ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΛΟΥΚΑ ΣΙΔΕΡΕΝΟΥ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 14753/08, 29 Μαΐου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2009:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ.Ν.Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ.Δημητριάδου Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε.Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 14753/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν
- ΛΟΥΚΑ ΣΙΔΕΡΕΝΟΥ
- ΝΤΙΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- ΕΛΕΝΗΣ ΣΙΔΕΡΕΝΟΥ
- ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΒΑΤΤΗ
- ΙΩΣΗΦ ΠΕΡΠΙΝΙΑ Κατηγορουμένων ----------- Ημερομηνία: 29 Μαΐου,
- Αίτηση ημερομηνίας 30.4.
- E M Φ A N I Σ E I Σ : Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ.Ρ.Μαππουρίδης και η κα.Μ.Κυρμίζη. Για την Κατηγορουμένη 3: Ο κ.Γ.Α.Γεωργίου. Κατηγορουμένη 3: Παρούσα. ----------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτηση για δήμευση εσόδων) Μετά την παραδοχή της τρίτης κατηγορουμένης και στην ένατη κατηγορία - αρχικά είχε παραδεχθεί μόνο στην πρώτη - και την αναστολή των υπολοίπων κατηγοριών στις οποίες είχε δηλώσει μη παραδοχή, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας υπέβαλε «Αίτηση για δήμευση εσόδων» της κατηγορουμένης. Αυτή είναι η γενική περιγραφή της εν λόγω αίτησης. Ειδικότερα, το αιτητικό μέρος της έχει δύο σκέλη. Με το πρώτο ζητείται η διεξαγωγή έρευνας για να διαπιστωθεί αν η κατηγορουμένη αποκόμισε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Ενώ με το δεύτερο ζητείται η έκδοση διατάγματος δήμευσης για είσπραξη των εσόδων της κατηγορουμένης από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €23,985,34σεντ πλέον των δεδουλευμένων τόκων σε σχέση με αυτό. Η αίτηση στηρίζεται στις σχετικές πρόνοιες του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 και συνοδεύεται από έκθεση ισχυρισμών της κατηγορούσας αρχής στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα στα οποία αυτή εδράζεται. Μέρος της εν λόγω έκθεσης αποτελούν και τα γεγονότα τα οποία έθεσε ενώπιον μας η κατηγορούσα αρχή αναφορικά με τη διάπραξη από την κατηγορουμένη των αδικημάτων στις κατηγορίες 1 και
- Πρόκειται για τα γεγονότα τα οποία θα κληθούμε να λάβουμε υπόψη στα πλαίσια της απόφασης μας για την ποινή η οποία θα της επιβληθεί. Θα αναφερθούμε σ'αυτά, περιοριζόμενοι στα απολύτως αναγκαία, για σκιαγράφηση των εν λόγω δύο κατηγοριών. Συγκεκριμένα αυτές αφορούν, αντίστοιχα, το αδίκημα της συνωμοσίας μαζί με άλλα πρόσωπα για διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της εισαγωγής στην Κυπριακή Δημοκρατία μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης και κάνναβης και το αδίκημα της προμήθειας της εν λόγω κάνναβης στον Ιωσήφ Περπίνια που είναι ο πέμπτος κατηγορούμενος. Το πρώτο από τα δύο αδικήματα, όπως αναφέρονται πιο πάνω, διαπράχθηκε μεταξύ της 16.3.2008 και της 27.3.2008 στην Κύπρο και στην Ελλάδα ενώ το δεύτερο διαπράχθηκε στις 24.3.2008 στην Ελλάδα. Όσον αφορά τις ενεχόμενες ποσότητες ναρκωτικών αυτές ήσαν 12 κιλά, 20 γραμμάρια και 30 χιλιοστά του γραμμαρίου κοκαΐνη και 189 κιλά, 720 γραμμάρια και 99 χιλιοστά του γραμμαρίου κάνναβη. Περαιτέρω, στην έκθεση ισχυρισμών αναφέρεται επίσης ότι μετά τη σύλληψη της κατηγορουμένης, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση πάντοτε, η Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης, γνωστής και ως ΜΟ.Κ.Α.Σ., διεξήγε έρευνα για εντοπισμό εσόδων της κατηγορουμένης από διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων με σκοπό, όπως αναφέρεται, τη μελλοντική δήμευση τους. Όσον αφορά το είδος των γενεσιουργών αδικημάτων η προσοχή εστιάστηκε σε αδικήματα διακίνησης ναρκωτικών. Σύμφωνα με το άρθρο 2
(1)του προαναφερθέντος Νόμου σ'αυτά περιλαμβάνονται και τα αδικήματα στα οποία αφορούν η πρώτη και η ένατη κατηγορία που αναφέρονται προηγουμένως. Στα πλαίσια της εν λόγω έρευνας εξασφαλίστηκε διάταγμα αποκάλυψης δυνάμει του οποίου διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη διατηρεί λογαριασμούς σε δύο χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Το πρώτο τέτοιο ίδρυμα είναι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων και σ'αυτό η κατηγορουμένη διατηρεί το λογαριασμό με αριθμό 2012134-8. Από το 2002 μέχρι τον Ιανουάριο του 2008 ο λογαριασμός αυτός δεν παρουσίασε οποιαδήποτε κίνηση και την 1.1.2008 έδειχνε πιστωτικό υπόλοιπο €497,97σεντ. Την 15.2.2008 έγινε κατάθεση μετρητών σ'αυτόν ύψους Λ.Κ.11.166-, ποσό που αντιστοιχεί με €19.078,24σεντ. Όταν στην πορεία του χρόνου χρεοπιστώθηκαν οι τόκοι και η εισφορά για την άμυνα για το έτος 2008, ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο στις 21.4.2009 €19.808,76σεντ. Το δεύτερο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο οποίο διατηρεί λογαριασμό η κατηγορουμένη, με αριθμό 2002428-1, είναι η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Σωτήρας Αμμοχώστου. Από το 2002 μέχρι το 2007 η κίνηση σ'αυτόν ήταν ελάχιστη. Στις 28.1.2008 κατατέθηκε σε μετρητά ποσό Λ.Κ.2.872- το οποίο αντιστοιχεί με €4.907,10σεντ. Ακολούθως, κατά το 2008 έγιναν στον εν λόγω λογαριασμό ακόμα τρεις καταθέσεις σε μετρητά ήτοι ποσών €102,52σεντ, €515- και €515-, αντίστοιχα, ενώ στις 31.12.2008 πιστώθηκαν σ'αυτόν οι δεδουλευμένοι τόκοι και χρεώθηκε η εισφορά για την άμυνα. Στις 21.4.2009 ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο €6.634,52σεντ. Να σημειωθεί ότι η μαρτυρία η οποία εξασφαλίστηκε από την προαναφερθείσα υπηρεσία δεν αποκάλυψε την προέλευση των χρημάτων τα οποία κατατέθηκαν στους προαναφερθέντες δύο λογαριασμούς, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Η κατηγορουμένη δεν αμφισβητεί τις καταθέσεις οι οποίες είχαν γίνει στους εν λόγω δύο λογαριασμούς της κατά το έτος 2008 και ότι τα ποσά σ'αυτούς συμποσούνται σε €23.985,34σεντ. Όμως, με την έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών αρνείται ότι το πιο πάνω ποσό αποτελεί έσοδα τα οποία αποκόμισε από τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στην πρώτη και στην ένατη κατηγορία, δηλαδή τα αδικήματα στα οποία έχει κριθεί ένοχη μετά από δική της παραδοχή, ή και γενικά από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων. Περαιτέρω, κατά την αγόρευση του ενώπιον μας ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης υπερτόνισε τη θέση ότι δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει έστω και στο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή και το προαναφερθέν χρηματικό ποσό αποτελεί έσοδο ή «όφελος» (benefit) - ο όρος τον οποίο χρησιμοποίησε και ο οποίος χρησιμοποιείται στον αγγλικό αντίστοιχο νόμο - το οποίο αυτή αποκόμισε από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Μάλιστα εισηγήθηκε ότι η διαπίστωση για αποκόμιση οφέλους ή «εσόδων» - η ορολογία που χρησιμοποιείται στον Κυπριακό Νόμο - αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή από το δικαστήριο των υποθέσεων που προβλέπει το άρθρο 7
(2)του Νόμου. Βέβαια, της προβολής των θέσεων ανωτέρω προηγήθηκε η εισήγηση της κας.Κυρμίζη η οποία χειρίζεται την παρούσα αίτηση για το Γενικό Εισαγγελέα, ότι δεδομένων των πιο πάνω ισχυρισμών στην έκθεση, το δικαστήριο θα πρέπει στη συνέχεια να εφαρμόσει τις υποθέσεις του άρθρου 7
(2). Έγινε και από τις δύο πλευρές εκτενής αναφορά σε αγγλική νομολογία η οποία εξετάζει τις πρόνοιες της αντίστοιχης αγγλικής Drug Trafficking Act 1994. Το άρθρο 7 του Νόμου 188(Ι)/2007 προνοεί στα εδάφια
(1)και 2(α) τα εξής: «7
(1).Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου- (α) Λογίζονται ως έσοδα του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος όλες οι πληρωμές οι οποίες καταβλήθηκαν σ'αυτόν ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού σε σχέση με τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ανεξάρτητα αν αυτό έχει διαπραχθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή από άλλο πρόσωπο· (β) τα έσοδα του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος είναι το σύνολο των πληρωμών ή αμοιβών οι οποίες έχουν καταβληθεί σ'αυτόν ή το προϊόν του γενεσιουργού αδικήματος ή έσοδα όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του παρόντος Νόμου. 7
(2).Το Δικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος αποκόμισε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και για να υπολογίσει το ύψος των εσόδων του από την εν λόγω διάπραξη, δύναται, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση καταδειχθεί το αντίθετο, να υποθέσει ότι- (α) Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος ή απέκτησε ή μεταβιβάστηκε σε αυτόν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος από αυτόν το νωρίτερο που θα κρίνει το δικαστήριο ότι την απέκτησε·» Σαφώς από την ενώπιον μας τεθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει να αποκόμισε η κατηγορουμένη οποιαδήποτε έσοδα από τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στην πρώτη και στην ένατη κατηγορία. Ούτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για να καταδειχθεί ένα τέτοιο γεγονός. Πρόσθετα, δεν προσφέρθηκε και μαρτυρία προς το σκοπό να αποδειχθεί ότι το ποσό το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο επ'ονόματι της κατηγορουμένης στους προαναφερθέντες δύο λογαριασμούς αποτελεί έσοδα της ιδίας από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων είτε από αυτή είτε από άλλο πρόσωπο. Αντ'αυτού η κατηγορούσα αρχή μας κάλεσε να υποθέσουμε την ύπαρξη των γεγονότων τα οποία είναι αναγκαίο να υπάρχουν προκειμένου να καταστεί δυνατή η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δήμευσης δυνάμει του άρθρου 7
(2). Έχοντας μελετήσει με προσοχή το σχετικό Νόμο έχουμε οδηγηθεί στο βέβαιο συμπέρασμα ότι οι πρόνοιες του άρθρου 7
(2)(α) παρέχουν τη δυνατότητα αυτή. Μας προβλημάτισε κάπως η θέση, ανωτέρω, του κ.Γεωργίου. Εισηγήθηκε ότι της εφαρμογής των εν λόγω υποθέσεων θα πρέπει να προηγηθεί η απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή ότι η κατηγορουμένη απεκόμισε όφελος (benefit) από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων. Παρενθετικά να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με σχετική πρόνοια στο άρθρο 7
(1)(α) δεν είναι αναγκαίο να έχει διαπραχθεί το γενεσιουργό αδίκημα από την κατηγορουμένη. Η εισήγηση ανωτέρω του συνηγόρου δε μας βρίσκει σύμφωνους. Δεν μας υπεδείχθη πώς και δεν διαπιστώνουμε να προκύπτει μια τέτοια ερμηνεία από το άρθρο 7
(2)(α) ειδικά, αλλά και από οποιαδήποτε πρόνοια του εν λόγω Νόμου γενικά. Επαναλαμβάνουμε δε το συγκεκριμένο μέρος του άρθρου 7
(2)(α) που εφαρμόζεται εδώ και έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και για να υπολογίσει το ύψος των εσόδων του από την εν λόγω διάπραξη, δύναται . να υποθέσει ότι: (α)Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος . κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδα, πληρωμή ή αμοιβή από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος από αυτόν το νωρίτερο που θα κρίνει το δικαστήριο ότι την απέκτησε.» Η μόνη προϋπόθεση την οποία θέτει το άρθρο 7
(2)(α) για την ενεργοποίηση της πιο πάνω διττής υπόθεσης, και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της υπό αναφορά ποινικής διαδικασίας η κατηγορουμένη απόκτησε συγκεκριμένη περιουσία. Ο συνήγορος της κατηγορουμένης αν και παραδέχθηκε την κατάθεση επ'ονόματι της κατά το 2008 των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών στους εν λόγω δύο λογαριασμούς εντούτοις αμφισβήτησε ότι αποδείχθηκε πως με την κατάθεση τους η κατηγορουμένη τα «απέκτησε» συγχρόνως. Σύμφωνα με το άρθρο 72 του Νόμου το μέτρο απόδειξης που εφαρμόζεται κατά την εξέταση αίτησης όπως είναι η παρούσα είναι αυτό που ισχύει σε πολιτικές διαδικασίες, δηλαδή το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στη βάση δε αυτού είναι δυνατό εύλογα να συναχθεί πως όταν γίνεται κατάθεση ενός ποσού σε ένα τραπεζικό λογαριασμό ο δικαιούχος του αποκτά το συγκεκριμένο ποσό με την έννοια ότι αποκτά κατοχή ή και τον έλεγχο αυτού είτε ως απόλυτος δικαιούχος είτε για τους σκοπούς κάποιου τρίτου προσώπου. Βέβαια, υπάρχει ενδεχόμενο οι καταθέσεις αυτές να ήσαν απλώς μεταφορά από άλλο λογαριασμό της κατηγορουμένης. Λέμε απλώς ένα παράδειγμα που είναι σύνηθες στα τραπεζικά πράγματα. Βασικά αυτό ήθελε να θίξει ο κ.Γεωργίου με την εισήγηση του ότι δεν αποδείχθηκε πώς η κατηγορουμένη απόκτησε το πιο πάνω ποσό κατά την κατάθεση του στους δύο λογαριασμούς. Όμως, η αναμφισβήτητη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής βασικά κάλυψε και αυτό το ενδεχόμενο με την αίτηση για αποκάλυψη η οποία απευθύνετο σε πλείστα τραπεζικά και συνεργατικά ιδρύματα. Η αίτηση αυτή, παράρτημα 1Α στην παρούσα αίτηση, δεν αποκάλυψε οτιδήποτε πλην των δύο προαναφερθέντων λογαριασμών. Έπειτα, είναι και το γεγονός ότι η κατηγορουμένη είναι σε πολύ καλύτερη θέση να γνωρίζει πού είχε προηγουμένως τα χρήματα αυτά και προπαντός αν τα είχε αποκτήσει σε χρόνο εκτός των έξι ετών που προβλέπει ο Νόμος. Όμως, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αντίκρουση της εν λόγω μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Επομένως, κρίνεται ότι τα απόκτησε κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται πιο πάνω, και εφαρμοζομένης της σχετικής υπόθεσης του άρθρου 7
(2)(α), ότι αποτελούν έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Ας σημειωθεί πως ούτε και για το θέμα αυτό προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία από την κατηγορουμένη. Ο λόγος είναι προφανής και αφορά στην πιο πάνω συγκεκριμένη θέση που υποστήριξε ο κ.Γεωργίου για αντίκρουση της παρούσας αίτησης. Ουσιαστικά επανερχόμαστε στην ίδια πτυχή που εξετάσαμε και προηγουμένως για να υποδείξουμε ότι, κατά την άποψη μας, ούτε και η Drug Trafficking Act 1994 θέτει ως προϋπόθεση ότι για να τύχουν εφαρμογής οι πανομοιότυπες υποθέσεις (assumptions) που προβλέπει το άρθρο 4
(3)θα πρέπει πρώτα να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος από διακίνηση ναρκωτικών. Αντίθετα, όπως διαβάζεται το άρθρο 4
(2)είναι, μεταξύ άλλων, και για το σκοπό αυτό που εφαρμόζονται οι εν λόγω υποθέσεις. Το συμπέρασμα μας προκύπτει από την απλή ανάγνωση του άρθρου 4
(2)και το παραθέτουμε αυτούσιο: «4
(2).Subject to subsections
(4)and
(5)below, the Crown Court shall, for the purpose- (
- a)of determining whether the defendant has benefited from drug trafficking, and (
- b)if he has, of assessing the value of his proceeds of drug trafficking, make the required assumptions.» Διατυπώνοντας την πιο πάνω άποψη όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή της εν λόγω αγγλικής νομολογίας δεν πρωτοτυπούμε. Η άποψη αυτή προκύπτει και από το σύγγραμμα Mitchell,.Taylor&Talbot on Confiscation and Proceeds of Crime, 2η έκδοση
(1997)το οποίο πραγματεύεται την εφαρμογή της προαναφερθείσας αγγλικής νομοθεσίας. Με τις υποθέσεις του άρθρου 4 ασχολείται στις σελίδες 91 έως
- Ότι η διαπίστωση αποκόμισης οφέλους (benefit) από κατηγορούμενο αποτελεί το αντικείμενο των εν λόγω υποθέσεων θεωρείται δεδομένο. Το επιβεβαιώνει η πρόταση στη σελίδα 92, παράγραφος 4-059 που λέει ότι: «The court must then make the assumption that the defendant has benefited from drug trafficking.» Δηλαδή αφού προβεί προηγουμένως σε ευρήματα όσον αφορά κάποια άλλα γεγονότα και όχι το αντίθετο. Όσον αφορά τη νομολογία θα περιοριστούμε μόνο στην πολύ πρόσφατη απόφαση του House of Lords στην υπόθεση R. v. Briggs-Price, ημερομηνίας 5.2.
- Στην εντελώς πρώτη παράγραφο της απόφασης ο Λόρδος Phillips παραθέτει σε γενικές γραμμές τον τρόπο λειτουργίας της Drug Trafficking Act 1994 μέσα από τις πρόνοιες και ειδικά τις υποθέσεις του άρθρου 4 αυτής. Αναφέρει τα εξής: «1.Under the Drug Trafficking Act 1994 ("the 1994 Act") the assets of a defendant convicted of a drug trafficking offence are liable to confiscation to the extent that he has benefited from drug trafficking. The benefit in question is not restricted to the benefit derived from the offence or offences in respect of which the defendant has been convicted. In confiscation proceedings the prosecution has to satisfy the court that the defendant has benefited from drug trafficking and the extent of such benefit. The normal way of doing this is to prove that the defendant possesses, or has possessed, property and to invite the court to assume that the property in question represents or represented benefit derived form drug trafficking. The Act expressly provides that the court must make this assumption unless it is shown to be incorrect or would involve a serious risk of injustice.» Δεν αφήνεται λοιπόν καμιά αμφιβολία όσον αφορά τον τρόπο εφαρμογής και των αντίστοιχων κυπριακών προνοιών στο άρθρο 7
(2)του Νόμου. Στη βάση δε αυτή καταλήγουμε ότι κατά τους χρόνους που αναφέρονται πιο πάνω και συγκεκριμένα εντός του έτους 2008, η κατηγορουμένη αποκόμισε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Όσον αφορά τον υπολογισμό των εσόδων αυτών δεν χρειάζεται να τύχει εφαρμογής οποιαδήποτε άλλη από τις υποθέσεις του άρθρου 7
(2)ή να γίνει οποιοσδήποτε ιδιαίτερος υπολογισμός. Είναι αποδεχτή από την κατηγορουμένη η ύπαρξη στους προαναφερθέντες δύο λογαριασμούς κατά την 21.4.2009 του συνολικού ποσού των €23.985,34σεντ. Όμως, σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουμε παραθέσει προηγουμένως και προέρχονται από την κατηγορούσα αρχή, αυτό θα πρέπει να μειωθεί κατά €497,97σεντ πλέον οι δεδουλευμένοι τόκοι για ένα χρόνο και αφαιρουμένης της εισφοράς για την άμυνα σε σχέση με αυτούς. Δηλαδή ένα ποσό της τάξης των €515-. Αφαιρουμένου του ποσού αυτού απομένει ποσό €23.470,34σεντ. Εγκρίνοντας κατά τα άλλα την αίτηση, εκδίδεται διάταγμα δήμευσης για την είσπραξη του συνολικού ποσού των €23.470,34σεντ, πλέον τους δεδουλευμένους τόκους από την 21.4.1009, όπως αυτό είναι κατανεμημένο στους εν λόγω δύο λογαριασμούς. Γ.Ν.Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ.Δημητριάδου Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε.Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο