Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Άννα Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης:34785/07, 30 Σεπτεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B7 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:34785/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής εναντίον Άννα Ιωάννου Κατηγορουμένης 30 Σεπτεμβρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για την Κατηγορουμένη: κος Χειμώνας ------------------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορουμένη κατηγορήθηκε δυνάμει του άρθρου 91(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 δια το αδίκημα˙ απειλή βιαιοπραγίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, η κατηγορουμένη τη 21η Μαρτίου 2007, με σκοπό εκφοβισμού και παρενόχλησης του Χριστάκη Σιονή, απείλησε να προξενήσει βλάβη στην κατοικία του. Εφόσον η κατηγορουμένη αρνήθηκε ενοχή, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση της κατηγορίας. Εις απόδειξη τούτης η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο δυο μάρτυρες. Πρόκειται για τους αστυφύλακα 1514 Π. Παναγιώτου (ΜΚ1) και Χριστάκη Σιονή (ΜΚ2). Όταν η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την υπόθεσή της, ο συνήγορος της κατηγορουμένης υπέβαλε αίτημα για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αυτό είναι και το αντικείμενο της παρούσης. Προτού όμως αναφέρω οτιδήποτε σχετικό της κατηγορίας κρίνω ότι λίγα λόγια πρέπει να ειπωθούν και για τη φύση του αιτήματος. Δικονομικό έρεισμα παρέχει το άρθρο 74
(1)(β) του Κεφαλαίου 155, παρότι αδιάφορο είναι κατά πόσο υποβάλλεται σχετικό αίτημα εφόσον ούτως ή άλλως αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. άρθρο 74
(1)(γ)). Η εφαρμογή του σχετικού άρθρου έχει ευσύνοπτα επεξηγηθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Προκύπτει συναφώς ότι κατηγορία απορρίπτεται από αυτό το στάδιο εκεί όπου: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω απουσίας ενός ή περισσότερων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική που στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, έκφανση η οποία τοποθετείται χρονικά στο τελικό στάδιο της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία έχει παρουσιαστεί (βλ. R. v. Calbraith
(1981)2 ALL E.R. 1061), αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363). Τέλος, το περιεχόμενο κατάθεσης κατηγορούμενου μπορεί μεν να μην υιοθετείται από την κατηγορούσα αρχή ως ανταποκρινόμενο στα αληθή γεγονότα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χ'' Κωνσταντίνου
(1989)2ΑΑΔ 99, 103), δεν παύει όμως από το να είναι μέρος του μαρτυρικού υλικού και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει από αυτό τυχόν σχετικές πληροφορίες (βλ. Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 41, 45). Στρέφομαι τώρα στο μαρτυρικό υλικό. Σύμφωνα με τους ΜΚ1 και ΜΚ2, είτε στις 21.03.07 είτε στις 29.03.07, κανείς από τους μάρτυρες δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ακριβή ημερομηνία, προκλήθηκε επεισόδιο μεταξύ του ΜΚ2 και της κατηγορουμένης. Η μαρτυρία του ΜΚ1 περιορίστηκε στις ενέργειες που έκανε, στο πότε έλαβε το παράπονο του ΜΚ2, σε ότι του ανέφερε ο τελευταίος, καθώς και σε ότι σχετικό γνώριζε για το επίδικο συμβάν αλλά και την προϊστορία τούτου. Ο ΜΚ1 ανέφερε περαιτέρω ότι και παλαιότερα σε ουκ ολίγες περιπτώσεις ο ΜΚ2 και η κατηγορουμένη απασχόλησαν τον αστυνομικό σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς, ένεκα συνοριακών διαφορών. Σύμφωνα τέλος με το ΜΚ1, το παράπονο που έλαβε από το ΜΚ2 ήτο πως η κατηγορουμένη τον απείλησε ότι θα του προκαλούσε ζημιές στο σπίτι του και στα αυτοκίνητα της οικογένειάς του. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι εδώ και αρκετά χρόνια έχουν, δηλαδή εκείνος και η οικογένειά του, διαφορές με την οικογένεια της κατηγορουμένης, σχετιζόμενες με το πέρασμα που βρίσκεται μπροστά από τα σπίτια των δυο οικογενειών. Τόσο στη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 4) όσο και στην ένορκη μαρτυρία του, ο ΜΚ2 επεξήγησε τις διαφορές για τις οποίες έκανε λόγο. Ανέφερε συναφώς ότι η κατηγορουμένη τοποθετεί στο πέρασμα διάφορα εμπόδια με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να εισέλθει στην κατοικία του (βλ. τεκμήριο 4), καθώς ότι, σε αρκετές περιπτώσεις η κατηγορουμένη και η μητέρα της κρύβονται πίσω από τοίχο και αίφνης πετάγονται, έμπροσθεν του οχήματός του, άλλοτε μια εκ των δυο και άλλοτε το μικρό παιδί της κατηγορουμένης, το οποίο σπρώχνεται τοιουτοτρόπως από την ίδια ή τη μητέρα της (βλ. ένορκη μαρτυρία ΜΚ2). Σε μια από τις ημερομηνίες 21.03.07 και 29.03.07, επαναλαμβάνω ότι ούτε και ο ΜΚ2 ήταν εις θέση να προσδιορίσει ποια από τις δυο ημερομηνίες επεσυνέβη το επίδικο συμβάν, η κατηγορουμένη τον απείλησε ότι θα προκαλέσει ζημίες στο σπίτι του καθώς και στα αυτοκίνητα της οικογένειάς του (βλ. τεκμήριο 4). Στην ένορκη όμως μαρτυρία του ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η απειλή συνίστατο στο ότι θα του έκαιγαν τα αυτοκίνητα και το σπίτι (να μας κρούσουν τα αυτοκίνητα και το σπίτι). Τέλος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο λόγος δια τον οποίο υπέβαλε παράπονο ήτο η συμπεριφορά της κατηγορουμένης, δηλαδή ότι έσπρωχνε το παιδί της έμπροσθεν του οχήματός του, καθώς ότι, εάν οι απειλές πραγματοποιούντο να υπήρχε τουλάχιστον κάποια μαρτυρία. Παρόλα ταύτα, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι η καταγγελία υποβλήθηκε ως αντιστάθμισμα άλλης καταγγελίας που ενωρίτερα υπέβαλε η κατηγορουμένη εναντίον μελών της οικογένειάς του. Στην κατάθεσή της (βλ. τεκμήριο 2) η κατηγορουμένη αποδέχεται ότι μεταξύ της οικογένειάς της και της οικογένειας του ΜΚ2 υφίστανται προστριβές οι οποίες σχετίζονται με πέρασμα που βρίσκεται στην περιοχή όπου διαμένουν. Σε αυτό είναι μάλιστα που αποδίδει και την επίδικη καταγγελία, το περιεχόμενο της οποίας απορρίπτει. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι ο ΜΚ2 διέρχεται από το προαναφερόμενο πέρασμα με υπερβολική ταχύτητα, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν τα ανήλικα παιδιά της, αλλά και να καταστρέφονται οι ανθώνες που έχει τοποθετήσει εκεί. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορουμένης η κατηγορία πρέπει να απορριφθεί τόσο ένεκα μη απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όσο και ένεκα αντινομικότητας της προσαγόμενης μαρτυρίας. Συγκεραστικά ο κος Χειμώνας υπέβαλε ότι η κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα την οποία και προσδιόρισε στο ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος ο σκοπός συναρτάται τόσο με εκφοβισμό όσο και παρενόχληση και όχι ένα εκ των δυο. Στον αντίποδα η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υπέβαλε ότι η συμπερίληψη των δυο δεν συνιστά πολλαπλότητα. Περαιτέρω, ήταν και της κας Μιχαήλ θέση, όπως και του κου Χειμώνα, πως ο εκφοβισμός και η παρενόχληση συναρτώνται με τα αισθήματα του θύματος και έτσι πρέπει να αποδεικνύονται, δηλαδή ότι όντως το θύμα εκφοβίστηκε ή παρενοχλήθηκε από την απειλή. Κρίνω ορθό όπως σχολιάσω πρώτα τον ισχυρισμό περί αντινομικής μαρτυρίας. Εις επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού ο κος Χειμώνας υπέδειξε αρκετά μέρη της μαρτυρίας των δυο μαρτύρων τα οποία καταδεικνύουν, σύμφωνα με το συνήγορο, την αντινομικότητα της μαρτυρίας. Υποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, το απροσδιόριστο του χρόνου και ως εκ τούτου η ασάφεια του ισχυρισμού αναφορικά με τη διάπραξη του αδικήματος, η άγνοια στοιχειωδών λεπτομερειών που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος, λόγου χάριν πότε υποβλήθηκε η καταγγελία εφόσον η κατάθεση του ΜΚ2 συναρτάται με δυο ημερομηνίες (21.03 και 29.03) και τέλος η διάσταση και η ασάφεια στα ακριβή λόγια της απειλής μεταξύ προφορικής και γραπτής μαρτυρίας του ΜΚ2 (δηλαδή, αφορά πρόκληση ζημιάς ή πυρκαγιάς). Όλα τα πιο πάνω δεν διέλαθαν την προσοχή μου. Κρίνω όμως ότι σε αυτό το στάδιο, που η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν συνιστά επιλογή, τα όσα υποδείχθηκαν δεν καταδεικνύουν αντινομική μαρτυρία. Κάτι τέτοιο διαφαίνεται εκεί όπου η μαρτυρία εμπεριέχει θεμελιακή αντίφαση που δεν θα μπορούσε να υπερπηδηθεί στο κατάλληλο στάδιο (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, 196). Στη δοσμένη περίπτωση θεωρώ πως κάτι τέτοιο δεν υφίσταται. Ο κος Χειμώνας ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η συμπερίληψη στο κατηγορητήριο τόσο του εκφοβισμού όσο και της παρενόχλησης συνιστά πολλαπλότητα. Προς υποστήριξη της θέσης του παρέπεμψε στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 249). Εκ προοιμίου αναφέρω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν βρίσκει έρεισμα σε ορθολογιστική ερμηνεία του άρθρου αλλά ούτε και υποστηρίζεται από την αναφερόμενη απόφαση. Του λόγου το ασφαλές αποδεικνύεται από το ακόλουθο απόσπασμα που εντοπίζεται στις σελίδες 265 έως 266 της απόφασης; '' Όταν όμως η πράξη είναι βασικά του ίδιου είδους αλλά διαφέρει στη μορφή της δεν έχουμε παρά μόνο ένα αδίκημα. Το μόνο ένα αδίκημα μπορεί να διαπράττεται με περισσότερο από ένα τρόπο, είτε ως προς την αντικειμενική υπόσταση είτε ως προς την υποκειμενική. Σε τέτοια περίπτωση επιτρέπονται στην ίδια κατηγορία οι διαζεύξεις''. Εφαρμογή αυτού του λόγου (ratio) της απόφασης Ακκελίδου στο άρθρο 91 (α) αποκαλύπτει ότι στην προκείμενη περίπτωση η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικοπραγούντα αποδεικνύεται από γεγονότα που καταδεικνύουν είτε σκοπό εκφοβισμού είτε σκοπό παρενόχλησης. Δυνάμει και των προνοιών του άρθρου 39 του Κεφ. 155 καθίσταται αντιληπτό ότι η συμπερίληψη και των δυο στην ίδια κατηγορία δεν συνιστά πολλαπλότητα. Στρέφομαι τέλος στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Εξ αρχής σημειώνω ότι διαπιστώνω διάσταση στην πρόσφατη απόδοση του άρθρου στη δημοτική γλώσσα από το αρχικό αγγλικό κείμενο αλλά και από την πρώτη μετάφραση τούτου στην καθαρεύουσα. Εν προκειμένω το αγγλικό κείμενο αναφέρει ότι '' Any person who (a) with intent to intimidate or annoy any person, threatens to break or injures a dwelling house;''. Το δε ελληνικό, ως αποδίδεται στην καθαρεύουσα, έχει ως εξής ''Όστις (α) επί σκοπώ εκφοβισμού ή παρενοχλήσεως ετέρου απειλεί να διαρρήξη ή επάγει βλάβην εις κατοικία'' . Όλως παραδόξως η απόδοση του ίδιου αποσπάσματος στη δημοτική αναφέρει ότι '' Οποίος (α) με σκοπό εκφοβισμού ή παρενόχλησης άλλου, απειλεί να διαρρήξει ή να προξενήσει βλάβη σε κατοικία''. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι το αγγλικό κείμενο ταυτίζεται με τη μετάφραση στην καθαρεύουσα εφόσον η εκεί φράση ''injures'' ανταποκρίνεται στη φράση ''επάγει βλάβην'', όχι όμως και στη φράση του κειμένου της δημοτικής μετάφρασης ''να προξενήσει βλάβη''. Το μείζον του θέματος προσδιορίζεται βεβαίως στο αποτέλεσμα που προκύπτει στο κείμενο της δημοτικής από το συνδυασμό της φράσης που αποδίδει την ένοχη πράξη (actus reus) του ρήματος injures με τη φράση που αποδίδει τη νοητική τούτου υπόσταση (mens rea) και πολύ περισσότερο από τη συνάρτηση και διάζευξη, με την απειλή. Ενώ στο κείμενο της δημοτικής γλώσσας η ένοχη πράξη του άρθρου φαίνεται να διαπράττεται με δυο τρόπους, δηλαδή είτε με απειλή διάρρηξης είτε με απειλή πρόκλησης βλάβης, στα άλλα δυο κείμενα προκύπτει ότι η απειλή συναρτάται μόνο με τη διάρρηξη, ενώ η επαγωγή βλάβης χαίρει αυτοτέλειας και είναι διακριτή της όποιας απειλής. Ο δε εκφοβισμός ή παρενόχληση για αυτή την πράξη συναρτάται με την εκτέλεση της μόνο και όχι με απειλή εκτέλεσης. Μοναδικό κοινό των δυο ένοχων πράξεων είναι η νοητική υπόσταση που περιγράφεται στο άρθρο, δηλαδή ο σκοπός εκφοβισμού ή παρενόχλησης, παρότι όμως στη μια περίπτωση επιτυγχάνεται με απειλή ενώ στην άλλη με εκτέλεση αυτής καθ' εαυτής της έκνομης πράξης. Προκύπτει εδώ ότι η παραπάνω επεξήγηση του υπό κρίση άρθρου φαίνεται να απάδει του πλαγιότιτλου που το προσδιορίζει. Είναι γεγονός πως ο τίτλος 'Απειλή βιαιοπραγίας' ή 'Threatening violence' δεν τελεί σε αρμονία με ότι προαναφέρθηκε. Εν τούτοις, ανάγνωση και των τριών παραγράφων του άρθρου 91 του Κεφ. 154 αποκαλύπτει πως ούτε η παράγραφος (β) έχει οτιδήποτε να κάνει με απειλές. Αντικείμενο συναφώς του άρθρου δεν είναι μόνο οι απειλές αλλά ο ευρύτερος εκφοβισμός και η παρενόχληση εν γένει όπως και αν τούτα επιτυγχάνονται, δηλαδή είτε μέσω απειλών ή άλλων πράξεων όπως επαγωγής βλάβης, εκπυρσοκρότησης πυροβόλου όπλου και λοιπά. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα λεχθέντα στην απόφαση Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, 78 ' σε κάθε περίπτωση όπου η μετάφραση στα ελληνικά δεν ανταποκρίνεται με ακρίβεια στο περιεχόμενο της βασικής νομοθεσίας, το Δικαστήριο θα πρέπει για επιβεβαίωση της έννοιας του συγκεκριμένου νομοθετήματος να καταφεύγει στο αρχικό αυθεντικό αγγλικό κείμενο'. Ως εκ των ανωτέρω αποκρυσταλλώνεται ότι το πραγματικό λεκτικό του άρθρου 91(α) είναι εκείνο του αγγλικού κειμένου αλλά και η μετάφρασή του στην καθαρεύουσα, και προβλέπει δυο διακριτές και αυτοτελείς ένοχες πράξεις (διάρρηξη και βλάβη), εκ των οποίων μόνο η μια είναι συνυφασμένη με απειλή, δηλαδή η απειλή διάρρηξης, ενώ η άλλη προκύπτει από τη διάπραξη αυτής καθ' εαυτής της βλάβης. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος συνιστούν τα ακόλουθα: (α) σκοπός εκφοβισμού ή παρενόχλησης ετέρου, και (β) απειλεί να διαρρήξει ή βλάπτει (επάγει βλάβη) σε κατοικία. Αναφορικά με τη θέση που εξέφρασαν και οι δυο συνήγοροι, δηλαδή ότι ο εκφοβισμός και/ή η παρενόχληση θα πρέπει να αποδεικνύονται ως συναισθήματα που βίωσε το θύμα ένεκα ακριβώς της ένοχης πράξης, πρέπει να αναφέρω ότι δεν τη συμμερίζομαι. Ανάλογο λεκτικό με το επίδικο άρθρο χρησιμοποιείται στο άρθρο 2 του Criminal Damage Act 1971 (intending that the other would fear it would be carried out) και ερμηνεύεται στην παράγραφο 23-35α του συγγράμματος Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2007, ως εξής˙ ' ...... the jury must be satisfied that the defendant made a threat to another with the intention (recklessness is not enough) that the other would fear that it would be carried out; the nature of the threat must be considered objectively (the actual thoughts and fears of the person threatened are irrelevant); .....' Από το εν λόγω απόσπασμα προκύπτει ότι δεν υπέχει σημασίας κατά πόσο ο απειλούμενος όντως εκφοβίστηκε ή παρενοχλήθηκε. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σύγκειται στο ερώτημα, ήτο λογικά πιθανόν και αναμενόμενο, των περιβάλλουσων περιστάσεων συμπεριλαμβανομένων, η επίδικη φράση ή πράξη, να εκφοβίσει ή παρενοχλήσει; Εάν η απάντηση είναι θετική, έχουμε απόδειξη της απαιτούμενης ένοχης διάνοιας. Προτού εξετάσω εάν στη δοσμένη περίπτωση αποδείχθηκε η απαιτούμενη ενοχή διάνοια κρίνω ορθό να διερευνήσω ποία ήταν υπό τις περιστάσεις η ένοχη πράξη. Επί του προκειμένου ο ΜΚ2 ανέφερε δυο φράσεις. Η μεν πρώτη συνίστατο στο ότι η κατηγορουμένη τον απείλησε πως θα του προξενούσε ζημία στο σπίτι και στα αυτοκίνητα της οικογένειας, η δε δεύτερη ότι θα του έκαιγε τα ίδια ακριβώς αντικείμενα. Υπαγωγή οιασδήποτε εκ των δυο φράσεων στο συστατικό στοιχείο που πιο πάνω αποδόθηκε και καθορίστηκε ως ένοχη πράξη (actus reus) του άρθρου, αποκαλύπτει ότι δεν εμπίπτει σε καμία από τις δυο κατηγορίες ένοχης πράξης. Αυτά τα λόγια δεν συνιστούν βεβαίως ούτε απειλή διάρρηξης, όπως ούτε και βλάβη που έχει λάβει χώραν και δει εν σχέσει με κατοικία. Προκύπτει συναφώς ότι οι αναφερόμενες από το ΜΚ2 φράσεις δεν εμπίπτουν στον ορισμό του άρθρου 91 (α) και ως εκ τούτου αναπόδεικτο παρέμεινε το συστατικό στοιχείο που αφορά αυτή καθ' εαυτή την ένοχη πράξη. Ένεκα αυτής της κατάληξης κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα εξέτασης τυχόν απόδειξης του άλλου συστατικού στοιχείου, δηλαδή της νοητικής υπόστασης, εφόσον τέτοιο εγχείρημα ανάγεται στη σφαίρα της θεωρίας και μόνο, έχοντας ήδη ως δεδομένο πως οι φράσεις που κατ' ισχυρισμό ειπώθηκαν, και που σε αυτό το στάδιο το κατά πόσο όντως ειπώθηκαν δεν εξετάζεται λεπτομερώς αλλά λαμβάνεται ως δεδομένο, δεν συνιστούν ένοχη πράξη η οποία σε συνδυασμό με ανάλογη ένοχη διάνοια να συνιστά το υπό κρίση αδίκημα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω το αίτημα της υπεράσπισης δικαιολογημένο και ως εκ τούτου, η κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης απορρίπτεται η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο