← Κύπρος

Αστυνομία ν. Constantin Mugurel Mazilu κ.α., Ποιν. Υπ.: 1641/08, 29 Σεπτεμβρίου, 2009

Αστυνομία ν. Constantin Mugurel Mazilu κ.α., Ποιν. Υπ.: 1641/08, 29 Σεπτεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ.Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Ποιν. Υπ.: 1641/08 Αστυνομία ν

  1. Constantin Mugurel Mazilu
  2. Razvan Mihaila Neagu Κατηγορουμένων ------------------------------ ­­­­ 29 Σεπτεμβρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ'' Κωνσταντή Για Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Γεωργίου Κατηγορούμενος 1: Παρών Ως Διερμηνέας από τα Ελληνικά στα Ρουμάνικα και αντιστρόφως είναι παρούσα η κα Ντόΐνα Λοΐζίδου. Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν παραδοχής του ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία 2 που αφορά συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, στις κατηγορίες 2-29 και 45-51 που αφορούν 11 περιπτώσεις πλαστογραφίας εγγράφου, κυκλοφορίας εγγράφου και απόσπασης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 336,339 και 298 του Ποινικού Κώδικα αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα, στις 5.10.07 η παραπονούμενη κατήγγειλε στο ΤΑΕ την κλοπή και χρήση της τραπεζικής της κάρτας που της είχε χορηγηθεί από την Αγγλική Τράπεζα HSBC με αποτέλεσμα η κάρτα της να χρεωθεί με το συνολικό ποσό των ST £2.613, δηλ. το ισόποσον των Λ.Κ 2.179,
  3. Συγκεκριμένα η κάρτα της είχε χρησιμοποιηθεί 20 φορές σε καταστήματα και πρατήρια καυσίμων στην Λευκωσία μεταξύ 26.8.07 και 28.8.07, χρονική περίοδο κατά την οποίαν η εν λόγω παραπονουμένη ευρίσκετο στην Κύπρο αλλά δεν περιέπεσε στην αντίληψη της η κλοπή της κάρτας. Στις 28.8.07 η κάρτα χρησιμοποιήθηκε δύο φορές στο κατάστημα Μ. GEO ACCESSORIES LTD και αφού πλαστογραφήθηκαν δύο δελτία πώλησης αποσπάστηκαν 4 ρίμς και 4 πλαστικά πατώματα συνολικής αξίας Λ.Κ 480 και καθίσματα αυτοκινήτου συνολικής αξίας Λ.Κ
  4. Ηγέρθησαν υποψίες εις βάρος του Κατηγορούμενου 1 ο οποίος μετά τη σύλληψη του δυνάμει δικαστικού εντάλματος και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε «παραδέχομαι και απολογούμαι». Έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία ανέφερε με λεπτομέρεια τα αδικήματα που εμφαίνονται στο κατηγορητήριο ότι διέπραξε και κατονόμασε ως συνεργό του τον Κατηγορούμενο
  5. Ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορήθηκε γραπτώς και παραδέχθηκε. Είναι λευκού ποινικού μητρώου. Στην κατοχή της Αστυνομίας ευρίσκονται 4 ριμς, 4 πατώματα αυτοκινήτου, 2 ελαστικά, δύο αποδείξεις πληρωμής JCC και 20 δείγματα γραφής και υπογραφής του Κατηγορουμένου
  6. Κατόπιν αιτήματος του Κατηγορούμενου 1 και σύμφωνης γνώμης της Κατηγορούσας Αρχής λαμβάνεται υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής και η υπόθεση 1241/08 η οποία αφορά ακόμα δύο κλοπές μέσω της ίδιας κάρτας ύψους Λ.Κ 14,88 και Λ.Κ 6.32 που διαπράχθηκαν στις 27 και 28 Αυγούστου 2007 σε πρατήρια καυσίμων στη Λευκωσία κατά παράβαση του άρθρου 262 του Ποινικού Κώδικα. Νομική Πτυχή Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος 1 εμφαίνεται καταρχάς στις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Αυτή είναι η βάση από την οποίαν ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση (σύμφωνα με την υπ. Λεβέντης ν Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ 632). Έτσι για την πλαστογραφία και την κυκλοφορία προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη φυλάκισης, για την απόσπαση με ψευδείς παραστάσεις φυλάκιση 5 ετών και για την συνωμοσία φυλάκιση 7 ετών. Η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων και η έξαρση που παρουσιάζουν στον τόπο μας έχουν τονιστεί σε πάρα πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Τσιακούρης ν Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 439 όπου επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών η οποία χαρακτηρίστηκε επιεικής, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ.84 όπου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών και στην υπ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 286 στην οποία επίσης επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην τελευταία αυτή απόφαση τονίστηκαν από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοϊζου τα εξής: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής» Ειδική αναφορά στην έξαρση που παρατηρείται σε αδικήματα κλοπής και χρήσης πιστωτικών καρτών έγινε πολύ πιο πρόσφατα στις υποθέσεις
  1. Butucaru Rares κ.α ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 49/08, ημερ. 4.11.08 και στην υπ. Ana Maria Girleanu v Γενικός Εισαγγελέας Ποιν. Έφ 182/08, ημερ. 13.3.
  2. Η υπ. Butucaru αφορούσε χρήση μέσα σε 4 ημέρες 18 πλαστών πιστωτικών καρτών και κλοπή συνολικού ποσού €2.
  3. Οι δράστες συνελήφθησαν επ' αυτοφώρω, παραδέχθηκαν και συνεργάστηκαν με την Αστυνομία και επέστρεψαν τα ποσά που είχαν αποκομίσει. Επρόκειτο για καλά οργανωθείσα εκτός Κύπρου παράνομη δραστηριότητα, η πραγμάτωση της οποίας ήταν και ο μόνος λόγος άφιξης των εφεσείοντων από τη Ρουμανία στην Κύπρο. Οι επιβληθείσες ποινές 3 ετών φυλάκισης για την κυκλοφορία πλαστών εγγράφων επικυρώθηκαν. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε τα εξής: «Συναισθανόμενοι ότι η απόφαση μας θα συνιστά καθοδήγηση ως προς τα πλαίσια των ποινών σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, έχουμε δώσει ιδιαίτερη προσοχή σε όλες τις παραμέτρους της υπόθεσης και τις προεκτάσεις τους. Η κατάληξη μας είναι ότι ουδόλως δικαιολογείται παρέμβαση μας με την επιβληθείσα ποινή στις κατηγορίες που αφορούν την κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών. Δεν είναι τυχαία που ο νομοθέτης προσφάτως περιέλαβε τις πιστωτικές κάρτες στα έγγραφα τα οποία αφορούν οι κατηγορίες της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων, αναγνωρίζοντας έτσι τις πραγματικότητες που έχουν επιφέρει οι τεχνολογικές εξελίξεις στις συναλλαγές της καθημερινής ζωής. Τοσούτο μάλλον αφού οι πιστωτικές κάρτες έχουν καταστεί το κατ' εξοχήν μέσο συναλλαγής στη σύγχρονη κοινωνία, ώστε η ασφάλεια των συναλλαγών με αυτές να καθίσταται πρωταρχική ανάγκη για διασφάλιση της νομιμότητας των εμπορικών ηθών. Δικαίως λοιπόν η σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν την κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών πρέπει να συνάδει με την καθοδηγητική πρόνοια της ανώτατης ποινής φυλάκισης των 14 ετών που προβλέπεται στο νόμο για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Δεν συμμεριζόμαστε την άποψη των εφεσειόντων ότι η κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών δεν έχει τη σοβαρότητα και δεν μπορεί να εξισώνεται με την κυκλοφορία άλλων πλαστών εγγράφων όπως επιταγές. Απεναντίας, θεωρούμε ότι η κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών, ως εκ της ευχέρειας και της ευρύτητας ενδεχομένης χρήσης, συνιστά σοβαρότερη απειλή προς την ασφάλεια του όλου χρηματοπιστωτικού τρόπου ζωής σήμερα. Όχι μόνο λοιπόν δεν ήταν λανθασμένη η προσέγγιση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή, ως προς την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, αλλά και ορθώς ετόνισε την ιδιαίτερη ανάγκη τέτοιας ποινής εν όψει της έξαρσης των αδικημάτων αυτού του είδους, η οποία συνιστά ευρύτερη απειλή μέσα στους κόλπους του ιδίου του συστήματος των συναλλαγών». Στην υποθ. Γενικός Εισαγγελέας ν Girleanu (ανωτέρω) οι εφεσίβλητοι με τη χρήση κλοπιμαίων καρτών απέσπασαν συνολικό ποσό €21.
  4. Το Ανώτατο Δικαστήριο επαναλαμβάνοντας όσα λέχθησαν στην υπ. Butucaru (ανωτέρω) και εξαντλώντας κάθε περιθώριο επιείκειας αντικατέστησε την 5μηνη φυλάκιση με φυλάκιση 2 ετών λαμβάνοντας υπόψιν πως στη βάση της προηγούμενης ποινής οι εφεσίβλητοι ανέμεναν σύντομη απόλυση και προεδρική χάρη. Παρά την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση τους ούτως ώστε να ταιριάζουν προς το πρόσωπο του εκάστοτε κατηγορουμένου δεν ατονεί: Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. Γεν. Εισαγγελέας ν Μενελάου
(1999)2 Α.Α.Δ.603 «η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας». Για τον Κατηγορούμενο 1 έχει ετοιμαστεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας την οποίαν υιοθέτησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του διευκρινίζοντας κάποια σημεία. Έχω υπόψιν μου το περιεχόμενο της και γενικά όσα έχουν αναφερθεί. Ο Κατηγορούμενος 1 ευρίσκεται στην Κύπρο από το 2002 και σήμερα διαμένει με την σύζυγο του, την μητέρα του και τη γιαγιά του σε ενοικιαζόμενη οικία. Έχει ένα παιδί 3 ετών. Ο πατέρας του δεν διαμένει μαζί τους μετά από τη διάσταση στη σχέση του με την μητέρα του Κατηγορούμενου
  1. Από την άφιξη του στην Κύπρο ο Κατηγορούμενος αρ. 1 εργάστηκε σε διάφορες εταιρείες με τελευταία την Caty Import. Η σύζυγος του εργάζεται στο γαλακτοκομείο «Πήττας». Τέλεσαν το γάμος τους τον Ιούλιο του 2009, μετά από δεσμό 6 χρόνων και την απόκτηση του παιδιού τους πριν 3 περίπου χρόνια. Ο ίδιος έχει εισόδημα €1200 και η σύζυγος του επίσης €1200 με τις υπερωρίες. Έχει χρέη €19.000 περίπου για τα οποία καταβάλλει δόσεις €600 μηνιαίως. Το ενοίκιο της οικίας είναι €
  2. Η μητέρα του εργάζεται επίσης ως καθαρίστρια ενώ η 70χρονη γιαγιά του έφθασε στην Κύπρο με σκοπό τη φροντίδα του ανήλικου παιδιού. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1 λαμβάνονται υπόψιν, αλλά σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν πρέπει να τους αποδίδεται υπέρμετρη βαρύτητα, σε βαθμό δηλαδή που θα εξουδετερώνουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής (βλ.υπ. Γενικός Εισαγγελέας ν Τσαπατσάρη
(2000)2 Α.Α.Δ.304). Έχω υπόψιν μου πως η ενδεχόμενη φυλάκιση του Κατηγορούμενου θα επιφέρει δυσκολίες ιδιαίτερα και κυρίως οικονομικής φύσεως στην οικογένεια του, αλλά επισημαίνω πως γενικά οι επιπτώσεις στην οικογένεια του παρότι συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών παραγόντων, εντούτοις δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (Βλ. υπ. Domotov v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.328). Το ίδιο ισχύει και για την αποζημίωση του θύματος. Υπάρχει δήλωση του πατέρα της παραπονούμενης ότι έλαβε στις 15.7.09 το ποσό των €3.400 προς πλήρη αποζημίωση. Τέτοια ενέργεια συνηγορεί υπέρ ηπιότερης τιμωρίας, πλην όμως δεν αποκτά κυριαρχική σημασία στην επιβολή ποινής. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων δεν αποτελεί βαρυσήμαντο στοιχείο (Βλ. Butucaru, ανωτέρω, και Γενικός Εισαγγελέας ν Μαλέκκου
(2003)2 Α.Α.Δ.50 και Δημητρίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.46). Ελαφρυντικό παράγοντα υπέρ του αποτελεί και το γεγονός ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο που δεικνύει την στάση και το σεβασμό του προς τους νόμους της πολιτείας μέχρι τη διάπραξη των υπό εκδίκασιν αδικημάτων (Γεν. Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.1). Η άμεση παραδοχή και μεταμέλεια του επίσης λαμβάνεται υπόψιν, αν και πρέπει να παρατηρήσω πως έγινε μετά τη σύλληψη του από την Αστυνομία, οπότε συνεργάστηκε παραδεχόμενος όλες τις χρήσεις της κάρτας στις οποίες εμπλέκετο. Θεωρώ πως βοήθησε το έργο της Αστυνομίας στην εξιχνίαση κατονομάζοντας και το πρόσωπο που του είχε προμηθεύσει την κάρτα. Η μεταμέλεια του επιβεβαιώνεται και από το ότι μετά τη δίωξη του είχε πάει στη χώρα του, αλλά και πάλι επέστρεψε δεχόμενος ουσιαστικά να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεων του (βλ. Chafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Το νεαρό της ηλικίας του (25 ετών) επίσης λαμβάνεται υπόψιν, αλλά ούτε αυτό μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία, ιδιαίτερα όταν, όπως διαπιστώθηκε και στην υπ. Butucaru (ανωτέρω) προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία το γεγονός ότι νεαρά άτομα με πλήρεις σωματικές και διανοητικές δυνατότητες, αντί να απασχολούνται με τίμιο τρόπο προσφεύγουν με συχνότητα στην οργανωμένη παρανομία για προσπορισμό εύκολου και γρήγορου κέρδους και τέτοια συμπεριφορά δεν πρέπει να ενθαρρύνεται έμμεσα με την επίδειξη υπέρμετρης επιμίκειας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου επικαλέστηκε ως ελαφρυντικό παράγοντα και το ότι έχει ανασταλεί η δίωξη για τον συγκατηγορούμενο του Κατηγορουμένου 1. Είναι γεγονός πως στο αρχικό κατηγορητήριο υπήρχε και άλλο πρόσωπο το οποίο αντιμετώπιζε την κατηγορία της κλοπής της κάρτας μόνος του και από κοινού με τον Κατηγορούμενο 1 τις υπόλοιπες κατηγορίες. Σε κάποιο στάδιο οι κατηγορίες εναντίον του προσώπου αυτού ανεστάλησαν, επειδή αυτός δεν μπορούσε να εντοπιστεί στην Κύπρο. Αποτελεί βασική αρχή πως η μη δίωξη συναυτουργού προσμετρά ως μετριαστικό στοιχείο μόνο όταν οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του (υπ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.104). Εν πάση περιπτώσει στην παρούσα υπόθεση κατά την έκθεση των γεγονότων διευκρινίστηκε πως ο άλλος κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε κλέψει την κάρτα και την έδωσε στον Κατηγορούμενο
  1. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του τελευταίου αναγνώρισε πως κακώς ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 προχώρησε στη χρήση της αφού δεν του ανήκε η κάρτα. Μετά από διευκρινίσεις που ζήτησε το δικαστήριο έγινε δεκτό πως τη χρήση της κάρτας την είχε κάμει ο Κατηγορούμενος 1 μετά που του την έδωσε ο άλλος κατηγορούμενος που την είχε κλέψει. Διαπιστώνεται λοιπόν πως τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος 1 είναι διαφορετικά από εκείνα που είχε διαπράξει ο συγκατηγορούμενος του και ουσιαστικά δεν τίθεται θέμα ευνοϊκής μεταχείρισης. Βασικά ο Κατηγορούμενος 1 πήρε την κλοπιμαία κάρτα από τον Κατηγορούμενο 2 και σε δύο ημέρες, μεταξύ 26 έως 28/8/09 τη χρησιμοποίησε σε 14 περιπτώσεις (συμπεριλαμβανομένης της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψιν) αποκομίζοντας συνολικό ποσό ΛΚ 1989,07 που ισοδυναμεί με €3.398,52, δηλαδή όσα κατέβαλε στην παραπονούμενη. Φαίνεται δηλαδή πως ο κατηγορούμενος 1 τιμωρείται για τα αδικήματα που ο ίδιος διέπραξε και στα οποία δεν υπήρχε συμμέτοχος. Κατά τη γνώμη μου λοιπόν δεν τίθεται θέμα παράβασης της αρχής ίσης μεταχείρισης. Γενικά πρέπει να πω ότι η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την υποθ. Butucaru (ανωτέρω). Διαφοροποιητικό στοιχείο είναι ο αριθμός των καρτών που χρησιμοποιήθηκε εκεί και ο καλός προσχεδιασμός που επισημάνθηκε εκεί ο οποίος περιλάμβανε οργάνωση εκτός Κύπρου και άφιξη στην Κύπρο με αποκλειστικό σκοπό την πραγματοποίηση του σχεδίου σε σύντομο χρόνο. Αντιθέτως στην παρούσα ο Κατηγορούμενος 1 βρέθηκε με μια κλοπιμαία κάρτα που του έδωσε άλλος, την οποία δεν δίστασε και αυτός να την χρησιμοποιήσει αποκομίζοντας σε σύντομο χρόνο το όφελος των €3.
  2. Κάποιες διαφορές στις προσωπικές περιστάσεις (π.χ. παιδί) έχουν συνεκτιμηθεί επίσης. Από το 2000 στην υπόθεση Μενελάου ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 248 το Ανώτατο Δικαστήριο είχε επισημάνει πως σε τέτοιου είδους αδικήματα η αποτρεπτική πτυχή θα πρέπει να έχει εδώ τον πρώτο λόγο. Συνεκτιμώντας κάθε παράγοντα που έχει αναφερθεί και τις συνθήκες του Κατηγορούμενου 1 θεωρώ πως η μόνη κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Κρίνω κατάλληλες και επιβάλλω: Στην κατηγορία 2 φυλάκιση 18 μηνών. Στις κατηγορίες 3, 6, 9, 12, 15, 18, 21, 24, 27, 45 και 48 (πλαστογραφία) φυλάκιση 2 ετών σε κάθε κατηγορία. Στις κατηγορίες 4, 7, 10, 13, 16, 19, 22, 25, 28, 46 και 49 (κυκλοφορία) φυλάκιση 2 ετών σε κάθε κατηγορία. Στις κατηγορίες 5, 8, 11, 14, 17, 20, 23, 26, 29, 47, 50 και 51 (απόσπαση δια ψευδών παραστάσεων) φυλάκιση 16 μηνών σε κάθε κατηγορία. Όλες οι ποινές να συντρέχουν και να ξεκινούν από τις 25.9.09 που είχε τεθεί υπό κράτηση. Λήφθηκε υπόψιν η υπόθεση 1241/08. Εξετάζοντας την εισήγηση για αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης έλαβα υπόψιν μου τις πρόνοιες του Ν.95/72, τις ομολογουμένως ελαστικότερες διατάξεις του Ν.186
(1)/03 και την σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με κατάληξη τις υποθ. Γεν. Εισ. V. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Στεφάνου V. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 231/08, ημερ. 23.3.09 και Ιωάννου V. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 582. Διαφωνώ ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για αναστολή των ποινών. Κρίνω πως η σοβαρότητα των αδικημάτων, η έξαρση που παρατηρείται και η ανάγκη για αποτροπή δεν δικαιολογούν την αναστολή. Τα 4 ρίμς, τα 4 πατώματα αυτοκινήτου και τα 2 λάστιχα να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Τα υπόλοιπα τεκμήρια να καταστραφούν. Τα €60 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.