υπόψη τον καθόλα έντιμο προηγούμενο βίο του κατηγορούμενου. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε, η διάπραξη του επίδικου αδικήματος ήταν μια κακή στιγμή, απότοκο της κακής οικονομικής κατάστασης στην οποία ευρισκόταν. Ο συνήγορος υπεράσπισης μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου η οποία εκφράστηκε από την πρώτη του εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και την άμεση και αυθόρμητη συνεργασία του με την Αστυνομία η οποία οδήγησε στην πλήρη και άμεση εξιχνίαση του αδικήματος. Όπως τόνισε, παρά το ότι ο κατηγορούμενος είχε απομακρυνθεί από τη σκηνή του εγκλήματος, μόλις προσεγγίστηκε από την Αστυνομία, χωρίς οποιαδήποτε πίεση, παραδέχθηκε την εμπλοκή του στο αδίκημα και έδωσε όλες τις πληροφορίες και στοιχεία ούτως ώστε η Αστυνομία να εξιχνιάσει άμεσα την υπόθεση. Η παραδοχή του αυτή συνιστά, όπως αναφέρθηκε, έκφραση μεταμέλειας από τον κατηγορούμενο. Ένα άλλο ελαφρυντικό στοιχείο που επικαλέστηκε ο συνήγορος είναι το γεγονός ότι επιστράφηκε όλο το ποσό της ληστείας και το ότι δεν προκλήθηκε από τις ενέργειες του κατηγορούμενου οποιαδήποτε ζημιά ή σωματική βλάβη. Τέλος, ο κ. Μιχαηλίδης αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και τη σημασία που αυτό ενέχει στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής. Όσον αφορά το αδίκημα της ληστείας επισημαίνουμε ότι είναι πολύ σοβαρό τόσο από τη φύση του όσο και από τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα, το αδίκημα της ληστείας τιμωρείται με φυλάκιση 14 ετών αλλά προνοείται ισόβια φυλάκιση όταν ο δράστης συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή όταν κατά τη διάρκεια της ληστείας τραυματίζει, κτυπά ή χρησιμοποιεί οποιαδήποτε άλλη βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Ισόβια φυλάκιση προβλέπεται, επίσης, και στην περίπτωση που ο δράστης είναι οπλισμένος με οποιοδήποτε επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή εργαλείο. Η επίδικη περίπτωση εμπίπτει, βεβαίως, στη σοβαρότερη μορφή του αδικήματος για το οποίο προβλέπεται ισόβια φυλάκιση με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης καθότι ο κατηγορούμενος μετέφερε όπλο, άσχετα αν τελικώς διαπιστώθηκε ότι ήταν ψεύτικο. To Aνώτατο Δικαστήριο έχει κατ΄ επανάληψη τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος της ένοπλης ληστείας, χαρακτηρίζοντας την μάλιστα ως δεσπόζουσας βαρύτητας στην επιμέτρηση της ποινής. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γεώργιος Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας

(2002)2 Α.Α.Δ. 61, στη σελίδα 66: «Το Ανώτατο Δικαστήριο πλειστάκις έχει τονίσει την ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιας φύσεως αδικήματα η συχνότητα διάπραξης των οποίων προσβάλλει το χρηματοπιστωτικό σύστημα του κράτους, απειλεί την ασφάλεια του πολίτη και της κοινωνίας και διαβρώνει τον κοινωνικό ιστό. (Βλέπε: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου Τσαπατσάρη και Άλλων
(2000)2 Α.Α.Δ. 304).» Επιπλέον έχει επισημανθεί η ανησυχητική συχνότητα που παρουσιάζεται στη διάπραξη αυτού του είδους των εγκλημάτων, ασχέτως από την επακριβή μορφή που παίρνει η κάθε περίπτωση. Το γεγονός ότι εγκλήματα ληστείας βρίσκονται σε έξαρση καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο στον καθορισμό της ποινής. Ανάμεσα στους επιβαρυντικούς παράγοντες που επιτάσσουν την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα είναι ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση της ανθρώπινης ζωής σε κίνδυνο. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε στην υπόθεση Πόρας και άλλος ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος υπεράσπισης. Η υπόθεση αυτή αφορούσε, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της ένοπλης ληστείας το οποίο είχε διαπραχθεί από δύο νεαρά πρόσωπα ηλικίας 20 και 19 ετών αντίστοιχα, τα οποία αφού συνωμότησαν να διαπράξουν ληστεία, εισέβαλαν στο κατάστημα της Σ.Π.Ε. Στροβόλου κρύβοντας το πρόσωπο τους με μάλλινα σκουφάκια και προτάσσοντας ομοιώματα πιστολιού και περιστρόφου, ενώ τρίτο άτομο τους ανέμενε με το αυτοκίνητο. Αφού απέσπασαν το ποσό των £22.091 το τοποθέτησαν σε τσάντα και έτρεξαν σε παρακείμενη οδό όπου όπως είχαν συμφωνήσει τους ανέμενε τρίτο άτομο αλλά δεν πρόλαβαν να διαφύγουν γιατί συνελήφθηκαν από αστυνομικούς που περνούσαν τυχαία. Στην εν λόγω υπόθεση είχαν επιβληθεί πρωτόδικα ποινές φυλάκισης 4 και 3 ½ ετών αντιστοίχως για το αδίκημα της ένοπλης ληστείας. Κατ΄ έφεση οι επιβληθείσες ποινές μειώθηκαν σε 3 και 3 ½ έτη αντίστοιχα διότι κρίθηκε ότι υπήρχαν ιδιάζοντα περιστατικά και λόγω του νεαρού των κατηγορουμένων και των προσωπικών τους περιστάσεων. Μεταξύ των ελαφρυντικών στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη ήταν ο πρόχειρος σχεδιασμός, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και η εξέλιξη που ακολούθησε που, όπως επισημάνθηκε, δεν έδειχναν δράση από σκληρούς εγκληματίες. Προς την ίδια κατεύθυνση κρίθηκε ότι κατέτεινε και το προσωπικό τους ιστορικό. Ακόμη λήφθηκε υπόψη η άμεση παραδοχή τους όσο και αν δεν υπήρχαν άλλες επιλογές, το ότι τα ομοιώματα όπλων που χρησιμοποιήθηκαν απέκλειαν το ενδεχόμενο πρόκλησης βλάβης από αυτά, όσο και αν δικαίως οι υπάλληλοι της Συνεργατικής είχαν τρομοκρατηθεί. Τέλος είχε ληφθεί υπόψη και η συμπωματική έστω ανάκτηση του συνόλου του χρηματικού ποσού που είχαν κλέψει. Στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής το καθήκον του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στην επισήμανση της σοβαρότητας του υπό αναφορά αδικήματος και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου και γενικά όλων των ελαφρυντικών στοιχείων που έχουν τεθεί από πλευράς Υπεράσπισης. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύσει την ποινή δεν ατονεί ακόμη και εκεί όπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη πρόσδωσης στην ποινή του στοιχείου της αποτρεπτικότητας, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, φτάνει να μην οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής ή της αποτελεσματικότητας του Νόμου.[1] Θα έρθουμε τώρα στα γεγονότα της υπόθεσης. Λέμε από την αρχή ότι παρόλο που υπήρξε κάποιος σχεδιασμός στην όλη παράνομη πράξη από μέρους του κατηγορούμενου, εν τούτοις, χωρίς αμφιβολία, απουσιάζει εκείνος ο ιδιαίτερος και καλά μελετημένος προσχεδιασμός που συνήθως συναντάται σε άλλες υποθέσεις του είδους. Θα λέγαμε, περαιτέρω, ότι ο τρόπος που ενήργησε ο κατηγορούμενος καθόλη τη διάρκεια της διάπραξης του επίδικου αδικήματος, με βάση τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν ανωτέρω, κάλλιστα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πρόχειρος και ερασιτεχνικός. Αυτό το στοιχείο σαφώς διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση από άλλες αυτού του είδους ως ολιγότερο σοβαρή εφόσον ο τρόπος δράσης του κατηγορούμενου δεν παραπέμπει σε επικίνδυνο ή σκληρό εγκληματία. Η παραδοχή του κατηγορούμενου και η άμεση και αυθόρμητη συνεργασία του με την Αστυνομία η οποία και οδήγησε στην πλήρη και άμεση εξιχνίαση της παρούσας υπόθεσης είναι οπωσδήποτε ουσιαστικό ελαφρυντικό στοιχείο το οποίο λαμβάνουμε προς όφελος του κατηγορούμενου. Ταυτόχρονα θεωρούμε ότι αυτή η στάση που ο κατηγορούμενος τήρησε από την πρώτη στιγμή, συνεργαζόμενος πλήρως με τις ανακριτικές αρχές, μέχρι και την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, φανερώνει και τη μεταμέλεια του ιδίου. Σημειώνουμε εδώ ότι ο κατηγορούμενος δεν συνελήφθη επ΄ αυτοφώρω έτσι ώστε να μην του δίδεται ουσιαστικά επιλογή να μην παραδεχθεί έστω και αν ο εντοπισμός του κατηγορούμενου δεν ήταν, όπως διεφάνη, δύσκολο εγχείρημα για τις Αστυνομικές Αρχές, δεδομένης της απουσίας οποιασδήποτε προσπάθειας απόκρυψης της ταυτότητας του. Υπενθυμίζουμε ότι ο κατηγορούμενος είχε χρησιμοποιήσει το όχημα της συμβίας του για να μεταβεί στο υποκατάστημα της Τράπεζας το οποίο σε σύντομο χρονικό διάστημα εντοπίσθηκε να είναι σταθμευμένο στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας όπου διέμενε αποφεύγοντας έτσι ο κατηγορούμενος να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για μη αποκάλυψη της ταυτότητας του, στοιχείο και αυτό της προχειρότητας με την οποία ενήργησε και καλύπτει το όλο πεδίο της παράνομης δράσης του στην προκειμένη περίπτωση. Όσον αφορά το λόγο που ο συνήγορος υπεράσπισης προέβαλε για μετριασμό της ποινής, ότι δηλαδή η αξιόποινη πράξη του κατηγορούμενου έγινε λόγω της έντονης συναισθηματικής εξάρτισης και αισθήματος απελπισίας και απόγνωσης που είχε ένεκα της κατάστασης της υγείας και της κακής του οικονομικής κατάστασης, θεωρούμε ότι κάποια σημασία μπορούμε να δώσουμε. Παρά ταύτα, οι όποιες οικονομικές δυσκολίες δεν μπορούν, ασφαλώς, να αποτελούν λόγο για ανάληψη εγκληματικής συμπεριφοράς. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι στο τέλος δεν υπήρξε οποιαδήποτε οικονομική ζημιά εφόσον το σύνολο του χρηματικού ποσού που ο κατηγορούμενος είχε κλέψει έχει ανακτηθεί. Θα λάβουμε, επίσης, υπόψη ότι δεν υπήρξε πρόκληση οποιασδήποτε βλάβης από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, λαμβάνοντας υπόψη τα μέσα που ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε, δηλαδή ψεύτικο όπλο όσο και αν αυτό θα μπορούσε σε κάποιο τρίτο τη δεδομένη στιγμή να προκαλέσει φόβο. Λαμβάνουμε, ακόμη, υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές καταστάσεις του κατηγορούμενου, όπως αυτές μας έχουν εκτεθεί με λεπτομέρεια από το συνήγορο υπεράσπισης αλλά και έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε γι΄ αυτόν. Σημειώνουμε ιδιαίτερα ότι ο κατηγορούμενος είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 5 ετών. Δεν μας διαφεύγουν της προσοχής οι επιπτώσεις που ο κατηγορούμενος θα έχει ως αποτέλεσμα της διάπραξης του επίδικου αδικήματος, έστω με δική του ευθύνη, τόσο για τον ίδιο όσο και για τα εξαρτώμενα του πρόσωπα. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας εξετάσει με τη δέουσα προσοχή όλους τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής χωρίς να παραγνωρίζουμε από τη μια τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και από την άλλη τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, την παραδοχή και τη μεταμέλεια του, θεωρούμε ότι η επιβολή στερητικής της ελευθερίας του ποινής προβάλλει ως αναπόφευκτη. Το σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων που έχουν αναφερθεί ανωτέρω θα αντανακλούνται στο ύψος της ποινής που, κατά τη γνώμη μας, θα είναι όσο το δυνατόν ισοζυγισμένη, ενέχοντας το στοιχείο της αποτροπής αλλά ταυτόχρονα και τέτοια που να αρμόζει στις ιδιαίτερες προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Κατ΄ ακολουθία επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 4 ετών. (Υπ.) Γ. Ν. Γιασεμής Π.Ε.Δ. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ [1] Δέστε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Μάριος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρης κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.