Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντρέας ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:1239/08, 22 Σεπτεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B4 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1239/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον
- Αντρέας ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
- Χαράλαμπος ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- Κώστας ΛΟΥΛΛΑΣ
- Αντρέας ΝΕΟΦΥΤΟΥ
- Νίκη ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ
- Κυριάκος ΜΠΕΝΑΚΗΣ
- Πανίκος ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------------------------- 22 Σεπτεμβρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κος Κιτρομηλίδης ------------------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι επτά κατηγορούμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου αντιμετωπίζουν δυο κοινές κατηγορίες. Αντικείμενο τούτων είναι τα αδικήματα˙ διεξαγωγή εργασιών σε σχέση με συλλογικά στοιχήματα χωρίς άδεια, κατά παράβαση των διατάξεων του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμιση και Φόρος) Νόμου, (Ν. 75
(1)/97) (πρώτη κατηγορία) και διενέργεια ιπποδρομιακών στοιχημάτων επί δελτίων που δεν χορηγήθηκαν από την αρμόδια αρχή και επί των οποίων δεν κατεβλήθη ο καθορισμένος φόρος, κατά παράβαση του περί Φορολογίας Ιπποδρομιακών Στοιχημάτων Νόμου, (Ν. 48/73)(δεύτερη κατηγορία). Η παρουσίαση της υπόθεσης για την κατηγορία ήταν ιδιαιτέρως συνοπτική, ένεκα βεβαίως και της θετικής στάσης της υπεράσπισης. Για του λόγου το ασφαλές, η κατηγορούσα αρχή ολοκλήρωσε την υπόθεσή της καταθέτοντας ως τεκμήρια, με τη σύμφωνη θέση και της υπεράσπισης, δεκατέσσερις συνολικά καταθέσεις. Μετά τη δήλωση της κατηγορούσας αρχής περί ολοκλήρωσης της υπόθεσής της, ο συνήγορος των κατηγορουμένων υπέβαλε αίτημα περί μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Τούτο είναι συναφώς και το αντικείμενο της παρούσης. Ό, τι ανέφερε ο κος Κιτρομηλίδης είναι πως δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν. Υπέβαλε εν προκειμένω ότι καμία μαρτυρία ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να αποδεικνύει ότι πρόσωπο, συγκεκριμένο ή μη, στοιχημάτισε, όπως ούτε ότι κάποιος από τους κατηγορούμενους υπέβαλε οιονδήποτε ιπποδρομιακό στοίχημα. Από μέρους της κατηγορούσας αρχής η κα Γιάλλουρου ανέφερε ότι συμφωνεί με όσα ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης. Νομικό έρεισμα στο αίτημα της υπεράσπισης παρέχει το άρθρο 74
(1)(β) του Κεφαλαίου 155. Αδιάφορο όμως είναι κατά πόσο υποβάλλεται σχετικό αίτημα, εφόσον ούτως ή άλλως αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. άρθρο 74
(1)(γ)). Η εφαρμογή του σχετικού άρθρου έχει ευσύνοπτα επεξηγηθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Προκύπτει συναφώς ότι κατηγορία απορρίπτεται από αυτό το στάδιο εκεί όπου: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω απουσίας ενός ή περισσότερων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική που στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έκφανση η οποία τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R. v. Calbraith
(1981)2 ALL E.R. 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Τέλος, το περιεχόμενο κατάθεσης κατηγορούμενου μπορεί μεν να μην υιοθετείται από την κατηγορούσα αρχή ως ανταποκρινόμενο στα αληθή γεγονότα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χ'' Κωνσταντίνου
(1989)2ΑΑΔ 99, 103), δεν παύει όμως από το να είναι μέρος του μαρτυρικού υλικού και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει από αυτό τυχόν σχετικές πληροφορίες (βλ. Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 41, 45). Ως εκ των πιο πάνω, καθίσταται αντιληπτό ότι σύνοψη του μαρτυρικού υλικού είναι απολύτως απαραίτητη για τους σκοπούς του αιτήματος. Εν προκειμένω οι δεκατέσσερις ενώπιον του Δικαστηρίου καταθέσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε ισάριθμα τεκμήρια, διακρίνονται σε δυο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία συμπεριλαμβάνει καταθέσεις προσώπων που προέρχονται από τις τάξεις της αστυνομίας και συνεργατών της, ενώ η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από καταθέσεις των κατηγορουμένων. Ό, τι προκύπτει λοιπόν από το μαρτυρικό υλικό είναι πως στις 21.03.07 και περί ώρα 17:15 ο αστυφύλακας 3863 Σ. Αγιώτης και ο αρχιλοχίας 1124 Χ. Λαπέρτας (βλ. τεκμήρια 6 και 7, αντίστοιχα), μετέβησαν, μαζί με άλλους συνάδελφούς τους, στο διαμέρισμα με αριθμό 3 στην οδό Ευρώπης 4, για το οποίο είχαν εις χείρας ένταλμα ερεύνης, εφόσον η αστυνομία είχε ενωρίτερα πληροφορηθεί ότι εκεί διεξάγονταν παράνομα ιπποδρομιακά στοιχήματα του κυπριακού ιπποδρόμου χωρίς άδεια από το υπουργείο οικονομικών και την αρμόδια αρχή. Το εν λόγω διαμέρισμα τέθηκε υπό παρακολούθηση και όταν ο αρχιλοχίας 1121 πρόσεξε από το παράθυρο της κουζίνας πολλά άτομα να περιφέρονται εντός του διαμερίσματος και δυο τηλεοράσεις εντός της κουζίνας να μεταδίδουν προγράμματα του καναλιού ALFA (η μια μετέδιδε κούρσα του κυπριακού ιπποδρόμου και η άλλη σελίδα teletex με τιμές αλόγων), έδωσε οδηγίες στους συναδέλφους του να κτυπήσουν την πόρτα για να εισέλθουν εντός του διαμερίσματος, ενώ ο ίδιος έμεινε στο μέρος που βρισκόταν, δηλαδή στην αυλή, στο πίσω μέρος του διαμερίσματος. Ο αστυνομικός 3863 κτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος και όταν ερωτήθηκε ποιος είναι, απάντησε ''ο Μιχάλης''. Όταν στη συνέχεια άνοιξε η πόρτα υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και το ένταλμα ερεύνης. Κατά τον ίδιο χρόνο τρία άτομα, δηλαδή οι κατηγορούμενοι, 3, 4 και 7, βγήκαν από το πίσω μέρος του διαμερίσματος και άρχισαν να τρέχουν στην περιφραγμένη αυλή με σκοπό να διαφύγουν. Εκεί όμως βρισκόταν ο αρχιλοχίας 1124 ο ποίος τους φώναξε ''αστυνομία σταματάτε'', πράγμα το οποίο και έκαναν. Πέραν των προαναφερομένων, εντός του διαμερίσματος βρίσκονταν και οι κατηγορούμενοι 1, 2, 5 και
- Περαιτέρω, εντός του διαμερίσματος, ιδιοκτήτης του οποίου δήλωσε ότι είναι ο 1ος κατηγορούμενος, εντοπίστηκαν επτά τηλεοράσεις, αριθμός τηλεχειριστηρίων τηλεόρασης, ένας αποκωδικοποιητής σήματος του σταθμού LTV, αριθμός μαγνητοφώνων, αριθμός σταθερών τηλεφώνων με διαφορετικούς αριθμούς επικοινωνίας, μετασχηματιστές ρεύματος, ηχογραφικές συσκευές, προέκταση σύρματος, τρία βιβλία υπό την ονομασία '' Ο Τζόκεϊ'' και ένα υπό την ονομασία ''Γκανιάν'', αριθμός φωτοτυπημένων βιβλίων όπου αναγράφονταν οι λέξεις ''Stake'' και ''Profit'', δέσμες χαρτιών στις οποίες αναγράφονταν˙ αριθμός κούρσας, στοιχήματα, ποσά και ονόματα και τέλος αριθμός, χαρτιών διαφόρων χρωμάτων και είκοσι στυλό χρώματος κόκκινου και μπλε και ένα διορθωτικό στυλό (tippex). Όλα τα πιο πάνω παρελήφθησαν από την αστυνομία, συγκεκριμένα τον αστυνομικό 3868, ο οποίος τα παρέδωσε στον αστυνομικό 1148 Α. Μανώλη. Ο τελευταίος παρέλαβε από τον αναπληρωτή λοχία 3821 και ένα ψηφιακό δίσκο τον οποίο άκουσε και διαπίστωσε ότι σε ορισμένα σημεία η ποιότητά του δεν είναι καλή ηχητικά, ενώ σε σημεία όπου ξεχωρίζουν ομιλίες ακούγονται όροι του ιπποδρόμου π.χ. γκανιάν, τουίν και φορ-καστ, ως επίσης ακούγονται και άτομα να αναφέρουν διάφορους αριθμούς, ονόματα προσώπων και κατά πάσα πιθανότητα αλόγων και χρηματικά ποσά. Αξίζει περαιτέρω να λεχθεί εδώ πως κατά την έφοδο της αστυνομίας στο επίδικο διαμέρισμα οι επτά τηλεοράσεις μετέδιδαν πρόγραμμα του σταθμού ALFA, δηλαδή τέσσερις εξ αυτών μετέδιδαν τη σελίδα teletext του καναλιού, ενώ οι υπόλοιπες μετέδιδαν το πρόγραμμα του σταθμού. Περαιτέρω, ό,τι συνάγεται από την κατάθεση της Δέσπως Φλωρέντζου, (βλ. τεκμήριο 3), λειτουργού οικονομικών στη λέσχη ιπποδρομιών, είναι πως στις 24.03.07 διεξαγόταν η 24η ιπποδρομιακή συνάντηση της λέσχης ιπποδρομιών Λευκωσίας. Ώρα έναρξης ήτο η 15:00 ενώ τερματισμού η 19:
- Ο Αντρέας Γρηγορίου δεν είναι επίσημος εκπρόσωπος της λέσχης και δεν έχει άδεια να διενεργεί ιπποδρομιακά στοιχήματα του κυπριακού ιπποδρόμου. Το δε κατώτατο όριο στοιχήματος είναι εκείνο της Λ.Κ. 1,00 πλέον 10% Φ.Π.Α. Τέλος, ο Χρήστος Κατσάμη (βλ. τεκμήριο 5) εργάζεται ως τεχνικός στην εταιρεία LTV. Στις 16.05.07 του παρεδόθη από τον αστυφύλακα 1148 ο αποκωδικοποιητής και το τηλεχειριστήριο που παραλήφθηκαν στις 21.03.07 από το διαμέρισμα του Αντρέα Γρηγορίου. Από έρευνα που διενήργησε διεπίστωσε ότι ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση, ενώ η σύνδεση του αποκωδικοποιητή, του οποίου η κάρτα διεπιστώθη ότι ανήκε στον Αντρέα Γρηγορίου, αποσυνδέθηκε την 01.04.
- Αναφορικά με το περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορούμενων (βλ. τεκμήρια 8 μέχρι και 14) προκύπτει ότι όλοι οι κατηγορούμενοι, πλην του κατηγορούμενου 7 ο οποίος δεν απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, αποδέχονται ότι βρίσκονταν στο επίδικο διαμέρισμα, καθώς ότι τούτο ανήκει στον 1ον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι 2 και 5 ρητά ανέφεραν στην κατάθεσή τους (βλ. τεκμήρια 9 και 12, αντίστοιχα) ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι τηλεοράσεις εντός του επίδικου διαμερίσματος, μετέδιδαν ιπποδρομίες. Εν τούτοις, το σύνολο των κατηγορουμένων, είτε ρητά αρνήθηκε, είτε αρνήθηκε να απαντήσει, ερώτηση που του υποβλήθηκε εν σχέσει με τα επίδικα αδικήματα. Τέλος, όλοι οι κατηγορούμενοι έδωσαν τη δική τους εκδοχή για την παρουσία τους στο επίδικο διαμέρισμα. Εκ προοιμίου αναφέρω ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη δυναμική της μαρτυρίας και δεν επικαλέστηκε συναφώς αντινομικότητα τούτης. Ορθή ομολογουμένως η προσέγγιση εφόσον το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου συνίσταται σε καταθέσεις που κατατέθηκαν εκ συμφώνου, νοείται για την αλήθεια του περιεχομένου τους, και ως εκ τούτου αδύνατη, ως ανυπόστατη και ανεδαφική, θα ήτο η έγερση τέτοιου λόγου. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, και εγώ με τη σειρά μου διαπιστώνω ότι το σύνολο του μαρτυρικού υλικού δεν εμπεριέχει θεμελιώδεις αντιφάσεις οι οποίες να του στερούν την οποία δυνατότητα θετικής αξιολόγησης στο κατάλληλο περί τούτου στάδιο (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Όλα τα πιο πάνω χωρίς να αγνοώ το λόγο κατάθεσης των σχετικών καταθέσεων, δηλαδή για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Στρέφομαι τώρα στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ξεκινώντας πρώτα από την πρώτη κατηγορία. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας είναι: (α) διεξαγωγή εργασίας αποδεκτή ή βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων, ή οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με αυτή, και (β) χωρίς άδεια που προβλέπεται από το νόμο ή κατά παράβαση οποιωνδήποτε όρων της άδειας. Η ερμηνεία του όρου συλλογικό στοίχημα καθώς και του αποδέκτη και βοηθού αποδέκτη, εντοπίζεται στο άρθρο 2 του σχετικού νόμου (Ν. 75 (Ι)/97). Περαιτέρω, τα άρθρα 3 και 4 του ίδιου νόμου είναι επεξηγηματικά σε ότι αφορά την έκδοση της άδειας που αναφέρεται στο νόμο. Στην προκείμενη περίπτωση είναι γεγονός πως όλοι οι κατηγορούμενοι εντοπίστηκαν σε συγκεκριμένο υποστατικό που περιείχε πληθώρα (επτά τον αριθμό) τηλεοράσεων, αντίστοιχο αριθμό τηλεφώνων, αριθμό υπολογιστικών μηχανών, αλλά και εντύπων που σχετίζονται με ιπποδρομίες. Κατά τον ίδιο χρόνο διεξαγόταν η 24η ιπποδρομία της λέσχης ιπποδρομιών Λευκωσίας, ενώ κάποιες από τις οθόνες των τηλεοράσεων στο υποστατικό που βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι μετέδιδαν τούτη, ενώ οι υπόλοιπες μετέδιδαν σχετικές τούτης πληροφορίες, δηλαδή τιμές στοιχημάτων μέσω teletext. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, νοουμένου όμως ότι αποδεικνύεται η διεξαγωγή εργασίας αποδεκτή ή βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων. Τα πιο πάνω γεγονότα, δεν αποδεικνύουν διεξαγωγή εργασίας αποδεκτή αλλά ούτε και συλλογικό στοίχημα. Εν ολίγοις, καμία μαρτυρία τείνει να καταδείξει ότι οι κατηγορούμενοι διαπραγματεύοντο στοίχημα και δη εν τη έννοια του ορισμού συλλογικό στοίχημα. Ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι κόλλες που εντοπίστηκαν στο διαμέρισμα, οι οποίες δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και δεν έχω έτσι ιδίαν γνώση, αφορούσαν στοιχήματα, τα οποία διαπραγματεύονταν οι κατηγορούμενοι, εικασία για την οποία δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας εφόσον καμία μαρτυρία αποδεικνύει την όποια σχετική διαπραγμάτευση (δηλαδή συζήτηση, συνομιλία ή ότι άλλο σχετικό) από μέρους των κατηγορούμενων, αναπόδεικτο παραμένει και το κατά πόσο τέτοια στοιχήματα ήταν συλλογικά. Εν προκειμένω ο νόμος δεν καθιστά παράνομο το κάθε στοίχημα, αλλά μόνο το συλλογικό, όπως εκεί ερμηνεύεται. Και επί τούτου ελλείπει σχετική μαρτυρία εφόσον ούτως η άλλως ουδεμία μαρτυρία υφίσταται για στοίχημα, πόσο δε μάλλον συλλογικό. Καταλήγω συναφώς ότι οι ενέργειες των κατηγορουμένων εντός του υποστατικού φανερώνουν μεν ενδιαφέρον εν σχέσει με ιπποδρομίες όχι όμως και διεξαγωγή εργασιών αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων. Κάτι τέτοιο θα αποδεικνύετο με προσκόμιση στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, μαρτυρίας προσώπου που υπέβαλε συλλογικό στοίχημα ή ακόμη προσώπου που αποδέχθηκε τούτο. Στη δοσμένη όμως περίπτωση η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής πόρρω απέχει από απόδειξη των επίδικων συστατικών στοιχείων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως αναφορικά με το συστατικό στοιχείο (α) της πρώτης κατηγορίας δεν έχει αποδειχθεί καμία συνισταμένη του. Εν σχέσει με τη δεύτερη κατηγορία διαπιστώνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος τούτης είναι (α) παράλειψη διενέργειας ιπποδρομιακού στοιχήματος ή λαχείου, (β) επί δελτίου, ή τύπου εκτυπωμένου ή εγγράφου χορηγουμένου υπό της ιπποδρομιακής αρχής, και (γ) επί του οποίου επεβλήθη ο καθορισμένος φόρος. Οι όροι ιπποδρομιακό λαχείο, ιπποδρομιακή αρχή, καθώς ιπποδρομιακό στοίχημα (όρος ο οποίος εμπερικλείει τον ορισμό του συλλογικού στοιχήματος), επεξηγούνται στο άρθρο 2 του νόμου (Ν. 48/73). Τα όσα λέχθηκαν πιο πάνω περί απόδειξης του συστατικού στοιχείου συλλογικά στοιχήματα, ισχύουν κατά αναλογία και εδώ. Αυτή και μόνο η διαπίστωση είναι ικανή για να οδηγήσει την κατηγορία σε αποτυχία. Εν τούτοις, τίθενται τα εξής ερωτήματα˙ ποια μαρτυρία αποδεικνύει στοίχημα και δη ιπποδρομιακό, περαιτέρω, εάν η μαρτυρία αποδεικνύει στοίχημα, επί ποίου δελτίου διενεργήθηκε τούτο και τί στοίχημα ήτο (συλλογικό ή άλλο); Τα πιο πάνω ερωτήματα διευκολύνουν βεβαίως την εξέταση του αιτήματος της υπεράσπισης και προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Το γεγονός και μόνο ότι ομάδα ατόμων παρακολουθούσε μαζικά συγκεκριμένη ιπποδρομία σε μη αδειούχο υποστατικό στο οποίο υπήρχαν, εκτός από υπερβολικό αριθμό τηλεοράσεων και έντυπα ιπποδρομιών, δεν αποδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι διενέργησαν ιπποδρομιακό στοίχημα ή λαχείο. Ελλείπει σχετική μαρτυρία η οποία κατά θετικό τρόπο να οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα. Η μαρτυρία δεν αποδεικνύει ότι οιοσδήποτε από τους κατηγορούμενους διενήργησε ιπποδρομιακό στοίχημα ή λαχείο, εφόσον καμία σχετική μαρτυρία, ήτοι συνομιλία ή συζήτηση ή οδηγίες, οδηγεί σε τέτοιο συμπέρασμα. Περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν ως τεκμήρια οιαδήποτε έντυπα (λόγου χάριν λαχεία ή έντυπα στοιχημάτων) για τα οποία να υπάρχει ισχυρισμός ότι˙ εν πρώτοις κυκλοφόρησαν από τους κατηγορούμενους και εκ δευτέρου, ότι επρόκειτο για έντυπα τα οποία, παρότι ιπποδρομιακά στοιχήματα ή λαχεία στην όψη τους, δεν χορηγήθηκαν από την ιπποδρομιακή αρχή. Τέτοια έντυπα δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο αλλά ούτε και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Εν τη απουσία τέτοιας μαρτυρίας, η οποία να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αφενός μεν οι κατηγορούμενοι διενήργησαν ιπποδρομιακά στοιχήματα ή λαχεία και αφετέρου ότι έπραξαν τούτο κατά παράβαση του σχετικού νόμου, αναπόδεικτα παρέμειναν τα συστατικά στοιχεία της δεύτερης κατηγορίας υπό στοιχεία (α) και (β) πιο πάνω. Για όλους του λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω τη θέση της υπεράσπισης ορθή και βάσιμη, εφόσον διαπιστώνω ότι συστατικά στοιχεία, τόσο της πρώτης όσο και της δευτέρης κατηγορίας, δεν έχουν αποδειχθεί. Μοναδική ως εκ τούτου επιλογή είναι η απόρριψη και των δυο κατηγοριών και η συνεπακόλουθη αθώωση και απαλλαγή του συνόλου των κατηγορούμενων. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο